ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, 330-1453 μ.Χ.
ποιήματα και επιγράμματα από τον καιρό της Ρωμανίας
Τέταρτος - Όγδοος Αιώνας.
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ
Αυτοκράτορα
|
Τίς;
Πόθεν εἷς, Διόνυσε; μὰ γὰρ
τὸν ἀληθέα Βάκχον οὔ
σ’ ἐπιγιγνώσκω˙ τὸν Διὸς
οἶδα μόνον˙ κεῖνος
νέκταρ ὄδωδε, σὺ δὲ τράγον˙
ἦ ῥά σε Κελτοὶ τῇ
πενίῃ βοτρύων τεῦξαν ἀπ’
ἀσταύων. τῷ
σε χρὴ καλέσιν Δημήτριον, οὐ
Διόνυσον, πυρογενῆ
μᾶλλον καὶ Βρόμον, οὐ
Βρόμιον.
|
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ
ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ,
επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (4ος αι.)
|
Χθιζὸς
ἐμοῖς ἀχέεσι τετρυμένος,
οἷος απ’ ἄλλων
Ἥμην
ἐν σκιερῷ ἄλσει, θυμόν ἔδων. Καὶ
γάρ πως φιλέω τόδε φάρμακον
ἐν παθέεσσιν, Αὐτός
ἐμῷ θυμῷ προσλαλέεν
ἀκέων.
Αὖραι
δ’ ἐψιθύριζον ἅμ’
ὀρνιθέεσσιν ἀοιδοῖς, Καλόν
ἀπ΄ ἀκρεμόνων κῶμα
χαριζόμεναι, Καί
μάλα περ θυμῷ κεκαφηότι. Οἱ δ’
ἀπό δένδρων Στηθομελεῖς,
λιγυροί, ἡελίοιο φίλοι, Τέττιγες
λαλαγεύντες ὅλον κατεφώνεον
ἄλσος. Παρ’
δ’ ὕδωρ ψυχρόν ἐγγύς
ἔκλυζε πόδας, Ἧκα
ῥέον δροσεροῖο δι’ ἄλσεος.
Αὐτάρ ἔγωγε Τώς
ἐχόμην κρατερῶς ἄλγεος, ὡς
ἐχόμην Τῶν
μέν ἄρ’ οὐκ ἐθέλει
τέρψιος ἀντιάειν. Αὐτός
δέ, στροφάλιγξιν
ἑλισσομένοιο νόοιο, Τοίην
ἀντιπάλων δῆριν ἔχων
ἐπέων˙ Τίς
γενόμην, τίς δ’ εἰμί, τί δ’
ἔσσομαι; Οὐ σαφά οἶδα. Οὐδέ
μέν ὅστις ἐμοῦ πλειότερος
σοφίην. .............................................................. Ἵστασο.
Πάντα Θεοῦ δεύτερα. Εἶκε
λόγῳ. Οὐ
δέ με μαψιδίως τεῦξεν Θεός.
Ἔμπαλιν ᾠδῆς Ἵσταμαι˙
ἡμετέρης τοῦτ’
ὀλιγοφρενίης. Νῦν
ζόφος, αὐτάρ ἔπειτα λόγος,
καί πάντα νοήσεις, Ἤ
τόν Θεόν εἰσρόων ἤ πυρί
δαπτόμενος. Ὥς
μοι ταῦτ’ ἐπάεισε φίλος
νόος, ἄλγος ἔπεσσεν. Ὀψέ
δ’ ἀπό σκιεροῦ ἄλσεος
οἴκαδ’ ἔβην. Ἄλλοτε
μέν γελόων ἑτερόφρονα,
ἄλλοτε δ’ αὖτε Κῆρ
ἄχεϊ σμύχων, μαρναμένοιο νόου.
|
Μόνος
μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
Σε
δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ’
αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις
θλίψεις,
με
την ψυχή μου ν’ αναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αύρες
ψιθύριζαν μ’ αηδόνια καλλικέλαδα
κι
απ΄’ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
θαρρείς
και σού φευγε η ζωή. Κι από τα δέντρα
τα
οξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι του ήλιου,
πλημμύριζαν
το δάσος με τις φλύαρες φωνές τους.
Σιμά
ρυάκι δροσερό έβρεχε τα πόδια
και
μες στο δάσος έτρεχε απαλά.
Πώς
με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι
έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο
νους,
σαν
τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι
εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης
σκέψης
σ’
αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος
στάθηκα, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω
καθαρά.
Κι
άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
.............................................................
Στάσου.
Μπρος στο θεό όλα δεύτερα. Τόπο στο Λόγο.
Μάταια
δε σ’ έπλασε ο θεός,
μ'
εγώ αντιστέκομαι, μικρόψυχος, στον ύμνο.
Σκοτάδι
εδώ κι εκεί του Λόγου το βασίλειο κι όλα
ξάστερα,
για
το θεό αντικρύζοντας, για στη φωτιά να
τυραννιέσαι.
Μόλις
με γλύκανε έτσι ο νους, πάει κι ο πόνος.
Κι
από το σύσκιο δάσος χτες γυρίζοντας
στο
σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα
και
μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη
ανταριασμένη.
|
Του
ιδίου
|
Δίς,
οἶδα τοῦτο, φεῦ! Δίς
ἐπτερνισμένος˙ Εἰ
μέν δικαίως, προσδέχθοιθ’
ὑμᾶς ὁ Θεός˙ Εἰ
δ’ οὐ δικαίως, προσδέχθοιθ’
ὅμως ὁ Θεός˙ Οὐδέν
γάρ ὑμῶν οὐδέ ὥς
καθέξομαι. Πλήν
ἐκλέλοιπα, καί ποθῶ λύσιν
κακῶν. Τῶν
μέν παρόντων εἰμί πάντων
ἔμπλεως, Πλούτου,
πενίας, χαρμονῶν, οὐ χαρμονῶν, Δόξης,
ἀτιμίας τε, δυσμενῶν, φίλων˙ Τῶν
δ’ οὐ παρόντων εὔχομαι
πεῖραν λαβεῖν. Πέρας
λόγου˙ τολμῶ δέ, καί
δέξου λόγον˙ Εἰ
μηδέν εἰμι, Χριστέ μου, τίς
ἡ πλάσις; Εἰ
τίμιός σοι, πῶς τόσοις
ἐλαύνομαι; |
Το
ξέρω, δυο φορες μ’ απολακτίσατε.
Αν
δίκαια, ο θεός να σας συγχωρέσει˙
Αν
άδικα, παλι ο θεός να συγχωρέσει.
Κατηγορία
βαριά ακόμη κι έτσι δε θα σας προσάψω.
Πλην
έχω εξαντληθεί, ποθώ το τέλος των δεινών.
Απ
όλα τα παρόντα κορεσμένος,
Πλούτη
και φτώχεια, εχθρούς και φίλους.
Τα
απόντα εκείνα ευχή μου ν’ απολαύσω.
Ακροτελεύτιος
λόγος. Τον τολμώ κι άκου τη σκέψη:
Αν
είμαι ένα μηδεν, Χριστέ μου, γιατί μ’
έπλασες;
Κι
αν κάτι αξίζω, γιατί οι τόσες
περιπέτειες;
|
Του
ιδίου
|
Τροχός
τίς ἐστιν ἀστάτως
πεπηγμένος, ὁ
μικρός οὗτος καὶ πολύτροπος
βίος. Ἄνω
κινεῖται, καὶ περισπᾶται κάτω˙
οὐχ
ἵσταται γάρ, κἂν δοκῇ
πεπηγέναι, φεύγων
κρατεῖται, καί μένων
ἀποτρέχει. Σκιρτᾷ
δὲ πολλά, καὶ τὸ φεύγειν
οὐκ ἔχει. Ἕλκει,
καθέλκει τῇ κινήσει τὴν
στάσιν. Ὡς
οὐδὲν εἶναι τὸν βίον
διαγράφων, ἢ
καπνόν, ἢ ὄνειρον, ἢ ἄνθος
χλόης. |
Μια
ρόδα άτσαλα στημένη,
τούτη
η σύντομη και πολυδαίδαλη ζωή.
Προς
τα πάνω κινούμενη, κατρακυλά στα χαμηλά˙
Κι
αν φαίνεται στεριωμένη, δε μένει ωστόσο
σταθερή.
Θαρρείς
πως φεύγει κι είναι στάσιμη, θαρρείς πως
στέκει κι όμως τρέχει.
Κάνει
άλματα συχνά, μα δε μπορεί να ξεκολλήσει.
Σέρνει
και παρασέρνει αυτοκινούμενη τη
στασιμότητα.
Σα
να διαγράφει το τίποτα ο βίος.
ή
καπνός, ή όνειρο, ή ένα αγριολούλουδο. |
Του
ίδιου, συγκρίνοντας την άσημη επισκοπή που
του έλαχε στην Καππαδοκία, συγκριτικά με
την επισκοπή Καισάρειας που έλαχε στον
συμφοιτητή του στην Αθήνα Μέγα Βασίλειο.
|
Τοιαῦτ’
Ἀθῆναι, καὶ πόνοι κοινοὶ
λόγων, ὁμόστεγός
τε καὶ συνέστιος βίος, Νοῦς
εἷς ἐν ἀμφοῖν οὐ δύο,
θαῦμ’ Ἑλλάδος. ........................................................................
Διεσκέδασται
πάντα, ἔρριπται χαμαί. Αὖραι
φέρουσι τὰς παλαιὰς
ἐλπίδας. Ποῦ
τις πλανηθῇ; Θῆρες οὐ
δέξεσθέ με;
παρ'
οἷς τὸ πιστὸν πλεῖον, ὡς γ’
ἐμοὶ δοκεῖ.
|
Έτσι ζούσαμε στην
Αθήνα, κοπιάζοντας μαζί για μόρφωση, κάτω απ την ίδια στέγη
και στο ίδιο τραπέζι, και μια ήταν η έγνοια
μας, όχι δύο, το θαύμα της Ελλάδας. ............... Όλα σκορπίστηκαν,
ρίχτηκαν στη γη, Αύρες φέρνουν τις
παλιές ελπίδες. Πού να πάει κανείς; Θα
με δεχτούν τ’ αγρίμια, που, καθώς νομίζω, τα
πιο πολλά έχουν πίστη; |
Του ίδιου
Εις
την των ανθρωπίνων ματαιότητα
|
Οἱ
τοὺς ἀραχνῶν ἐμμιμούμενοι
μίτους, καὶ
τοῖς ἀφανοῖς ἐντρυφῶντες
τοῦ βίου, ἴστωσαν
ὡς εὔληπτα καὶ αὔραις
πέλει τὰ
τερπεὰ πάντα τοῦ
ἀραχνώδους βίου. Οἱ
τοὺς θρόνους ἔχοντες
ὡραϊσμένους, καὶ
ταῖς ῥεούσαις ἐξοχαῖς
ἐπηρμένοι, σκοπεῖτε
τὴν ἄφευκτον ἐσχάτως δίκην,
ὡς
οὐδὲν αὐτὴν οὐδαμῶς
παραδράμοι |
Τον
αραχνώδη ιστό όσοι μιμούνται
Και
με τα αβέβαια της ζωής ευχαριστιώνται
Ας
ξέρουν πως και ανάλαφρη αύρα διώχνει
Κάθε
τερπνό της ζωής της αραχνένιας.
Όσοι
σε θρόνους στολισμένους κάθεστε
Και
για διαβατικά καυχιέστε προβαδίσματα
Την
αναπόφευκτη στερνή δίκη να σκέφτεστε,
Που
τίποτε το δρόμο της να αλλάξει δεν
μπορεί ποτέ. |
ΠΑΛΛΑΔΑ
(4ος –5ος αι.)
|
Ὤ
τῆς μεγίστης τοῦ φθόνου
πονηρίας˙ τόν
εὐτυχῆ μισεῖ τις, ὅν θεός
φιλεῖ. οὕτως
ἀνόητοι τῷ φθόνῳ
πλανώμεθα, οὕτως
ἑτοίμως μωρίᾳ δουλεύομεν. Ἕλληνες
ἐσμεν ἄνδρες ἐσποδωμένοι νεκρῶν
ἔχοντες ἐλπίδας τεθαμμένας˙
ἀνεστράφη
γάρ πάντα νῦν τά πράγματα. |
Πόσο
κακός, πόσο απέραντος ο φθόνος είναι.
Μισούμε
αυτόν που αγαπά ο θεός κι ευτυχισμένος
είναι.
Παραπλανά
ο φθόνος και πρόθυμα μ’ αυτόν τον τρόπο
την
αφροσύνη, τη μωρία εμείς υπηρετούμε.
"Έλληνες"
είμαστε λοιπόν; Σποδός έχουμε γίνει
Και
των νεκρών οι ελπίδες, νεκρές είναι κι
εκείνες.
Τα
πράγματα αντεστράφησαν. |
Του
ιδίου
|
Πάντες
τῷ θανάτῳ τηρούμεθα καί
τρεφόμεσθα ὡς
ἀγέλη χοίρων σφαζομένων
ἀλόγως. |
Ο
θάνατος παντού καραδοκεί˙ αγέλη
είμαστε χοίρων.
Την
τρέφουν, για το παράλογο σφαγείο την
προορίζουν. |
Του
ιδίου
|
Εἰ
τό φέρον σέ φέρει, φέρε
καί φέρου˙ εἰ δ’
ἀγανακτεῖς, καί
σαυτόν λυπεῖς καί τό φέρον
σέ φέρει. |
Σε
σέρνει η Τύχη εδώ κι εκεί; Ας συρθείς και
σύ μαζί της.
Θα
υποφέρεις, αν αγανακτείς. Κι αυτή δεν
παύει να σε σέρνει. |
Του
ιδίου
|
Ἂν
μὴ γελῶμεν τὸν βίον τὸν
δραπέτην Τύχην
τε πόρνης ῥεύμασιν
κινουμένην, ὀδύνην
ἑαυτοῖς προξενοῦμεν πάντοτε ἀναξίους
ὁρῶντες εὐτυχεστέρους. |
Αν
δε ξεγελάμε τον βίο τον δραπέτη
και
την Τύχη που κουνιέται σαν πόρνη,
θα
προξενούμε πάντοτε οδύνη στους εαυτούς
μας
βλέποντας
τους ανάξιους ευτυχισμένοι να είναι. |
|
Ἂν
μνήμην, ἄνθρωπε, λάβῃς, ὁ
πατήρ σε τί ποιῶν ἔσπειρεν,
παύσῃ τῆς μεγαλοφροςύνης. ἀλλ’
ὁ Πλάτων σοὶ τῦφον
ὀνειρώσσων ἐνέφυσεν ἀθάνατόν
σε λέγων καὶ φυτὸν
οὐράνιον. ἐκ
πηλοῦ γέγονας. τί φρονεῖς
μέγα; τοῦτο μὲν οὔτως εἶπ’
ἄν τις κοσμῶν πλάσματι
σεμνοτέρῳ. εἰ
δ’ λόγον ζητεῖς τὸν
ἀληθινόν, ἐξ ἀκολάστου λαγνείας
γέγονας καὶ μιαρᾶς ῥανίδος.
|
Αν
θυμηθείς πώς σε έκανε ο πατέρας σου, θα
πάψει η οίησή σου.
Αλλά
ο Πλάτων ο φαντασιόπληκτος σου χει
εμφυσήσει την έπαρση αυτή,
λέγοντάς
σε αθάνατο και ουράνιο φυτό.
Από
λάσπη επλάσθης. Τι φρονείς μέγα; Κι αν
ζητάς να μάθεις την αλήθεια, γεννήθηκες
λόγω
ακόλαστης
λαγνείας και μιας ακάθαρτης σταγόνας. |
Του
ιδίου
|
Πολλά
μεταξύ πέλει κύλικος καί
χείλεος ἄκρου. |
Πολλά
τεκταίνονται από το κύπελλο ώς των
χειλιών την άκρη. |
Του
ιδίου
|
Εἰ
τό μέλειν δύναταί τι,
μερίμνα καί μελέτω σοι˙ εἰ
δέ μέλει περί σοῦ δαίμονι,
σοί τί μέλει; οὔτε
μεριμνήσεις δίχα δαίμονος
οὔτ’ ἀμελήσεις˙ ἀλλ’
ἵνα σοί τι μέλῃ, δαίμονι
τοῦτο μέλει. |
Ανίσως
ενδιαφέρεσαι για κάτι, πρέπει να
μεριμνάς και να φροντίζεις.
Όμως
αν ο θεός ενδιαφέρεται, προς τι οι
μέριμνές σου και οι φροντίδες;
Χωρίς
θεό ούτε πολυμέριμνος ούτε και
αμέριμνος θα πρέπει να είσαι˙
ωστόσο
αν ενδιαφέρεται ο θεός, έχει ήδη γι’
αυτό φροντίσει. |
Του
ιδίου
|
Χαλκότυπος
τὸν Ἔρωτα μεταλλάξας
ἐπόησεν τήγανον,
οὐκ ἀλόγως, ὅττι καὶ
αὐτὸς φλέγει. |
Ένας
χαλκουργός έλειωσε τον Ερωτα κι
έφτειαξε ένα τηγάνι˙ καθόλου παράλογο,
αφού κι αυτός φλέγει. |
|
Τύχη
καπηλεύουσα πάντα τον βίον, ἀσυγκέραστον
τὴν φύσιν κεκτημένη καὶ
συγκυκῶσα καὶ μεταντλοῦσ’ αὖ
πάλιν, καὐτὴ
κάπηλός ἐστι νῦν τις, οὐ
θεά, τέχνην
λαχοῦσα τὴν τρόπων ἐπάξιαν.
|
Η
Τύχη που καπηλεύεται όλη τη ζωή,
και
που, λόγω της δίχως μετριοπάθειας φύσης
της
αναμιγνύει
τα πάντα κι ύστερα πάλι τα διαμελίζει,
τώρα
αυτή είναι καπελού, όχι θεά,
και
της έλαχε το επάγγελμα που άξιζε στο
χαρακτήρα της.
|
Του
ιδίου
|
Εἰ
τοὺς ἀνδροφόνους
εὐδαίμονας ὄντας ὁρῶμεν, οὐ
πάνυ θαυμάζω˙ τοῦ Διός
ἐστι γέρας. τὸν
γὰρ γεννήσαντα μεμισηκὼς καὶ
ἐκεῖνος κτεῖνεν
ἄν, εἰ ὁ Κρόνος θνητὸς
ἐτύγχανεν ὤν˙ ἀντὶ
δὲ τοῦ κτεῖναι σὺν τοῖς
ἄλλοις Τιτῆσι κολάζει, δέσμιον
ὡς λῃστὴν εἰς τὸ
βάραθρον ἐνείς. |
Βλέποντας
τους φονιάδες ευτυχείς να είναι
δεν
απορώ πολύ˙ Του Δία το βραβείο.
Κι
εκείνος μισούσε τον πατέρα του και θα
τον είχε σκοτώσει,
αν
ο Κρόνος ήταν θνητός.
Αντί
του φόνου, μαζί τους Τιτάνες τον τιμωρεί,
κρατώντας
τον σα ληστή στο βάραθρο. |
Του
ιδίου
|
Πᾶσαν
Ὅμηρος ἔδειξε κακὴν σφαλερὴν
τε γυναῖκα, σώφρονα
καὶ πόρνην, ἀμφοτέρας
ὄλεθρον. Ἐκ
γὰρ τῆς Ἑλένης
μοιχευσαμένης φόνος ἀνδρῶν καὶ
διὰ σωφροςύνην Πηνελόπης
θάνατοι. Ἰλιὰς
οὖν τὸ πόνημα μιᾶς χάριν
ἐστὶ γυναικός, αὐτὰρ
Ὀδυσσείῃ Πηνελόπη
πρόφασις. |
Ο
Όμηρος έδειξε τόσο τη σώφρονα όσο και
την πόρνη γυναίκα, ολέθριες.
Γιατί,
γινόμενη η Ελένη μοιχαλίδα έγιναν φόνοι
ανδρών,
και
λόγω της σωφροσύνης της Πηνελόπης
θάνατοι.
Η
Ιλιάδα γράφρηκε χάριν της μιάς
και
η Οδύσσεια χάριν της άλλης. |
ΚΥΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟΠΟΛΙΤΗ (α’ μισό 5ου αι.), έπαρχου (δημάρχου) της Κωνσταντινούπολης, υπάτου, κτίστη των Θεοδοσιανών τειχών της Πόλης, πατρίκιου
|
Αἴθε
πατὴρ μ’ ἐδίδαξε δαςύτριχα
μῆλα νομεύειν, ὥς
κεν ὑπὸ πτελέῃσι καθήμενος
ἢ ὑπὸ πέτρῃς, συρίσδων
καλάμοισιν, ἐμὰς τέρπεσκον
ἀνίας. Πιερίδες,
φεύγωμεν ἐϋκτιμένην πόλιν˙
ἄλλην πατρίδα
μαστεύσωμεν. Ἀπαγγελέω δ’
ἄρα πᾶσιν ὡς
ὀλοοὶ κηφῆνες ἐδηλήσαντο
μελίσσας. |
μῆλα=πρόβατα. Συρίσδων= συρίζων, παίζοντας την ποιμενική σύριγγα. Τέρπεσκον=ἔτερπον. ἐϋκτιμένην=καλοκτισμένη. Πιερίδες=Μούσες Μαστεύσωμεν=αναζητούμε. ὀλοοὶ...μέλισσας=οι ολέθριοι κηφήνες κατέστρεψαν τις μέλισσες.
ΣΥΝΕΣΙΟΥ (5ος
μ.Χ. αι.), μαθητή της Υπατίας˙ επίσκοπου
Πτολεμαϊδας
Απόσπασμα από τον Πρώτο Υμνο
|
Μάκαρ
ὅστις βορὸν ὕλας προφυγὼν
ὕλαγμα, καὶ γᾶς ἀναδύς,
ἅλματι κούφῳ ἴχνος
ἐς Θεὸν τιταίνει. Μάκαρ
ὅστις μετὰ μοίρας, μετὰ
μόχθους, μετὰ πικρὰς χθονογηθεῖς
μελεδῶνας, ἐπιβὰς
νόου κελεύθων βυθὸν
εἶδεν θεολαμπῆ. Πόνος
εἰς ὅλαν τανῦσαι καρδίαν
ὅλοισι ταρσοῖς ἀναγωγίων
ἐρώτων. Μόνον
ἐμπέδωσον ὁρμὰν νοερηφόροισιν
ὁρμαῖς˙ ὁ
δὲ τοι πέλας φανεῖται γενέτας
χεῖρας ὀρεγνύς. προθέοισα
γάρ τις ἀκτὶς καταλάμψει
μὲν ἀτραπούς, πετάσει
δέ τοι νοητὸν πεδίον,
κάλλεος ἀρχάν. Ἄγε
μοι, ψυχά, πιοῖσα ἀγαθορρύτοιο
παγᾶς, ἱκετεύσασα
τοκῆα ἀνάβαινε,
μηδὲ μέλλε, χθονὶ
τὰ χθονὸς λιποῖσα˙ τάχα
δ’ ἂν μιγεῖσα πατρὶ Θεὸς
ἐν Θεῷ χορεύσοις |
Μακάριος
εκείνος που αποφεύγοντας
το
γαύγισμα της αχόρταγης ύλης
και
αναδυόμενος από το χώμα
με
ανάλαφρο πήδημα
σπεύδει
προς το θεό.
Μακάριος
εκείνος που,
ύστερα
από τα χτυπήματα της μοίρας,
ύστερα
από τους μόχθους,
ύστερα
από τις πικρές φροντίδες
της
γήινης τέρψης
περνώντας
τα μονοπάτια
αντίκρυσε
τα βάθη του θεού να λάμπουν.
Ο
πόνος να τεντώσει
ολάκερη
την καρδιά του
στο
ακρότατο σημείο
σε
μυστικούς ουράνιους έρωτες.
Στερέωσε
μόνο την ορμή
στις
πνευματικές ορμές˙
ο
θεός θα φανεί
πατέρας
να απλώνει τα χέρια.
Γιατί
πρώτα μια αχτίδα
θα
φωτίσει τα μονοπάτια,
θα
απλώσει το χώρο του νοητού,
την
αρχή της ομορφιάς.
Έλα,
ψυχή μου,
αφού
πιείς από την πηγή του αγαθού
και
παρακαλέσεις τον πλάστη
ανέβαινε,
μην αργοπορείς
αφήνοντας
στη γη τα γήινα˙
και
αφού γοργά ενωθείς με τον πατέρα
θεός
μέσα στο θεό θα είσαι. |
Του ιδίου,
απόσπασμα
από τον Ύμνο Τρίτο
|
1
5
10
15
20
25
30
72
75
80
85
191
195
200
|
ἄγε
μοι, ψυχά, ἱεροῖς
ὕμνοις ἐπιβαλλομένα,
ὑληγενέας
εὔνασον
οἴστρους, θώρησσε
δὲ νοῦ ζαμενεῖς
ὁρμάς. Βασιλῆι
θεῶν πλέκομεν
στέφανον, θύμ’
ἀναίμακτον ἐπέων
λοιβάς. Σοὶ
μὲν ἐν πελάγει, σὲ
δ’ ὑπὲρ νάσων, σὲ
δ’ ἐν ἀπείροις, ἐπί
τε πτολίων, κραναῶν
τ’ ὀρέων καὶ
κατὰ κλεινῶν ὁπόταν
πεδίων στάσω
διδύμους γυίων
ταρσούς, σέ,
μάκαρ, μέλπω, κόσμου
γενέτα.
Σοὶ
νύξ με φέρει τὸν
ἀοιδόν, ἄναξ˙ σοὶ
δ’ ἁμερίους, σοὶ
δ’ ἀῴους, σοὶ
δ’ ἑσπερίους ὕμνους
ἀνάγω˙ ἵστορες
αὐγαὶ πολιῶν
ἄστρων μάνας
τε δρόμοι καὶ
μέγας ἵστωρ ἅλιος,
ἁγνῶν ἄστρων
πρύτανις, ὁσιᾶν
ψυχᾶν ἅγιος
ταμίας...
Εὐφαμείτω
αἰθὴρ
καὶ γᾶ˙ στάτω
πόντος, στάτω
δ’ ἀήρ˙ λήγετε
πνοιαὶ βαλιῶν
ἀνέμων˙ λήγετε
ῥιπὶ γυρῶν
ῥοθίων, ποταμῶν
προχοαί, κρανααὶ
λιβάδες˙ ἐχέτω
σιγὰ κόσμου
λαγόνας, ἱερευομένων
ἁγίων
ὕμνων...
Σὺ
τὸ τίκτον ἔφυς, σὺ
τὸ τικτόμενον, σὺ
τὸ φωτίζον, σὺ
τὸ λαμπόμενον, σὺ
τὸ φαινόμενον, σὺ
τὸ κρυπτόμενον, φῶς
κρυπτόμενον ἰδίαις
αὐγαῖς, ἓν
καὶ πάντα, ἓν
καθ’ ἑαυτὸ καὶ
διὰ πάντων... |
Εμπρός ψυχή μου, καθώς αρχίζεις τους
ιερούς ύμνους, κοίμισε τις επιθυμίες
της ύλης, και όπλισε τις
δυνάμεις του νού. Πλέκομε στεφάνι στον
βασιλιά των θεών, θυσία αναίμακτη,
σπονδή λόγων. Εσένα και στο πέλαγος,
εσένα και στα νησιά, εσένα και στην έρημο,
εσένα και στις πόλεις, και στα τραχιά βουνά
και στις μεγάλες πεδιάδες, όταν υψώσω σε προσευχή
τα δυό μου χέρια, εσένα ψάλλω, μακάριε
πατέρα του κόσμου. Κοντά σου, βασιλιά, με
φέρνει ψαλμωδό η νύχτα. Σε σένα στέλνω τους
ύμνους μου, της ημέρας, του όρθρου,
της εσπέρας. Το μαρτυρεί το φως των
γκρίζων αστεριών, το μαρτυρούν οι δρόμοι
της σελήνης, και μέγας μάρτυς είναι
ο ήλιος, ο πρύτανις των αγνών
αστεριών, ο άγιος ταμίας των
οσίων ψυχών... Ας σιγήσει ο αιθέρας
και η γή˙ Ας σταθεί η θάλασσα, ας
σταθεί ο αέρας. Παύσετε, πνοές των
άγριων ανέμων˙ Σταματήστε, κύματα, τη
δίνη σας, κι εσείς των ποταμών
τα ρεύματα, κι εσείς σταγόνες της
βροχής. Στην αγκαλιά του
κόσμου η σιγή ας βασιλεύει, τώρα που προσφέρονται
θυσία ιερή οι άγιοι ύμνοι... Συ είσαι ο πατέρας, σύ
και το παιδί, συ φωτίζεις και συ
φωτίζεσαι, συ φαίνεσαι και συ
κρύπτεσαι, φως που κρύβεται μέσα
στην ίδια του τη λάμψη, ένα και όλα, ένα και
μόνο και ένα μέσα σε όλα... |
Διάβασε ολόκληρο τον Τρίτο Ύμνο.
Διάβασε ολόκληρο τον Τέταρτο Ύμνο.
ΕΥΔΟΚΙΑΣ
Αυτοκράτειρας (α’ μισό 5ου αι.)
|
5
10
15
30
35
|
Ἥ
δε μὲν ἱστορίη θεοτερπέος
ἐστὶν ἀοιδῆς. Πατρίκιος
δ’ ὃς τήνδε σοφῶς
ἀνεγράψατο βίβλον, ἔστι
μὲν ἀενάοιο διαμπερὲς
ἄξιος αἴνου, οὕνεκα
δὴ πάμπρωτος ἐμήσατο
κύδιμον ἔργον. Ἀλλ’
ἔμπης οὐ πάγχυ ἐτήτυμα
πάντ’ ἀγόρευεν, οὐδὲ
μὲν ἁρμονίην ἐπέων
ἐφύλαξεν ἅπασαν, οὐδὲ
μόνων ἐπέων ἐμνήσατο
κεῖνος ἀείδων, ὁππόσα
χάλκεον ἦτορ ἀμεμφέος
εἶπεν Ὁμήρου. Ἀλλ’
ἐγὼ ἡμιτελέστου
ἀγακλεὲς ὡς ἴδον ἔργον, Πατρικίου
σελίδας ἱερὰς μετὰ χεῖρας
λαβοῦσα, ὅσσα
μὲν ἐν βίβλοισιν ἔπη πέλεν
οὐ κατὰ κόσμον, πάντ’
ἄμυδις κείνοιο σοφῆς
ἐξείρυσα βίβλον. Ὅσσα
δ’ ἐκεῖνος ἔλειπεν, ἐγὼ
πάλιν ἐν σελίδεσσι γράψα
καὶ ἁρμονίην ἱεροῖς
ἐπέεσσιν ἔδωκα. Εἰ
δὲ τις αἰτιόωτο καὶ
ἡμέας ἐς ψόγον ἕλκοι, δοιάδες
οὕνεκα πολλαὶ ἀρίζηλον
κατὰ βίβλον, εἰσὶν
Ὁμηρείων τ’ ἐπέων πόλλ’
οὐ θέμις, ἐστίν, ἴστω
τοῦθ’, ὁτι πάντες
ὑποδρηστῆρες ἀνάγκης... .................................................................................
Πατρίκιος
δ’, ὃς τήνδε σοφὴν
ἀνεγράψατο δέλτον, ἀντὶ
μὲν Ἀργείων στρατιῆς γένος
εἶπεν Ἐβραίων, ἀντὶ
δὲ δαιμονίης τε καὶ
ἀντιθέοιο φάλαγγος, ἀθανάτους
ἤεισε καὶ υἱέα καὶ
γενετῆρα. Ἀλλ’
ἔμπης ξυνὸς μὲν ἔφυ πόνος
ἀμφοτέρασι, Πατρικίῳ
κἀμοί, καὶ θηλυτέρῃ περ
ἐούσῃ.. |
Του
ΧΡΙΣΤΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΚΟΠΤΙΤΗ
(τέλη 5ου –αρχές 6ου αι.), για τα 80
αγάλματα που στόλιζαν τα δημόσια λουτρά (θέρμες)
στον Ζεύξιππο της Κωνσταντινούπολης. Εδώ
περιγράφονται 4 αγάλματα, της Ανδρομάχης,
του Μενελάου, της Ελένης και της Κασσάνδρας.
Έκφρασις
των αγαλμάτων των εις το δημόσιον γυμνάσιον
του επικαλουμένου Ζευξίπου
|
160
165
170
189
|
Ἀνδρομάχη
δ’ ἔστηκε, ῥοδόσφυρος
Ἠετιώνη, οὔτι
γόον σταλάουσα πολύστονον˙
ὡς γὰρ ὀΐω, οὔπω
ἐνὶ πτολέμῳ κορυθαίολος
ἤριπεν Ἕκτωρ, οὐδὲ
φερεσσακέων ὑπερνήνορες υἷες
Ἀχαιῶν Δαρδανίην
ξύμπασαν ἐληίσαντο τιθήνην.
Ἦν
δ’ ἐσιδεῖν Μενέλαον
ἀρήιον, ἀλλ’ ἐπὶ νίκῃ
γηθόσυνον˙
σχεδόθεν γὰρ ἐθάλπετο
χάρματι πολλῷ δερκόμενος
ῥοδόπηχυν ὁμόφρονα
Τυνδαρεώνην.
Ἡγηςάμην
δ’ Ἑλένης ἐρατὸν τύπον,
ὅττι καὶ αὐτῷ χαλκῷ
κόσμον ἔδωσε πανίμερον˙
ἀγλαΐη γὰρ ἔπνεε
θερμὸν ἔρωτα καὶ ἀψύχῳ
ἐνὶ τέχνῃ..
Καςάνδρην
δ’ ἐνόησα θεοπρόπον, ἀλλ’
ἐνὶ σιγῇ μεμφομένη
γενετῆρα σοφῆς ἀνεπίμπλατο
λύσσης, οἷά
τε θεσπίζουσα πανύστατα πήματα
πάτρης.. |
ΑΓΑΘΙΟΥ
ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ (6ος
αι.)
|
Τόν
θάνατον τί φοβεῖσθε, τόν
ἡσυχίης γενετῆρα, τόν
παύοντα νόσους καί πενίης
ὀδύνας; μοῦνον
ἅπαξ θνητοῖς παραγίνεται,
οὐδί ποτ’ αὐτόν εἶδεν
τις θνητῶν δεύτερον
ἐρχόμενον˙ αἱ
δέ νόσοι πολλαί καί
ποικίλαι ἄλλοτ’ ἐπ’ ἄλλον ἐρχόμεναι
θνητῶν καί μεταβαλλόμεναι. |
Γιατί
φοβάστε τον θάνατο, τον γενήτορα της
ησυχίας,
που
παύει νόσους, πόνους, οδύνες;
Μια
φορά μόνο έρχεται στους ανθρώπους,
κανείς δεν τον είδε δυό φορές.
Οι
αρρώστειες όμως πολλές και ποικίλες και
χτυπούν πότε τον ένα πότε τον άλλο,
μεταβαλλόμενες. |
Του
ιδίου
|
Ἐζόμενος
μὲν τῇδε παρ’ εὐλάϊγγι
τραπέζῃ παίγνια
κινήσεις τερπνὰ βολοκτυπίης. Μήτε
δὲ νικήσας μεγαλίζεο, μήτ’
ἀπολειφθεὶς ἄχνυσο
τὴν ὀλίγην μεμφόμενος
βολίδα. καὶ
γὰρ ἐπὶ σμικροῖσι νόος
διαφαίνεται ἀνδρός, καὶ
κύβος ἀγγέλει βένθος
ἐχεφροςύνης. |
Καθισμένος
σε μαρμάρινο τραπέζι
τους
κύβους παίζεις και ευχαριστείσαι.
Μη
περηφανεύεσαι όταν νικάς, ούτε να
μεμψιμοιρείς όταν χάνεις.
Στα
μικρά πράγματα αποκαλύπτεται ο
χαρακτήρας κάποιου,
κι
οι κύβοι δείχνουν πόσο εχέφρων είναι. |
Του
ιδίου
|
Στῆλαι
καὶ γραφίδες καὶ κύρβιες,
εὐφροςύνης μὲν αἴτια
τοῖς ταῦτα κτησαμένοις
μεγάλης˙ ἀλλ’
ἐς ὅσον ζώουσι. τὰ γὰρ
κενὰ κύδεα φωτῶν ψυχαῖς
οἰχομένων οὐ μάλα
συμφέρεται, ἡ
δ’ ἀρετὴ σοφίης τε χάρις
καὶ κεῖθι συνέρπει, κἀνθάδε
μιμνάζει μνῆστιν ἐφελκομένη. Οὕτως
οὕτω Πλάτων βρενθύεται, οὔτ’
ἀρ’ Ὅμηρος χρώμασιν
ἢ στήλαις, ἀλλὰ μόνῃ
σοφίῃ. Ὄλβιοι
ὧν μνήμη πινυτῶν ἐνὶ
τεύχεσι βίβλων, ἀλλ’
οὐκ ἐς κενὰς εἰκόνας
ἐνδιάει. |
Τα
αγάλματα, οι εικόνες, οι πίνακες φέρνουν
μεγάλη
χαρά σε όσους τα έχουν˙
αλλά
όσο ζούνε˙ γιατί οι χωρίς δόξα άνδρες
δε
συμφωνούν πολύ με τις ψυχές όσων φεύγουν
κι
η αρετή κι η χάρη της σοφίας τούς
ακολουθούν κι εκεί
κι
εδώ μένουν χαραγμένες στις μνήμες.
Αυτή
είναι η περηφάνεια του Πλάτωνα και του
Ομήρου
όχι
με εικόνες και στήλες˙ αλλά για τη
σοφία τους μόνο.
Ευτυχισμένοι
όσοι από τους φρόνιμους η μνήμη τους
κατοικεί
στα βιβλία και όχι σε κενές εικόνες.
|
του ιδίου
|
Εἰ φιλέεις, μὴ πάμπαν ὑποκλασθέντα χαλάσσῃς θυμὸν ὀλισθηρῆς ἔμπλεου ἱκεσίης˙ ἀλλά τι καὶ φρονέοις στεγανώτερον, ὅσσον ἐρύεσαι ὀφρύας, ὅσον ἰδεῖν βλέμματι φειδομένῳ. Ἔργου γάρ τι γυναιξὶν ὑπερφιάλους ἀθερίζειν καὶ κατακαγχάζειν τῶν ἄγαν οἰκτροτάτων. Κεῖνος δ’ ἐστὶν ἄριστος ἐρωτικός, ὅς δάδε μίξει οἶκτον ἔχων ὀλίγῃ ξυνὸν ἀγηνορίῃ.
|
Αν αγαπάς, ποτέ μην επιτρέπεις στην καρδιά σου να εκλιπαρεί, να εξετελίζεται με τις πολλές τις ικεσίες. Με επιφύλαξη τα αισθήματά σου να εκδηλώνεις˙ ας είναι πάντα το φρύδι σου ανασηκωτό. Το βλέμμα σου συγκαταβατικόν, ωστόσο. Αδιάφορες είναι οι γυναίκες προς τους αλαζόνες, κι αυτούς που εκλιπαρούν τον οίκτο τους, χλευάζουν και σαρκάζουν. Ο άριστος ερωτικός είναι αυτός: που επιδέξια ξέρει υπερηφάνεια και αίσθημα θερμό να συνδυάζει πάντα. |
του ιδίου
|
Εἰμὶ μὲν οὐ φιλόοινος˙ ὅταν δ’ ἐθέλῃς μὲ μεθύσαι, πρῶτα οὐ γενόμενηπρόσφερε, καὶ δέχομαι. Εἰ γὰρ ἐπιψαύσεις τοῖς χείλεσιν, οὐκέτι νήφειν εὐμαρὲς οὐδὲ φυγεῖν τὸν γλυκὺν οἰνοχόου˙ πορθμεύει γὰρ ἔμοιγε κύλιξ παρὰ σοῦ τὸ φίλημα καί μοι ἀπαγγέλλει τὴν χάριν ἣν ἔλαβεν. |
Δεν είμαι φίλος του κρασιού. Μ’ αν θες να με μεθύσεις συ πρώτη ας το γευτείς, πριχού το κύπελλο μου δώσεις. Αν με τα χείλη σου ταγγίσεις, εύκολο πλέον για με δε θάναι την οινοχόη να αποφύγω την τερπνή˙ και μήτε νηφάλιος θα δυνηθώ ποτές εγώ να μείνω. Τα χείλη σου ο πορθμός είναι του φιλιού. Μου μεταφέρουν τη χάρη την ευφραντική που έχουν από σένα δρέψει. |
του ιδίου
|
Δισσῶν θηλυτέρων μοῦνός ποτε μέσσος ἐκείμην, τῆς μὲν ἐφιμείρων, τῇ δὲ χαριζόμενος. Εἷλκε δὲ μ’ ἡ φιλέουσα˙ πάλιν δ’ ἐγώ, οἷά τέ τις φώρ, χείλεϊ φειδομένῳ τὴν ἑτέρην ἐφίλουν, ζῆλον ὑποκλέπτων τῆς γείτονος, ἧς τὸν ἔλεγχον καὶ τὰς λυσιπόθους ἔτρεμον ἀγγελίας. Ὀχθήσας δ’ ἄρ’ ἔειπον˙ «Ἐμοὶ τάχα καὶ τὸ φιλεῖσθαι ὡς τὸ φιλεῖν χαλεπόν, δισσὰ κολαζομένῳ». |
Σε κάποιο δείπνο είχα βρεθεί αναμεσίς σε δυο γυναίκες˙ ερωτικό δεσμό είχα με τη μία, μ’ άρεσε κι η άλλη ωστόσο. Αυτή που μαγαπούσε μ’ έσερνε κοντά της˙ εγώ, σαν κλέφτης, όμως, την άλλη φίλαα μυστικά, εξάπτοντας το φθόνο της πρώτης (ο ερωτικός δεσμός μας μην λυθεί φοβόμουν!). Και τέλος κουρασμένος αναφώνησα: ή ναγαπάς ή ναγαπιέσαι είναι εξίσου οδυνηρό: Διπλής ποινής προμήνυμα είναι. |
ΠΑΥΛΟΥ
ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ (6ος
αι.)
|
Οὐ
τό ζῆν χαρίεσσαν ἔχει φύσιν,
ἀλλά τό ῥῖψαι φροντίδας
ἐκ στέρνων τάς
πολιοκροτάφους. πλοῦτον
ἔχειν ἐθέλω τό ἐπάρκιον˙
ἡ δ’ περισςή θυμόν
ἀεί κατέδει χρυσομανής
μελέτη. ἔνθεν
ἐν ἀνθρώποισιν ἀρείονα
πολλάκι δήεις καί
πενίην πλούτου καί βιότου
θάνατον. ταῦτα
σύ γινώσκων κραδίης ἴθυνε
κελεύθους εἰς
μίαν εἰσρόων ἐλπίδα, τήν
σοφίην. |
Η
ζωή δεν είναι πρόσχαρη και θελκτική.
Εκείνο που έχει
Είναι
φροντίδες αμέτρητες, που, με τον καιρό,
λευκαίνουν τους κροτάφους.
Πλούτο
ας έχω, όσο αρκεί. Η περισσή χρυσομανία
φθείρει
και τις δυνάμεις εξαντλεί του ανθρώπου.
Πλήθος
φορές ανθρώπους θα γνωρίσεις που
ενάρετοι είναι παρόλο το βάρος της
πενίας τους κι αλλού το θάνατο μες στη
χλιδή θα συναντήσεις.
Γνωρίζοντας
αυτά τους δρόμους ας ακολουθήσεις,
που
στην ελπίδα κατευθύνουν τη μοναδική, τη
σοφία. |
Του
ιδίου
|
Μήτε
βαθυκτεάνοιο τύχης κουφίζετο
ῥοίζῳ, μήτε
σέο γνάμψῃ φροντίς
ἐλευθερίην. πᾶς
γάρ ὑπ’ ἀσταθέεσσι βίος
πελεμίζεται αὔραις τῇ
καί τῇ θαμινῶς
ἀντιμεθελκόμενος. ἡ
δ’ ἀρετή σταθερόν τι καί
ἄτροπον, ἧς ἔπι μούνης κύματα
θαρσαλέως ποντοπόρει βιότου. |
Μην
παρασύρεσαι απ τις ευλογίες της τύχης,
και
το ελεύθερό σου φρόνημα οι φροντίδες ας
μην κάμπτουν.
Ο
βίος ασταθής είναι. Άστατες αύρες πνέουν
Κι
ένα ρεύμα ακατάστατο σε σέρνει εδώ κι
εκεί.
Σταθερή
και αμετάτρεπτη είναι η Αρετή˙ μόνο με
αυτήν
στο
πέλαγος της ζωής σου πλέε. |
του ιδίου
|
Μακρὰ φιλεῖ Γαλάτεια καὶ ἔμψοφα, μαλακὰ Δημώ, Δωρὶς ὁδακτάζει. τίς πλέον ἐξερέθει; οὔατα μή κρίνωση φιλήματα˙ γευσάμενοι δὲ τριχθαδίων στομάτων, ψῆφον ἐποισάμεθα. ἐπλάχθης, καρδίη˙ τὰ φιλήματα μαλθακὰ Δημοῦς ἔγνως καὶ δροσερῶν ἡδὴ μέλι στομάτων˙ μίμν’ ἐπὶ τοῖς˙ ἀδέκαστον ἔχει στέφος εἰδέ τις ἄλλη. τέρπεται, ἐν Δημοῦς ἡμέας οὐκ ἐρώσει.
|
Μεγάλα και ρουφηχτά τα φιλιά της Γαλάτειας, απαλά Της Δημώς, η Δωρίδα δαγκώνει. Ποια πιο πολύ διεγείρουν; Τ’ αυτια ας μη γίνουν κριτές των φιλιών˙ μα Τα τρία στόματα θα γευτώ και την ψήφο θα ρίξω. Έκανες λάθος καρδιά μου. Τ’ απαλά φιλιά της Δημώς Τάξερες από πριν και το μέλι των υγρών της χειλιών. Μείνε σ’αυτά, δίχως δίκη κερδίζει. Κι αν κάποιος μ’ άλλην ευχαριστιέται, απ’ τη Δημώ δε θα με ξεχωρίσει. |
του ιδίου
|
Μαζοὺς χερσὶν ἔχω, στόματι στόμα, καὶ περὶ δειρὴν ἄσχετα λυσσώων βόσκομαι ἀργυφέην, οὔπω δ’ Ἀφρογένειαν ὅλην ἕλον˙ ἀλλ’ ἔτι κάμνω, παρθένον ἀμφιέπων λέκτρον ἀναινομένην. ἥμισυ γὰρ Παφίῃ, τὸ δ’ ἄρ’ ἥμισυ δῶκεν Ἀθήνῃ˙ αὐτὰρ ἐγὼ μέσσος τήκομαι ἀμφοτέρων. |
Έχω στα χέρια τα βυζιά, το στόμα της στο στόμα και τον λευκό της το λαιμό με πόθο αβάσταγο τρυγώ, μα δεν την απόκτησα ακόμα. Γυροφέρνω ερωτολογώντας μια παρθένα που ακόμα μ’ αρνιέται την κλίνη της˙ τι τον μισό της εαυτό έδωσε στην Παφία, στην Αθηνά τον άλλον, κι εγώ λιώνω στη μέση. |
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ
ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ (6ος
αι.)
|
Ἠδέα
πάντα κέλεθα λάχεν βίος˙
ἀστεϊ μέσςῳ εὖχος,
ἑταιρεῖας, κρυπταὶ δόμοισιν
ἄχη˙ ἀγρὸς
τέρψιν ἄγει, κέρδος πλόος,
ἀλλοδαπὴ χθὼν γνώσιας˙
ἐκ δὲ γάμων οἶκος
ὁμοφρονέει, τοῖς
δ’ ἀγάμοις ἄφροντις ἀεὶ
βίος˙ ἕρκος ἐτύγχθυ πατρὶ
τέκος, φροῦδος τοῖς ἄγονοισι
φόβος˙ ἠνορέην
νεότης, πολιὴ φρένας οἶδεν
ὀπάσσαι. ἔνθεν
θάρσον ἔχων ζῶε, φύτευε
γένος. |
Ευχάριστος
κάθε δρόμος στη ζωή. Στην πόλη, δόξα και
φιλία. Τα σπίτια κρύβουν το άγχος.
Ο
αγρός τέρπει, η ναυσιπλοΐα κέρδη, ο ξένος τόπος γνώσεις
Ο
γάμος φέρνει ομόνοια,
οι
άγαμοι ζουν χωρίς φροντίδες, στήριγμα
είναι στον πατέρα
τα
παιδιά˙ οι άτεκνοι άφοβα ζουν.
Η
νεότητα άφοβη˙ τα γηρατιά σοφό σε
κάνουν
Έχοντας
θάρρος ζήσε, και διαιώνιζε το γένος. |
ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ (6ος αι.)
|
Ὡς εἶδον Μελίτην, ὦχρός μ’ ἕλε˙ καὶ γὰρ ἀκοίτῃ κείνη ἐφωμάρτει˙ τοῖα δ’ ἔλεξα τρέμων. «Τοῦ σοῦ ἀνακροῦσαι δύναμαι πυλεῶνος ὀχῆας, δικλίδος ἡμετέρης τὴν βάλανον χαλάσας, καὶ δισσῶν προθύρων πλαδαρὴν κρηπῖδα περῆσαι, ἄκρον ἐπιβλῆτος μεσσόθι πηξάμενος;» Ἡ δὲ λέγει γελάσασα καὶ ἀνέρα λοξὸν ἰδοῦσα˙ «Τῶν προθύρων, μή σε κύων ὀλέσῃ». |
Έγινα ωχρός ως είδα τη Μελίτη. Ο σύζυγός της τη συνόδευε. Τρέμοντας, σε μια στιγμή, της ψιθυρίζω: «Μπορώ τους δυο μοχλούς, τη θύρα σου που φράζουν, να αναμερίσω˙ επίσης τα λοιπά εμπόδια νανατρέψω και στην οπή της θύρας σου, με τέχνη, το κλειδί μου να βυθίσω, ώστε να εισχωρήσω στο υγρό το δάπεδο επιτέλους;» Γέλασε αυτή˙ λοξά τον άνδρα της κοιτώντας, μούπε: «Μακριά από τα παράθυρα. Θα σε καταβροχθίσει ο σκύλος!» |
ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ (6ος αι.)
|
Ψαῦε μελισταγέων στομάτων, δέπας˙ εὗρες, ἄμελγε˙ οὐ φθονέω, τὴν σὴν δ’ ἤθελον αἶσαν ἔχειν |
Στόματα, αν βρεις, μελισταγή, ευθύς να αρμέξεις σπεύσε. Δε σε φθονώ˙ την τύχη σου θα επιθυμούσα μόνο νάχω. |
ΜΑΚΕΔΟΝΙΟΥ
ΥΠΑΤΟΥ
(6ος
αι.)
|
«Αὔριον
ἀθρήσκω σε». Το δ’ οὔποτε
γίνεται ἡμῖν, ἠθάδος
ἀμφιβολίης αἰὲν
ἀεξομένης. Ταῦτά
μοι ἱμείροντι χαρίζεαι˙
ἄλλα δ’ ἐς ἄλλους δῶρα
φέρεις, ἐμέθεν πίστιν
ἀπειπαμένη. «ὅψομε
ἑσπερίη σε». τί δ’ ἕσπερός
ἐστι γυναικῶν; γῆρας
ἀμετρήτῳ πληθόμενων
ῥυτίδι. |
«Αύριο
θα σε δώ». Όμως αυτό δε γίνεται ποτέ,
και
πάντα με την ίδια αναβολή το μεταθέτεις.
Μ’
αυτόν τον τρόπο φέρεσαι σε μένα που σε
λαχταρώ.
Όμως
σε άλλους δίνεις άλλα δώρα σου
κι
αρνείσαι την πιστή μου αγάπη.
«Το
βράδυ θα σε δώ!» Μα ποιο είναι των
γυναικών το βράδυ;
Γεράματα
βαθιά κι αμέτρητο πλήθος ρυτίδων. |
Του
ιδίου
|
Κιχλίζεις,
χρεμέτισμα γάμου προκέλευθον
ἱεῖσα, ἥσυχά
μοι νεύεις˙ πάντα μάτην
ἐρέθεις. ὤμοσα
τὴν δυςέρωτα κόρην, τριςὶν
ὤμοσα πέτραις, μήποτε
μειλιχίοις ὄμμασιν είσιδέειν.
παῖζε
μόνη τὸ φίλημα˙ μάτην
πόππυζε σεαυτῇ χείλεσιν
γυμνοτάτοις, οὔ τινι
μισγομένοις. αὐτὰρ
ἐγὼν ἑτέρην ὁδὸν
ἔρχομαι˙ εἰσὶ γὰρ ἄλλαι κρέσσονες
εὐλέκτρον Κυπρίδος
ἐργάτιδες. |
Χαζογελάς
και χλιμιντρίζεις ερεθιστικά
με
πρόκληση ερωτική, μού κάνεις τρυφερά
νοήματα. Μα με όλα αυτά μάταια κοπιάζεις.
Εδωσα
όρκο σε τρεις πέτρες την κοπέλλα αυτήν
τη δύστροπη γλυκειά ματιά ποτέ να μη της
ρίξω.
Μόνη
σου παίζε, ότι δίνεις τάχατες φιλιά.
Μάταια ανοιγόκλεινε γυμνά τα χείλια που
δε σμίγουν με κανέναν.
Εγώ
θα πάρω άλλο δρόμο. Υπάρχουν κι άλλες πιο
καλές, πιστές στην Αφροδίτη και με ζήλο
για τον έρωτα εργάτριες. |
Του
ιδίου
|
Ἀστὸς
ἐμοὶ καὶ ξεῖνος ἀεὶ
φίλος˙ οὐ γὰρ ἐρευνᾶν «Τίς,
πόθεν ἠὲ τίνων», ἐσὶ
φιλοξενίης. |
Για
μένα κάθε συμπολίτης ή και ξένος είναι
φίλος πάντοτε.
«Ποιος
είσαι, τίνος κι από πού», ποτέ της δε ρωτά
η φιλοξενία. |
Του
ιδίου
|
Μνήμη
καὶ Λήθη, μέγα χαίρετον˙
ἡ μὲν ἐπ’ ἔργοις Μνήμη
τοῖς ἀγαθοῖς, ἡ δ’ ἐπὶ
λευγαλέοις. |
Μνήμη
και Λήθη να ‘σαστε καλά.
Η
μια που μου θυμίζει τα σπουδαία έργα
κι
η άλλη που με κάνει να ξεχνώ τα θλιβερά. |
Του
ιδίου
|
Γαῖα
καὶ Εἰλήθυια, σὺ μὲν
τέκες, ἡ δὲ καλύπτεις˙ χαίρετον˙
ἀμφοτέραις ἤνυσα τὸ
στάδιον. εἶμι
δὲ μή νοέων, πόθι νίσομαι˙
οὐδὲ γὰρ ὑμέας ἢ
τίνος ἢ τίς ἐὼν οἶδα
πόθεν μετέβην. |
Γαία
και Ειλήθυια, θεές της γέννησης και της
φθοράς,
Εσύ
με γέννησες κι εσύ με χώμα τώρα με
σκεπάζεις.
Σας
χαιρετώ. Τελείωσα το δρόμο και των δυο
σας.
Φεύγω,
κι όμως πού πάω δε γνωρίζω.
Δε
ξέρω ούτε και Εσάς ούτε ποιος είμαι,
τίνος είμαι κι από πού ήρθα. |
Του
ιδίου
|
Δίκτυον
ἀκρομόλυβδον Ἀμύντιχος
ἀμφὶ τριαίνῃ δῆσε
γέρων, ἁλίων παυςάμενος
καμάτων. ἐς
δὲ Ποσειδάωνα καὶ ἁλμυρὸν
οἶδμα θαλάσσης εἶπεν
ἀποσπένδων δάκρυον ἐκ
βλεφάρων˙ «Οἶσθα,
μάκαρ, κέκμηκα˙ κακοῦ δ’
ἐπὶ γήραος ἡμῖν ἄλλυτος
ἡβάσκει γυιοτάκης πενίῃ. Θρέψον
ἔτι σπαῖρον τὸ γερόντιον,
ἀλλ’ ἀπὸ γαίης, ὡς
ἐθέλεις μεδέων καὶ χθονὶ
καὶ πελάγει». |
Παύοντας
ο γερό-Αμύντιχος τους κόπους του στη
θάλασσα
Τύλιξε
στο καμάκι του το μολυβιασμένο δίχτυ του,
και χύνοντας πικρότατο δάκρι απ’ τα
βλέφαρα, είπε στον Ποσειδώνα:
«Μακάριε
θεέ, το ξέρεις, πως κουράστηκα και πάνω
στο κακό των γηρατειών αχώριστη η
φτώχεια έρχεται, που λειώνει το κορμί.
Κυρίαρχε
της θάλασσας και της στεριάς, θρέψε το
γεροντάκι το τρεμάμενο, λίγο ακόμη, αλλά
τώρα από τη γή, καθώς το επιθυμεί».
|
ΑΝΩΝΥΜΟΥ,
Εἰς τὴν
ὑψίστην θεόν,
7ος αι.
|
Χαῖρε
κόρη χαρίεσα, χαριτόκε, χάρμα
τοκήων, παρθέν’
ἐφημερίοις οὐρανίοις τε
φίλη. Χαῖρε
κόρη πάντων, μέγα χάρματι
χάρμα λαβοῦσα˙ χάρμα
μεγασθενέων χάρμα τ’
ἀφαυροτέρων. Χαῖρε
πόνων τε λύτειρα, δόμων
ῥύτειρα τ’ ἀνάκτων, μῆτερ
ἀπημοςύνης, μῆτερ
ἐλευθερίης. Χαῖρε
δόσις χθονὸς αἰὲν ἐοῦσα
καὶ ὀλβοδότειρα, κοίρανε
δ’ ἀτρεκίης, κοίρανε
χαρμοςύνης. Χαῖρε
βάσις μερόπων, βροτέης γενεῆς˙
ἀρετάων ἔγγονέ
τ’ ἀφθορίης, ἔγγονέ τ’
εὐγαμίης. Χαῖρε
δόσις σοφίης, χαρίτων,
μερόπων μέγα χάρμα, παρθένε
καλλιτόκε, μῆτερ ἀνανδροτάτη.
Χαῖρε
δὲ καὶ κλῖμαξ ποτὶ
οὐρανὸν ἀστερόεντα˙ εὐθυδρόμους
κατάγεις, εὐθυδρόμους δ’
ἀνάγεις. Χαῖρε
φάος μερόπων, πῦρ ἁγνόν,
δαίμοσι χαῖρε˙ ἐν
πυρὶ πῦρ ἐγένου, νῦν δὲ
φλεγεῖσα φλέγεις. Χαῖρε
δ’ ἀμικτοτάτῃ μίξει θεοῦ
αἰὲν ἐόντος, ἀνδρομέης
γενεῆς θεῖον ἔρεισμα φανέν. Χαῖρε
δ’ ἀγαλλομένη μὲν ἐν
Ἑλλάδι καὶ Σαλαμῖνι, μᾶλλον
ὅτ’ εἰς συνόδους ἔδραμες
ἠελίοιο, τηλαυγὲς
μερόπων οὐρανίων τε φάος..
|
Χαριτωμένη
κόρη, χαίρε, χαρά των γονιών που γεννάς
χάρη,
Παρθένα
αγαπημένη στους ουρανούς και στους
εφήμερους.
Χαίρε
κόρη που όλοι σε χαίρονται για τη χαρά
που τους έδωσες
χαρά
πολυδύναμη και χαρά δίχως δύναμη.
Χαίρε
που λύνεις τους πόνους, που σώζεις
σπίτια και βασιλιάδες,
μητέρα
της ασφάλειας, μητέρα της ελευθερίας.
Χαίρε
δώρο της γης, πάντα υπάρχουσα και που
χαρίζεις ευτυχία
Βασίλισσα
της δικαιοσύνης, βασίλισσα της ευτυχίας.
Χαίρε
η ρίζα των ανθρώπων, του γένους των
θνητών˙
Εγγονή
των αρετών και της αφθαρσίας, εγγονή της
ευγαμίας.
Χαίρε
δώρο της σοφίας, των χαρίτων, μεγάλη χαρά
των ανθρώπων
παρθένα
καλλιτόκε, μητέρα που δεν άγγιξε άνδρας.
Χαίρε
δώρο της γης, μεγάλη λησμονιά σ’ όλες
τις λύπες˙
μητέρα
της δικαιοσύνης, μητέρα της αθανασίας.
Χαίρε
η σκάλα προς τον αστροφώτιστο ουρανό˙
που
γοργά μας οδηγείς, γοργά μας φέρνεις
πίσω.
Χαίρε
φως των ανθρώπων, φωτιά που εξαγνίζει
τους δαίμονες χαίρε˙
Φτωχιά
γεννημένη στη φωτιά, τώρα φλέγεις, αφού
έγινες φλόγα.
Χαίρε
η ανέγγιχτη με το άγγιγμα του
προϋπάρχοντος θεού,
στήριγμα
θεϊκό που φάνηκες στο γένος των ανθρώπων.
Χαίρε
που αγάλλεσαι στην Ελλάδα και τη
Σαλαμίνα
όταν
έλαμπες μαζί με τον ήλιο.
Χαίρε
όχημα φωτεινό του ηλίου του μακροβόλου
μακρόλαμπο
φέγγος ανθρώπων και ουρανίων.. |
Από
την Εξαήμερον, του ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΠΙΣΙΔΗ (7ος αι.)
Στίχ.
6-17
Ἄφωνον
εἶχον ἐξ ἀνάγκης τὸ στόμα,
τῆς
τὸ λόγου σάλπιγγος
ἐμπεφραγμένης.
οὐδὲν
γὰρ οὕτως ὡς ἀθυμίας νέφος
χειμῶνα
γεννᾷ καὶ νοημάτων ζάλην,
καὶ
συσκιάζει τοῦ λόγου τὸν ἥλιον,
καὶ
νύκτα ποιεῖ γνωστικῆς
ἀβλεψίας,
καὶ
τοῦ λογισμοῦ συνθολοῖ τοὺς
ἀστέρας,
ἔσω
δὲ πᾶσιν τὴν ἀχλὺν τῶν
φροντίδων
καὶ
τὴν ὁμίχλην τῶν φρενῶν
ἐπιστρέφει,
καὶ
τῆς διόπτρας τὴν ὀπὴν
ἀντιστρέφει,
δι’
ἧς τὰ μικρὰ τοὺ λόγου
κινήματα
ὁ
νοῦς θεωρεῖ γνωστικῶν ἐξ
ὀργάνων.
Στίχ.
135-144
Στολίζεται
δὲ τὸν χιτῶνα τὸν μέγαν
τὸν
ἀέρα κλωσθέντα κερκίδη ξένη,
χυτὸν
διαυγῆ λεπτὸν ἠραιωμένον,
εἰς
πᾶσαν εἰσδύνοντα σωματουργίαν.
προέρχεται
δὲ νυμφικῶς ἐστεμμένος
λαβὼν
διαγεῖς μαργαρίτας ἀστέρας˙
ἔχει
δὲ πρὸς τὰ στέρνα λυχνίτην
ἕνα,
ὡς
πῦρ ἀποστίλβοντα πρὸς τὴν
ἡμέραν
ἄλλον
δὲ λευκόπυρσον ὡς πρὸς δὲ
τοὺς πόδας,
δεικνύντα
λευκὴν πανταχοῦ τὴν ἑσπέραν.
Στίχ.
150-153
ἐπ’
οὐδενὸς δὲ πήγματος
πεπηγμένος
τὸ
κοσμαγωγὸν ἀντερείδει κεντρίον,
συνδεῖ
δὲ τὴν ἄβυσσον ὡς ἐν
σπαργάνῳ,
κυκλοῖ
δὲ τὴν σύμπασαν ὡς ἐν
δικτύῳ..
Επίγραμμα
ΑΝΩΝΥΜΟΥ στην είσοδο
του Παλατιού του «Τρικλίνου», που χτίστηκε
επί Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β’ (8ος
αι.):
|
Φαιδρὸν
Ἰουστινιανὸς ἄναξ ἐμὲ
χῶρον ἐγείρει ἠελίῳ
παρέχων θάμβος ἀνερχομένῳ.
Οὔποτε
γὰρ τοιοῦτον ἐπὶ χθονὸς
ἔδρακε κάλλος ὑψόθεν
οὐρανίην οἶμον ἀπερχόμενο.
|
ΣΥΝΕΧΙΣΕ στο επόμενο μέρος (Λόγια ποιήματα, 9ος-15ος αι.)