ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, 330-1453 μ.Χ. 

 ποιήματα και επιγράμματα από τον καιρό της Ρωμανίας

 

Λόγια ποιήματα για ιστορικά γεγονότα.

 

Ψηφιδωτό από το Ιερό Παλάτι, Κωνσταντινούπολη.

 

 

 

free hit counter html

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, επιτύμβιο επίγραμμα στον τάφο του Ιουλιανού

Ἰουλιανὸς μετὰ Τίγρην ἀγάρροον ἐνθάδε κεῖται,

ἀμφότερον βασιλεύς τ’ ἀγαθὸς κρατερός τ’ αἰχμητής.

Ενθάδε κείται ο Ιουλιανός, μετά το πέρασμα του ορμητικού Τίγρη,

βασιλιάς αγαθός, γενναίος και πολεμικός.

   

 

 

 

Του ΠΑΛΛΑΔΑ, για τον φιλόσοφο Γέσσιο που προσπάθησε με συνωμοσία να αρπάξει τη βασιλεία από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα, αλλά έγινε αντιληπτός και εκτελέστηκε.

Οἱ δύο Κάλχαντες τὸν Γέσσιον ὤλεσαν ὅρκοις,

τῶν μεγάλων ὑπάτων θῶκον ὑποσχόμενοι.

  γένος ἀνθρώπων ἀνεμώλιον, αὐτοχόλωτον,

μέχρι τέλους βιότου μηδὲν επιστάμενον.

Οι δυο προφήτες κατέστρεψαν τον Γέσσιο με όρκους,

αφού του υποσχέθηκαν τα ανώτατα αξιώματα.

Ω άστατο ανθρώπινο γένος, που πολεμάς τον εαυτό σου,

ώς το τέλος της ζωής σου δε θα βάλεις μυαλό.

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ

Επίγραμμα για την καταστροφή των Φράγγων από τον Ναρσή σε μάχη στην Ιταλία (παρατίθεται στον Αγαθία)

 

Ῥεῖθρα Κασουλίνου ποταμοῦ βεβαρημένα νεκροῖς

Δέξατο Τυρσηνῆς ἠϊόνος κροκάλη,

Ἡνίκα Φραγγικὰ φῦλα κατέκτανεν Αὐσονὶς αἰχμή,

Ὁππόσα δειλαίῳ πείθετο Βουτιλίνῳ.

Ὄλβιον ἆ τόδε χεῦμα, καὶ ἔσσεται ἀντὶ τροπαίου

Αἵματι βαρβαρικῷ δηρὸν ἐρευθόμενον.

Τα νερά του ποταμού Κασουλίνου φορτωμένα με νεκρούς

Τα δέχθηκαν τα βότσαλα της τυρηννικής θάλασσας,

Όταν το δόρυ των Ρωμαίων σφαγίασε τα Φραγγικά φύλα,

Που ακολουθούσαν τον ταλαίπωρο Βουτιλίνο.

Ευλογημένο ετούτο το ρεύμα και μένει σαν τρόπαιο

Κυλώντας για πολύν καιρό βαμμένο κόκκινο από αίμα βαρβάρων.

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ

Εις τας Αθήνας και την Κωνσταντινούπολιν

 

ἐρεχθέως ἀνῆκεν γῆ τὴν πόλιν,

ἀλλ οὐρανὸς καθῆκε ῾Ρώμην τὴν νέαν˙

κρεῖττον τὸ κάλλος αὐτῆς, ὅσον λαμπρὸς πόλος

 

 

 

τοῦ ΤΖΕΤΖΗ, ἀπὸ τὶς Χιλιάδες (III, 335)

 

Οὗτος ὁ Βελιςάριος ὁ στρατηγὸς ὁ μέγας,

Ἰουστινιάνειος ὢν ἐν χρόνοις στρατηλάτης,

πρὸς πᾶσαν τετραμέρειαν γῆς ἐφαπλώσας νίκας,

ὕστερον φθόνῳ τυφλωθείς, ὢ τύχης τῆς ἀστάτου.

ἔκπωμα ξύλινον κρατῶν ἐβόᾳ τῷ Μιλίῳ:

Βελισαρίῳ ὀβολὸν δότε τῷ στρατηλάτῃ,

ὃν τύχη μὲν ἐδόξασεν, ἀποτυφλοῖ δ’ ὁ φθόνος.

ἄλλοι φαςὶ τῶν χρονικῶν μὴ τυφλωθῆναι τοῦτον.

ἐξ ἐπιτίμων δ’ ἄτιμον ἐσχάτως γεγονέναι,

καὶ πάλιν εἰς ἀνάκλησιν δόξης ἐλθεῖν προτέρας.

 

 

 

 

Ο στρατιωτικός Φωκάς που καθαίρεσε τον Μαυρίκιο, με τη βοήθεια στρατού και του λαού, ήταν αγριάνθρωπος και αμέσως άρχισε τις βιαιότητες. Όχι μόνο θανάτωσε τον Μαυρίκιο, όχι μόνο θανάτωσε την γυναίκα του, η οποία ήταν κόρη του αυτοκράτορα Τιβέριου, αλλά και τα παιδιά τους. Το παρακάτω συγκινητικό επίγραμμα είναι το επιτύμβιο επίγραμμα στον οικογενειακό τάφο της γυναίκας του Μαυρίκιου και των παιδιών τους.

                         Ἥδ’ ἐγὼ τριτάλαινα καὶ ἀμφοτέρων βασιλείων

Τιβερίου θυγάτηρ, Μαυρικίου τε δάμαρ,

ἡ πολύπαις βαςίλεια, καὶ ἡ δείξασ’ ἀλοχείην

ὡς ἀγαθὸν τελέθει, καὶ πολυκοιρανίην,

κεῖμαι σὺν τεκέεσσι καὶ ἡμετέρῳ παρακάτῃ,

δήμου ἀτασθαλίῃ καὶ μανίῃ στρατιῆς.

Τῆς Ἐκάβης ἔτλην πολὺ χείρονα, τῆς Ἰοκάστης,

ναὶ καὶ τῆς Νιόβης˙ ἔμπνοος εἰμὶ νέκυς˙

εἰ καὶ τὸν γενέταν, τί μάτην τὰ νεογνὰ δ’ ἔκτειναν,

ἀνθώπων κακίης μηδὲν ἐπιστάμενα;

Ἡμετέροις πετάλοισι, κατάσκιος οὐκέτι Ρώμη,

                                ρίζα γὰρ ἐκλάσθη θρηϊκίοις ἀνέμοις.

 

 

 

Από την «Ηρακλειάδα» του ΠΙΣΙΔΗ (7ος αι.) με θέμα τις νίκες του Ηρακλείου κατά Περσών.

Ποῦ νῦν Ἀπελλῆς, ποῦ λαλῶν Δημοσθένης,

ὅπως ὁ μὲν σωματώσας τοὺς πόνους,

ὁ δ’ αὖ τὰ νεῦρα τῶν λογισμῶν ἁρμόσας

ἔμπνουν ἀναστήσωσι τὴν σὴν εἰκόνα;

..........................................................

Πλούταρχε σίγα τοὺς παραλλήλους γράφων.

τί πολλὰ κάμνεις˙ καὶ στρατηγοὺς συλλέγεις;

τὸν δεσπότην ἔκφραζε καὶ γράφεις ὅλους.

 

ΤΟΝ ΔΕΣΠΟΤΗΝ = τον Ηράκλειο

Διάβασε ολόκληρη την Ηρακλειάδα

 

 

 

Του ιδίου, για την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους  Αβάρους, επί Ηρακλείου.

 

Σθλάβος γὰρ Οὕννῳ καὶ Σκύθης τῷ Βουλγάρῳ

αὖθις τε Μῆδος συμφρονήσας τῷ Σκύθῃ.

μίαν καθ’ ἡμῶν ἀνεκίνησαν μάχην.

 

 

 

 

Του ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Πατριάρχη Ιεροσολύμων, για την άλωση της πόλης από τους Πέρσες (7ος αι.).

 

Ἁγία πόλις θεοῖο,

ἁγίων ἕδος κράτιστον,

Ἱερουσαλὴμ κρατίστη,

τίνα σοι γόον προσείπω;

 

 

 

Από το «Άσμα του Αρμούρη», που αναφέρεται στην άλωση της πόλης του Αμόριου από τους Άραβες, τον 8ο αι.

  

Στίχ. 71-90

Στριγγιὰν φωνὴν ἐλάλησεν, ὅσον καὶ ἂν ἐδύνετον:

«Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλιὰ μαγαρισμένα,

λουρικωθῆτε γλήγορα,

εἰς ἀπιστίαν μὴ τό ‘χετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης

ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρεύστης, ὁ ἀνδρειωμένος»

Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,

ὅσ’ ἄστρη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,

οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.

Ἔστρωσαν καὶ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.

Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.

Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπὸ ἀργυρὸν φηκάριν,

εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ δέχθη.

Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:

«Ἀπὸ τὸ γένος διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω».

Καὶ συγκροτάει πόλεμου κοντά, ἀνδρειωμένα,

τὲς ἄκρες, ἄκρες ἔκοπτε, ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.

Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,

ὅλη μέρα τοὺς ἔκοπτε τὴν ἀνωποταμία,

καὶ ὅλη νύκτα τοὺς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.

Ἔθεσε καὶ ἀποθέσεν τους, κανέναν δὲν ἀφῆκε.

 

Στίχ. 176-183

«Εἰπέτε τὸ αὐθέντη ου καὶ τὸν γλυκύν μου κύρην,

ἕως οὗ βλέπω τὰ ὁσπίτια μου διπλομανταλωμένα,

ἕως οὗ βλέπω τὴν μάνναν μου τὰ μαῦρα φορεσμένην,

καὶ ἐβλέπω καὶ τὰ ἀδέλφια μου τὰ μαῦρα φορεμένα,

ὅπου καὶ ἂν εὕρω Σαρακηνὸν τὸ αἷμα του νὰ πίνω.

Καὶ ἄν με παραμανιώσουσιν, εἰς τὴν Συρίαν νὰ πέσω,

τὰ στενορύμια τῆς Συρίας κεφάλια νὰ γεμίσω,

τὰ ξερορυάκια τῆς Συρίας αἷμα νὰ τὰ γεμίσω».

 

Διάβασε ολόκληρο το Άσμα του Αρμούρη.

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, μετά από απόκρουση βαρβαρικής πολιορκίας.  

 

Κτίστας θεωρεῖς τοῦ πανενδόξου δόμου,

ἐκεῖθε ἔνθεν μάρτυρος Δημητρίου,

τοῦ βαρβάρων κλύδωνα, βαρβάρων στόλον

μετατρέποντος, καὶ πόλιν λυτρουμένον.

 

 

 

Του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Γ’, που χαράχτηκαν στη θέση της εικόνας του Χριστού πάνω από τη Χαλκή πύλη των ανακτόρων

 

Ἄφωνον εἴδος καὶ πνοῆς ἐξηρμένον,

Χριστὸν γράφεσθαι μὴ φέρων ὁ δεσπότης

ὕλῃ γεηρᾷ, ταῖς γραφαῖς πατουμένῃ,

Λέων σὺν υἱῷ τῷ νέῳ Κωνσταντίνῳ

Σταυροῦ χαράττει τὸν τρισόλβιον τύπον,

καύχημα πιστῶν, ἐν πύλαις ἀνακτόρων.

 

 

 

Του ΜΕΘΟΔΙΟΥ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (843-847) στην δεύτερη αναστήλωση της εικόνας του Χριστού στην πύλη της Χαλκής, μετά το τέλος της Εικονομαχίας:

 

Εἰς πᾶσαν εὐόδωσιν ἀνθρώπων γένους

εἰς πτῶσιν ἐχθρῶν, δυσμενῶν καὶ βαρβάρων.

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, για το τέλος της εικονομαχίας, στην Αγία Σοφία:

 

Ἅς οἱ πλάνοι καθεῖλον ἐνθάδ’ εἰκόνας,

ἄνακτες ἐστήλωσαν εὐσεβεῖς πάλιν.

 

 

 

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Β’, όταν έμαθε ότι η Σικελία στασίασε, επειδή του άρεσε να αστειεύεται με τις δύσκολες καταστάσεις, κάλεσε τον πρωθυπουργό του και του είπε: «Σε συγχαίρω, μάγιστρε, που στασίασε η Σικελία». Αυτός έμεινε για λίγο άφωνος, μη μπορώντας να απαντήσει. Του είπε μετά «αυτό δεν είναι αιτία για χαρά, δέσποτα», και φεύγοντας, είπε στους παρευρισκόμενους:

Ἀρχὴ κακῶν γε πεσεῖται τῇ χθονὶ

ὅταν κατάρξῃ τῆς Βαβυλῶνος δράκων

δύσγλωσσος ἄρδην καὶ φιλόχρυσος λίαν.

Η αρχή των δυστυχιών θα πέσει στη γή

Όταν βασιλεύσει ο δράκων της Βαβυλώνας

Που αγαπάει το χρυσάφι πολύ και δυσκολεύεται να μιλήσει.

 

 

 

Του ΜΑΝΑΣΣΗ (11ος αι.) για την στέψη του βασιλιά των Φράγκων Καρόλου από τον Πάπα το έτος 800 ως «αυτοκράτορα των Ρωμαίων»

Ἐντεῦθεα ἀμοιβόμενος τὸν Κάρουλον ὁ Λέων

ἀναγορεύει κράτορα τῆς παλαιτέρας ῾Ρώμης

καὶ στέφος περιτίθησιν ὡς οἱ ῾Ρωμαίων νόμοι.

Οὐ μὴν ἀλλὰ χρηςάμενος καὶ νόμοις Ἰουδαίων,

ἐκ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν ἐλαίῳ τοῦτον χρίει,

οὐκ οἶδα τίσι λογισμοῖς ἢ ποίαις ἐπινοίαις.

Οὕτως ὁ πρώην σύνδεσμος τῶν πόλεων ἐρράγη˙

οὕτω μητρὸς καὶ θυγατρὸς μέσον ἐπέστη σπάθη

διχάζουσα καὶ τέμνουσα μετὰ θυμοῦ ῥομφαίας

νεᾶνιν τὴν εὐπρόσωπον, τὴν νεωτέραν ῾Ρώμην,

ἐκ τῆς ῥυσςῆς καὶ παλαιᾶς καὶ τριπεμπέλου ῾Ρώμης.

Τότε ανταποδίδοντας ο Λέων αναγορεύει

Τον Κάρολο αυτοκράτορα της παλαιάς Ρώμης

Και τον έστεψε όπως ορίζουν οι νόμοι των Ρωμαίων.

Χρησιμοποίησε όμως και ιουδαϊκούς νόμους,

Και των χρίει με λάδι από το κεφάλι ώς τα πόδια,

Δεν ξέρω με ποιες σκέψεις και ποιους σκοπούς.

Έτσι ο πρώην δεσμός των πόλεων έσπασε˙

έτσι ανάμεσα σε μάνα και κόρη μπήκε σπαθί

που διαιρούσε κι έκοβε με μανία ρομφαίας

την όμορφη νεαρή, την νεώτερη Ρώμη

από την ζαρωμένη και παιδαριώδη Ρώμη.

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, στον Νικηφόρο Φωκά (10ο αι.)

 

Ὁ ταῖς νίκαις στεφθεὶς

τῆς νίκης ὡς ἐπώνυμος

βαρβάρων ὀφρὺν

καὶ θράσος ἐταπείνωσας˙

τροπαιοῦχος ἄριστος

κατ’ ἐχθρῶν ἐχρηματίσας, θεσπέσιε˙

διὰ τοῦτο σὲ πίστει αἰτούμεθα

μὴ παύσει πρεσβεύων

ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, στίχοι στον τάφο του Αυτοκράτορα Βασίλειου Β’ Βουλγαροκτόνου.

 

Ἄλλῃ μὲν ἄλλοι τῶν πάλαι βασιλέων

αὑτοῖς προαφώρισαν εἰς ταφὴν τόπους˙

ἐγὼ δὲ Βαςίλειος, πορφύρας γόνος

ἵστιμι τύμβον ἐν τόπῳ γῆς Ἑβδόμου,

καὶ σαββατίζω τῶν ἀμετρήτων πόνων,

οὒς ἐν μάχαις ἔστεργον, οὒς ἐκαρτέρουν˙

οὐ γὰρ τις οἶδεν οὐρανῶν κέκληκέ με

αὐτοκράτορα γῆς, μέγαν βασιλέα,

ἀλλ’ ἀγρυπνῶν ἅπασα τῆς ζωῆς χρόνον

Ρώμης τὰ τέκνα τῆς νέας ἐρρυόμην,

ὁτὲ στρατείων ἀνδρικῶς πρὸς Ἑσπέραν

ὁτὲ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὅρους τοὺς τῆς Ἕω.

Καὶ μαρτυροῦσι τοῦτο Πέρσαι καὶ Σκύθαι,

σὺν οἷς Ἀβασγοί, Ἰσμαήλ, Ἄραψ, Ἴβηρ.

Καὶ νῦν ὁρῶν, ἄνθρωπε, τόνδε τὸν τάφον

εὐχαῖς ἀμείβου τὰς ἐμὰς στρατηγείας.

   

 

 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ, Πατρικίου (11ος αι.), στον στρατηγό Μανιάκη, που συνέτριψε τους Αγαρηνούς στη Σικελία.

 

Μανιάκης λαλέω ἀπὸ τύμβου ἀνδράσι πᾶσιν˙

οὐ λίπον ἠνορέην ἐπὶ γῆς, ἀλλ’ ὑπὸ γαῖαν

οἰχόμενος κατέχωσα, ἐμοὶ δ’ ἅμα συγκατέθαψα.

 

 

 

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΥ, στον στρατηγό Ανδρόνικο Κοντοστέφανο, νικητή των Ούγγρων (12ος αι.)

 

Κοντοστέφανον εὐγενοῦς ρίζης κλάδον,

τὸν Ἀνδρόνικον οἶδας, οὗ μέγα κλέος,

οὗ νοῦς σταθερός, οὗ βαθύγνωμοι φρένες

καὶ χεὶρ σθεναρὰ καὶ σθεναρὸς βραχίων.

 

 

 

 

Του ΝΙΚΗΤΑ ΧΩΝΙΑΤΗ, για την Άλωση της Πόλης από τους Δυτικούς το 1204 (απόσπασμα)

Ὦ πόλις, πόλις πόλεων,

πασῶν ὀφθαλμέ,

ἄκουσμα παγκόσμιον,

                                                    θέαμα ὑπερκόσμιον..

 

Θέα της Κωνσταντινούπολης από την ασιατική όχθη. Ξεχωρίζει ο τρούλος της Αγίας Σοφίας.

 

 

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ Α΄ ΛΑΣΚΑΡΙ, πρώτου αυτοκράτορα της Νίκαιας (1204) μόλις στέφθηκε εκεί, μετά την Άλωση της Πόλης˙ ο λόγος αυτός σηματοδοτεί την εμφάνιση της λεγόμενης «Μεγάλης Ιδέας»:

Καὶ τῶν πατρίδων αὖθις λαβώμεθα

ὧν ἁμαρτόντες ἀποστερήθημεν.

αὗται δέ εἰσι τὸ ἀρχαῖον καὶ πρῶτον

ἡμῶν ἐνδιαίτημα,

ὁ παράδεισος καὶ ἡ πρὸς Ἑλλησπόντῳ

 πόλις τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων, 

ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ ἡμῶν,

τὸ εὔρριζον ἀγαλλίαμα πάσης τῆς γῆς, 

ἡ παρὰ πᾶσιν ἐθνέσι περιμάχητος τε καὶ περιώνυμος. 

καὶ γένοιτο, Χριστὲ βασιλεῦ.

 

 

 

 

 

Από την Διήγησιν ωραιοτάτη του θαυμαστού εκείνου του λεγομένου Βελισσαρίου

Στίχ. 549-556

Τὸ γένος τῶν Ἀγαρηνῶν τὸν κόσμον θέλει φάγει,

Ρωμαιοὺς καὶ Σέρβους, Βλάχους τε, Οὕγγρους δὲ καὶ Λατίνους.

Μοναύθεντον καὶ ὁρμητικὸν Ἀγαρηνῶν τὸ γένος,

ἕναν Θεὸν λατρεύουσιν κ’ ἕναν αὐθέντην τρέμουν,

σπουδήν, ὁμόνοιαν θαυμαστὴν ἔχουν ‘ς τὸν σὸν δεσπόζων˙

ποτὲ ὁμόνοιαν οἱ Ρωμαιοί, ποτὲ μοναυθεντίαν,

ποτὲ καλῶν ἀνάκλησιν δὲν ἠμποροῦν νὰ δοῦσιν.

Ο Βελισάριος (αριστερά του Ιουστινιανού)

 

 

ΣΥΝΕΧΙΣΕ (Δημώδη άσματα)

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1