
ΕΔΙΖΗΣΑΜΗΝ ΕΜΕΩΥΤΟΝ
ΑΓΑΠΗ
αγάπη και αποδοχή.
Δύσκολο νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἂν ἀγαπᾶμε κάποιον, τὸν ἀποδεχόμαστε ὅπως εἶναι. Γιατὶ ἂν ἀγαπᾶμε κάτι, ἐπιδιώκουμε νὰ τὸ καλλιτερεύσουμε, προφανῶς μὲ βάση τὰ δικά μας κριτήρια τοῦ Καλοῦ κι ὄχι μὲ κριτήρια ποὺ κρίνουμε λιγότερο καλὰ ἢ βλαβερά. Κι ἔτσι ἀναγκαστικὰ δὲν τὸν ἀποδεχόμαστε ὅπως εἶναι, ἀλλὰ ἁπλῶς εἴμαστε σχετικὰ ἀνεκτικοὶ μαζί του. Κι ἐδῶ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει τὸ στοιχεῖο τοῦ ἐξουσιασμοῦ σὲ μία σχέση ἀγάπης. Ἂν ἀγαπᾶμε κάποιον, δὲν τὸν ἀφήνουμε ἐλεύθερο νὰ "αὐτοκαταστρέφεται". Συνήθως ἀρχικὰ μόνο ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου εἶναι δυνατή. Σταδιακὰ ὅμως, ὅσο περισσότερο ὁ ἕνας ἀποκτᾶ δικαιώματα καὶ "ριζώνει" στὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου, ἀρχίζει νὰ ἐπεμβαίνει, νὰ συμβουλεύει, νὰ τὸν ἐνθαρρύνει στὸ τάδε, νὰ τὸν ἀποθαρρύνει ἀπὸ τὸ δεῖνα πρᾶγμα κ.λπ., δηλαδὴ νὰ ἐπιδιώκει τὴ συμμόρφωση τοῦ ἄλλου μὲ τὸ "σωστό". Μόνο ἔτσι γίνεται, ἐκτὸς πιὰ κι ἂν ἔχει βρεῖ τὸν πνευματικὰ δίδυμό του ἄνθρωπο, ὁπότε δὲν θέλει νὰ ἀλλάξει τίποτε πάνω καὶ μέσα του. Πολλὲς φιλίες καὶ ἀγάπες χάλασαν ἐπειδὴ τὰ πρέπει καὶ τὰ μὴ ἐκδηλώθηκαν ἀρκετὰ νωρίς, δηλαδὴ ἐπειδὴ δὲν εἶχε "ριζώσει" ὁ συμβουλάτορας πολὺ στὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου. Τὸ νωρὶς ἀσφαλῶς εἶναι ὑποκειμενικὸ καὶ σχετικό, ὡστόσο ὑπάρχει ἕνα χρονικὸ ὅριο. (14/6/2007)
αγάπη ως φάρμακο;
Πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι στην άποψη ότι το να μη μας αγαπάν οδηγεί στην κατάθλιψη και στην καταστροφή κι άρα είναι η χειρότερη συμφορά. Αυτή η άποψη ισχύει μόνο για παιδιά, γιατί αυτά πράγματι έχουν ανάγκη από φροντίδα και ενδιαφέρον, όπως τα φυτά από πότισμα. Μετά την ενηλικίωση όμως δεν είναι απαραίτητο να σε αγαπάνε κάποιοι, ώστε να μη δυστυχείς. Γιατί η απουσία νοήματος και η ανία δεν προέρχονται από το γεγονός ότι δε μας αγαπάει κανείς, αλλά από το ότι δεν υπάρχει κάτι να αγαπήσουμε εμείς. Από την άλλη πλευρά, μεταξύ του να μας αγαπάνε κάποιοι και του να αγαπάμε εμείς κάτι ή κάποιους υπάρχει μεγάλη διασύνδεση. Γιατί, αν επιλέξουμε να αγαπήσουμε κάτι ή κάποιον, τότε θα συμβούν τα ακόλουθα πράγματα: θα μας αγαπήσει (πιθανότητα) κι ο αγαπητός μας, θα μας αγαπήσουν αυτοί που αγαπάν ό,τι αγαπάμε κι εμείς ή, θα μισήσουμε όσους μισούν αυτό που αγαπάμε κι επομένως θα μας αγαπήσουν όσοι επίσης μισούν όσους μισούν ό,τι αγαπάμε. Με άλλα λόγια, από πλευράς δυστυχίας και αυτοσυντήρησης, είναι δυσχερέστερο το να μην βρίσκουμε τίποτε αξιαγάπητο στον κόσμο από το να μην μας αγαπάει κανείς. Αντίθετα, αγαπώντας κάτι αφενός ξεχνιόμαστε αφοσιωμένοι σ' αυτό, αφετέρου γινόμενοι αγαπητοί σε όσους αγαπάν το ίδιο πράγμα - αν αυτοί μπορούν να το αγαπήσουν δίχως να μας το πάρουν. (21/6/2007)
αγάπη και ιδιοτέλεια.
Συνηθισμένη είναι η άποψη πως όταν κάνεις το καλό λόγω αγάπης, η αγάπη σου αυτή εκπορεύεται από εγωιστικά συναισθήματα: θες να νοιώσεις καλά και ωραία. Η άποψη αυτή είναι εν μέρει λάθος γιατί δε λαμβάνει υπόψη πως τὴ στιγμὴ ποὺ βοηθᾶς δὲν σκέφτεσαι τὸν ἑαυτό σου. Σκέφτεσαι μόνο τὸν βοηθούμενο, τὸ πῶς θὰ τὸν βοηθήσεις, οὔτε τὸ πιθανὸ ὑλικό σου συμφέρον, οὔτε τὸ πιθανὸ συναισθηματικό σου ὤφελος, τὴν εὐγνωμοσύνη τοῦ βοηθούμενου, ἢ τὸν ἔπαινο ὅσων σὲ βλέπουν ποὺ βοηθᾶς κάποιον. Γιατί εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι ὁ μὲν βοηθούμενος ἀχάριστος καὶ ὅσοι σὲ βλέπουν ποὺ βοηθᾷς ἀδιάφοροι. Τὸ ρίσκο εἶναι εἰς βάρος σου. Τὴ στιγμὴ ποὺ βοηθᾶς δὲ γνωρίζεις ἂν ἡ ἀνιδιοτελὴς προσφορά σου θὰ «πιάσει τόπο» π.χ. ἂν μπορέσεις νὰ τὸν βοηθήσεις ἀποτελεσματικὰ ἢ ἂν θὰ σοῦ εἶναι εὐγνώμων. Συνεπῶς, δὲν γνωρίζεις ἂν στὸ τέλος θὰ πεῖς «ὡραία ποὺ τὸν βοήθησα, χαίρομαι», ἢ «ἀνάθεμα τὴν ὥρα ποὺ σταπάλησα τὸν καιρό μου βοηθῶντας τον, λυπᾶμαι.» Ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση ποὺ λές «μπράβο ἑαυτέ μου», δίχως κανένα ἄλλο ἀντάλλαγμα, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κίνητρο ποὺ σὲ ὠθεῖ κάθε φορὰ νὰ χαλᾶς τὴ ζαχαρένια σου. Οὔτε συνειδητὰ οὔτε ἀσυνείδητα. Δὲν εἶναι ἀρκετὸ κίνητρο. Ἂν ἤδη ἔχεις τὴν εὐτυχία σου, ἄνετα ἀδιαφορεῖς καὶ δὲ θὲς νὰ μπεῖς σὲ μπελὰ ἁπλὰ καὶ μὸνο «γιὰ νὰ νοιώσεις ὡραία καὶ καλλίτερα». Μπορεῖς ἄνετα νὰ γυρίσεις ἀλλοῦ τὸ κεφάλι σου, καὶ ὄντας ἤδη βολεμένος, νὰ περνᾶς καλά. Ἂν πάλι ἔχεις τὴ δυστυχία σου καὶ τὸν πὸνο σου τότε δὲν θὰ μπεῖς σὲ παραπάνω μπελά γιὰ νὰ κερδίσεις τὸ ὀλιγόλεπτο «νοιώθω καλλίτερα». Οὔτε ἡ ἰδέα πὼς τὸ κάνεις λόγῳ κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρὸ κίνητρο: ἀπὸ πρὶν γνωρίζεις πὼς μπορεῖ ἐσὺ νὰ βοηθᾶς, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸν ὅταν ἐσὺ χρειαστεῖς βοήθεια οἱ ἄλλοι νὰ ἀδιαφορήσουν καὶ νὰ δείξουν κακία. Ὅταν ἐσὺ περνᾶς καλὰ ἢ δὲν ἀντιμετωπίζεις πρόβλημα, τὸ νὰ δώσεις τὸ χέρι σου, νὰ κατέβεις στὴ δυστυχία τοῦ ἄλλου, τὸ νὰ τὸν ἀνυψώσεις βοηθῶντας τον, καὶ μάλιστα νὰ τὰ κάνεις ὅλα αὐτὰ στὸν πρῶτο τυχόντα ποὺ δὲ θὰ ξανασυναντήσεις, ἢ σὲ κάποιον ποὺ σοῦ φαίνεται ὁ πιὸ βλάκας ἢ πιὸ σιχαμερὸς ἄνθρωπος δὲν γίνεται γιὰ νὰ «νοιώσεις καλὰ», γιατὶ ἂν εἶσαι «ἐγωιστικὰ καλός», τότε θὰ ἐπέλεγες προσεκτικὰ τὸ ποιὸν θὰ βοηθᾶς ὥστε νὰ χρησιμοποιεῖς σωστὰ τὴν «καλοσύνη σου» καὶ νὰ μὴν πάει χαμένη ἡ προσπάθειά σου, βοηθῶντας τὸν πρῶτο τυχαῖο.
Από την άλλη υπάρχει ένας παράδοξος συνδυασμός ιδιοτέλειας και ανιδιοτέλειας:
είμαστε ανιδιοτελείς προς αυτούς που θεωρούμε «δικούς μας» και ιδιοτελείς προς
τους μη δικούς μας. Το ποιοι θεωρούνται κάθε φορά από τον καθένα «δικοί του»
διαφέρει. Έτσι, μπορεί κάποιος να αυτοθυσιάζεται μόνο για τους φίλους του ή μόνο
για τους συμπατριώτες του ή μόνο για τους ομόθρησκούς του, γιατί τους θεωρεί
«δικούς του». Αλλά κι ο άλλος που αυτοθυσιάζεται για τον οποιονδήποτε άνθρωπο,
έστω και τον εχθρό του, μπορεί να τον θεωρεί – τον οποιονδήποτε άνθρωπο – «δικό
του» κι επομένως η ανιδιοτέλεια στην πραγματικότητα, δηλαδή σε μια ευρύτερη
οπτική, δεν είναι ανιδιοτέλεια αλλά ιδιοτέλεια: αγάπη για τους «δικούς μας». Η
ανιδιοτέλεια εντός της κοινωνίας μας (το ότι θυσιαζόμαστε πρόθυμα για τα μέλη
της κοινωνίας μας, ακόμη κι αν δεν τα ξέρουμε) είναι ιδιοτέλεια εκτός αυτής (δεν
θυσιαζόμαστε πρόθυμα για τα εκτός αυτής άτομα)· παρομοίως η ανιδιοτέλεια υπέρ
της ανθρωπότητας είναι ιδιοτέλεια για τα εκτός της ανθρωπότητας όντα, δηλαδή για
χάρη των ανθρώπων προθυμοποιούμαστε να καταστρέψουμε οτιδήποτε άλλο εκτός από
ανθρώπους ή ακόμη και να θυσιαστούμε γι’ αυτούς.
«Αν
δεχτούμε έναν ορθολογισμό της ταυτότητας ίσως ξεφεύγουμε από τον φαύλο κύκλο
εγωισμού-αλτρουϊσμού: μπορώ να συνδέσω την ταυτότητά μου με την διάπραξη
αλτρουϊστικών πράξεων. Η ταυτότητα βρίσκεται καθ’ εαυτή πάνω από το εννοιολογικό
ζεύγος. Ήτοι μπορεί να είναι εγωιστική ή αλτρουϊστική. Αλλά και στη
δεύτερη περίπτωση υπάρχει ένα εγώ προκειμένου να είναι αλτρουϊστικό. Δεν υπάρχει
αλτρουϊσμός που να μην έχει φορέα του ένα εγώ, το οποίο κατά τη διάπραξη μιας
αλτρουϊστικής πράξεως αισθάνεται πλήρωση. Αλτρουϊσμός χωρίς υπαρξιακή
πλήρωση, δηλαδή συνοδευόμενος από αποστροφή, δεν είναι παρά εξαναγκασμός του
εγώ, άρα όχι αλτρουϊσμός».
Θα μπορούσε να οριστεί η ανιδιοτελής αγάπη ως: να αγαπάω κάποιον δίχως ποτέ μα ποτέ να περιμένω να ανταποκριθεί στην αγάπη μου και να με αγαπήσει κι αυτός. Τέτοια αγάπη δεν υπάρχει. Πάντοτε, όταν βλέπουμε ότι αυτός τον οποίο αγαπάμε, υπηρετούμε, φροντίζουμε, κανακεύουμε κ.λπ., αδιαφορεί για εμάς ή δε μας αγαπά ή μας περιφρονεί ή μας αντιπαθεί, η αγάπη μας σιγά-σιγά παύει να υπάρχει, μηδενίζεται, ώσπου να γίνει αρχικά πληγωμένη αδιαφορία και, στο τέλος, απεξάρτηση από αυτόν που αγαπούσαμε. Γιατί είναι αδύνατο να μην περιμένουμε κάποιας μορφής ανταπόκριση σε ό,τι κάνουμε για χάρη αυτού που αγαπάμε – ακόμη κι αν δεν το ομολογούμε σε αυτόν. Αυτό δεν είναι κακό· ούτε κατώτερη μορφή αγάπης είναι (που τάχα δύναται να «μεταμορφωθεί» σε κάτι ανώτερο), διότι δεν υπάρχει η ανιδιοτελής αγάπη, ώστε να την συγκρίνουμε, ως ανώτερη, με την ιδιοτελή αγάπη. Η έσχατη απεξάρτηση συνίσταται στο να μην έχουμε πρόβλημα να μη αγαπάμε το συγκεκριμένο άτομο και να συνεχίζεται η ζωή μας κανονικά, έχοντας βρει ένα άλλο άτομο. (24/2/2007) Ἀσφαλῶς ἡ ἀγάπη πρὸς ἀνθρώπους ἐκλείπει εὐκολότερα ἀπὸ ὅ,τι ἡ ἀγάπη γιὰ πράγματα. Γιατὶ τὰ πράγματα δὲν μποροῦν νὰ μᾶς ἀπορρίψουν κι ἔτσι δὲν ὑφίσταται λόγος νὰ πάψουμε, πληγωμένοι ἀπὸ αὐτά, νὰ τὰ ἀγαποῦμε.
Ασφαλώς υπάρχει η αντίρρηση ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί η βαθύτερη, εσωτερική ιδιοτέλεια ενός αλτρουιστή κι επομένως ο ισχυρισμός ότι όλοι είναι ιδιοτελείς και δεν υπάρχει ανιδιοτέλεια είναι αστήριχτη υπόθεση. Μια θεωρία μπορεί να επιβεβαιωθεί, στο μέτρο του δυνατού, εφόσον εξηγεί τα αντίθετά της φαινόμενα. Η θεωρία της ύπαρξης μόνο ιδιοτέλειας μπορεί να εξηγήσει τόσο την ύπαρξη αγάπης όσο και την ύπαρξη έχθρας μεταξύ των (ίδιων μάλιστα) ανθρώπων. Όποιος αγαπά λ.χ. την πατρίδα του αγαπά και τους συμπατριώτες του αλλά μισεί, ακριβώς επειδή την αγαπά, όσους μισούν την πατρίδα του. Η θεωρία της ύπαρξης και ανιδιοτέλειας δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί λ.χ. άνθρωποι οι οποίοι όλο μιλούν για αγάπη ταυτόχρονα μισούν και εκλογικεύουν το μίσος αυτό, παρά μόνο μεταθέτοντας το πρόβλημα διαρκώς, δηλαδή υποστηρίζοντας - χωρίς να μπορεί να προσκομίσει σχετική απόδειξη βεβαίως - ότι αυτή δεν είναι η "αληθινή" αγάπη. Ούτε μπορεί η θεωρία της ύπαρξης και ανιδιοτέλειας να αρνηθεί ότι κατά τη διάπραξη αλτρουιστικών πράξεων αισθανόμαστε καλά, δηλαδή ένα είδος ευχαρίστησης (που πράξαμε το καθήκον μας, που παραμείναμε πιστοί στα ιδανικά μας, που αντισταθήκαμε κ.λπ.), παρ' όλες τις δυσχέρειες τις οποίες κατά τα άλλα συνεπάγονται οι αλτρουιστικές πράξεις μας. (6/8/2007)
Η έλλειψη ιδιοτέλειας στην αγάπη
μας προς έναν άνθρωπο δεν συνεπάγεται ότι είναι υποχρέωσή μας να τον αφήσουμε
ελεύθερο να αυτοκαταστρέφεται. Αυτό βεβαίως εντός ορισμένων ορίων. Για
παράδειγμα, έστω ένας άνθρωπος που αγαπάμε τέλεια και ανιδιοτελώς, μας λέει ότι
θέλει να αυτοκτονήσει και είναι μπροστά μας και πάει να πηδήξει από το
μπαλκόνι. Τι πρέπει να κάνουμε; Να τον εμποδίσουμε ή να τον αφήσουμε; Υπάρχει η
άποψη ότι αν τον εμποδίζαμε, θα ήταν λόγω καθαρού εγωισμού (έστω κι αν μέχρι
λίγο πριν εκείνη τη στιγμή αγαπάμε ανιδιοτελώς, δηλαδή αδιαφορώντας αν μας
βλάπτει). Ωστόσο δεν είναι έτσι. Γιατί, εφόσον εμείς τον αγαπάμε ανιδιοτελώς και
τον φροντίζουμε, αν εκείνη τη στιγμή σκεφτούμε ότι ίσως δεν είναι καλά στα μυαλά
του, τον σώζουμε. Δεν το κάνουμε λόγω της ανάγκης μας (αφού, εφόσον τον αγαπάμε
ανιδιοτελώς, δεν μας χρειάστηκε ποτέ η ύπαρξή του ή, ακόμη κι όταν μας βοήθησε,
δεν μας ενδιέφερε ή δεν μας ήταν αναγκαία η βοήθειά του), ούτε λόγω του ότι
είναι αναντικατάστατος (εφόσον πρακτικά δεν τον χρειαζόμαστε, μπορούμε να βρούμε
άλλα χίλια άτομα τα οποία να τα αγαπάμε και να τα υπηρετούμε ανιδιοτελώς και
σύντομα να ξεχάσουμε το βλέμμα και τη φωνή του) ούτε – για τον προηγούμενο λόγο
– επειδή ο θάνατός του θα ήταν ανεπανόρθωτος. Αλλά αν πηγαίναμε να τον σώσουμε,
συμβαίνουν δύο πράγματα: είτε νοιώθουμε ένοχοι, ότι δηλαδή κάτι κάναμε ή δεν
κάναμε και γι’ αυτό η αγάπη μας (το άτομο που αγαπάμε ανιδιοτελώς) ενοχλήθηκε
και πάει ν’ αυτοκτονήσει, είτε θεωρούμε ότι η ύπαρξη, η ζωή είναι ανώτερα αγαθά
και ότι θέλουμε να του δώσουμε μια ευκαιρία να το ξανασκεφτεί, για το δικό του
καλό. Τώρα, θα ρωτήσει κανείς, πώς ξέρουμε ποιο είναι το δικό του καλό· η
ερώτηση είναι φανταστική, εφόσον ήδη υποθέσαμε ότι είμαστε φανταστικά
υπεραγαπώντα άτομα, που προσφέρουμε τέλεια ανιδιοτελή αγάπη και μάλιστα με τον
σωστό τρόπο. Από την άλλη, ακόμη κι αν – προσπαθώντας να τον κάνουμε ν’ αλλάξει
γνώμη – δεν αναφερόμασταν στην αγάπη του για εμάς, ώστε να μας λυπηθεί και να
μην πηδήξει, θα μπορούσαμε να του αναφέρουμε τα αγαθά της ζωής και να τον
κάνουμε να το ξανασκεφτεί. Φυσικά, αν το ίδιο άτομο επιχειρήσει να αυτοκτονήσει
ξανά, το κρίμα στο λαιμό του και, όντως, δεν είναι σωστό να το παρεμποδίζουμε να
πάρει ναρκωτικά ή να πηδήξει απ’ το μπαλκόνι. Ωστόσο αυτή η δήθεν
υπερανιδιοτελής αγάπη φαντάζει τόσο αφελής. Για παράδειγμα, αν βλέπαμε το ίδιο
άτομο (το οποίο υπεραγαπάμε ανιδιοτελώς) να ετοιμάζεται να πυροβολήσει στο
κεφάλι ένα άλλο άτομο (δίχως να τους βλέπει κανείς), θα ήταν εξίσου ανόητο να
αναρωτηθούμε αν είναι κακό να παραβιάσουμε την ελευθερία του (επαναλαμβάνουμε
ότι κάτι τέτοιο, η πλήρως ανιδιοτελής αγάπη, δεν υπάρχει, ότι η αγάπη είναι
πάντοτε εν μέρει ιδιοτελής και εν μέρει ανιδιοτελής, επομένως όλο το ερώτημα
είναι δίχως νόημα, και ούτε κάτι κακό δείχνει, αφού η ιδιοτέλεια δεν είναι κακό
πράγμα ούτε στην ακατέργαστη ούτε στην υποτιθέμενη «επεξεργασμένη» μορφή της,
παρά μόνο όταν παραβιάζει συμφωνίες). Άλλωστε, αν υποτεθεί ότι παραβιάζουμε την
ελευθερία του αποτρέποντάς τον (λόγοις ή έργοις) από την αυτοκτονία κι ότι άρα
είναι κακό και δεν πρέπει να τον αποτρέψουμε, τότε πρέπει να σκεφτούμε ότι και
για όσο διάστημα του παρείχαμε την αγάπη μας, τη βοήθειά μας, τα λεφτά μας, τους
δίσκους μας, τα βιβλία μας, ασκούσαμε επιρροή πάνω του (ακόμη κι αν την δεχόταν
ελεύθερα: την δεχόταν ευχαρίστως, αφού επωφελείτο, οπότε δεν ήταν και τόσο
«ελεύθερη» στην πράξη η αποδοχή της βοήθειάς μας), τον εξουσιάζαμε – εννοείται
ότι (επειδή, για τις ανάγκες της υπόθεσης, είμαστε εντελώς ανιδιοτελείς) δεν
επιδιώξαμε ούτε καν χαιρόμασταν με τη σκέψη αυτήν. Ωστόσο όντως του στερούσαμε
την ελευθερία και πιο πριν, όταν τον γλυκαίναμε με τη βοήθειά μας. Άρα η
ελευθερία καταργείται με μια σχέση. Άρα οι κλάψες ότι αν τον αποτρέπαμε από την
αυτοκτονία θα τον υποδουλώναμε, είναι λογικά αβάσιμες, αφού ήδη τον έχουμε
σκλαβώσει με την καλοσύνη μας. (1/5/2006)
είδη αγάπης και η ανιδιοτέλειά τους.
Η αγάπη δεν είναι η ίδια «απλώς με διαφορετική μορφή» για κάθε περίπτωση π.χ. γονιού προς παιδί, εραστή προς ερωμένη, φίλου προς φίλο. Η άποψη αυτή συγχέει την ίδια περίπου αυτοθυσία που δείχνει αυτός που αγαπά για το πρόσωπο που αγαπά με τις αιτίες της αγάπης του. Έτσι, δεν μπορούμε να μάθουμε για το βαθμό ανιδιοτέλειας ή ιδιοτέλειας της συγκεκριμένης αγάπης. Πρέπει να εξετάσουμε την κάθε μορφή αγάπης ως διαφορετικό είδος αγάπης.
Έτσι, ο
λόγος που δημιουργείται αγάπη μεταξύ άντρα και γυναίκας είναι η ωφέλεια που
ελπίζει ο καθένας πως θα προσκομίσει, είτε καταρχήν σεξ με ένα ωραίο κορμί είτε
συναισθηματική-συνειδησιακή ταύτιση απόψεων, ενδιαφερόντων καθώς και
συναισθηματική παράδοση. Φυσικά, αυτός που τα ελπίζει αυτά είναι πρόθυμος να
προσφέρει τα αντίστοιχα ή και περισσότερα, πιστεύοντας ότι αυτά που θα κερδίσει
είναι πολύ καλύτερα και αξίζουν τον κόπο να προσφέρει ό,τι ζητά το άλλο φύλο.
Δεν αποκλείεται βέβαια και η συχνή περίπτωση, να μην είναι κανείς απολύτως
εγωιστής, αλλά να πιστεύει ότι η δημιουργία ερωτικής σχέσης/δεσμού θα είναι
ωφέλιμη και για το άλλο πρόσωπο. Πάντως είναι απαραίτητο να πιστεύει ότι
τουλάχιστον για τον ίδιο θα υπάρχει κέρδος είτε σεξουαλικό είτε συναισθηματικό
είτε και τα δύο. Εδώ δεν βλέπουμε κανέναν ρομαντισμό και καμμία ανιδιοτέλεια ή
λουλουδάκια. Όσο βαθειά κι αν είναι κρυμμένα αυτά τα συναισθήματα, υπάρχουν και
κατευθύνουν την επιδίωξη ή μη για να κερδηθεί το άλλο άτομο ερωτικά. Αυτά
ακούγονται τώρα ως κακία, δηλαδή σαν διαπίστωση ότι αυτός που είναι ερωτευμένος
είτε θέλει να τον ερωτευτεί κάποια είναι κατά βάθος ένας καλά προσποιούμενος
μοχθηρός χαρακτήρας, πανούργος και ιδιοτελής. Δεν σημαίνουν όμως αυτό˙
οπωσδήποτε μπορεί να έχει τις καλύτερες προθέσεις για το αντικείμενο του πόθου
του. Και σίγουρα εκστασιασμένος κι ίδιος ίσως αρνείται ότι έχει τόσο εγωιστικά
κίνητρα. Ας μη ξεχνάμε ότι εδώ κάνω λόγο για την απαρχή της ερωτικής
σχέσης/δεσμού, όχι για τη συνέχειά της. Ότι τα αρχικά κίνητρα είναι εγωιστικά
(με την έννοια που αναφέραμε, και η οποία δεν αποκλείει και το συμφέρον του
προσώπου που είναι αντικείμενο του πόθου) δεν κάνει λιγότερο αξιέπαινη την
αυτοθυσία ή την συναισθηματική ταύτιση μεταξύ του «εγωιστή» και του προσώπου που
αγαπά. Απλώς τότε είτε ο εραστής δε θέλει να χάσει το αντικείμενο του έρωτά του
(πάλι έχουμε σκέτο εγωισμό) είτε έχει δημιουργηθεί τέτοια ταύτιση που είναι
τμήμα του εαυτού του το άλλο πρόσωπο.
Ένα άλλο
είδος αγάπης είναι αυτή του γονιού προς το παιδί του. Και πάλι, νομίζουμε ότι
πρόκειται για την υπέρτατη μορφή αυτοθυσίας και ενδιαφέροντος, ενώ δεν είναι
έτσι. Ο γονιός αγαπά το παιδί του απλώς επειδή είναι δικό του. Είναι σάρκα από
τη σάρκα του. Αν το ίδιο παιδί ήταν του γείτονα, δε θα τον έκαιγε τόσο. Ίσως
ένοιωθε συμπόνια, αλλά δεν θα του συμπεριφερόταν το ίδιο. Το παιδί είναι η
προέκταση του γονιού. Γεννιέται επειδή οι γονείς βαρέθηκαν
μόνοι και θέλουν κάτι με το οποίο θέλουν να παίζουν, ένα πειραματόζωο, ένα
δημιούργημα στο οποίο θα ξοδεύουν την ενεργητικότητά τους και τα ψυχικά
αποθέματά τους. Φυσικά, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν γενικά πολύ τα παιδιά και
άνθρωποι που δεν τα αγαπούν τόσο πολύ. Αλλά και οι δεύτεροι αγαπούν τα παιδιά
τους πάρα πολύ, γιατί αυτά συνεχίζουν τον εαυτό τους (οι πρώτοι αγαπούν γενικά
τα παιδιά επειδή τους αρέσει η αθωότητα ή η αγαθότητα ή η μωρουδίστικη
ατσαλοσύνη των μωρών και των μικρών παιδιών και τους θυμίζει την δική τους
παιδική ηλικία). Όπως και στην παραπάνω περίπτωση, είναι άλλο πράγμα τα βαθύτερα
κίνητρα της αγάπης του γονιού προς το παιδί κι άλλο πράγμα η πραγματική, δίχως
εξωτερικό εξαναγκασμό, αυτοθυσία του γονιού. Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε λόγο
για ανιδιοτέλεια.
Τα ίδια
θα μπορούσαμε να πούμε για την αγάπη μεταξύ φίλων. Φίλος γίνεσαι μόνο με όσους
μοιράζονται κοινές απόψεις, ενδιαφέροντα, προτιμήσεις. Υπερασπιζόμενος τους
φίλους σου υπερασπίζεσαι τους φορείς ίδιων αντιλήψεων με αυτές του εαυτού σου. Η
εικόνα που δίνεται εδώ δεν είναι αυτή του από συνειδητή εγωιστική σκοπιμότητα
ατόμου που αγαπά τους φίλους του, δηλαδή του ψυχρού συμφεροντολόγου. Αν είχε
συνείδηση αυτού του συγκεκριμένου εγωισμού του ο καθένας θα ένοιωθε άβολα.
Τελικά
λοιπόν υπάρχει αγάπη ανιδιοτελής; Όχι, δεν γίνεται. Μπορούμε να μιλάμε για
λιγότερο ιδιοτελή αγάπη, όχι για ανιδιοτελή αγάπη. Αυτή η λιγότερο ιδιοτελής αγάπη
λοιπόν μόνο μεταξύ αγνώστων μπορεί να υπάρξει. Τότε δεν υπάρχει τόσο μεγάλη
σκοπιμότητα. Η λεγόμενη κοινωνική σκοπιμότητα, ότι δηλαδή εγώ π.χ. βοηθώ κάποιον
άγνωστο επειδή περιμένω πως όλοι θα κάνουν το ίδιο κι έτσι, όταν χρειαστώ
βοήθεια θα με βοηθήσουν, είναι αφελής προσδοκία που κανείς δε λαμβάνει υπόψη,
διότι γνωρίζει ότι καμμία επίδραση δε θα έχει η βοήθειά μου στον Α’ άγνωστο στο
να με βοηθήσει ή να μη με βοηθήσει ο Β’ άγνωστος.
Επίσης
μπορεί να υπάρχει αγάπη προς τον εχθρό. Κι αυτή βέβαια μπορεί να οφείλεται
στο ότι βοηθώντας τον όταν έχει ανάγκη επιδιώκουμε να τον κάνουμε να νοιώσει
τύψεις και να γίνει φίλος μας, ώστε να απαλλαγούμε από έναν εχθρό. Μπορεί όμως
να είναι και η συνειδητοποίηση ότι άλλο πράγμα μια αντίληψη και τρόπος
συμπεριφοράς, τα οποία μισούμε ή είναι εναντίον μας, κι άλλο πράγμα το
άτομο-φορέας τους.
Τέλος, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ύπαρξη των δύο τελευταίων ειδών αγάπης καθόλου δεν συνεπάγεται την απαξίωση των προηγούμενων ειδών. Και η ερωτική αγάπη, και η γονική, και η φιλική, όσο και αν υστερούν ως προς τα δύο τελευταία είδη αγάπης, είναι τρόποι δημιουργίας φιλικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων και συνεπώς αξίζουν να υπάρχουν και να δημιουργούνται, αντίθετα απ’ ό,τι θα έλεγε κάποιος καθαρολόγος που ψάχνει για «μικρόβια εγωισμού μέσα στο φαΐ της αγάπης». Δηλαδή, ανεξάρτητα από τις εγωιστικές αιτίες της ερωτικής αγάπης, και μόνο ότι είναι αγάπη, την καθιστά κάτι καλό, αφού ενώνει δυο άγνωστους ανθρώπους. Το ίδιο και για την αγάπη μεταξύ φίλων. Και η αγάπη των γονιών αν και δεν είναι ανιδιοτελής, διοχετεύει και ενισχύει τα αισθήματα φιλίας μεταξύ ανθρώπων (γονιού-παιδιού), οπότε είναι καλή. Κι έτσι, όσο κι αν κάποια είδη αγάπης είναι διαφορετικά από τα υπόλοιπα, τα υπόλοιπα δεν είναι καθόλου αξιοπεριφρόνητα, αφού είναι τρόπος σύνδεσης μεταξύ των ανθρώπων. (17/7/2005). Μάλιστα ο ψόγος της ιδιοτέλειας ως κακού ή της ανιδιοτέλειας ως καλού βασίζεται σε αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις. Υπό μια άλλη οπτική η αγάπη του γονιού προς το παιδί του είναι πολύ σωστότερη ηθικά από την αγάπη προς ένα ξένο παιδί, αφού ο γονιός αποδέχεται αυτό που του έλαχε (το δικό του παιδί) και δεν το παραμελεί χάριν της ανιδιοτελούς αερολογίας.
αγάπη ερωτική.
Η γυναίκα δεν "ερωτεύεται" κεραυνοβόλα, όπως ο άντρας. Αντίθετα, ερωτεύεται αυτόν με τον οποίον είναι "πωρωμένη", έχει ακατάσχετη μανία να συζητά μαζί του ή να είναι μαζί του, συνεχώς τον σκέφτεται "τι παράξενος που είναι", νοιώθει έλξη για τον τρόπο που σκέφτεται ή δρα αυτός. Και μπορεί ν' αρνείται ακόμη κι ότι είναι ερωτευμένη μαζί του, αλλά έτσι είναι στην πραγματικότητα. Κι αυτό κάνει τον έρωτά της παράδοση στη γοητεία του άντρα - κι αντιστρόφως νοιώθει βαρεμάρα για όποιον θεωρεί κοινότοπο ή δεδομένο. Με άλλα λόγια, ο έρωτάς της προς κάποιον είναι αυθόρμητος και άπαξ και εμφανιστεί (ακόμη κι όταν αρνείται ότι κάτι τέτοιο συνέβη, η γυναίκα) δε χάνεται παρά μόνο αν ο συγκεκριμένος άντρας κάνει κάτι που χαλάσει την εικόνα. Αντίθετα, ο άντρας ερωτεύεται κεραυνοβόλα, κυρίως βασιζόμενος στην εξωτερική εμφάνιση (όχι ότι και η γυναίκα δεν βασίζεται αρκετά σ' αυτήν) και απαιτεί συναισθηματική παράδοση, κυριαρχία στην ψυχή της γυναίκας (το οποίο μετά συνεπάγεται και κυριαρχία στο σώμα της), δίχως ανταγωνιστές. Δεν μαγνητίζεται από καμμιά μυστική έλξη: αυτό συμβαίνει μόνο με τη γυναίκα. Η γυναίκα παραδίνεται σ' αυτόν που την ελκύει. Ο άντρας θέλει να κατακτήσει αυτήν που ποθεί.
Βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση έλξης εκ μέρους της γυναίκας υπάρχει και έρωτας. Αλλά ότι για να υπάρχει έρωτας (με την σεξουαλική έννοια και όχι λ.χ. την φιλική ή πλατωνική), πρέπει να υπάρχει αυτή η έλξη της γυναίκας. Τα δύο αυτά πράγματα δεν πρέπει να συγχέονται. Γιατί αν συγχέονται, γρήγορα πάλι ξεκαθαρίζεται, αν επικρατεί το ένα ή το άλλο στοιχείο. Και όταν το ένα στοιχείο (από τη φιλία κι τον έρωτα) επικρατήσει, τότε το άλλο μαραίνεται. Όσο και αν μέσα στον έρωτα υπάρχει και η φιλία (η οποία δεν είναι το πρώτιστο γεγονός που χαρακτηρίζει τον έρωτα). Υποστηρικτικό της άποψης αυτής είναι ότι οι γυναίκες ερωτεύονται κατά κύριο λόγο "εγκεφάλους"(=χαρακτήρα, προσωπικότητα) και ότι δεν ερωτεύονται κυρίως λόγω π.χ. της ομορφιάς του άντρα, ενώ αντίθετα οι άντρες ερωτεύονται κυρίως λόγω της εξωτερικής ομορφιάς (ή: η εξωτερική ομορφιά παίζει τον καθοριστικό, τελικό λόγο στην απόφασή τους). Γι' αυτό το λόγο άλλωστε οι γυναίκες δεν είναι (τόσο) "σεξομανείς", όπως οι άντρες. Για παράδειγμα, βλέποντας μια ωραία γυναίκα θα γυρίσουν τα κεφάλια τους πολλοί άντρες, ενώ αντίστοιχα λίγες γυναίκες θα εκδηλώσουν τον άμεσο θαυμασμό τους για έναν ωραίο άντρα. Εδώ δεν υποστηρίζεται ασφαλώς ότι οι γυναίκες είναι ασεξουαλικές ή ότι δεν υπάρχουν πολλές που ερωτεύονται λόγω της εξωτερικής ομορφιάς, γίνεται όμως σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών που ερωτεύονται κυρίως ή απλώς βάσει της εξωτερικής ομορφιάς και προκύπτει ότι το ποσοστό των ανδρών είναι πολύ μεγαλύτερο. Επιπλέον είναι σχεδόν αδύνατο να παρατηρήσουμε περιπτώσεις ύπαρξης ή διατήρησης ερωτικής σχέσης, στην οποία η γυναίκα δεν θαυμάζει τον άντρα ή ο άντρας θαυμάζει τη γυναίκα (είτε απόλυτα, είτε συγκριτικά: περισσότερο από ό,τι η γυναίκα τον άντρα). Αν λ.χ. ο άντρας "κρέμεται από τα χείλη Της" (δηλαδή την θαυμάζει, αντί να τον θαυμάζει αυτή - για οποιαδήποτε ιδιότητά ή κατόρθωμά του), τότε αργά ή γρήγορα η γυναίκα βαριέται τον άντρα αυτόν και τον θεωρεί "δεδομένο", "γνωστό", "προβλέψιμο". Γι' αυτούς τους λόγους συναντάμε πολλές γυναίκες απογοητευμένες από την ερωτική τους σχέση ή το γάμο τους, ενώ αντίθετα δεν συναντάμε συχνά αντίστοιχους άντρες, που βαριούνται το γάμο τους ή τη σχέση τους επειδή "δεν θαυμάζουν πλέον τη γυναίκα τους". Όλα αυτά δεν πρέπει να εκληφθούν υποτιμητικά για το γυναικείο φύλο, αφού απλώς καθένα φύλο έχει τον δικό του τρόπο να ερωτεύεται. (22/4/2006)
Τι
κρατάει μια αγάπη; Ασφαλώς δεν είναι «η θέληση» και των δυο, του καθενός
ξεχωριστά, «να είναι μαζί». Γιατί η «θέληση» είναι αέρας, είναι μια λέξη δίχως
κανένα έρεισμα (η βουλησιαρχία, η "θελησιολογία", είναι πραγματικά νοσηρές
αντιλήψεις αφού εμφανίζουν την «θέληση» να πέφτει εξ ουρανού και να μην
βασίζεται σε συγκεκριμένα, έστω και αν αυτά είναι συγκεχυμένα, πράγματα), εκτός
κι αν δεχτούμε ότι υπάρχουν αιτίες που προκαλούν την εμφάνιση της «θέλησης να
είμαστε μαζί». Αυτές οι αιτίες δεν είναι παρά ο αλληλοθαυμασμός αναμεταξύ των
εραστών ή τουλάχιστον ο θαυμασμός του ενός για τον άλλον. Αυτός ο θαυμασμός (ή
αλληλοθαυμασμός) οφείλεται επίσης σε απτές αιτίες και όχι σε εξ ουρανού
αερολογίες (δηλαδή σε θαυμασμό για τον θαυμασμό). Οι αιτίες αυτές είναι η κοινή «πώρωση», τα κοινά ενδιαφέροντα
του ζευγαριού ή (αντίστοιχα) ο θαυμασμός και η αγάπη του ενός ατόμου για τα
πράγματα που κάνει το άλλο άτομο (κι εδώ βέβαια προϋποτίθεται ότι το θαυμάζον
άτομο επίσης έχει κοινά ενδιαφέροντα με το θαυμαζόμενο άτομο, απλά δεν έχει
κατορθώσει να ενασχοληθεί επαρκώς με αυτά). Όταν δεν υπάρχουν κοινά
ενδιαφέροντα, κοινές συγκινήσεις, τότε δεν υπάρχει κανένα Δέος του ενός για τον
άλλο. Αντίθετα, ο ένας βλέπει τον άλλο ως αδιάφορο για τα ενδιαφέροντά του
(παρόμοια τον βλέπει, όταν υπάρχει προσποιητό ενδιαφέρον, λόγω ευγένειας), ως
ξένο. Δίχως το Δέος ο άλλος παύει να είναι Εκείνος (ή Εκείνη). Είναι ένα ακόμη
συνηθισμένο άτομο – το οποίο βέβαια μπορεί να συνεχίζουμε να το αγαπάμε, αλλά
μόνο λόγω (φθίνουσας) συνήθειας. Υπάρχει η αντίρρηση ότι πέρα από τα κοινά
ενδιαφέροντα πρέπει να υπάρχει και η ευγένεια, η καλή συμπεριφορά, η αίσθηση ότι
κανείς βρίσκεται στις δύσκολες στιγμές στο πλάι του άλλου. Αυτά είναι
δευτερεύοντα. Ευγενικός μπορείς να είσαι και με τους αγνώστους. Και το «να
στέκεσαι στο πλάι» του άλλου μπορείς να το κάνεις επίσης για τα συγγενικά ή
φιλικά πρόσωπα. Δεν είναι βασικές αιτίες που κρατούν μια ερωτική αγάπη. Κι αυτό
γιατί στην ερωτική αγάπη ενυπάρχει η υψηλότερου δυνατού βαθμού ταύτιση θελήσεων,
απόψεων, χαρακτήρων· υψηλότερα από τους φίλους ή την οικογένεια. Διαφορετικά,
καθένας θα έμενε ευχαριστημένος με τους φίλους και την οικογένεια, και θα υπήρχε
απλώς σεξ κι όχι έρωτας με τα άτομα του αντίθετου φύλου. (18/7/2006)
Σχετικά με την πίστη και την
ερωτική σχέση: η ερωτική σχέση είναι μια δέσμευση, μεταξύ δύο ανθρώπων αντίθετου
φύλου. Απόψεις του τύπου «αυτό που λέμε "ερωτικό στοιχείο" υπάρχει σε κάθε
σχέση, ακόμη και στις φιλίες μεταξύ ανδρών, απλά παίρνει διάφορες μορφές και
εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους ανάλογα με τις περιστάσεις» απλούστατα
προέρχονται πρώτον από μία ασυνείδητη ίσως άρνηση της υπαρκτής διαφορετικότητας
του καθενός φύλου, και δεύτερον από τη σύγχυση μεταξύ έρωτα και αγάπης. Κι
επειδή, πρώτον μας ενδιαφέρουν οι λέξεις με το νόημα που έχουν κι όχι
διαστρεβλωμένες, καθώς και επειδή μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους, και όχι
λ.χ. για αγγέλους, η αγάπη
υπάρχει και μεταξύ ανδρών, όμως δεν είναι έρωτας ή ερωτική αγάπη. Άλλωστε η
έννοια της αγάπης είναι ευρύτερη, όπως φαίνεται και σε όλη την διάρκεια της
χρήσης της λέξης. Αν και η αγάπη και ο έρωτας έχουν την ίδια
πηγή (: τον άνθρωπο) δεν σημαίνει ότι είναι το ίδιο. Διαχωρίζεται η πορεία τους,
σαν δύο ποτάμια που ξεκινάν από την ίδια πηγή και καταλήγουν σε διαφορετικές
θάλασσες.
Δεν υπάρχει κανένας δυισμός όταν
καθορίζονται οι ρόλοι του «(αντίθετου φύλου) φίλου» και του (υποψήφιου)
«ερωτικού συντρόφου». Είναι μία πρακτική αναγκαιότητα, η οποία υπαγορεύεται από
το γεγονός ότι διαφορετικά θα υπήρχαν άπειρες διαμάχες που σχετίζονται με το
κτητικό στοιχείο το έρωτα, το οποίο είναι υπαρκτό και αδύνατον να μην υπάρχει.
Κάθε αντίθετη άποψη παραγνωρίζει αυτήν την αναγκαιότητα και δημιουργεί
περισσότερες αναταραχές. Ακόμη και στην περίπτωση που, στα πλαίσια της
ιεράρχησης στην κλίμακα των ερωτευμένων ατόμων προσπαθούσαμε να βάλουμε δεύτερο
άτομο σε μία ερωτική σχέση δύο ατόμων, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, διότι
ενώ στην κλίμακα των αγαπώμενων προσώπων αυτό είναι όντως δυνατόν (αν και πολύ
σπάνιο: ακόμη και ένα παιδί δεν έχει στην ίδια αγάπη και για τους δύο γονείς ή
για τα δύο αδέρφια του· επιλέγει και οι επιλεχθέντες υπερτερούν στην επιρροή που
του ασκούν), αλλά όχι στην κλίμακα των ερωτευμένων προσώπων, η οποία είναι απλώς
της μορφής «Ένα-Μηδέν». Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την διαφορά μεταξύ αγάπης
και ερωτικής αγάπης (έρωτα). Αυτή λοιπόν η ερωτική κλίμα δεν επιδέχεται δεύτερη
ερωτική αγάπη (δεύτερο έρωτα), όσο κι αν αποδέχεται δεύτερη φιλική αγάπη.
Διαφορετικά γυρίζουμε πίσω στη νοοτροπία των φρικιών, η οποία φυσικά ενώ
υποτίθεται ότι είναι τόσο ενοχλητική κι απωθητική γι’ αυτούς που έχουν απόψεις
ταύτισης «έρωτα» και (γενικά) «αγάπης», στην πραγματικότητα γίνεται πλήρως
αποδεκτή μέσω της εκλογίκευσης ότι είναι δυνατόν να ανεχθεί λ.χ. κάποιος να έχει
σεξουαλικές η «σχέση» του με τρίτον λόγω φιλίας με τον τρίτον. Κι εδώ,
επαναλαμβάνουμε, τίθεται ζήτημα πρακτικό. Η ερωτική σχέση προϋποθέτει ύψιστη
ταύτιση θελήσεων, αναγκών και ενδιαφερόντων μεταξύ δύο ατόμων, ενώ η αγαπητική
σχέση (φιλική μεταξύ ατόμων των δύο ή του ίδιου φύλου) δεν έχει τόσο υψηλή
ταύτιση, εκτός ίσως από τα ενδιαφέροντα. Για παράδειγμα, εφόσον δύο φίλοι του
ίδιου φύλου επιδιώξουν συνεύρεση, για δικό του λογαριασμό ο καθένας, με το ίδιο
άτομο του άλλου φύλου, τότε επέρχεται σύγκρουση αναγκών και θελήσεων, η οποία
καταστρέφει τις ιεραρχήσεις της (φιλικής) αγάπης. Κι αυτό άλλωστε αποδεικνύει
ότι ο έρωτας (η ερωτική αγάπη) είναι ισχυρότερος της φιλικής αγάπης – όπως και
γίνεται στις περισσότερες φορές. Ή πάλι, είναι πρακτικά βέβαιο ότι σε μία
ερωτική σχέση η ύπαρξη παράλληλης ερωτικής σχέσης δημιουργεί προβλήματα
ιεραρχίας, διότι αναγκαστικά (π.χ. σχετικά με τις διαφορετικές απόψεις/θελήσεις
αναφορικά με τη διάρκεια και τη συχνότητα συνεύρεσης ή απλής παρουσίας πότε με
το ένα και πότε με το άλλο άτομο) κάθε φορά το άτομο που αποτελεί τον σύνδεσμο
πρέπει να επιλέγει· και συνήθως η επιλογή δεν διατηρείται για καιρό ισότιμα υπέρ και των
δύο. Διαφορετικά, (αν λ.χ. υποθέσουμε τα άτομα Α, Β, Γ) αυτό που συμβαίνει είναι
ότι όντως το Γ’ άτομο (ή πόλος) παρεμβαίνει και παρεμποδίζει την πραγματοποίηση
του θελήματος του ατόμου Β από το άτομο Α (είτε έμμεσα, δυσχεραίνοντάς την, είτε
άμεσα, επιδιώκοντας πρώτιστα και αμέσως την πραγματοποίηση του δικού του
θελήματος από το άτομο Α). Και όταν οι θελήσεις/επιθυμίες κάθε είδους είναι
επιτακτικές, επέρχεται η σύγκρουση. Να γιατί η ερωτική κλίμακα είναι της μορφής
«Ένα-Μηδέν». Διότι είναι τόσο στενή η σχέση, τόσο απαιτητική, ώστε δεν υπάρχει
χώρος για δεύτερο άτομο, δηλαδή για ιεράρχηση. Μπορούμε να το φανταστούμε αυτό
τόσο αν σκεφτούμε ότι ένας πασάς στο χαρέμι του δεν αγαπάει πραγματικά τις
γυναίκες του, διότι ως πεπερασμένο ον δεν μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως όλες τις
γυναίκες συναισθηματικά και σαρκικά, αλλά και όσο ότι δεν μπορεί απέναντι στον
ένα να βρίσκονται οι δέκα. Απέναντι στον ένα πρέπει να βρίσκεται η μία. Επιπλέον
η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί κανείς να αγαπά όλους το ίδιο. Ερωτεύεται
κάποιον, στον οποίο ρίχνει το βάρος της αγάπης του, διότι αυτός ο κάποιος είναι
παρόμοιος με αυτόν.
Είναι τέτοια η ένταση του έρωτα, που κάνει να αποκλείονται από
ορισμένες διεκδικήσεις και δικαιώματα οι κάτοχοι της αγάπης, διεκδικήσεις,
δικαιώματα και ταυτίσεις τις οποίες μόνο ο απολαμβάνων την ερωτική αγάπη κάποιου
έχει (διότι, αν αυτά μοιράζονταν, θα ήταν ανεπαρκή αγαθά και θα υπήρχε διαμάχη).
Σχετικά με την ιεράρχηση και την ερωτική αγάπη. Είναι ο έρωτας που γεννάει την ιεράρχηση ή μάλλον την τροποποιεί. Διότι ενώ πριν την ερωτική σχέση υπήρχε μια δεδομένη ιεραρχία και υπήρχε η δεδομένη ιεράρχηση τόσο στην ερωτική (π.χ. όσες νέες γνωριμίες κι αν γινόταν, το υποκείμενο παρέμενε σταθερό στον υπάρχοντα έρωτά του και γι’ αυτό ιεραρχούσε τις νέες γνωριμίες κάτω από τον έρωτά του, δηλαδή ήταν ο έρωτας που καθόριζε την ιεράρχηση και την ιεραρχία) όσο στην αγαπητική κλίμακα, μετά τη δημιουργία (νέας) ερωτικής σχέσης αλλάζει και η αγαπητική κλίμακα (καθότι ο έρωτας ξεπερνά σε ένταση ή πάθος την αγάπη) και κυρίως η ερωτική κλίμακα. Η ερωτική σχέση δημιουργεί, με άλλα λόγια, ανάγκη για μια νέα ιεράρχηση τόσο στην αγαπητική κλίμακα όσο και (πιθανόν, εφόσον υπήρχε προηγούμενη, άλλη ερωτική σχέση) στην ερωτική κλίμακα, διότι ανακατατάσσει τους προσανατολισμούς του υποκειμένου. Λέγοντας ιεράρχηση εννοούμε απλώς την διαδικασία που ο καθένας κάνει και να βάζει τον Α άνθρωπο «υψηλότερα» από τον Β (στην αγαπητική κλίμακα) ή να διαλέγει τον Α άνθρωπο και να αποκλείει τον Β (στην ερωτική κλίμακα). Τα κριτήρια της ιεράρχησης δεν τα παρέχει η ιεράρχηση (αυτή είναι απλώς διαδικασία, τα κριτήρια λαμβάνονται από αλλού), αλλά τα ενδιαφέροντα και οι επιθυμίες του ατόμου τα οποία δεν είναι πάντα συνειδητά, δηλαδή υπάρχουν πάντοτε εν υπνώσει, ενώ η ιεράρχηση συμβαίνει μόνο κάποιες φορές. Συχνά οι άνθρωποι ερωτεύονται άλλους ανθρώπους τους οποίους δεν ξέρουν καλά-καλά, και μάλιστα ερωτεύονται το Άγνωστο ή το Μυστηριώδες, δηλαδή πράγματα τα οποία δεν υπάρχουν στα προϋπάρχοντα κριτήριά τους (αφού το Άγνωστο δεν μπορεί να κριθεί ή να ταυτιστεί με κάποιες ιδιότητες). Ποια είναι τα δήθεν ενσωματωμένα στον μηχανισμό της ιεράρχησης κριτήρια; Κι επιπλέον τα κριτήρια συχνά μεταβάλλονται, και μάλιστα επηρεάζονται με την εμφάνιση του υποψήφιου ερωτικού συντρόφου: αυτός φέρνει νέα κριτήρια, τα οποία επικρατούν ή δεν επικρατούν. Συνεπώς η ιεράρχηση δεν είναι παρά ένας μηχανισμός, που ούτως ή άλλως υπάρχει, ακόμη κι αν δεν αγαπά κανέναν το άτομο. Αντίθετα, η δημιουργία της ερωτικής αγάπης είναι ένα γεγονός που ανατρέπει την παλαιά ιεραρχία, δηλαδή γεννά καινούργια ιεραρχία απαιτώντας νέα ιεράρχηση. Δηλαδή δεν αρχίζει από κάτω προς τα πάνω η ιεράρχηση του ατόμου, ώστε αποκλείοντας έναν-έναν τους ανθρώπους, να του απομείνει μόνο κάποιο άτομο, το οποίο ο ιεραρχών βάζει στην κορυφή και τότε αρχίζει να το ερωτεύεται (αν γινόταν έτσι, όλοι θα έκαναν δεκαετίες να βρουν τον Έρωτά τους, αποκλείοντας τα εκατοντάδες ή χιλιάδες άτομα ένα-ένα). Αντίθετα, πρώτα ερωτεύεται ή κάνει φίλους και μετά φτιάχνει την ιεραρχία από την κορυφή προς τα κάτω. Λέει π.χ. ότι στην κορυφή είναι η ερωμένη του. Έπειτα ψάχνει για τους αμέσως επόμενους ανθρώπους και βρίσκει τους γονείς του, τους οποίους βάζει παρακάτω κ.ο.κ. Βάσει του γεγονότος αυτού, του έρωτα, το άτομο καθορίζει διαφορετικά το πώς θα συμπεριφέρεται π.χ. στους φίλους του και πώς θα συμπεριφέρεται στο άτομο με το οποίο είναι ερωτευμένος (λ.χ. παρέχει πλέον λιγότερο χρόνο στους φίλους και περισσότερο στο άτομο αυτό). Δηλαδή ο έρωτας, με τα κριτήρια του έρωτα (της ταύτισης αναγκών, απόψεων, θέλησης κ.λπ.) καθορίζει την νέα ιεραρχία και την νέα ιεράρχηση. Από εκεί και πέρα όμως, μετά την αρχική φάση, φυσικά η δύναμη του έρωτα είναι ικανή να διατηρεί την ιεράρχία (ή να μην την διατηρεί, αν ο έρωτας είναι ασθενικός και η σχέση διακοπεί) και αντίστροφα, ως μηχανισμός έσχατης άμυνας, η ιεραρχία προστατεύει τον έρωτα σε στιγμές δύσκολες γι’ αυτόν (λ.χ. στην περίπτωση που υπάρχει απόσταση χωρική μεταξύ των δύο ερωτευμένων και ένας από τους δύο δέχεται σεξουαλική ή ερωτική πρόταση από τρίτο άτομο). Και υπό το φως αυτού του μηχανισμού είναι φανερό πόσο προβληματικό είναι να μην διαχωρίζει κανείς τους ανθρώπους του αντίθετου φύλου σε «φίλους» και «εραστές» και να μην διαπλάθει τα συναισθήματά του αναλόγως. Αλλά πάντως δεν μπορούμε να πούμε ότι ο έρωτας γεννιέται από την ιεράρχηση, γιατί αυτό δεν εξηγεί την διεργασία που μόλις παρουσιάσαμε, πώς λ.χ. οι φίλοι παραγκωνίζονται στην ιεραρχία από το πρόσωπο. Δεν άλλαξαν φυσικά τα κριτήρια ιεράρχησης, αλλά η δυναμική του έρωτα έστειλε σε κατώτερη θέση τα υπόλοιπα πρόσωπα.
Η ερωτική πίστη δεν είναι κάτι το οποίο αλλάζει κάθε δευτερόλεπτο (εκτός κι αν συμβούν τραγικά πράγματα). Ωστόσο, για το διάστημα που η δέσμευση υπάρχει, είναι αντικειμενικά κακό να παραβιαστεί, συναισθηματικά ή σεξουαλικά η πίστη. Δηλαδή η δέσμευση αυτή μπορεί να λυθεί και έπειτα να αφεθεί ελεύθερος ο καθένας. Το ότι είναι μία δέσμευση οφείλεται, όπως είπαμε, σε πρακτικούς (που αναφέραμε στην αρχή) όσο και συναισθηματικούς λόγους (παρακάτω). Φυσικά είναι μια αυτοδέσμευση, η οποία βασίζεται στην ειλικρίνεια, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στην ένταση της ερωτικής σχέσης, όπως την αντιλαμβάνεται το κάθε μέρος. Ως αυτοδέσμευση συνίσταται στο παράδοξο ότι ενώ γίνεται ελεύθερα συνεπάγεται περιορισμό της (ερωτικής, αλλά και αγαπητικής) ελευθερίας του αυτοδεσμευόμενου. Εφόσον λοιπόν είναι αναγκαία η αυτοδέσμευση, και εφόσον η σύναψη ερωτικής σχέσης δεν είναι κάτι αόριστο δίχως νόημα, αλλά συνεπάγεται δικαιώματα και υποχρεώσεις και, τέλος, εφόσον η ερωτική σχέση είναι σχέση αποκλειστικότητας (είτε αυτό οφείλεται σε καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς και των δύο είτε σε μείγμα ιδιοτελών και ανιδιοτελών λόγων), τότε είναι αυτονόητο ότι ακόμη κι αν το Α άτομο, που είναι ερωτευμένο με το Β’, πάψει να είναι ερωτευμένο με το Β’, πρώτα πρέπει να δηλώσει τη λήξη της αυτοδέσμευσής του και ύστερα λ.χ. να συνευρεθεί με το Γ’ άτομο (τα ίδια ισχύουν και για την περίπτωση του γάμου). Και φυσικά δεν μιλάμε μόνο για την «παροχή» «δικαιώματος συνεύρεσης» (την αναφέρουμε συνεχώς ως παράδειγμα, διότι είναι ένα πράγμα που διαφοροποιεί την φιλία από το έρωτα) αλλά και για οτιδήποτε άλλο. Διαφορετικά, μόνο επιπόλαιο και ασυνεπές θα χαρακτηρίζαμε το άτομο που ενώ έχει αυτοδεσμευτεί, θεωρεί ότι «σε κάποια φάση δε νοιώθει ερωτευμένο» και δεν θεωρεί κακό να το απατά τον έρωτά του ή θεωρεί κακό να συνευρίσκεται μαζί με τον έρωτά του.
Επίσης, σχετικά με το ζήτημα της
ελευθερίας στην ερωτική αγάπη, έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι ακόμη και η εντελώς
ανιδιοτελής αγάπη (κάθε μορφής) καταργεί την ελευθερία αφού ο αγαπών σκλαβώνει
τον αγαπώμενο, έστω και δια της καλοσύνης (ποιοτικά διαφέρει αν η υποδούλωση
γινόταν μέσω βίας, αλλά πρακτικά συνεπάγεται το ίδιο). Επομένως οι αντιρρήσεις
ότι είναι ανάξια λόγου η αγάπη αυτής της μορφής προέρχονται από τον γνωστό ψηλομύτικο
ελιτισμό που δεν αντέχει, δεν υποφέρει να βλέπει την υποταγή σε μία ερωτική
σχέση. Το ζήτημα είναι λοιπόν ότι υπάρχει υποδούλωση του ενός στο θέλημα του
άλλου (εννοείται υπάρχει αμοιβαιότητα). Υποταγή, υπακοή, το ίδιο κάνει, εφόσον
μιλάμε για εθελούσια αυτοπαράδοση του ενός στον άλλον. Και μέσω της
υπακοής/υποταγής δεν χάνει ούτε ο ένας ούτε ο άλλος την στοιχειώδη ελευθερία του
να απορρίψει την ερωτική σχέση, αν αλλάξει γνώμη. Γιατί αν μιλάμε για την
ελευθερία γενικά, αυτή έχει χαθεί από την πρώτη στιγμή της έλξης ή του πόθου.
Πόσο ελεύθερο θα λέγαμε τον σίδηρο που μαγνητίζεται από το μαγνήτη; Εδώ να
τονίσουμε ότι (αναφορικά με το προηγούμενο παράδειγμα) δεν πρέπει να
ασχολούμαστε με τις συνήθεις αερολογίες και προβληματισμούς, αν ο έρωτας είναι
υποταγμένος στη φύση, στη ζωώδη κατάσταση, ενώ η φιλική αγάπη είναι υπέρβασή
της, διότι δεν είναι κακό ούτε η παραμονή/υποταγή στη φύση ούτε η υπέρβαση της
φύσης. Και τα δύο είναι φυσικά, και μάλιστα εδώ θα έπρεπε να κατηγορήσουμε
αυτούς που εισάγουν τώρα την έννοια της «(ανθρώπινης) φύσης» τι εννοούν με αυτήν
την τόσο γενικόλογη έννοια, ώστε να κρίνουν βάσει αυτής τι είναι καλό και τι
είναι κακό.
αγάπη ερωτική, ανισοβαρής.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει αγάπη ισότιμη ή ισοβαρής, δηλαδή αγάπη στην οποία και οι δύο ερωτευμένοι αγαπούν στον ίδιο περίπου βαθμό ο ένας τον άλλον. Μπορεί αρχικά να υπάρχει αυτή, όμως με τον καιρό μεταλλάσσεται σε ανισοβαρή αγάπη: ο ένας αγαπά περισσότερο τον άλλον και δένεται περισσότερο συναισθηματικά, ενώ ο άλλος παραμένοντας βέβαια ερωτευμένος με τον πρώτο, δεν νοιώθει τέτοια προσήλωση. Υπάρχει και η περίπτωση να υπάρχει εξαρχής ανισοβαρής αγάπη, ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου να αντιστραφεί η ανισότητα και ο αγαπών περισσότερο να αγαπά λιγότερο, ενώ ο αγαπών λιγότερο να αγαπά περισσότερο. Είτε ο περισσότερο αγαπών κουράζεται βλέποντας ότι δεν παίρνει όσα δίνει (ή όσα θέλει να δώσει ή όσα δίνει δίχως αντίκρισμα στην ψυχή του άλλου) και ψάχνει αλλού, είτε ο λιγότερο αγαπών δεν ικανοποιείται πλέον, τόσο, ώστε να ψάχνει κι αυτός αλλού, είτε συμβιβάζονται σε μια σχέση όπου υπάρχει ο περισσότερο αγαπών και ο λιγότερο αγαπώμενος. Κανείς δεν είναι ικανοποιημένος, αλλά ίσως λόγω συνήθειας ίσως λόγω φόβου, διατηρείται το status quo. Η πρώτη πάντως από τις τρεις περιπτώσεις είναι η πιο ενδιαφέρουσα: γιατί όταν ο λιγότερο αγαπών αντιληφθεί ότι ο περισσότερο αγαπών έχει κουραστεί και ψάχνει αλλού, είναι ενδιαφέρουν να δούμε πώς αντιδρά, αν αδιαφορεί ή αν δεν αδιαφορεί. (18/7/2006)
αγάπη ερωτική, κτητική.
Πολλές φορές βλέπουμε δύο ανθρώπους (άντρες ή γυναίκες) να συγκρούονται για την ερωτική εύνοια ενός τρίτου ανθρώπου (γυναίκας ή άντρα, αντίστοιχα). Ο ένας κερδίζει, αλλά τότε δεν είναι σπάνια η διαπίστωση ότι αυτό που ήθελε ήταν απλώς να κατέχει τον τρίτο άνθρωπο μόνο και μόνο για να κατέχει «κάτι»· υπάρχει επίσης η διαπίστωση ότι το τρίτο άτομο, το «έπαθλο», «δεν μπορεί να θέλει» ό,τι θέλει ο «νικητής» κι επομένως η επιτυχής διεκδίκηση ήταν – τουλάχιστον για τον νικητή – μια ανοησία λόγω εκείνου του φόβου απώλειας ενός «κτήματος», το οποίο βέβαια δεν το έχει σε πρώτη μοίρα – επειδή έχει δει τις δυνατότητές του – αλλά λόγω του στιγμιαίου ανταγωνισμού τού έδωσε μεγαλύτερη αξία. Αυτά φυσικά προϋποθέτουν ότι η ερωτική αγάπη δεν είναι ανιδιοτελής· πράγματι δεν είναι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει μονόπλευρη ερωτική αγάπη, δηλαδή αγάπη μόνο του ενός προς τον άλλον. Αν ο αγαπώμενος δεν αγαπά, τότε ο αγαπών σταδιακά παύει να αγαπά (ερωτικώς) τον αγαπώμενο. (18/7/2006)
Η ερωτική αγάπη μόνο κτητική μπορεί να είναι. Γιατί κανείς δεν ερωτεύεται κάποιον απλώς επειδή αυτός ο άλλος είναι άνθρωπος. Τον ερωτεύεται επειδή του αρέσει κι επειδή θέλει να χρησιμοποιήσει για τον εαυτό του την ποιότητα αυτή - χωρίς αυτό να αποκλείει την πίστη και σκέψη ότι κι ο ίδιος θα χρησιμεύσει θετικά στον άνθρωπο τον οποίο ερωτεύτηκε. Όντας - σε αντίθεση με άλλες μορφές αγάπης - η κορύφωση της απαίτησης για "συνταίριασμα" χαρακτήρων, θελήσεων, ακόμη και σωμάτων, η ερωτική αγάπη συνίσταται στην απαίτηση αποκλειστικής αφοσίωσης και αναγνώρισης από τη μεριά του άλλου. Σε μια τέτοια κατάσταση δεν χωράν για πολύ αποκλίσεις για χάρη τρίτων. Η αγάπη είναι το πιο εγωιστικό πράγμα στον κόσμο, αφού ο αγαπών επιδιώκει να κυριαρχεί στην καρδιά και στο νου του/της αγαπημένου/νης του ως το πιο επιθυμητό πρόσωπο. Καταστάσεις "χλιαρές" είτε καταλήγουν σε διάλυση της ερωτικής αγάπης είτε δεν είναι πλέον αγάπη ερωτική, αλλά απλώς φιλική, δηλαδή κατώτερης προσέγγισης.
αγάπη ερωτική, η τυχαιότητα και η ματαιότητά της.
Αυτό που μένει κυρίως από την ταινία
Τρέξε, Λόλα, τρέξε είναι
δύο στιχομυθίες του ζευγαριού, οι οποίες εκφράζουν την απόλυτη αλήθεια σχετικά
με την «αιωνιότητα» και «νομοτέλεια» μιας σχέσης. Στην πρώτη
στιχομυθία η κοπέλα ρωτά το φίλο της εάν την αγάπησε τυχαία, εάν δηλαδή θα έλεγε
τα ίδια και σε μιαν άλλην, την οποία θα είχε συναντήσει και αγαπήσει αντί αυτής.
Ο φίλος της αρνείται την τυχαιότητα και υποστηρίζει με σθένος ότι την αγαπάει
επειδή του το διατάζει η καρδιά του· και γενικά θεωρεί χαζή την ερώτησή της,
ωστόσο η κοπέλα είναι σίγουρη πως ήταν ζήτημα τύχης όλα κι επομένως οι όρκοι
αγάπης και οι εκδηλώσεις λατρείας προς αυτήν την συγκεκριμένη είναι ψεύτικοι
αφού θα έλεγε τους ίδιους σε οποιαδήποτε θα είχε ερωτευτεί αντ’ αυτής. Στην
δεύτερη στιχομυθία ο άντρας ρωτά την κοπέλα του τι θα γινόταν εάν αυτός πέθαινε·
της λέει ότι αυτή θα έκλαιγε για κάποιο διάστημα κι έπειτα θα έβρισκε ένα καλό,
συμπαθητικό παιδί στο οποίο θα ένοιωθε ότι θα μπορούσε να λέει τον πόνο της και
κάποια μέρα θα έπεφτε αυθόρμητα στην αγκαλιά του και θα ξέχναγε οριστικά τον
πεθαμένο φίλο της. Η κοπέλα το αρνείται, του λέει επίσης ότι είναι χαζή ερώτηση·
κι όταν αυτός επιμένει ότι έτσι θα γινόταν, αν ο ίδιος πέθαινε, αυτή του απαντά
– αποφεύγοντας να συμφωνήσει ρητά – «δεν πέθανες όμως ακόμη».
Είναι εντελώς τυχαία, γιατί χρειάζονται πολλοί παράγοντες ώστε να πέσουν οι δήθεν αδελφές ψυχές η μία στην άλλη. Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε τις συμπτώσεις στον τόπο ή στο χρόνο συνάντησης· είναι ευνόητες. Ωστόσο είναι ψυχολογικά αναγκαίο («ζωτικό ψεύδος» θα λέγαμε, και αυτό δεν το εννοούμε με την έννοια της ηθικής προσταγής εξ ημών, αλλά με την έννοια του τι γίνεται στην πράξη) να μην παραδέχεται ούτε ο ένας στον άλλον ούτε στον εαυτό του αυτήν την τυχαιότητα, διότι αυτόματα υποβαθμίζεται η σχέση: η τυχαιότητα συνεπάγεται έλλειψη νοήματος (και γενικά αλλά και) στη σχέση από την μεριά αυτού που το παραδέχεται στον εαυτό του, ενώ αντίστοιχα αυτός ο οποίος νοιώθει ότι τυχαία επιλέχθηκε από τον σύντροφό του νοιώθει απαξιωμένος ως απρόσωπο «σκεύος ηδονής», ως ρόλος που παίζεται κι από άλλους/ες αν χρειαστεί, ως μη ιδανικός άρα όχι (σε ύψιστο βαθμό) ποθητός και μη αναντικατάστατος.
Επίσης η ερωτική σχέση είναι εντελώς παροδική κι αυτό αποδεικνύεται απ’
το ότι μόλις εκλείψει (είτε λόγω χωρισμού είτε λόγω θανάτου) ο ένας, τότε ο
άλλος, αφού κοπάσουν οι θρήνοι, σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται κι ότι δεν
μπορεί να θρηνεί για πάντα: έτσι όμως δείχνει – όσο κι αν δεν θέλει να το
παραδεχτεί – ότι αποφασίζει να τον γράψει κανονικά τον άλλον και να κοιτάξει την
ιδιοτελή αυτοσυντήρησή του, παρ’ όλες τις ρομαντικές απόψεις περί ανιδιοτελούς
ερωτικής αγάπης. Φυσικά, κανείς δεν θέλει να το παραδεχτεί αυτό ούτε στον εαυτό
του ούτε στον σύντροφό του· στον εαυτό του, διότι θα ένοιωθε άσχημα, ως χυδαίος
(ενώ είναι ιδιοτελής και άρα «χυδαίος», όσο κι αν δεν θέλει να το ξέρει), και
στον σύντροφό του, γιατί θα τον πίκραινε, με αποτέλεσμα η σχέση να κινδύνευε, αφού κι εδώ ο σύντροφός του θα ένοιωθε ως απρόσωπος ρόλος που
ξεπερνιέται κι όχι ως μοναδικός κι αναντικατάστατος.
Γεγονός είναι ότι μερικά πράγματα γίνονται και δεν λέγονται· και δεν
πρέπει να λέγονται. Και σ' αυτήν την περίπτωση η αυτοσυνειδησία βλάπτει την
πράξη, κι έτσι αναμένεται να συνεχίσει να είναι και στο μέλλον. Η τυχαιότητα και
η παροδικότητα της ερωτικής αγάπης θα εξορκίζονται και θα αποκρούονται, όσο κι
αν είναι ακριβώς τα πιο πραγματικά της στοιχεία. (4/1/2007)
αγαπολογία σκόρπια.
- Εἶναι ἡ ἀγάπη τὸ ἀνώτερο πρᾶγμα στὸν κόσμο; Ἡ ἐξύμνησή της μήπως εἶναι λάθος; Νομίζουμε ὅτι ὅποιος ἀγαπᾶ εἶναι καλός κι ὅτι ἡ ἀγάπη ἐξημερώνει κι ἐκπολιτίζει. Καὶ οἱ ἐγκληματίες ὅμως ἀγαποῦν. Ὅλοι ἀγαποῦν κάτι. Δὲν εἶναι ὅλοι καλοὶ ὅμως. Στὸ τέλος δὲν ἔχει σημασία ἑπομένως ἂν ἀγαπᾶμε, ἀλλὰ τί ἀγαπᾶμε.
- ὅ,τι ἀγαπᾶμε μᾶς φαίνεται ὡραῖο ἢ ὅ,τι μᾶς φαίνεται ὡραῖο τὸ ἀγαπᾶμε; Ἡ ὀμορφιὰ δίνει τὸ ἔναυσμα γιὰ τὴν ἀγάπη, ἂν καὶ ὄχι πάντα. Ὡστόσο ὅ,τι ἀγαπᾶμε μᾶς φαίνεται, στὸ τέλος, ὡραῖο, ὅσο κι ἂν στοὺς ἄλλους φαίνεται ἄσχημο.
- μπορεῖ ἡ ἀγάπη νὰ νικήσει τὸ θάνατο; Στὰ λόγια ναί. Γιατὶ μὲ τὸ θάνατο τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυό (κι ὁ θάνατος μπορεῖ νὰ ἔχει ἁπλῶς τὴ μορφὴ τοῦ χωρισμοῦ, ὄχι ἀπαραίτητα τοῦ βιολογικοῦ τέλους) ὁ ἄλλος ἀγαπᾶ τὶς ἀναμνήσεις του, ἕνα φάντασμα τοῦ ὁποίου τὴ μορφὴ συνεχῶς διαμορφώνει μὲ τὰ χρόνια, μιὰ φανταστικὴ μαριονέτα, ἀπὸ τὴν ὁποία δύσκολα κανεὶς ξεχωρίζει τί εἶναι πραγματικὸ (τί ἦταν τὸ πρόσωπο ποὺ χάθηκε) καὶ τί ψεύτικο. Ἡ ἀγάπη ἐν τῇ ἀπουσίᾳ γιὰ ἕνα πρόσωπο ποὺ δὲ θὰ ξανάρθει εἶναι πάντα ἡ ἀγάπη γιὰ ἕνα πρόσωπο ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ καί, ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, τόσο πιὸ πολύ, ἠθελημένα ἢ μή, ἀγαπᾶμε κάποιον ποὺ δὲν ὑπῆρξε παρὰ ἐλάχιστα. Στὰ λόγια μόνο λοιπὸν ἡ ἀγάπη νικᾶ τὸν θάνατο. Δηλαδὴ στὴ θέληση τῶν ἀγαπώμενων νὰ εἶναι μαζὶ γιὰ πάντα. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ νικήσει ὁ θάνατος. Μόνο ἡ διαφοροποίηση τῆς θέλησής τους μπορεῖ. Γιατὶ κι ἡ θέληση δὲν εἶναι παρὰ μιὰ λέξη κενή, ποὺ ἀλλάζει περιεχόμενο κάθε στιγμή. (27/7/2007)

* * *
ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΘΥΡΑΘΕΝ:
είναι πολύ ενδιαφέρουσα η διαφορά στους τρόπους με τους οποίους η θεολογία και ο
αθεϊσμός χρησιμοποίησε τον αγνωστικισμό, την δήλωση αδυναμίας εύρεσης της
γνώσης, ώστε να προωθήσει ο καθένας τα ιδεολογικά συμφέροντά του.
Η
θεολογία υπερασπίστηκε έναν θεολογικό αγνωστικισμό, ο οποίος καταπολεμά την
δυνατότητα έλλογης, δηλαδή αυτόνομης ανθρώπινης γνώσης για το Θεό, με σκοπό να
κρατήσει τον Θεό και την πίστη μακριά από κάθε επικίνδυνη επαφή με την κριτική
του Λόγου. Το χαρακτηριστικότερο και πιο εκλεπτυσμένο παράδειγμα είναι η
ορθόδοξη χριστιανική θεολογία: ο Θεός είναι άγνωστος ως «ουσία» («φύση»), αλλά
μπορεί και γίνεται γνωστός ως «ενέργειες». Έτσι αφήνεται ένα παράθυρο μεν στον
άνθρωπο να ξέρει ότι «κάτι υπάρχει», ωστόσο ο Θεός ως «υπέρλογος» και ουσία
απρόσιτη ολότελα, ήταν αδύνατο να γίνει αντικείμενο κριτικής, εξέτασης άρα
(ενδεχομένως και) αμφισβήτησής Του από την ανθρώπινη λογική.
Η
απόλυτη εκλέπτυνση του ορθόδοξου «αγνωστικισμού» διαφαίνεται από το γεγονός ότι
στην δυτική Ευρώπη, ο Καθολικισμός μη δεχόμενος τη διάκριση μεταξύ «ενεργειών»
και «ουσίας» του Θεού, κατέληξε σε έναν απόλυτο αγνωστικισμό, τύπου Πρωταγόρα.
Κατά ειρωνεία της τύχης, ο απόλυτος αγνωστικισμός, αλληλεπιδρώντας με τις
οικονομικοκοινωνικές συνθήκες «έσμπρωξε» στο προσκήνιο τον θύραθεν αγνωστικισμό
του αθεϊσμού.
Αντίθετα
ο αθεϊσμός υπερασπίστηκε έναν θύραθεν αγνωστικισμό, ώστε να τονίσει την αδυναμία
έλλογης, άρα άξιας αποδοχής, γνώσης του Θεού· κι αυτό το έκανε, όχι για να
προστατεύσει το Θεό από τα βέλη της κριτικής, αλλά για να δηλώσει ότι δεν μπορεί
να περιμένει κανείς τίποτα από κάτι άγνωστο και απροσδιόριστο άρα και ανύπαρκτο:
κι έτσι να κατοχυρώσει την αυτοτέλεια της έλλογης θύραθεν Γνώσης έναντι της
θεολογικής. Γράφει χαρακτηριστικά ο Φρειδερίκος Νίτσε (Λυκόφως των ειδώλων):
«Ο αληθινός κόσμος – απρόσιτος; Σίγουρα. Και αφού είναι απρόσιτος είναι και
άγνωστος. Κατά συνέπεια, δεν παρηγορεί, δεν λυτρώνει, δεν επιβάλλει καμμία
υποχρέωση: πώς είναι δυνατόν να μας επιβάλλει κάποια υποχρέωση κάτι άγνωστο; Ο
"αληθινός κόσμος" – μια ιδέα που δεν χρησιμεύει πια σε τίποτε, που δεν
υποχρεώνει πια για τίποτε – μια ιδέα που ‘χει γίνει άχρηστη και περιττή – άρα
μια ιδέα που έχει απορριφτεί: ας την καταργήσουμε!»
Ενδιαφέρον είναι ότι ο πρωταρχικός αγνωστικισμός, του Πρωταγόρα ήταν απόλυτος.
Δεν μπορούσε να γνωρίζει αν υπάρχουν θεοί ο φιλόσοφος αυτός. Δεν μπορούσε να πει
τίποτα γι’ αυτούς, τόσο την πιθανότητα ύπαρξης όσο και τα χαρακτηριστικά τους,
εάν αυτοί υπήρχαν. Ενώ αργότερα σχεδόν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι
(Επίκουρος, Πλάτων, Αριστοτέλης) απάντησαν ότι μπορούμε να ξέρουμε αν ο Θεός
έχει αυτά ή τα άλλα χαρακτηριστικά, δηλαδή παραμέρισαν τον αγνωστικισμό στο
ζήτημα της μεταφυσικής, ο αγνωστικισμός ως θεωρητικό χρήσιμο πολεμικό «βοήθημα»
επανήλθε δριμύτερος στην χριστιανική εποχή, τόσο στα χέρια των θεολόγων όσο και
των αθεϊστών.
Η
συνάφεια μεταξύ του θεολογικού αγνωστικισμού και του νεωτερικού αθεϊστικού
αγνωστικισμού (δηλαδή η α-συνάφεια νεωτερικού αθεϊστικού αγνωστικισμού και
αρχαίου πρωταγόρειου αγνωστικισμού) διαφαίνεται από την κατάληξη του κειμένου
του Φρ. Νίτσε: «Ο αληθινός κόσμος – τον καταργήσαμε: ποιος κόσμος έμεινε; Μήπως
ο φαινομενικός;... Αλλά όχι! Μαζί με τον αληθινό κόσμο εξαλείψαμε και τον
φαινομενικό!»
(17/7/2006).
Η δισημία
του αγνωστικισμού έγκειται λοιπόν ακριβώς ότι μπορεί να χρησιμεύσει τόσο για την
καταξίωση ή και για την απαξίωση της έννοιας στην οποία αναφέρεται. Για την
καταξίωση χρησιμεύει, όταν καθιστά την έννοια υπέρλογη, ενώ για την απαξίωση,
όταν την καθιστά πρακτικά αδιάφορη. Γιατί, όσο κι αν δεν φαίνεται αυτό, στην
δεύτερη περίπτωση, όταν ισχυριζόμαστε ότι κάτι είναι αδύνατον να γνωσθεί,
ταυτοχρόνως είναι σα να λέμε ότι μπορούμε να ζήσουμε και δίχως αυτό, δίχως την
παρουσία του.
Μάλιστα η αμφισημία του
αγνωστικισμού κάνει δυνατό άλλο ένα, ακόμη πιο ενδιαφέρον, παιχνίδι ανάμεσα στην
Εκκλησία και στους θεϊστές Διαφωτιστές.
Οι δεύτεροι, προκειμένου να
αμφισβητήσουν την αυθεντία της ιεραρχίας της (δυτικής) Εκκλησίας, υποστήριζαν
ότι οι ιδιότητες και η βούληση του Θεού είναι ανεξιχνίαστες. Πράγματι από έναν
ανεξιχνίαστο Θεό δεν μπορούν να αντληθούν συγκεκριμένες δεσμευτικές επιταγές
και, επομένως, δεν μπορούν κάποιοι (εδώ: η Εκκλησία) να ισχυρίζονται ότι
δικαιούνται να απαιτούν, ως τοποτηρητές του Θεού, την εφαρμογή αυτών των
επιταγών. Έτσι οι Διαφωτιστές απελευθερώνονται από την κυριαρχία της Εκκλησίας
μετασχηματίζοντας την έννοια του Θεού, ώστε ο τελευταίος να είναι ανεξιχνίαστος
και να μη δίνει καμμία εντολή. Όταν όμως οι Διαφωτιστές ήθελαν – στον αγώνα τους
για την ανατίμηση της Φύσης και την αποκατάσταση των αισθητών – να αρνηθούν το
«προπατορικό αμάρτημα» ή την «κόλαση» των αμαρτωλών, τα οποία κήρυττε ο
Χριστιανισμός αποκτώντας μέσω αυτών κοινωνική κυριαρχία, ισχυρίζονταν ότι ο Θεός
είναι πανάγαθος και καλός, κι επομένως δε θα μπορούσε ποτέ να βασανίζει
ανθρώπους εις τους αιώνας των ανθρώπων ούτε να μεταχειρίζεται το κακό και το
προπατορικό αμάρτημα για να πραγματώσει τα προαιώνια σχέδιά του. Δηλαδή όποτε
συνέφερε τους Διαφωτιστές, αυτοί ήξεραν τις ιδιότητες του Θεού, συγκεκριμένα ότι
μια από αυτές είναι η καλοσύνη, ενώ όποτε τους συνέφερε αλλιώτικα, τότε
ήξεραν ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε καμμία ιδιότητα του Θεού. Αυτές οι
δύο, αντιφατικές, αν εξεταστούν ταυτόχρονα, αντιλήψεις των ίδιων ανθρώπων είναι
αποτέλεσμα της πολεμικής χρησιμοποίησης της ιδέας του Θεού (π.χ. αντιφατικές
απόψεις για το ζήτημα αυτό: Bayles,
Oeuvres Diverses,
III,
214-5, και ΙΙΙ, 812, 824, 846 καθώς και IV
59· Βολταίρος, Oeuvres completes,
XVIII,
359, και ΙΧ, 460 καθώς και VIII,
176· Ρουσσώ, Oeuvres Completes,
IV,
565, 599, και IV,
588-9, 591-2).
Την ίδια όμως πολεμική
χρησιμοποίηση της ιδέας του Θεού έκανε (πολύ πριν τους αντικληρικαλιστές θεϊστές
Διαφωτιστές) και κάνει ο Χριστιανισμός, μόνο που την κάνει κατ’ αντίστροφο
τρόπο. Ενώ οι Διαφωτιστές αρνούνταν τη δυνατότητα γνώσης για τις ιδιότητες του
Θεού ώστε να μην προκύπτουν από αυτές συγκεκριμένες ηθικές επιταγές κι έτσι να
μην δικαιώνεται η εξουσία-αυθεντία των επίγειων ερμηνευτών-τοποτηρητών του Θεού,
ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται ότι οι ιδιότητες αυτές είναι γνωστές (π.χ. «ο Θεός
είναι αγάπη») και επομένως προκύπτουν συγκεκριμένες ηθικές και λατρευτικές
επιταγές για τους ανθρώπους, την λειτουργία και τον συντονισμό των οποίων
αναλαμβάνει η Εκκλησία. Αλλά, επίσης αντιφατικά, προκειμένου για να εξηγήσει την
αιτία του κακού στον κόσμο (π.χ. γιατί υποφέρουν τα μικρά παιδιά, γιατί γίνονται
σεισμοί κ.λπ.), ο Χριστιανισμός καταφεύγει στο «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου»,
το οποίο βέβαια έρχεται σε αντίφαση με την γνώση ενός αγαπητικού Θεού· ένας
τέτοιος Θεός δεν έχει άγνωστες βουλές, αλλά βουλές οι οποίες καθοδηγούνται (άρα
γίνονται γνωστές) από τον «κανόνα» της αγάπης.
Βλέπουμε δηλαδή ότι, με τη βοήθεια του αγνωστικισμού, η χρησιμοποίηση του Θεού γίνεται επιλεκτικά, από Χριστιανούς και Αντιχριστιανούς, ώστε να καλύπτονται τα κενά της κοσμοθεωρίας του καθενός και ταυτόχρονα να αντικρούονται οι αντιλήψεις του αντιπάλου.
Μπορούμε να πούμε ότι
ο αγνωστικισμός, ως θεωρία, είναι ένας «αδύναμος αθεϊσμός»; Από την άποψη των
πεπεισμένων αγνωστικιστών, αυτών που θέλουν να έχουν κάποια αυτοτέλεια μεταξύ
πιστών και άπιστων, δεν είναι. Από την άποψη των πεπεισμένων αθέων, είναι·
επίσης είναι βήμα προς την αλήθεια του υλισμού. Από την μεριά των πιστών ο
αγνωστικισμός ως θεωρητική στάση μάλλον πρέπει να θεωρηθεί παιδική στάση. Ωστόσο
ο αγνωστικισμός διόλου δεν χρειάζεται, στο θεωρητικό επίπεδο, να αποτελεί
απαραίτητα βήμα προς την πίστη ή την απιστία κι άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί
«αδύναμος αθεϊσμός». Μπορεί να παραμένει εκεί, ως άρνηση επιλογής της μίας από
των δύο πίστεων («υπάρχει» και «δεν υπάρχει» Θεός). Μπορεί και όχι· λ.χ. είναι
δυνατόν αγνωστικιστές πεπεισμένοι για την αδυναμία γνώσης για τα έσχατα
ερωτήματα να επιλέξουν την πίστη ή την απιστία (και όταν το κάνουν, το κάνουν
λόγω αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας). Βέβαια η επίγνωση της αδυναμίας γνώσης για τα
έσχατα ζητήματα κάνει συνήθως ελκυστική την άποψη ότι πρέπει να αποφασίσει η
«δόξα» αντί της (ανύπαρκτης) γνώσης. Επίσης ορισμένες φορές είναι αδύνατο να
τηρηθεί μη αντιφατική αγνωστικιστική στάση. Λ.χ. δεν γίνεται να υπάρξει
αγνωστικιστής ο οποίος απορρίπτει ταυτόχρονα και την υπόθεση ότι η ζωή
δημιουργήθηκε από μη ζωή και την υπόθεση ότι η ζωή μόνο από ζωή
δημιουργείται, γιατί όταν υπάρχουν μόνο οι Α και (-Α) θέσεις, είναι αδύνατη η
απόρριψη και των δύο: όποιος απορρίπτει την Α θέση, αναγκαστικά (εφόσον δεν
υπάρχει εναλλακτική πλην της (-Α)) αποδέχεται την (-Α) θέση, την οποία όμως, ως
συνεπής αγνωστικιστής, οφείλει αναγκαστικά επίσης να απορρίψει. Άλλο θέμα βέβαια είναι η πρακτική στάση του
αγνωστικιστή· γιατί μπορεί κανείς να δηλώνει θεωρητικά τέτοιος, αλλά – κι εδώ
έχουν δίκαιο οι αθεϊστές αλλά και όσοι θρησκευόμενοι κατηγορούν τους
αντιχριστιανούς ότι κρύβονται πίσω από έναν δήθεν αγνωστικισμό – πρακτικά δεν ασχολείται με τις εκκλησιαστικές τελετές κ.ο.κ. Έτσι μάλλον θα πρέπει να κάνουμε διαχωρισμό του αγνωστικιστή σε
«αδιάφορο» για τη μεταφυσική, ο οποίος είναι πρακτικά άθεος, και σε
ενδιαφερόμενο για την ενδεχόμενη ύπαρξη μεταφυσικής. Μια άλλη διάκριση μπορούμε
να κάνουμε μεταξύ του αγνωστικιστή ο οποίος αναγνωρίζει τη σημασία της απάντησης
στο μεταφυσικό πρόβλημα, αλλά υποστηρίζει ότι είναι αδύνατον να βρεθεί
απάντηση, και του αγνωστικιστή ο οποίος δεν αναγνωρίζει τη σημασία της απάντησης
στο μεταφυσικό πρόβλημα, όσο κι αν υποστηρίζει και αυτός ότι είναι αδύνατον να
βρεθεί λύση. (25/2/2007).
* * *
ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ:
Οι πρόοδοι των φυσικών επιστημών, ειδικά στο χώρο της μικροφυσικής οδήγησαν σε
μια αμφισβήτηση των λογικών αρχών: τόσο της αρχής της ταυτότητας (π.χ. εφόσον
ανάμεσα στα απειροελάχιστα κλάσματα του δεπτερολέπτου, κατά τα οποία και μόνο
μπορεί να παρατηρηθεί ένα σωματίδιο, παρεμβάλλονται μεγάλα διαστήματα εξαφάνισής
του, θα μπορούσαμε να διαβεβαιώσουμε ότι αυτό είναι ίσο με τον εαυτό του, όταν
και η ίδια η ύπαρξή του δεν είναι κάτι το αυτονόητο;), όσο και της αρχής της του
αποκλειόμενου τρίτου μέσου (ανάμεσα στις δύο αντιφατικές προτάσεις α) τα
σωματίδια υπάρχουν και β) τα σωματίδια δεν υπάρχουν, ο νους δεν μπορεί να
απορρίψει τη μία ως ψευδόμενη και να δεχτεί την άλλη ως αληθινή, οπότε μόνο
πιθανολογικά μπορούμε να αποφανθούμε), και της αρχής της αιτιότητας
(παρατηρώντας ένα φαινόμενο το επηρεάζουμε). Είναι όμως τόσο απλά τα πράγματα;
Η
αδυναμία μας να έχουμε σαφή και αδιαφιλονίκητη γνώση σε ορισμένα θέματα της
μικροφυσικής δεν αποδεικνύει τόσο την ανεπάρκεια των λογικών αρχών όσο τις
δυσκολίες που συναντά η επιστήμη (π.χ. τα εργαστηριακά μας όργανα) στην
προσπάθειά της να κατακτήσει γνωστικά έναν τομέα του επιστητού. Αν τα σωματίδια
υπάρχουν πραγματικά, τότε ασφαλώς είναι ίσα με τον εαυτό τους – όποιος κι αν
είναι αυτός – ή με το σύνολο των γνωρισμάτων τους – όποιο κι αν είναι αυτό.
Επίσης η πιθανολογική αντιμετώπιση της αντίφασης (υπάρχουν – δεν υπάρχουν τα
σωματίδια) δεν οδηγεί κατ’ ανάγκη στην απόρριψη της αρχής του αποκλειόμενου
τρίτου μέσου, αλλά επιβεβαιώνει απλώς την (προσωρινή ή οριστική) αδυναμία της
επιστήμης να αποφανθεί με βεβαιότητα υπέρ της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας των
σωματιδίων. Η αρχή του αποκλειόμενου τρίτου θα κλονιζόταν – και μαζί της η αρχή
της αντίφασης – μόνο στην περίπτωση που η ύπαρξη και η ανυπαρξία των σωματιδίων
θα οδηγούνταν από την επιστήμη σε συμβιβασμό και θα θεωρούνταν ότι ισχύουν
ταυτόχρονα στην αντικειμενική πραγματικότητα. Αλλά κάτι τέτοιο ούτε έχει
διαπιστωθεί ούτε το υποστηρίζει κανείς σοβαρά. Επιπλέον είναι λάθος να γίνεται
σύγχυση ανάμεσα στην αιτιότητα και τον ντετερμινισμό. Ο ντετερμινισμός δέχεται
ότι τα ίδια αίτια οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα σύμφωνα με σταθερούς νόμους που
επιτρέπουν την πρόβλεψη των φαινομένων. Η αιτιότητα, αντίθετα, περιορίζεται να
δεχτεί ότι κανένα αποτέλεσμα δεν μπορεί να προέκυψε αναίτια, αλλά έχει
οπωσδήποτε την εξήγησή του, άσχετα αν η επιστήμη αδυνατεί να τη συλλάβει και να
τη διατυπώσει.
Η κριτική λοιπόν των λογικών αρχών αποδεικνύει όχι ότι αυτές είναι λανθασμένες, αλλά ότι αυτές είναι απλώς ανεφάρμοστες εκεί όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα εμπειρικής (στη μικροφυσική) ή αποδεικτικής (στα μαθηματικά) επαλήθευσής τους. Είναι σόφισμα το να παρουσιάζουμε την απροσδιοριστία σαν λογική κατηγορία, ενώ πρόκειται για την ψυχολογική στάση ενός υποκειμένου που δεν μπορεί να πάρει απόφαση, γιατί δεν του προσκόμισαν τα απαραίτητα δεδομένα ή γιατί το πρόβλημα έχει τεθεί λανθασμένα. Επομένως οι λογικές αρχές δεν παύουν να ισχύουν, αλλά εκλεπτύνεται η διατύπωσή τους. Λ.χ. η αρχή της ταυτότητας και η αρχή της αντίφασης επαναδιατυπώνονται ως εξής: ταυτόχρονα και ως προς το ίδιο σημείο αναφοράς δεν είναι δυνατόν κάτι να ισχύει και να μην ισχύει, επαναδιατύπωση που.. είχε διατυπωθεί είκοσι πέντε αιώνες πριν, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, από τον Πλάτωνα, πριν οι μεταμοντέρνοι αρχίσουν τις χαοτικές σοφιστείες. (4/1/2007)
Αναφορικά με την τυχαιότητα, η οποία δήθεν αντικρούει την αρχή της αιτιότητας,
πρέπει να σκεφτούμε τι είναι το τυχαίο και μήπως συγχέουμε ορισμένες έννοιες.
Είναι άλλο πράγμα το ανεξήγητο κι άλλο πράγμα το μη προβλέψιμο. Με αυτή την
έννοια, η τυχαιότητα είναι η συνάντηση ή συνδυασμός γεγονότων που ανήκουν σε
αιτιώδεις σειρές ανεξάρτητες μεταξύ τους. Το τυχαίο, ή μάλλον αυτό που μας
φαίνεται τυχαίο και δίχως αιτία, δεν συνεπάγεται κάποια απροσδιοριστία και
έλλειψη λογικής εξήγησης. Το μόνο που δηλώνει είναι ότι δεν γνωρίζουμε όλους
τους νόμους ούτε όλες τις αιτιώδεις σειρές. Η πολλαπλότητα των παραγόντων και η
πολυπλοκότητα των νόμων που οδηγούν βάσει της αρχής της αιτιότητας σε ένα
«τυχαίο» γεγονός, συνεπάγεται την άγνοιά μας για ορισμένους από αυτούς. Έτσι,
λανθασμένα θεωρούμε ακατανόητο και τυχαίο και δίχως αιτία όποιο γεγονός στην
πραγματικότητα υπακούει μεν στην αιτιότητα αλλά λόγω της πολυπλοκότητας των
παραγόντων που το καθορίζουν και του πεπερασμένου της ανθρώπινης γνώσης μάς
φαίνεται δίχως αιτία.
Αναφερθήκαμε πριν στον ντετερμινισμό. Η απόλυτη απόδειξη (ή
κατάρριψη) του ντετερμινισμού θα ήταν δυνατή μόνον εάν, έχοντας γνωρίσει όλους
τους νόμους κι όλες τις αιτίες όλων, επαναλαμβάνονταν τα ίδια ακριβώς πράγματα
σε όλο το σύμπαν, ακριβώς όπως θα το προβλέπαμε. Αυτό όμως δεν γίνεται, δεν
είναι δηλαδή δυνατή η ανασύσταση των συνθηκών του «πειράματος», διότι απλούστατα
ποτέ δεν επαναλαμβάνονται ακριβώς τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο και στον
ίδιο χρόνο στο σύμπαν. Επομένως (στην προσπάθεια να γίνει κριτική στην
αιτιότητα) η μομφή κατά του ντετερμινισμού είναι μομφή κατά ενός αχυράνθρωπου.
(6/1/2007)
* * *
ΑΛΗΘΕΙΑ:
-μποροῦμε νὰ τὴ γνωρίσουμε; Ἂν ἀπαντήσουμε ἀρνητικά, τότε δὲν ἐμπιστευόμαστε τὶς αἰσθήσεις ἢ/καὶ τὴ λογική μας. Δὲν ἔχει νόημα νὰ ψάχνουμε, κι ὅ,τι βρήκαμε ὣς τώρα εἶναι φάντασμα, δικό μας δημιούργημα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀρνηθοῦμε στὴν λογικὴ καὶ στὶς αἰσθήσεις μας τὴ δυνατότητα νὰ ἀνακαλύπτουν τὴν ἀλήθεια, δὲν ἔχει νόημα νὰ μιλᾶμε γιὰ τίποτε.
-Ἡ ἔλλειψη τῆς λήθης; Ἡ μνήμη δηλαδή; Ἀλλὰ τί μένει τελικὰ καὶ τί σχέση ἔχει αὐτὸ μὲ τὸ πραγματικὸ γεγονός; Μένει πιθανὸν ἡ παραποίηςή του κι ὄχι τὸ γεγονὸς καθεαυτό. Ἄρα ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἡ μνήμη.
-κοινὴ ἢ ὄχι; Ὑπάρχουν πράγματα ποὺ εἶναι ἀληθινὰ μόνο γιὰ ἐμᾶς. Γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο εἶναι ἀνύπαρκτα ἢ ἀναληθῆ. Δὲν μποροῦμε ν’ ἀποδείξουμε ὅτι φάγαμε τὸ τάδε φαγητὸ πρὶν ἕνα χρόνο ἀκριβῶς. Ὡστόσο εἶναι μιὰ πραγματικότητα, ποὺ ἁπλῶς μποροῦν νὰ τὴν πιστέψουν. Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιὰ πράγματα, στὰ ὁποῖα μετέχουμε ὅλοι ἢ σχεδὸν ὅλοι πότε-πότε, δὲν γίνεται νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινὴ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ μετοχὴ σὲ κάτι κοινὸ καὶ δὲ μπορεῖ νὰ δώσουμε πρωταρχικὴ σημαςία στὸ μερικό. Ὄχι ὅτι τὸ μερικὸ δὲν παίζει κι ἐδῶ τὸν ῥόλο του, ἀλλὰ ζητᾶμε ὅ,τι ἔχει καθολικὴ ἰσχύ. Ὅ,τι εἶναι κοινὴ διαπίστωση καὶ συναίσθηση.
-τμήμα της κατέχει ο καθένας; Μπορεῖ πράγματι ὁ καθένας νὰ συνεισφέρῃ στὴν ἀνεύρεση τῆς κοινῆς ἀλήθειας, φωτίζοντας ἕνα τμῆμα τῆς πραγματικότητας, ποὺ δίχως αὐτὸν δὲ θὰ παρατηροῦνταν. Ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ἡ ἐξαίρεση τοῦ κανόνα, καὶ νὰ μὴν λέει τίποτα ἡ περίπτωςή του. Μπορεῖ κάποιος νὰ εἶναι κάτοχος σχεδὸν ὅλης τῆς ἀλήθειας, ἢ νὰ ἔχει κατανοήσει τὰ πιὸ οὐσιώδη πράγματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἡ ἀλήθεια ἀναφέρεται πάντα σὲ πολλούς.
-των πολλών ή των λίγων; Οἱ πολλοὶ ἔχουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ μέρος τους, ὅταν δὲν πρόκειται γιὰ ἐπιστημονικὰ ζητήματα καὶ γνώση. Οἱ λίγοι δὲν μποροῦν ν’ ἀμφισβητήσουν ἐμπειρικὲς ἀλήθειες ποὺ δὲν εἶναι ἐπιστημονικές. Ὅμως ὑπάρχει τὸ πρόβλημα, τί ἐμπτίμπτει στὴν ἐπιστημονικὴ δικαιοδοςία. Οἱ πολλοὶ ἀδυνατοῦν νὰ γνωρίσουν τὴν ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ ὄχι λόγῳ τῆς φύσης τους. Ποῦ εἶναι τὰ ὅρια μεταξὺ τῆς γνώσης ποὺ μόνο ἐπιστήμονες μποροῦν νὰ κρίνουν ὡς ἀληθὴ καὶ τῆς προφανοῦς γνώσης;
-ἐξομοίωση τοῦ νοητικοῦ μοντέλου ποὺ κατασκευάζουμε γιὰ τὴν πραγματικότητα μὲ τὴν ἐξωτερικὴ πραγματικότητα; Ὄχι πάντα, γιατὶ ἡ τελευταία εἶναι πολὺ πιὸ πολύπλοκη καὶ ὅλα τὰ μοντέλα εἶναι προσεγγίσεις, ποὺ γίνονται χάρι στὴν ἱκανότητα τοῦ νοῦ νὰ τὰ κατασκευάζει. Μπορεῖ ἕνας φυσικὸς τύπος νὰ ἀντιστοιχεῖ στὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ἀκόμη δὲν καταλάβαμε ἂν π.χ. τὸ φῶς εἶναι κύματα (ἄυλο) ἢ σωματίδια (ὑλικό). Στὸ παράδειγμα τοῦ φωτὸς χρησιμοποιήσαμε τόσο τὸ μοντέλο τοῦ φωτὸς σωματιδίου-σφαίρας, ὅσο καὶ τὸ μοντέλο τῆς συχνότητας. (14/12/03)
-ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια τοῦ καθενός ἢ ἡ ἀλήθεια εἶναι κοινή; Πράγματι ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἔσχατες ἀλήθειες δὲν μποροῦν νὰ γίνουν γνωστὲς ἀπὸ ὅλους (ἢ ἀπὸ κανέναν), τὸ συμπέρασμα εἶναι πὼς ἀναφορικὰ μὲ τὶς ἔσχατες ἀλήθειες δὲν ὑπάρχει μία ἀλήθεια ὡς κοινωνικὸ γεγονός, ἀλλὰ "ἡ ἀλήθεια τοῦ καθενός", ἀφοῦ ποτὲ οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ συμφωνήσουν ποιὰ εἶναι ἡ ἔσχατη ἀλήθεια. Ἀναφορικὰ ὅμως μὲ τὶς ἀλήθειες τῆς καθημερινότητας, ἡ ἀλήθεια ὄχι ἁπλῶς (ὅπως ἄλλωστε ἡ ἔσχατη ἀλήθεια) εἶναι μία, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς μία, ὅτι μόνο μία μπορεῖ νὰ εἶναι.
* * *

ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ:
Συχνά
γίνεται λόγος για «μαζοποίηση», για «ισοπέδωση και ομοιομορφία των ανθρώπων» και
για «τέλος του ανθρωπισμού». «Όσα λέγονται για "μαζοποίηση" και "εκπεσμό του
πολιτισμού" δεν αντέχουν σε κριτική, αν κανείς θελήσει να τα κατανοήσει
κυριολεκτικά και συγκριτικά. Δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι όσοι άνθρωποι ζούσαν
λ.χ. σε παραδοσιακές κοινωνίες ανέπτυσσαν περισσότερη πρωτοτυπία και πρωτοβουλία
από τους σημερινούς ή ότι ο παπάς του χωριού και το καπηλειό συνέβαλλαν
περισσότερο στον εμπλουτισμό της προσωπικότητας απ’ ό,τι σήμερα το σχολείο και η
τηλεόραση. Από την άλλη πλευρά, η πνευματική παραγωγή των τελευταίων εκατό
χρόνων μπορεί από κάθε άποψη να αναμετρηθεί μ’ εκείνη κάθε άλλου αιώνα – ακόμα
και τα πολιτισμικά απορρίμματα που προορίζονται για τη μαζική κατανάλωση ίσως
αναλογικά να μην είναι περισσότερα σήμερα, αν αναλογιστούμε ότι η συγκαιρινή μας
μαζική κουλτούρα αντικατέστησε μορφές παραδοσιακής και παραδοσιοκρατικής μαζικής
κουλτούρας».
Ίσως λόγω
της μεγάλης διαφοράς στην τάξη μεγέθους, τα σκουπίδια να είναι περισσότερο
ανυπόφορα, ωστόσο η επίδραση των τοτινών με τα τωρινά σκουπίδια είναι ακριβώς η
ίδια, εκτός κι αν λ.χ. η σημερινή αύξηση των διαζυγίων θεωρηθεί μεγαλύτερο κακό
από το πάντρεμα με το ζόρι. Ο πολιτισμός της τηλεόρασης είναι πράγματι πιο
«πλαστικός» από τον πολιτισμό της παράδοσης, ωστόσο είναι δύσκολο να αποφανθούμε
σε ποια από τις δυο περιπτώσεις το άτομο είναι «ανελεύθερο» να διαλέξει και
αλλοτριωμένο. Μάλλον θα ήταν σωστό να δεχτούμε ότι όπως τότε έτσι και τώρα οι
μάζες άγονται και φέρονται.
Η
καταγγελία της σημερινής ομοιομορφίας είναι σωστή μεν, αλλά εάν ασυνείδητα ή
συνειδητά προωθεί τη νοσταλγία για κάποιον προκαπιταλιστικό πολιτισμό, στον
οποίο «οι άνθρωποι δεν ήταν όμοιοι και δεν έκαναν όλοι τα ίδια πράγματα», τότε
σφάλλει. Και στα χωριά και στις αρχαίες πόλεις η ομοιομορφία επιβαλλόταν ώς και
στις πλέον προσωπικές εκφάνσεις του βίου (π.χ. για την κόμμωση ανδρών-γυναικών,
την πόση κρασιού, την ενδυμασία, την υποχρεωτική συμμετοχή σε γιορτές) κι όχι
απλώς στην (αν)ελευθερία επιλογής επαγγέλματος ή συζύγου. Είναι επικίνδυνο
επίσης να νομίζουμε ότι ο τοτινός άνθρωπος, που δεν «ήταν τυποποιημένος», ήταν
πιο δημιουργικός ή πιο «διαφορετικός» ή με περισσότερη συνείδηση από τον
σημερινό που μορφώνεται με την τηλεόραση και το
hit parade.
Οι μηχανισμοί της κλειστής αγροτικής κοινωνίας επέβαλαν έναν έλεγχο στο άτομο,
αν όχι μεγαλύτερο, πάντως παρόμοιο με τον συνειδησιακό έλεγχο των ΜΜΕ στον
σημερινό άνθρωπο. Το άτομο έπρεπε να συμμορφωθεί με τις απόψεις της «παράδοσης»,
όπως σήμερα «πρέπει» να συμμορφώνεται με τη μόδα. Δεν υπάρχει λόγος να
πιστεύουμε ότι το ποσοστό δημιουργικών ανθρώπων έχει μεταβληθεί προς το
χειρότερο σε σχέση με παλιά.
Η
σύγχρονη λατρεία της «μη πλαστικής» παράδοσης (αντιπαρατιθέμενη στον «πλαστικό»
σημερινό πολιτισμό) κρύβει έναν εκλεκτικισμό (δηλαδή επιλέγουμε μόνο όσα μέρη
της συμβιβάζονται με τη σημερινή εποχή), η συνείδηση του οποίου όταν αγνοείται,
οδηγεί στην άγνοια λ.χ. του γεγονότος ότι η καταπίεση/υποτίμηση της γυναίκας και
οι πιο έντονες κοινωνικές ιεραρχήσεις είναι πολιτισμικά σκουπίδια του
προνεωτερικού παρελθόντος.
Όσο για
τους θρήνους για το τέλος του ουμανισμού ή για την περιφρόνηση του κόσμου προς
τον ουμανισμό, η οποία θα συνεπαχθεί το τέλος κάθε νοήματος του ανθρώπινου βίου,
με όποια ένταση κι αν γίνονται, αυτοί μοιάζουν με σχολικές εκθέσεις, τις οποίες
βάζουν να γράφουν τα παιδιά οι αγανακτισμένοι με τις μηχανές φιλόλογοι. Ο
ουμανισμός και ο «ανθρωποκεντρισμός» έχουν διάρκεια ζωής 6 αιώνων περίπου. Πιο
πριν (τόσο στο Μεσαίωνα όσο και στην Αρχαιότητα) δεν υπήρχαν και ούτε ήταν «ο
Άνθρωπος» το επίκεντρο – ήταν η Φύση
και η Πόλη, στην Αρχαιότητα, και ο Θεός στο Μεσαίωνα.
Ωστόσο δε συνέβη καμμία εξαφάνιση της Ανθρωπότητας τότε, ίσα-ίσα οι εποχές αυτές
θεωρούνται οι βάσεις του σημερινού Δυτικού πολιτισμού. Άρα ούτε η σημερινή
υποχώρηση του ουμανισμού μπορεί να θεωρηθεί αλλοτρίωση του Ανθρώπου.
Τέλος
πρέπει να αναφερθούμε στην αντίληψη περί αλλοτρίωσης η οποία βασίζεται στην
αλλοτρίωση της εργασίας. Ο άνθρωπος είναι αλλοτριωμένος γιατί με τον καπιταλισμό
δεν βλέπει ή δεν καρπώνεται το αποτέλεσμα της εργασίας του. Κι αυτή η άποψη
μπορεί να αληθεύει σημαντικά, αρκεί ξανά να μην ξεχνάμε τι γινόταν πριν τον
καπιταλισμό. Είχαμε φεουδαρχικές και δουλοκτητικές κοινωνίες, όπου οι λίγοι
ελεύθεροι πολίτες της Αρχαιότητας ή οι λίγοι που δεν ήταν δουλοπάροικοι και
κολλήγοι απολάμβαναν τον πλούτο τους, ενώ οι δούλοι και οι μεσαιωνικοί
δουλοπάροικοι (μιλάμε για μια αναλογία τύπου 200.000-300.000 δούλοι προς
20.000-30.000 ελεύθεροι πολίτες στην Αρχαία Αθήνα) ασφαλώς δεν καρπώνονταν το
αποτέλεσμα της εργασίας τους. Προφανώς αυτά για τους νοσταλγούς του
ωραιοποιημένου παρελθόντος και για όσους καταγγέλλουν την «αλλοτρίωση του
Ανθρώπου» είναι ψιλά γράμματα. Ωστόσο μια κοινωνία (αρχαία ή μεσαιωνική)
αναλφάβητων, όπου οι περισσότεροι δούλευαν για τους άλλους ή για ψίχουλα, δεν
μπορεί να είναι περισσότερο «αλλοτριωμένη» για οικονομικούς λόγους απ’
ό,τι είναι «αλλοτριωμένη» η σημερινή κοινωνία για οικονομικούς λόγους.
Αλλά αν παραδεχτούμε ότι – παρ’ όλες τις διαφορές στους τύπους κοινωνικής
καταπίεσης – η ίδια περίπου «αλλοτρίωση» που υπάρχει υπήρχε και τότε, η έννοια
και η καταγγελία της «αλλοτρίωσης», του εκπεσμού από κάτι το οποίο χάσαμε στους
Νέους Χρόνους, χάνει τη σημασία της. Γιατί αν κάτι συμβαίνει από παλιά ώς και
τώρα, δεν μπορούμε να βρούμε μια εποχή στην οποία αυτό δεν συνέβαινε, ώστε βάσει
αυτής να κρίνουμε την σημερινή εποχή ή τις πρόσφατες, ως «αλλοτριωμένες».
(28/8/2006)
«Είναι
λογικά αυταπόδεικτο, πως οι διαμαρτυρίες ή μεμψιμοιρίες για διαστροφή ή
"αλλοτρίωση" της ανθρώπινης ύπαρξης μονάχα τότε έχουν νόημα, αν γίνει δεκτό ότι
υπάρχει κάποια σταθερή ουσία σαν υποκείμενο (με την αριστοτελική έννοια) τής
"αλλοτρίωσης", δηλαδή ουσία που μπορεί να νοηθεί σε κατάσταση καθαρή, δηλαδή
ελεύθερη από τις "αλλοτριώσεις" της. Πίσω από την καθημερινή εμπειρική
πραγματικότητα των "αλλοτριώσεων" στέκει λοιπόν μια ουσία πάγια και
υπερεμπειρική (τουλάχιστον με την έννοια ότι ακόμα δεν μπόρεσε να εκδιπλωθεί
ορατά και απτά στο ρόλο του κύριου διαμορφωτή της κοινωνικής ζωής). Το
"αλλοτριωμένο" Εντεύθεν του ανθρώπου φαίνεται αξιολύπητο μόνο στην αντιπαράθεσή
του με το αμόλυντο Εκείθεν του, που χρησιμοποιείται σαν απόλυτο μέτρο συγκρίσεων
και αναφορών. Η θεωρητική υποταγή τού πρώτου στο δεύτερο συντελείται τώρα με τον
εξής συλλογιστικό μηχανισμό: προϋποτίθεται ότι η οντολογική υφή, η φύση
τού ανθρώπου πρέπει να οριστεί όχι με βάση το Εντεύθεν των ορατών "αλλοτριώσεών"
του, παρά το αόρατο, δηλαδή ιστορικά (ακόμη) ανεκπλήρωτο ιδεώδες Εκείθεν του. Η
πραξεολογία και η αξιολογική κλίμακα καταρτίζονται με βάση το Εκείθεν· το
"αλλοτριωμένο" Εντεύθεν, ο εμπειρικός άνθρωπος, πρέπει να γιατρευτεί σύμφωνα με
διαγνώσεις και συνταγές που συνάγονται απαγωγικά από τον οντολογικό ορισμό τού
αμόλυντου Εκείθεν, της "αληθινής" ανθρώπινης φύσης. Τούτη η οντολογική πηγή τής
ηθικής δεοντολογίας είναι αυτονόητα η ίδια ηθική και καλή· ον και δέον,
πραγματικότητα και ευσεβής πόθος συμπίπτουν σ’ αυτόν τον τρόπο σκέψης, όπως και
σε κάθε ιδεολογία, εξ ορισμού και στην αφετηρία τους. (14/7/2006)
όποιος διαμαρτύρεται εναντίον της
"αλλοτρίωσης" ισχυρίζεται αυτόματα ότι ξέρει τι είναι καλό και τι κακό για τον
άνθρωπο, κι αφού αυτό προφανώς δεν το ξέρουν όλοι (αλλιώς η ανακοίνωση και η
διαμαρτυρία θα περίττευαν) διεκδικεί για τον εαυτό του ρόλο παιδαγωγού και
οδηγού. Άμεσα και έμμεσα διαιωνίζουν έτσι το παιχνίδι της κυριαρχίας ακριβώς
εκείνοι που λένε ότι θέλουν να το καταργήσουν – το διαιωνίζουν στο όνομα της
κατάργησής του. Η διάδοση που βρίσκει σήμερα η μυθολογία της "αλλοτρίωσης" στους
κύκλους των διανοουμένων οφείλεται από ψυχολογική άποψη στο ότι ανεβάζει την
αυτοεκτίμηση των τελευταίων αφού θεμελιώνει θεωρητικά την πεποίθησή τους ότι
είναι προασπιστές της ουσίας του Ανθρώπου κι επομένως κοινωνική ομάδα με
πρωτοποριακή λειτουργία κ.λπ.».
Αν θεωρήσουμε ότι «ανθρώπινο» είναι
συνολικά ό,τι έχουν κάνει και κάνουν όλοι οι άνθρωποι, αν δεχτούμε ότι η φύση
και η Ουσία του Ανθρώπου είναι μία, και περιλαμβάνει όλες τις δυνατές ανθρώπινες
συμπεριφορές, καλές και κακές, ακραίες και συνηθισμένες (πράγμα λογικό, αφού θα
ήταν παράλογο να χαρακτηρίσουμε ως «μη ανθρώπινο» κάτι που έκαναν κάποιοι
άνθρωποι – ακόμη και όταν πρόκειται για κάτι βίαιο, το οποίο απλώς δείχνει ότι
δεν γνωρίζουμε τα όρια του Ανθρώπου, όχι ότι η βίαια πράξη ήταν εξωανθρώπινη
επειδή είναι «ασυνήθιστη»), τότε απλούστατα δεν υπάρχει καμμία «αλλοτρίωση» της
Φύσης αυτής, διότι όλες οι αλλαγές στη συμπεριφορά των ανθρώπων
συμπεριλαμβάνονται στην ενιαία αυτή Φύση. Η Φύση/Ουσία του Ανθρώπου είναι
αναγκαστικά κάτι γενικό, που περιλαμβάνει όλες τις συμπεριφορές και όλες τις
επιμέρους φύσεις των επιμέρους ανθρώπων – εκτός, επαναλαμβάνω, αν αρχίσουμε να
θεωρούμε μερικούς ανθρώπους «υπάνθρωπους» ή «μη ανθρώπους», επειδή ο δικός μας
ορισμός της ανθρώπινης Φύσης δεν περιλαμβάνει τις επιμέρους φύσεις/συμπεριφορές
τους, πράγμα παράλογο. Γι’ αυτό, η Φύση είναι ενιαία, δεν υπάρχει δυνατότητα να
υπάρξει «έξοδος» από αυτήν μέσω διαφορετικής συμπεριφοράς. Άρα δεν υπάρχει
αλλοτρίωση της Φύσης αυτής.
Αν δεχτούμε ότι όποιος
μπορεί και ορίζει δεσμευτικά για τους υπόλοιπους ανθρώπους το νόημα των λέξεων
(λ.χ. της έννοιας της «αλλοτρίωσης»), αυτομάτως επιβάλλει μια ερμηνεία/οπτική
του Είναι και δείχνει ένα Δέον, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν το ήθελε συνειδητά.
Είναι αναπόφευκτο· δηλαδή εξουσιάζει. Αυτού του είδους η κυριαρχία και η τάση να
γίνουμε «παιδαγωγοί» της ανθρωπότητας, δείχνοντάς της τον δρόμο, διόλου λιγότερο
εξουσιαστική δεν είναι από τον εξουσιασμό των κρατιστών. Όποιος εξουσιάζει τις
λέξεις και δίνει την κοινά αποδεκτή ερμηνεία τους (θα ήταν αφελές να πιστέψουμε
ότι – ειδικά για τις τεχνικές/φιλοσοφικές ορολογίες – η νοηματοδότηση των λέξεων
είναι τόσο αθώα, αυθόρμητη ή δημοκρατική διαδικασία), αυτός εξουσιάζει και τον
τρόπο που βλέπουμε τον Κόσμο, αυτός εξουσιάζει και τα πράγματα, αυτός κατά
συνέπεια δίνει και ένα Δέον, ένα Πρέπει βάσει του οποίου πρέπει να δράσουμε.
Αυτόν, τον εξ ανάγκης (αυτόματο), αλλά διόλου ασήμαντο εξουσιασμό, οι
αντιεξουσιαστές τον αγνοούν.
Πολύ συχνά η προαναφερόμενη
διαιώνιση του παιχνιδιού της κυριαρχίας από εκείνους που θέλουν να το
καταργήσουν γίνεται ασυνείδητα, δηλαδή ότι μπορεί ο «αντιεξουσιαστής» ή
«πολέμιος της αλλοτρίωσης» να έχει αγαθές προθέσεις, με άλλα λόγια να
αυτεξαπατάται ότι προωθεί τον αντιεξουσιασμό. Επειδή όμως σημασία έχουν όχι μόνο οι προθέσεις αλλά
και τα (συχνά αθέλητα) αποτελέσματα των προθέσεων αυτών (τα οποία οι «πολέμιοι
της αλλοτρίωσης» αγνοούν), ισχύει ότι, είτε άθελα είτε ηθελημένα αδιάφορο, και
αυτοί οι άνθρωποι όταν μας λένε τι είναι η Ουσία του Ανθρώπου και ότι ο Άνθρωπος
σήμερα είναι «αλλοτριωμένος», προβάλλουν αξιώσεις κυριαρχίας στις συνειδήσεις
μας, ακριβώς διότι προβάλλουν την δική τους οπτική/ερμηνεία της πραγματικότητας
και συνάμα εξαγγέλουν ένα Δέον: την «εξάλειψη της αλλοτρίωσης». Ό,τι όμως για έναν άνθρωπο ή μια ομάδα συνιστά «αλλοτρίωση», για έναν
άλλον άνθρωπο ή μια άλλη ομάδα δεν συνιστά κανενός είδους «αλλοτρίωση». Γι’ αυτό
άλλωστε έχουμε και τόσους αλληλοσυγκρουόμενους ορισμούς της «αλλοτρίωσης». Κάθε
φορέας μιας αντίληψης για την «αλλοτρίωση» αναγκαστικά θεωρεί εσφαλμένες τις
αντιλήψεις των υπολοίπων φορέων διαφορετικών αντιλήψεων, και σε τελική ανάλυση
θέλει να τις εξοντώσει, είτε βίαια είτε μέσω διαλόγου. Έτσι θέλει να κυριαρχήσει
αυτός και η αντίληψή του.
Αφού όλοι
αναγκαστικά, συνειδητά ή ασυνείδητα, ηθελημένα και άθελα, προβάλλουν αξιώσεις
κυριαρχίας, όποτε εξαγγέλλουν ένα Πρέπει και μια περιγραφή του Είναι, μήπως κι
αυτός που λέει αυτά, προβάλλει αξιώσεις κυριαρχίας; Υπό μια έννοια προβάλλει
αξιώσεις κυριαρχίας - έστω κι αν δεν το θέλει, κατά παρόμοιο τρόπο με τους
επαγγελματίες αντιεξουσιαστές -, με τρεις αντιρρήσεις. Πρώτον, σε αντίθεση με τους «αντιεξουσιαστές»
ή τους «πολέμιους της αλλοτρίωσης», δεν έχει αυταπάτες ότι είναι ανέγγιχτος από
τον εξουσιασμό, ενώ αυτοί πιστεύουν ότι αυτό που
επιτυγχάνουν είναι η εξάλειψη του εξουσιασμού και όχι εξουσιαστικό/αλλοτριωτικό.
Πρέπει λοιπόν να γίνεται διάκριση μεταξύ όσων ξέρουν τι πράγμα αναπόφευκτα
συνεπάγονται οι πράξεις/σκέψεις τους (και οι σκέψεις όλων των ανθρώπων) και όσων
δεν ξέρουν ή καμώνονται ότι δεν ξέρουν τι πράγμα αναπόφευκτα συνεπάγονται οι
πράξεις/σκέψεις τους. Δεύτερον, διόλου δεν πιστεύει
ότι μπορούν να εξαλειφθούν αυτά που οι αντιεξουσιαστές αποκαλούν «αλλοτρίωση»
και «εξουσιασμό», όσο και αν, σε συμφωνία με αυτούς, αντιλαμβάνεται την ύπαρξή
των πραγμάτων αυτών (αν και δεν τα αποκαλεί «αλλοτρίωση», χρωματίζοντάς τα
ηθικά). Τρίτον, δεν ισχυρίζεται ότι οι (στην
πραγματικότητα εξουσιαστές) «αντιεξουσιαστές» είναι οι κακοί υποκριτές (υπό μια
έννοια είναι, αλλά υπό μια άλλη δεν έχει σημασία αν είναι τέτοιοι κι εν πάσει
περιπτώσει είναι θέμα γούστου, όταν και όποτε τους αποκαλεί υποκριτές, διότι
έχουν διαφορετική αντίληψη περί της «αλλοτρίωσης») ενώ οι «ξετσίπωτα»
εξουσιαστές είναι τίμιοι μέσα στην κακία τους. Ούτε και το αντίθετο. (26/6/2006)
* * *
ΑΝΑΓΚΑΙΟ
Το
«ποιοτικό» και το «ποσοτικό» ορίζεται πάντοτε αυθαίρετα από την κρίση, σύμφωνα
με τα γούστα, του καθενός. Επομένως ούτε αυτή η διάκριση, μεταξύ ποιότητας και
ποσότητας, είναι ικανή να μας δείξει τι είναι «περιττό» και τι «αναγκαίο».
Εκτός του ότι οι «επιθυμίες» είναι
πάντοτε υποκειμενικές, δηλαδή δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ανταποκρίνονται στην
πραγματικότητα ή αν είναι ψεύτικες ανάγκες, υπάρχει και το ζήτημα της
προνοητικότητας. Καταρχήν δε θα μπορέσουμε ποτέ να ξέρουμε αν κάτι είναι
πραγματικά αναγκαίο για κάποιον· απολύτως αναγκαίο είναι το φαγητό, ιατρική
περίθαλψη και στέγη. Ωστόσο κανείς δε θα δεχόταν να ζήσει μόνο με αυτά τα
πράγματα δίχως την παροχή των οποίων θα πέθαινε. Από την άλλη είναι συγκεχυμένα
στο μυαλό του καθενός τι χρειάζεται πραγματικά. Όσο για το ζήτημα της
προνοητικότητας, ο άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται μόνο για να εξασφαλίσει τα τωρινά
αναγκαία αγαθά, αλλά και για την εξασφάλιση των αυριανών αναγκαίων αγαθών. Η
συναίσθηση ότι σήμερα έχει εξασφαλίσει ό,τι είναι «αναγκαίο» δεν του αρκεί.
Θέλει να προνοεί και για την επόμενη ημέρα. Για ανάγκες τόσο όμοιες με τις
σημερινές όσο και απρόβλεπτες. Η αναπόδραστη αυθαιρεσία που ενυπάρχει στην μη
προβλεψιμότητα των μελλοντικών αναγκών κάνει τον άνθρωπο να θέλει όλο και
περισσότερα. Γιατί, ενώ μπορεί να είναι σίγουρος ότι έχει εξασφαλίσει το φαγητό
της επόμενης ημέρας, ωστόσο δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς θα του συμβεί στο
μέλλον και, συνεπώς, δεν γνωρίζει τι ανάγκες θα του παρουσιαστούν στο μέλλον. Μη
έχονας τη δυνατότητα να γνωρίζει τις απρόβλεπτες μελλοντικές του ανάγκες,
αναγκάζεται να συσσωρεύει αγαθά ή πλούτο «για ώρα ανάγκης». Ωστόσο δεν υπάρχει
όριο στη συσσώρευση αυτή, επειδή οι μελλοντικές συμφορές ή ανάγκες μπορεί επίσης
να είναι άνευ ορίων ή πρωτόγνωρες. Υπό αυτή την έννοια η πλεονεξία δεν είναι
τόσο «ανήθικη» όσο φαίνεται ότι είναι. Είναι απλώς το αποτέλεσμα του
ενστικτώδους φόβου για το μέλλον. (17/7/2006)
ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΣ:
* * *
ΑΝΑΡΧΙΣΜΟΣ
Ὁ κοινωνιστὴς ἀναρχικὸς
δὲν εἶναι ὁ τέλειος ἀναρχικός. Αὐτὸς (ὁ τέλειος ) εἶναι ὁ ἀπόλυτος ἐγωιστής, ποὺ
δὲ συμβιβάζει τὸ θέλημά του μὲ τὴ θέληση κανενὸς ἄλλου. Διότι, ὅταν συμβιώνεις,
συχνὰ θὰ πρέπει νὰ κάνεις καὶ συμβιβασμούς, κάθε εἴδους, μὲ τοὺς συνανθρώπους σου.
Δὲν ὑπάρχει καράβι δίχως καπετάνιο, καὶ ὅσο δυσάρεστες κι ἂν εἶναι καμμιὰ φορὰ
οἱ ἀποφάσεις τοῦ καπετάνιου, δὲν γίνεται γιὰ τὸ παραμικρὸ νὰ συγκαλεῖται
συνέλευση. Δίχως μονο-αρχία θὰ εἴχαμε, ὄχι ἀν-αρχία, ἀλλὰ πολυ-αρχία, καὶ
συνεπῶς χάος. Εἶναι γεγονὸς πὼς ὅταν δὲν ὑπάρχει ἀφέντης, καὶ ὅλοι αἰσθάνονται
ἀδέλφια καὶ ὁ καθένας σέβεται τὸν ἄλλο καὶ κάνει ὅ,τι θέλει μὲ τὸν ἑαυτό του,
εἶναι μιὰ πολὺ ὡραία κατάσταση. Ὅμως αὐτὰ εἶναι ἐφικτὰ γιὰ μιὰ κοινότητα 300 ἂς
ποῦμε ἀνθρώπων: τετοιου μεγέθους κοινότητες μπορεῖ νὰ ἔχουν κοινὰ συμφέροντα,
καὶ νὰ ἀποφαςίζουν εὔκολα γιὰ τὰ κοινὰ ζητήματα, μιὰ ποὺ π.χ. γνωρίζονται μεταξύ
τους καλὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὴν ἀποτελοῦν κτλ. Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιὰ δεκάδες
ἑκατομμυρίων, τότε δύσκολα ἐπέρχεται συμβιβασμὸς μὲ τὸ καλὸ καὶ τὴ λογική: τότε
ἐπικρατεῖ ἀνταγωνισμὸς (γιατὶ θὰ ὑπάρχουν διαφορές, ἡ κάθε κοινότητα θὰ ἔχει
διαφορετικὴ ἀντίληψη τῶν ἀναγκῶν της, ἴσως νὰ ὑπάρχει διαφορετικὴ νοοτροπία καὶ
κουλτούρα: δὲν εἶναι καθόλου αὐτονόητο πὼς θὰ ἐπικρατοῦσαν οἱ ἀρχὲς τῆς
ἐλευθερίας καὶ τῆς δημοκρατίας στὶς ἐνδοκοινοτικὲς σχέσεις ὅλων τῶν «αὐτόνομων
κοινοτήτων», ἢ στὶς δια-κοινοτικὲς σχέσεις. Μπορεῖ σὲ πολλὲς περιπτώσεις νὰ
εἴχαμε βίαιες συμπεριφορὲς μεταξὺ κοινοτήτων. Ἡ ἀρχαία Ἀθήνα ἦταν δημοκρατία,
αὐτὸ δὲν τὴν ἐμπόδισε καθόλου νὰ ἔχῃ ὲπιθετικὴ καὶ ἰμπεριαλιστικὴ συμπεριφορὰ
πρὸς τὰ ἄλλα κράτη) καί, μὴ ὑπάρχοντος διαιτητή, θὰ εἴχαμε καταστάσεις ἀρχαίας
Ἑλλάδας: θὰ βρίσκονταν σὲ συνεχῆ πόλεμο μεταξύ τους, εἴτε οἱ κοινότητες μὲ ἄλλες
κοινότητες, εἴτε ὁρισμένες «συνομοσπονδίες» κοινοτήτων μὲ ἄλλες συνομοσπονδίες
κ.ο.κ. μὲ ἀποτέλεσμα τὴν παρακμὴ καὶ τὴν κατάρρευση τοῦ συστήματος αὐτοῦ, καὶ
τὴν ἐπανάληψη τῆς ἱστορίας: κάποια ἰσχυρότερη, αὐταρχικότερη καὶ
συγκεντρωτικότερη πολιτικὴ ὀντότητα θὰ κυριαρχοῦσε διὰ τῆς βίας ἐπὶ τῶν
ἐξασθενημένων μικρῶν αὐτόνομων «ἀναρχούμενων» κοινοτήτων. Οὔτε καὶ ἡ ἄποψη πὼς ὁ
«καπετάνιος» θὰ εἶναι ἐκπρόσωπος κι ὄχι ἐκλεγμένος μὲ ἐξουςίες νομοθετικὲς ἢ
ἐκτελεστικὲς κάνει τίποτα καλό: ἁπλῶς ἔχεις μιὰ μαριονέτα ποὺ συμβολίζει τὴν
κοινὴ βούληση, κάτι σὰν πρόεδρο τῆς δημοκρατίας.
αναρχικός και ο ελιτισμός του.
Ο
αναρχισμός είναι ο πλέον ρηχός ελιτισμός, αυτός που οι εμφορούμενοι απ’ αυτόν
δεν συναισθάνονται ότι είναι ελιτιστές, διότι παρουσιάζεται στον υπόλοιπο κόσμο
ως το κατεξοχήν ή μάλλον το μόνο πολιτικό σύστημα και η ιδεολογία δίχως τάσεις εξουσιασμού. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει έτσι.
Πρώτο
παράδειγμα, όταν οι αναρχικοί προπαγανδίζουν την αυτοοργάνωση («πρέπει να
αυτοοργανωθείτε, εμείς δεν σας λέμε πώς, αλλά πρέπει να αυτοοργανωθείτε») ή
προτρέπουν τον κόσμο να «είναι ελεύθερος» (και να πράξει ό,τι απαιτείται για να
«είναι ελεύθερος»), τότε συμβαίνει το εξής. Καταρχήν υπάρχουν άπειροι ορισμοί
της ελευθερίας, τους οποίους δίνουν διαφορετικά άτομα και ομάδες, από την πιο
ιδεαλιστική (να πετάς, να είσαι ελεύθερος από το σώμα ή τη φύση κ.λπ) ελευθερία,
ώς την υλιστική ελευθερία (να έχεις υλική ελευθερία, να υποτάσσεσαι μόνο στους
νόμους της φύσης) και την ηθική ελευθερία (μπορείς να είσαι ελεύθερος ακόμη κι
αν λ.χ. είσαι αλυσοδεμένος σε μια γαλέρα ή δούλος στην Ρωμαϊκή εποχή, αφού μόνο
ο ηθικά ελεύθερος είναι ο «πραγματικά» ελεύθερος). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι
πραγματικός Κυρίαρχος είναι όποιος μπορεί να ερμηνεύει δεσμευτικά τις δήθεν
αντικειμενικές αρχές. Από τον πλάγιο δρόμο της "ερμηνείας" (των αρχών αυτών) ο
κυρίαρχος χειρίζεται κατά βούληση τα "πρέπει" των ανθρώπων. Οι αναρχικοί
επιλέγουν εκ των προτέρων έναν τύπο ελευθερίας (την υλιστική ελευθερία), την
ορίζουν (ασυνείδητα συνήθως ή αποκρούοντας την αληθοφάνεια των άλλων
ειδών/ορισμών ελευθερίας) ως «την» (μόνη πραγματική/πλήρη) Ελευθερία και αφού
την έχουν προεπιλέξει, προτρέπουν (δίχως καμμιά, υποτίθεται, τάση εξουσιασμού)
τον υπόλοιπο κόσμο να αγωνιστεί γι’ αυτήν. Είναι ωστόσο προφανές ότι όταν λες σε
κάποιον τι είναι η ελευθερία, ότι πρέπει να αγωνιστεί γι’ αυτήν, «την» Ελευθερία
(όχι για τους άλλους ορισμούς ελευθερίας, οι οποίοι, πιθανώς, σύμφωνα με τους
αναρχικούς, απορρέουν από την απόκτηση «της» Ελευθερίας), και ότι πρέπει να
επιλέξει τον δρόμο της αυτοργάνωσης, τότε κατουσίαν τού καθορίζεις τον δρόμο,
την κοσμοεικόνα και το Δέον που απορρέει εκ της εικόνας αυτής, άρα τον
εξουσιάζεις, υποβάλλοντάς του την δική σου κοσμοεικόνα και αξιολογικό Δέον. Η
κοσμοεικόνα εδώ είναι ο ορισμός «της» Ελευθερίας από τους αναρχικούς (οι οποίοι
προφανώς, βάσει του δικού τους ορισμού, θα έφερναν αντίρρηση σ’ έναν στωικό που
θα υποστήριζε ότι ένας σκλάβος με ηθική ακεραιότητα είναι πιο ελεύθερος απ’
όλους τους ελεύθερους πολίτες), το Δέον είναι ότι «η» (μοναδική πλήρης)
Ελευθερία πρέπει ν’ αποκτηθεί και μάλιστα μέσω αυτοοργάνωσης. Μια απλή αντίρρηση
σε όλα αυτά θα μπορούσε να ήταν: «και γιατί, ρε φίλε, να αποδεχτώ τον δικό σου
ορισμό της πραγματικής ελευθερίας και μάλιστα να παλέψω για αυτήν την ελευθερία
και μάλιστα μέσω αυτού του τρόπου – αυτοοργάνωση, κατάργηση του κράτους–, αντί
να παλέψω για την ελευθερία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ (π.χ. να ξεπεράσω τη
φύση μου ή να είμαι ηθικά ακέραιος), δίχως να με νοιάζει η άποψή σου; Αφού εμένα
μου φαίνεται π.χ. ότι μόνο ο ηθικά ακέραιος άνθρωπος, και σκλάβος ή φτωχός να
είναι, είναι ελεύθερος, κι ας μην αποκτήσει ποτέ τα υλικά αγαθά των πλουσίων.
Και πώς είναι δυνατόν να μη θες να με εξουσιάσεις, τη στιγμή που απορρίπτεις
αντικειμενικά την δική μου αντίληψη περί ελευθερίας και τον δικό μου τρόπο
απόκτησής της, δηλαδή αν, αντί μόνο εσύ να ασχοληθείς με την ελευθερία σου και
τον τρόπο που διαλέγεις, μου λες πόσο άδικο έχω και ότι "η ελευθερία δεν είναι
αυτό που λες εσύ";» Με άλλα λόγια, ακόμη κι όταν προσπαθούμε να επιβάλλουμε την
κοσμοεικόνα μας (είτε αυτή είναι αντίληψη περί ελευθερίας είτε περί αγάπης είτε
για ο,τιδήποτε πράγμα), στην πραγματικότητα προσπαθούμε να επιβληθούμε στους
άλλους. Αν ήμασταν «ανεξουσιαστές», τότε θα έπρεπε να προσέλθουμε σε διάλογο
χωρίς να πιστεύουμε τίποτε (π.χ. περί ελευθερίας και Δέοντος) εκ των προτέρων.
Πράγμα που δε συμβαίνει με έναν οποιονδήποτε ιδεολόγο ή, εδώ, έναν αναρχικό
προπαγανδιστή, διότι αυτός κοιτά να διαδόσει στους άλλους τις ιδέες του, το
«πακέτο» της κοσμοεικόνας που ο αναρχισμός (του) έχει (ώστε να δράσει η
ανθρωπότητα σύμφωνα με την δική του κοσμοαντίληψη περί των βάσεων, των
θεμελιωδών ζητημάτων), και όχι να το διαπραγματευτεί. Το ότι λ.χ. δεν λένε
πώς θα αυτοοργανωθεί κανείς, δεν συνεπάγεται «Αντιεξουσιασμό», διότι με το να
λες σε κάποιον ότι πρέπει να κάνει (να αυτοοργανωθεί) ή να μη κάνει κάτι,
ήδη θες (κι όσο περισσότερο βλέπεις ότι τους πείθεις, τόσο πιο πολύ φουσκώνεις
από σιγουριά για την ανωτερότητα της ιδεολογίας σου) να τον εξουσιάσεις, να δεις
να συγχρονίζει τη δράση του σύμφωνα με την αναρχική αντίληψη. Πόσο κωμική
φαντάζει πλέον η σκέψη "θέλω το καλό σου, να απελευθερωθείς"! Τι θεωρείται
Ελευθερία, εδώ "προϋποτίθεται", λες και όλοι συμφωνήσαμε. Μόνο που διόλου
δεν θα έπρεπε να προϋποτίθεται, διότι κρύβει πολύ "Αναρχικό εξουσιασμό",
κρυμμένο τόσο καλά.
Δεύτερο παράδειγμα, η βία. Συνήθως από τους αναρχικούς καταδικάζεται
η βία και μάλιστα κατακρίνουν τις άλλες ιδεολογίες και φιλοσοφίες (εθνικιστικές,
μαρξιστικές, θρησκευτικές, καπιταλιστικές, κρατικιστικές) ότι οδηγούν στη βία.
Στην πραγματικότητα ακόμη και αυτοί οι οποίοι απορρίπτουν τη βία, την
αποδέχονται ορίζοντας τις περιπτώσεις στις οποίες η αναρχική βία είναι δίκαιη
και νόμιμη. Δηλαδή και αυτοί, ενώ κατηγορούν ως βίαιες τις άλλες ιδεολογίες
επειδή αυτές επιτρέπουν ή προτρέπουν στη βία (π.χ. σφάζεις για χάρη του έθνους ή
επειδή ο Θεός στο είπε ή για το κέρδος ή για το Κόμμα), απ’ την άλλη έχουν την
δική τους περίπτωση όπου η βία επιτρέπεται. Το αν αυτή η αναρχική άδεια για βία
αφορά «αυτοάμυνα» ή «νόμιμη αντίσταση στην προσπάθεια των ιδιοκτητών να κατέχουν
την ιδιοκτησία που "μας ανήκει"» είναι εντελώς ασήμαντο. Διότι το τι είναι
«Αυτοάμυνα» λ.χ. ή το τι είναι «νόμιμη αντίσταση κλπ» είναι εντελώς σχετικό·
επιπλέον, αν δεν ήταν τόσο απρόσεκτοι οι αναρχικοί, θα παρατηρούσαν ότι και οι
άλλες προαναφερθείσες ιδεολογίες δεν σκοτώνουν για το κέφι τους, αλλά επιτρέπουν
τη βία μόνο «για εξαιρετικές (κατά τη γνώμη τους) περιπτώσεις». Δηλαδή λ.χ. ο
φόνος υπέρ του έθνους γίνεται «για αυτοάμυνα» ή «προστασία των αμάχων μελών του
έθνους» και όχι «επειδή θέλουμε ν’ αρπάξουμε τα εδάφη του γείτονα»: έτσι
δικαιολογείται. Ο φόνος υπέρ της θρησκείας δικαιολογείται επειδή «αυτοί άρχισαν
πρώτοι» ή «αυτοαμυνόμασταν, όταν μπήκαν στους ναούς μας» κ.ο.κ. Με άλλα λόγια
και αυτές οι ιδεολογίες, τις οποίες οι αναρχικοί κατακρίνουν ως φύσει
βίαιες, βιαιοπραγούν βάσει αντίστοιχων δικαιολογιών με τους αναρχικούς, όσο κι άν
κατά τα άλλα γνωρίζουμε ότι η θρησκεία κατά κανόνα «κηρύσσει την μη βία» ή ότι
«το να αγαπάς το έθνος σου δεν σημαίνει απαραίτητα να μισείς τα άλλα έθνη». Το
αν τα κριτήρια ή οι δικαιολογίες για χρήση βίας διαφέρουν ονομαστικά (ο
αναρχικός θα σκοτώσει και θα κάψει μόνο «όταν κινδυνεύει η κοινότητα»· ο
εθνικιστής μόνο «όταν κινδυνεύει το έθνος» κ.ο.κ.) και όχι απ’ την πλευρά της
ηθικολογίας. Στην ηθικολογία και στο να βρίσκει δικαιολογίες για τη δική του
βιαιοπραγία, ο αναρχικός είναι το ίδιο καλός όσο και οι εκπρόσωποι των άλλων
ιδεολογικών. Κι όμως! Ενώ συμβαίνει έτσι, βλέπουμε τον αναρχικό να σκίζει τα
ρούχα του από ανθρωπιστική αγανάκτηση με τους κρατιστές/εθνικιστές/μαρξιστές/καπιταλιστές,
οι οποίοι «έχουν τόσο κακές ιδεολογίες, ώστε οδηγούν τον κόσμο στη σφαγή και την
αιματοχυσία», τη στιγμή που κι αυτός τα ίδια κάνει (όταν λ.χ. καίει «Τα αμάξια
και τις βιτρίνες των μικροαστών»): απλώς, πρώτον, τα δικαιολογεί ηθικολογώντας
(«βία, μόνο όταν αυτοαμυνόμαστε») και, δεύτερον, αρνείται τις ηθικιστικές
δικαιολογίες των υπολοίπων (π.χ. το «το έθνος μας έσφαξε, επειδή αυτοαμυνόταν»)
βάσει μιας κοσμοθεωρίας, την οποία θεωρεί ως την μόνη αληθή και αντίστοιχα
θεωρώντας ψευδή τα ιδεολογικά θεμέλια των άλλων. Πιο τίμια βέβαια θα ήταν η
παραδοχή ότι «και εμείς, οι αναρχικοί που λέμε ότι αποκηρύσσουμε τη βία, στην
πραγματικότητα την αποδεχόμαστε, κατά τον ίδιο τρόπο που οι πατριώτες ή οι
θρησκόληπτοι αποκηρύσσουν μεν τη βία, αλλά ενίοτε την αποδέχονται, και επομένως
δεν τους κατακρίνουμε ως αισχρούς σφαγιαστές της ανθρωπότητας εξαιτίας της
ιδεολογίας τους, διότι κι εμείς τα ίδια χάλια είμαστε: αλλά απλώς διαφωνούμε με
τις ιδεολογίες τους». Μια τέτοια τιμιότητα λείπει από ασυνείδητα ιδεολογικούς
ελιτιστές φυσικά, που πιστεύουν στα σοβαρά ότι ο κόσμος χάφτει ψέματα ή είναι
κακός, ενώ αυτοί είδαν «την» Πραγματικότητα, όπως πραγματικά είναι. Και βέβαια,
θα ήταν αστείο το επιχείρημα της σύγκρισης των νεκρών που προκάλεσε ο αναρχισμός
με τους νεκρούς που προκάλεσαν άλλες ιδεολογίες, αφού το ζήτημα δεν είναι
ποσοτικό αλλά ζήτημα αρχών.
Γιατί είναι ρηχός ένας τέτοιος ελιτισμός; Διότι όταν είσαι ελιτιστής και το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Μη εξαπατώντας τον εαυτό σου, δεν εξαπατάς και τους άλλους. Ξέροντας από τι πάσχεις (ακόμη κι αν το εκλαμβάνεις ως καλό), θα ξέρεις και πώς θα γιατρευτείς. Αντίθετα, όταν αυτοεξαπατάσαι, όταν νομίζεις ότι είσαι σταλμένος (από «τον» - ένα και; μοναδικό – Ορθό Λόγο) να πολεμήσεις «το» Κακό (π.χ. "τους Μανιχαϊστές"), τότε είσαι τρισχειρότερα φανατισμένος.
Οι αναρχικοί θεωρούν τους εαυτούς τους την πρωτοπορία που δρα στο όνομα της κοινωνικής οργής και του απελευθερωτικού αγώνα. Δεν δίνουν βεβαίως λογαριασμό σε κανέναν και σε τίποτα, αφού οι υπόλοιποι άνθρωποι, διανοητικά καθυστερημένοι, βρίσκονται καθισμένοι στον καναπέ τους και, σύμφωνα με αναρχικό σύνθημα, δουλεύουν-καταναλώνουν-ψοφάνε (ενώ οι αναρχικοί μόνο καταναλώνουν-ψοφάνε). Οτιδήποτε κάνουν οι αναρχικοί, από μια αφισοκόλληση μέχρι το πέταγμα μιας μολότοφ, θεωρούν ότι είναι το μέγα επαναστατικό γεγονός και όσοι δεν τους ακολουθούν είναι μικροαστοί υποταγμένοι στην κυριαρχία και το κράτος. Αποθεώνοντας γενικώς τις συγκρούσεις, καταδικάζουν γενικώς την πολιτική και τους «αγώνες» των υπόλοιπων με το να υποστηρίζουν πως όλος αυτός ο «αγώνας» τους τόσες δεκαετίες δεν έφερε τα αποτελέσματα που υποστηρίζουν (οι μαρξιστές «αγωνιστές») πως θα έρθουν τώρα ή σύντομα, ενώ προφανώς ο αγώνας των αναρχικών τόσων δεκαετιών έφερε τεράστια αποτελέσματα, που τα βλέπει κανείς αμέσως. Το μόνο που τους απασχολεί είναι το πώς θα στήσουν κανένα επεισόδιο όπου οι ίδιοι θα πετάνε μολότοφ και θα εκστασιάζονται από το μπάχαλο που θα δημιουργούν και από τους τραυματισμένους αστυνομικούς οι οποίοι αποδεικνύουν πως το Κράτος καταρρέει. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, οι αναρχικοί όπως τα πανηγύρια και οι μεγάλες σταθερές θρησκευτικές γιορτές (Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστος). Τους θυμάται κανείς μόνο όταν δημιουργούν μπάχαλο, και τους ξεχνά την αμέσως επόμενη στιγμή.
αναρχικός, η επανάσταση και η ελπίδα του.
Ο αναρχισμός πράγματι δεν είναι τόσο
ντετερμινιστικός όσο ο μαρξισμός. Οπότε, αναφορικά με το θέμα του τρόπου (άρα
και του χρόνου) πραγματοποίησης της παγκόσμιας αναρχικής επανάστασης απομένουν
άλλοι δύο εναλλακτικοί τρόποι: ο πρώτος τρόπος βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο
άνθρωπος είναι καλός, ότι η φύση του είναι καλή. Ο δεύτερος τρόπος βασίζεται
στην πεποίθηση ότι, επειδή λόγω των αναγκών και της ίδιας της πραγματικότητας η
μόνη λύση είναι η Επανάσταση, αυτό που απομένει είναι η συνειδητοποίηση του
παραπάνω συμπεράσματος από όλους τους ανθρώπους και η συνεργασία τους· όταν
κατανοήσουν ότι πρέπει να συνεργαστούν, γιατί αλλιώς θα υποφέρουν, θα γίνει η
Επανάσταση.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι και στους τρεις τρόπους δικαιολόγησης της
επαναστατικής αισιοδοξίας κρύβεται αρκετός ανορθολογισμός ή ελπίδα. Κατ’ αρχήν,
στον μαρξιστικό οικονομικό ντετερμινισμό, υποτίθεται ότι η εξέλιξη της
οικονομίας και των οικονομικών σχέσεων (όπως αυτά σχετίζονται κι επηρεάζουν την
κοινωνία και την ταξική/πολιτική διαμάχη) οδηγούν αναπόφευκτα και με μαθηματική
ακρίβεια, αργά ή γρήγορα, στην Επανάσταση και τον κομμουνισμό. Όσο κι αν
φαίνεται παράξενο, αυτός ο τρόπος είναι ο λιγότερο ανορθολογικός (και ταυτόχρονα
αυτός που παρέχει την μεγαλύτερη αισιοδοξία/βεβαιότητα), γιατί βασίζεται αυστηρά
σε εκτιμήσεις για την πορεία των οικονομικών σχέσεων, δηλαδή σε κάτι
αντικειμενικό και όχι στη θέληση ή μη και την δύναμη ή την αδυναμία των
ανθρώπων. Κάποια στιγμή θα γίνει. Βέβαια, η αλήθεια και το ψεύδος των ισχυρισμών
αυτών βασίζεται στην πίστη στην αλήθεια των οικονομικών ερμηνειών. Και, αν μου
πέφτει λόγος, δεν πιστεύω στις ερμηνείες αυτές. Ωστόσο αυτός ο τρόπος δεν μας
αφορά, επειδή εδώ δεν εξετάζουμε το μαρξισμό. Πάντως να αναφέρουμε την τεράστια
σύνδεση της μαρξιστικής προφητείας με τη χριστιανική εσχατολογία. Ο Κόσμος, η
ανθρωπότητα έχουν (ξέρουμε ότι έχουν) συγκεκριμένο Τέρμα. Αταξική κοινωνία, για
το μαρξισμό, Βασιλεία του Θεού για τον χριστιανισμό. Αποκλείεται αυτά να είναι
απλώς ενδεχόμενα: είναι βεβαιότητες.
Ο δεύτερος τρόπος (ο
πρώτος από τις δύο εναλλακτικές του αναρχισμού) βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο
άνθρωπος είναι καλός, ότι είναι στη φύση των ανθρώπων η καλοσύνη, η ηθική, η
αγάπη, η συνεργασία. Αυτή η τάση προέρχεται από τον Διαφωτισμό. Ο Κροπότκιν
έγραψε ένα βιβλίο, στο οποίο προσπαθούσε, ουσιαστικά εναντιωνόμενος στον
(κοινωνικό) δαρβινισμό (ο οποίος εκλογικεύει την κοινωνική ανισότητα
παρουσιάζοντάς την ως κάτι φυσικό, άρα αμετάκλητο και καλό), να αποδείξει ότι
παντού, σε όλο το σύμπαν, σε όλη τη φύση αλλά και στην ανθρώπινη κοινωνία
υπάρχει η τάση για συνεργασία/φιλία. Μεταξύ ζώων, του ίδιου ή διαφορετικού
είδους, μεταξύ ανθρώπων, γειτόνων κ.λπ. Πρέπει εδώ να πούμε ότι και αυτός ο
τρόπος απόκτησης αισιοδοξίας για την αναρχική Επανάσταση είναι εντελώς
ντετερμινιστικός, γιατί θεωρεί ότι το Κακό (η ανισότητα/αδικία κ.ο.κ.) είναι ένα
παράσιτο και ότι η βάση της Ύπαρξης είναι καλή. Αν όμως η βάση της Ύπαρξης είναι
καλή, τότε απομένει μονάχα ο «ψεκασμός» του Κακού-παράσιτου, όπου με τον όρο
«ψεκασμός» εννοούμε την επαναστατική προπαγάνδα, τη διαφώτιση, κ.ά. πράγματα που
θα κάνουν τις συνθήκες ιδανικές για την φανέρωση του πραγματικού Καλού Είναι του
Ανθρώπου, αφού θα ξεπλυθεί το Κακό. Σήμερα έχουμε λογικευτεί αρκετά, ώστε να μην
πιστεύουμε στην έννοια της ανθρώπινης φύσης, αλλά ότι κατουσίαν «ανθρώπινο»
είναι μόνο ό,τι έπραξαν και πράττουν οι άνθρωποι, δηλαδή κάθε είδους συμπεριφορά
περικλείεται στον όρο «ανθρώπινη φύση». Απορρίπτοντας έτσι την έννοια των
ανθρώπων ως φύσει καλών όντων απορρίπτουμε και την αναρχική αισιοδοξία που
πηγάζει από αυτή την θεώρηση. Ωστόσο, κι εδώ ακόμη φαίνεται πόσο
ντετερμινιστικός είναι ο αναρχισμός, αφού είναι αυτονόητο ότι το Κακό-Επίφαση
δεν μπορεί για πάντα να επικρατεί επί του Καλού Είναι.
Τέλος υπάρχει και ο
«ελευθερόφρονας» τρόπος. Αυτός ουσιαστικά λέει ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι
θα γίνει η Επανάσταση. Μόνο αν συνεργαστούν και συμφωνήσουν οι άνθρωποι, ίσως να
επιτευχθεί η ιδανική κοινωνία. Μια τέτοια άποψη δείχνει να μην είναι
ντετερμινιστική, αλλά είναι. Γιατί – πέραν του ότι όσοι την έχουν, πολύ βαθειά
μέσα τους πιστεύουν ή έχουν ελπίδες ότι οι άνθρωποι κάποτε θα
συνεργαστούν/συμφωνήσουν, δηλαδή οι αναρχικοί αυτοί είναι ανορθολογιστές – η
θέση αυτή αναγκαστικά πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν γίνεται ή δεν γίνεται
να συμφωνήσουν οι άνθρωποι. Γιατί αν δεν γίνεται, τότε δεν υπάρχει λόγος να
ασχολούμαστε. Αυτό ίσως δεν φαίνεται απαραίτητο. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε
τη σημασία της έννοιας της «Ελευθερίας». Αν κάποιοι άνθρωποι (οι αναρχικοί εδώ)
έχουν καταλήξει ότι «η» Ελευθερία είναι το ύψιστο αγαθό, ότι ο Κόσμος (η
ανθρωπότητα ή το σύμπαν όλο εξαρχής) έχει ή μπορεί να έχει κάποιο λογικό νόημα
(την Ελευθερία-Συλλογικότητα), τότε αυτόματα εμπίπτουν στην κατηγορία όσων
πιστεύουν στο Καλό Είναι, στο εγγενές Νόημα της Ζωής, άρα και στην Καλή Φύση του
Ανθρώπου. Διότι αν έχουν αποδείξει ότι η Ελευθερία/Συλλογικότητα είναι το Νόημα,
τότε ασφαλώς δεν μπορούν να βασίσουν αυτήν την απόδειξη σε μια αντίληψη λ.χ.
περί Κακού Είναι. Αναγκαστικά πρέπει να δεχτούν, πιο χαμηλόφωνα απ’ ό,τι οι
ιδεαλιστές αναρχικοί, ότι η αναζήτηση της Ελευθερίας από κάποια όντα (τους
ανθρώπους) προϋποθέτει αυτά να είναι έλλογα όντα, και αυτό με τη σειρά του
προϋποθέτει ένα Καλό Σύμπαν, ένα Σύμπαν με νόημα ή ένα Σύμπαν στο οποίο (να)
μπορεί να (έχει) αναπτυχθεί η Λογική-Νόημα-Ελευθερία. Δηλαδή μια κοσμική
αρμονία, η οποία – παραδόξως! – οδηγεί να τεθεί ως ύψιστο αγαθό στο σύμπαν η Ελευθερία.
Αν
αυτό δεν είναι «συμπαντικός» ντετερμινισμός, τότε τι είναι;
Αλλά, πέραν αυτών, ακόμη
και στην πεποίθηση ότι, επειδή, λόγω των (ανθρωπίνων/κοινωνικών) αναγκών αλλά
και της ίδιας της (κοινωνικής ή υλικής) πραγματικότητας, λογικά η μόνη
λύση είναι η Επανάσταση και η συνεργασία, κρύβεται ο προκαθορισμός· γιατί όταν
κάτι αποδεικνύεται λογικά, όταν είναι (λογικώς) ολοφάνερο, τότε δεν
μπορεί να υπάρξει καμμία αντίρρηση για την αναγκαιότητά του. Και επειδή η Λογική
είναι κάτι που το κατέχουν όλοι οι άνθρωποι (ως έλλογα όντα, με την έννοια της
ικανότητας συλλογιστικής σκέψης), είναι αναπόφευκτο (όσο αναπόφευκτο ήταν, οι
θεωρίες της Φυσικής να γίνουν, με λογικά επιχειρήματα, αποδεκτές από όλους τους
ανθρώπους, ενώ αρχικά ήταν αποδεκτές από ελάχιστους) να πειστούν κάποτε όλοι ή
οι περισσότεροι άνθρωποι· και αφού πειστούν λογικώς, όντας έλλογα όντα, θα
συνεργαστούν/επαναστατήσουν, έστω και μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια, γιατί θα
έχουν καταλήξει ότι μόνο έτσι είναι υποφερτή η ζωή τους. Πόσος «λογικός»
ντετερμινισμός κρύβεται κι εδώ! Και πόσος ανορθολογισμός, της "ελπίδας στην (:
ας μη το ξεχνάμε, εργαλειακή) Λογική", κρύβεται πίσω από τις δήθεν σχετιζόμενες
με την απροσδιοριστία απόψεις ότι «Δεν πιστεύουμε ότι απαραίτητα θα γίνει η
Επανάσταση, αλλά μόνο εφόσον συνεννοηθούν».
Βέβαια, πρέπει να τονίσουμε ότι εξαντικειμένου η προσδοκία ότι κάποτε όλοι ή οι περισσότεροι άνθρωποι θα ομονοήσουν συνιστά αυταπάτη πρώτου βαθμού, γιατί παραγνωρίζει το απλό γεγονός ότι η ομόνοια δύο ή περισσότερων ανθρώπων είναι άμεσα συσχετισμένη με την αντιπαράθεση προς τρίτους. Δηλαδή πάντα η σύναψη φιλίας ή η ομοψυχία βασίζεται στην αμοιβαία σιωπηρή συμφωνία της αντιμετώπισης ενός κοινού εχθρού. Υπό αυτή την έννοια, μια παγκόσμια συναδέλφωση είναι δυνατή κι έχει νόημα μόνο κατά... εξωγήινων ή εναντίον της Φύσης, δηλαδή εναντίον ενός παγκόσμιου εχθρού. Άλλωστε η συναδέλφωση βασίζεται στην παραδοχή ύπαρξης κοινών συμφερόντων. Κι εδώ ξανατίθεται βέβαια το ζήτημα του αναρχικού (αλλά και του ανθρωπιστικού) ελιτισμού και της αντιδημοκρατικής περιφρόνησης προς την ικανότητα των υπόλοιπων υποκειμένων να χρησιμοποιούν τη Λογική (η οποία είναι ένα εργαλείο και όχι κάτι, όπως τα μαθηματικά, το οποίο οδηγεί απ’ όλους τους δρόμους στο ίδιο συμπέρασμα) και να εξάγουν τα δικά τους συμπεράσματα περί των «πραγματικών συμφερόντων» τους. Η άγνοια του γεγονότος ότι είναι αδύνατο να ομονοήσουν (ώστε να γίνει η Επανάσταση) όλοι οι άνθρωποι, διότι η ομόνοια επέρχεται μόνο λόγω της εμφάνισης κοινού εχθρού, διαφαίνεται και στην προσήλωση στο διάλογο μέσω του οποίου δήθεν θα φαινόταν πόσο λογικά είναι τα επιχειρήματα αυτών των ιδεολόγων.
Όσο για τον σεβασμό της
Ελευθερίας, δηλαδή για την δικαιολογία των αναρχικών προς τον εαυτό τους σχετικά
με το γιατί δεν γίνεται ήδη η Επανάσταση, αυτή είναι αρκετά
ελιτιστική σοφιστεία, από αυτές που είναι αναγκασμένη κάθε ηθικιστική ιδεολογία
να προβάλει προκειμένου να δικαιολογήσει την παροντική αδυναμία της ως προς τις
συνθήκες της πραγματικότητας. Απόψεις όπως «αν θέλαμε, οι
αναρχικοί, θα μπορούσαμε να κάνουμε την Επανάσταση, αλλά σεβόμαστε την Ελευθερία
και περιμένουμε να το εννοήσουν οι άλλοι» προκαλούν άφθονο γέλιο, τόσο λόγω της
βεβαιότητας όλων ότι οι αναρχικοί είναι τόσο λίγοι και διασπασμένοι ώστε να
κάνουν... αναρχική Επανάσταση και μάλιστα να επιβληθούν (αν το ήθελαν) δια της
βίας, τόσο του ιδεολογικού ελιτισμού («μόνο εμείς ξέρουμε τι είναι η πραγματική
Ελευθερία, ξέρουμε τον αληθινό Δρόμο-Δέον, είμαστε πρόθυμοι να σας τον
υποδείξουμε, λογικά - κι εσείς θα διαλέξετε αν θα τον διανύσετε με ποδήλατο ή
πεζή και αν θα τραγουδάτε ή θα μιλάτε· είμαστε οι "ταπεινοί υπηρέτες της
Επανάστασης"») όσο και λόγω της υποτίμησης των
υπολοίπων ανθρώπων («δεν φταίμε εμείς. Ο κόσμος φταίει που είναι ανόητος και δεν
μας κατανοεί ή δεν μας προσέχει ή δεν συμφωνεί μαζί μας ή δεν έπραξε όπως και
υπό τις προϋποθέσεις που θέσαμε»· η τελευταία υπόθεση αφορά περιπτώσεις
αποτυχημένων επαναστάσεων). Πρόκειται λοιπόν για μια αντίληψη επιπόλαιων
ελιτιστών που ενώ βαθιά μέσα τους ελπίζουν, σα μανιακοί μεσσιανιστές, κατηγορούν
τον κόσμο. Αλλά για τον ελιτισμό έχουμε πει αλλού· απλώς εδώ δείχνουμε πώς αυτός
συνδυάζεται με τις αναρχικές προσδοκίες και ελπίδες για την
Επανάσταση. (30/4/2006)
* * *
ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ:
Στην
εποχή μας τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι κάτι τόσο αυτονόητο και αποδεκτό από
όλους που ξαφνιάζεται κανείς, αν αναλογιστεί ότι λ.χ. στις αρχές του 20ού
αι. κυριαρχούσαν ακόμη ρατσιστικές αντιλήψεις στον πολιτισμένο δυτικό κόσμο.
Δεν πρέπει να πιστεύσουμε ότι η επίκληση, στον χώρο της πολιτικής,
των Α.Δ. από όλους, πλούσιους και φτωχούς, Δυτικούς και μη, οφείλεται στην
ηθικοποίηση των ανθρώπων, ότι δηλαδή γίναμε καλλίτεροι ηθικά. Τουλάχιστον πρέπει
να αμφιβάλλουμε γι’ αυτό και να δούμε γιατί οι Δυτικοί και οι αναπτυσσόμενοι
λαοί επικαλούνται ο καθένας τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Πάντως η ιστορία έχει
αποδείξει ότι πάντοτε, όποτε οι ηθικές αρχές διακηρύσσονται από τα κράτη και
γενικά όσους έχουν πολιτικές επιδιώξεις, αυτό συνεπαγόταν την υποταγή των ηθικών
αρχών στις πολιτικές επιδιώξεις. Έτσι, η «ηθική αρχή» της Σταυροφορίας
χρησιμοποιήθηκε από την πολιτική κι όχι το αντίθετο.
Η Δύση πρωτοχρησιμοποίησε τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ως όπλο κατά του
κομμουνισμού με τη μομφή ότι ο τελευταίος καταπατούσε την «ελευθερία» των
ανθρώπων. Η προπαγάνδα αυτή ήταν αρκετά επιτυχημένη, αν αναλογιστούμε τις
αντιδράσεις των ανατολικοευρωπαίων το 1989. Η Δύση συνέχισε να χρησιμοποιεί τα
Ανθρώπινα Δικαιώματα ως πολιτικό όπλο για την επιβολή των θέσεων και των
συμφερόντων της. Όπου έκρινε αυτή όπου υπήρχε «παραβίαση των Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων», κινητοποιούσε τις δυνάμεις της, έπειθε τον κόσμο μέσω των ΜΜΕ για
το πόσο «χασάπης» ή «τύραννος» ήταν κάποιος δικτατορίσκος και για το πόσο η ίδια
επιθυμούσε την Δημοκρατία και την Ελευθερία και επεμβαίνει σε διάφορες περιοχές
του κόσμου, ανάλογα με τα οικονομικά-γεωπολιτικά συμφέροντά της, πάντα όμως στο
όνομα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της «Ελευθερίας». Το πόσο υποκριτικό είναι
αυτό και το ότι τα κίνητρά της είναι υλικά κι όχι ιδεαλιστικά φαίνεται από το
γεγονός ότι η Δύση δεν επεμβαίνει στρατιωτικώς ούτε σε περιοχές όπου
παραβιάζονται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αλλά δεν έχει οικονομικό-γεωπολιτικό
συμφέρον (π.χ. Κύπρος) ούτε σε περιοχές όπου παραβιάζονται τα Ανθρώπινα
Δικαιώματα αλλά φοβάται να συγκρουστεί (π.χ. Κίνα). Επισείοντας επιλεκτικά
λοιπόν τον μπαμπούλα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η Δύση θεωρεί (και το κατορθώνει
ώς τώρα) ότι μπορεί να ελέγχει την υπόλοιπη ανθρωπότητα, όχι απλώς με την
στρατιωτική απειλή αλλά και με την ψυχολογική υποβολή και τρομοκρατία. Γιατί
λ.χ., αναφορικά με το δεύτερο, είναι άλλο πράγμα να προκαλείται σοκ στην κοινή
γνώμη για τους διαβολικούς Ταλιμπάν ή την Αλ Κάιντα, κι άλλο μην προκαλείται σοκ
για το γεγονός και τις μεθόδους της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ. Τα «Ανθρώπινα
Δικαιώματα» λοιπόν είναι ένα πολυτιμότατο ιδεολογικό-πολιτικό όπλο της Δύσης
στην προσπάθεια καθυπόταξης των αντίθετων κρατών και δυνάμεων· όπως ο
[σοβιετικός] «Διεθνισμός» ήταν το άλλοθι της ΕΣΣΔ για τις εισβολές στην Ουγγαρία
και την Τσεχοσλοβακία.
Αντίστοιχα οι μη δυτικοί λαοί επικαλούνται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
με σκοπό να θεμελιώσουν με έσχατα επιχειρήματα το δικαίωμα να είναι ισότιμοι
πολιτικά και οικονομικά με τη Δύση· η Τανζανία ή ο Παναμάς έχουν τα ίδια
δικαιώματα στην παγκόσμια σκηνή με την Αγγλία ή τις ΗΠΑ. Επίσης τα Ανθρώπινα
Δικαιώματα είναι ένα μέσο για να «πείσουν» τη Δύση (αλλά και τον εαυτό τους) οι
μη δυτικοί λαοί για το «δικαίωμά» τους να κατανέμονται με ίσο τρόπο σε όλους οι
παγκόσμιοι πόροι και ο παγκόσμιος πλούτος. Δηλαδή οι μη δυτικοί λαοί ερμηνεύουν
τις διακηρύξεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υλικώς ενώ η Δύση τις
ερμηνεύει ιδεαλιστικά και μόνο κατ’ όνομα, δηλ. αρκούμενη απλώς
στην εξάλειψη λ.χ. των βασανιστηρίων, των δικτατοριών, της ανελευθερίας του
λόγου κοκ. Οι μη δυτικοί λαοί μέσω των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταλήγουν να
πιστεύουν ότι ορισμένα υλικά αγαθά (λ.χ. τα αγαθά του καταναλωτικού δυτικού
πολιτισμού) τούς ανήκουν δικαιωματικά, δηλαδή μόνο και μόνο επειδή αυτοί
είναι – όπως και ο κάθε απλός Δυτικός – άνθρωποι και όχι χάριν
ελεημοσύνης της Δύσης. Όμως η Δύση το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε είναι να
μοιραστεί τον πλούτο της κι άρα την παγκόσμια κυριαρχία με τους αριθμητικά
υπέρτερους υπανάπτυκτους λαούς. Εάν ερμήνευε τις διακηρύξεις των Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων υλικώς, η Δύση θα έπρεπε λοιπόν να μοιράσει τον πλούτο και τους
πόρους της ισότιμα σε όλους τους λαούς της Γης, δηλαδή να αυτοκτονήσει πολιτικώς.
Γιατί, ποιος θα την έπειθε (κι έχει δίκαιο ν’ ανησυχεί) ότι μόλις οι νυν
υπανάπτυκτοι λαοί εξισώνονταν μ’ αυτήν σε επίπεδο οικονομικής και πολιτικής
ισχύος δεν θα έπρατταν εναντίον της ακριβώς ό,τι είχε διαπράξει αυτή εναντίον
τους μεταξύ του 16ου και 20ού αι.; Και να μη συνέβαινε
αυτό όμως, η Δύση γνωρίζει ότι το μοίρασμα του σημερινού πλούτου των λίγων θα
σήμαινε γενική φτώχεια και ειδικότερα την μείωση του δικού της πλούτου και
βιοτικού επιπέδου. Άλλο πράγμα να μοιράζονται ένα χρηματικό ποσό λ.χ. τρεις άνθρωποι κι
άλλο είκοσι. Αλλά επιπλέον, ακόμη κι αν δεν μοίραζε τον πλούτο της, η Δύση, εάν
ήταν πιστή στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, θα έπρεπε να επιτρέψει στα εκατοντάδες
εκατομμύρια των υπανάπτυκτων μη Δυτικών να εισέλθουν στη Δύση και να απολαύσουν
εκεί τα υλικώς ερμηνευόμενα δικαιώματά τους – ένας πραγματικός εφιάλτης για τους
καλοζωισμένους Δυτικούς. Ενδεικτικό ότι η Δύση συναισθάνεται τα παραπάνω είναι
ότι εμμέσως πλην σαφώς έχει επιλέξει να εφαρμόζει τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην
ίδια τη Δύση με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κρατικής κυριαρχίας. Δηλαδή
παρ’ όλες τις διακηρύξεις της Δύσης, το Δυτικό κράτος είναι υπεράνω των
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δηλαδή: όχι απλώς η Δύση θέλει να παίζει το ρόλο του
ισχυρότερου ελεήμονα (κι όχι του ίσου αδελφού) εκτός των συνόρων της, αλλά ούτε
δέχεται την κατάλυση της κυριαρχίας της για να πραγματωθούν πλήρως όλα τα
φανταστικά ή πραγματικά «δικαιώματα» που θα απαιτούν οι ξένοι.
Αναπόφευκτα λοιπόν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των μεν έρχονται
αντιμέτωπα με τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των δε, καθώς στο όνομα της ίδιας Ιδέας οι
μεν αναγνωρίζουν διαφορετικές αξίες και διαφορετικές καταστάσεις από τους δε.
Καθώς μάλιστα η Δυτική ερμηνεία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι το αντίθετο της
μη Δυτικής ερμηνείας, η σύγκρουση θα είναι σφοδρότατη. Έτσι καταρρίπτεται η
εξεπίτηδες διαδιδόμενη εκ Δυσμών μυθολογία ότι αρκεί η αποδοχή ή πραγμάτωση των
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από όλους, για να επέλθει ειρήνη κι ευτυχία. Γιατί η
μυθολογία αυτή ούτε μάς λέει (σκόπιμα) ποια απ’ τις δύο ερμηνείες είναι η
«αληθινή» ούτε μπορεί να μας πείσει ότι η αποδοχή της
ονομαστικής-ιδεαλιστικής ερμηνείας και όχι της υλικής θα καθησυχάσει
τους πεινασμένους μη Δυτικούς – όπως και οι φτωχοί της Δύσης δεν καθησυχάστηκαν
τον 19ο αι. από την αστική ερμηνεία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 18ου
αι., αλλά επαναστατούσαν απαιτώντας την υλική ερμηνεία τους. Και γιατί,
είναι άλλο πράγμα να πραγματώνονται ιδεαλιστικά τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
σε 7 και σε 15 δις. ανθρώπους κι άλλο να πραγματώνονται υλικά σε 7 και σε
15 δις. Βλέπουμε δηλαδή ότι όσο περισσότερο παγκόσμια αναγνωρίζεται μια αρχή,
τόσο πιο περίπλοκη γίνεται η ερμηνεία και η εφαρμογή της κι ότι τα Ανθρώπινα
Δικαιώματα μπορούν να παίξουν όχι μόνο ρόλο ειρηνευτικό αλλά κυρίως διχαστικό,
αφού οι αντίπαλοι θα αγωνίζονται για την επικράτηση της δικής τους ερμηνείας –
και μάλιστα θα αγωνίζονται με την ειλικρινή πίστη ότι έχουν το δίκαιο με το
μέρος τους ζητώντας ένα αυτονόητο δικαίωμα, λ.χ. το δικαίωμά τους στο κότερο.
Η Δύση
νομίζει ότι νικώντας την ΕΣΣΔ και εξαπατώντας τους Ανατολικοευρωπαίους με την
«Ελευθερία» ξεμπέρδεψε εύκολα, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεται σε τρομερό
δίλημμα, ή να δείξει ολοφάνερα ότι προδίδει τις ιδέες της ή να εξισωθεί
οικονομικοπολιτικά με τον υπόλοιπο πλανήτη και να αυτοκτονήσει. Πάντως
μακροπρόθεσμα η χρησιμοποίηση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για σκοπούς παγκόσμιας
κυριαρχίας θα γίνεται ολοένα δυσκολότερη, γιατί θα καταφαίνεται η υποκρισία, ενώ
το κόστος θα αυξάνεται. Η έμπρακτη άρνηση ή αδυναμία, από την άλλη, της Δύσης να
μοιραστεί τα Ανθρώπινα Δικαιώματά της με τους υπανάπτυκτους λαούς θα οδηγήσει
αναπόφευκτα στην πτώση της δημοτικότητας των Δυτικών Ιδεών στους μη Δυτικούς
λαούς· γιατί αυτοί περίμεναν από τα «Ανθρώπινα Δικαιώματα» εξίσωση του βιοτικού
επιπέδου και κατάργηση της εκμετάλλευσης, αλλά όταν δουν ότι αυτό δε θα γίνει
(κι όταν θα αγανακτήσουν με τις επιλεκτικές, υποκριτικές Δυτικές επεμβάσεις)
τότε θα στραφούν εναντίον κάθε δυτικής πνευματικής ιδέας επιστρέφοντας με
περηφάνια στην πνευματική τους κοιτίδα, στην οποία ως γνωστόν επιτρέπονται
φιλάνθρωπες πράξεις όπως ο αποκεφαλισμός, το κόψιμο χεριών, ποδιών, η μαστίγωση,
το κάψιμο της χήρας με τον νεκρό άντρα της, τα κινέζικα βασανιστήρια κ.ά. Αυτό
θα είναι το έργο της Δύσης.
Στην μεταμοντέρνα Δύση κυριαρχούν δύο αντίθετες αντιλήψεις σχετικές
με την ηθική και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αυτή του ηθικού σχετικισμού και αυτή
του ηθικού οικουμενισμού. Η δεύτερη έχει αναμφίβολα τον τελευταίο λόγο, γιατί οι
οπαδοί του ηθικού σχετικισμού δεν μπορούν να τραβήξουν ώς το τέρμα τη σκέψη τους
(π.χ. να πουν ότι η ύπαρξη βασανιστηρίων ή κλειτοριδεκτομής οφείλεται σε μια
θεμιτή πολιτισμική διαφορά) δίχως να χαρακτηριστούν οπαδοί του Ολοκληρωτισμού ή
μηδενιστές κι επικίνδυνοι και να περιθωριοποιηθούν. Γι’ αυτό οι οπαδοί του
ηθικού σχετικισμού είναι αναγκασμένοι να υιοθετούν το λεξιλόγιο του ηθικού
οικουμενισμού και να ισχυρίζονται ότι μόνον εάν όλοι μας κατανοήσουμε τη
σχετικότητα των αξιών και των απόψεων μπορεί να δημιουργηθεί κλίμα ανοχής και
ειρήνης στον κόσμο. Οι δε οπαδοί του ηθικού οικουμενισμού έχουν πάρει το
μεγαλόπρεπο ύφος του γεμάτου αηδία για τους «υποβιβαστές της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας» ανθρωπιστή και τιμητή. Ωστόσο υπάρχουν τρία προβλήματα για τις δύο
απόψεις. Πρώτον η διακήρυξη ή η αποδοχή οικουμενικών αξιών αυτή καθεαυτή δεν
συνεπάγεται την βελτίωση της ζωής των ανθρώπων· και παλιότερα επικράτησαν αξίες
που σ’ ορισμένους πολιτισμούς θεωρήθηκαν οικουμενικές, ωστόσο η ονομαστική
αποδοχή τους δεν έλυσε τίποτα. Δεύτερον ο σχετικισμός δεν είναι διόλου σίγουρο
ότι φέρνει την ανοχή: μπορεί κάλλιστα να σφάζει κανείς αδίστακτα κάποιους
έχοντας ταυτόχρονα πλήρη επίγνωση της σχετικότητας των συμφερόντων και των
σκοπών/αξιών του. Τρίτον, πρέπει να ανεχόμαστε τους εχθρούς της ανοχής; Το
ερώτημα μοιάζει σοφιστικό, αλλά εάν ισχύει η αρχή της αμοιβαιότητας, τότε
πρέπει να ανεχόμαστε μόνο όσους δέχονται την αρχή της ανοχής: αλλά αν δεν
είμαστε ανεκτικοί προς όλους παρά μόνο προς όσους συμφωνούν μαζί μας, τότε δεν
είμαστε ανεκτικοί.
Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
απαιτούν οικουμενική ισχύ, γιατί ακριβώς οι ιδεολογικές προϋποθέσεις τους
απαιτούν οικουμενική ισχύ. Αυτές είναι η προσπάθεια ανίχνευσης των ηθικών αξιών
μέσα στα πράγματα, όπως λ.χ. του χρώματος στα πράγματα (έτσι θεωρούσε ο
Grotius,
για παράδειγμα) και η συρρίκνωση του ανθρώπινου όντος στη λογικότητά του, δηλαδή
στην ικανότητα να σκέφτεται και ν’ αποφασίζει έλλογα. Όμως αφενός δεν
αποδεικνύεται καμμία ηθική αξία μέσα στα πράγματα, εκτός του ανθρώπου, αφετέρου
είναι γνωστό ότι η λογικότητα δεν είναι παρά μόνο ένα από τα στοιχεία του
ανθρώπου. Η ικανότητά του να επιλέγει διαφορετικές αντιλήψεις (πολιτισμούς) και
να διαφοροποιείται διόλου δεν λαμβάνεται υπόψη. Η αναφορά στην κοινή φύση του
ανθρώπου δεν προσθέτει περισσότερο.
Ὅπως στὴν ἀρχαιότητα ὁρισμένοι φιλόσοφοι
κατέληγαν πὼς ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ εἴμαστε ὅλοι ἴσοι, ἀδελφωμένοι κ.λ.π.,
ἔτσι κάποιοι ἄλλοι, ἐπίσης ἀρχαῖοι φιλόσοφοι κατέληγαν στὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα
συμπεράσματα γιὰ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι εἴμαστε ἄνισοι, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύῃ
τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυρότερου κ.λ.π. Χωρὶς καθόλου νὰ
πρέπει νὰ ὑποστηρίζει κανεὶς ὅτι εἶναι κακὸ νὰ
ὑπάρχουν Ἀνθρώπινα Δικαιώματα, ἡ
θεμελίωσή τους εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμη, τόσο
ἀβάσιμη ὅσο καὶ ἡ προσπάθεια νὰ ὑποστηριχτεῖ λογικῶς ἡ ἀνισότητα τῶν ἀνθρώπων. Τὸ πόσο ἔμπρακτα ἀβάσιμη εἶναι
φαίνεται κι ἀπὸ μιὰ ἄλλη παλαιότερη θεμελίωση τῆς ἰσότητας τῶν ἀνθρώπων, στὴ
βάση τῆς ἰσότητας μπροστᾶ στὸ Θεό. Αὐτὴ δὲν ἀρκοῦσε γιὰ νὰ ἐξισωθοῦν πολιτικᾶ
καὶ οἰκονομικᾶ οἱ ἄνθρωποι.
Ἡ γέννηση τῆς ἰδέας τῶν ἀνθρωπίνων
δικαιωμάτων στὴ Δύση ὀφείλεται, πρῶτον στὸ ὅτι μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ δυτικοῦ
τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τοὺς βαρβάρους, ὅλα ξεκίνησαν ἐκεῖ ἀπὸ
μηδενικὴ βάση, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπῆρχε κάποια ἀρχαία κληρονομιὰ καὶ πολιτισμὸς νὰ
ἐπηρεάσῃ τὴ σκέψη καὶ τὶς ἐξελίξεις, καὶ δεύτερο ἡ ἀπάνθρωπη τακτικὴ τῆς δυτικῆς
ἐκκληςίας καὶ οἱ αἱματηροὶ θρησκευτικοὶ πόλεμοι, ὤθησαν τοὺς ἀνθρώπους νὰ
ψάξουν γιὰ μιὰ ἀντικειμενικότερη – ἄρα καὶ τάχα «ἀπολυτότερη» – θεμελίωση τῶν
στοιχειωδῶν δικαιωμάτων καὶ ἀξιοπρέπειας ποὺ ἀξίζει κάθε ἄνθρωπος, πέρα ἀπὸ τὴ
θρησκεία.
Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεν είναι κάτι ουρανοκατέβατο, αλλά είναι
αποφάσεις και δημιούργημα ανθρώπων. Ποιων ανθρωπων όμως, και σε ποια εποχή; Όχι
φυσικά όλων. Δεν συνήλθε όλη η Ανθρωπότητα για να αποφασίσει τι είναι τα
Ανθρώπινα Δικαιώματα. Κάποτε, κάποιοι Άγγλοι απαίτησαν στοιχειώδη δικαιώματα από
το μονάρχη τους, κάποτε κάποιοι Αμερικανοί διακήρυξαν τα στοιχειώδη δικαιώματα,
κάποτε, κάποιοι Γάλλοι στα 1789 συναθροίστηκαν και είπαν, ότι ανθρώπινα
δικαιώματα είναι αυτό κι εκείνο κι ετούτο. Μετά, αυτός ο ορισμός των Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων άρχισε να γίνεται κοινά αποδεκτός σε όλον τον δυτικό κόσμο. Τέλος,
όταν ιδρύθηκε ο ΟΗΕ, υιοθέτησε πάνω-κάτω τον δυτικό αυτόν ορισμό, μια και οι
κυρίαρχες δυνάμεις ήταν δυτικές και ευρωπαϊκές. Πρέπει να γίνει κάποτε κατανοητό
πως η έννοια «ανθρώπινο δικαίωμα» δεν είναι κάτι το απόλυτο, αλλά συναρτάται από
την έννοια «άνθρωπος». Το τι σημαίνει «άνθρωπος» δεν είναι κάτι τόσο απλό όσο
φαίνεται. Κάθε πολιτισμός έχει διαφορετική αντίληψη για τον άνθρωπο, για τη θέση
του στον κόσμο, για τον κόσμο καθεαυτό. Δεν έχουν όλοι οι πολιτισμοί κοινή
αντίληψη γι’ αυτά τα πράγματα. Γι’ αυτό και κάθε πολιτισμός έχει τη δική του
αντίληψη περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δηλαδή για το τι δικαιούται να έχει
καθένας ως άνθρωπος. Ωστόσο, ολοφάνερα δεν μπορεί ο πολιτισμός των Ινδών ή των
απω-ανατολιτών να επιβάλλει την αντίληψή του για τον άνθρωπο: η επιβολή αυτή
γίνεται μόνο με την προϋπόθεση ότι έχει επιβληθεί πολιτικώς-στρατιωτικώς-οικονομικώς
η Ινδία ή η Απω Ανατολή σε όλον τον πλανήτη. Ἔτσι, ἡ μόνη αἰτιολόγηση τῆς «οἰκουμενικότητας»
τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἶναι ἡ ὑλικὴ ἐπικράτηση τῆς Δύσης. Αὐτὸ ὅμως εἶναι
ὑλικὸ κι ὄχι φιλοσοφικὸ ἐπιχείρημα. Ἂν ἐπικρατοῦσε τὸ Ἰσλὰμ, θὰ θεωροῦσαν ὅλοι
τὴν ἰσλαμικὴ ἀνθρωπο-λογία ὡς «οἰκουμενική». Θὰ φαινόταν αὐτονόητο σὲ ὅλους πὼς
τὸ Ἰσλὰμ «παρέχει» τὸν καλλίτερο ἄνθρωπισμό.
Και σ’ αυτήν την περίπτωση, όπως και σ’ άλλες, ωστόσο πρέπει να
πιστεύουμε άλλα και να κάνουμε άλλα. Η δράση υπέρ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
μόνον με την προϋπόθεση της πίστης στην οικουμενικότητα και μοναδικότητά τους
είναι δυνατή. Γιατί αλλιώς ο υπερασπιστής τους νοιώθει ότι παραβιάζει τα
Ανθρώπινα Δικαιώματα αυτών στους οποίους προσπαθεί να επιβάλλει τα Ανθρώπινα
Δικαιώματα. Σχετικά ή μη, απαραίτητος όρος ύπαρξής τους είναι ο εξορκισμός της
σχετικότητάς τους, ανεξάρτητα αν στο μέλλον θα χρησιμοποιούνται για
βομβαρδισμούς ή για ανθρωπιστική βοήθεια. Όσο για εκείνους τους Δυτικούς που
δηλώνουν «αμέτοχοι στα πολιτικά παιχνίδια της Δύσης με τα ανθρώπινα δικαιώματα»
παίρνοντας μέρος στον αγώνα υπέρ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορούμε να πούμε
πως η ειλικρίνειά τους δεν συνεπάγεται ότι δεν είναι, είτε το γνωρίζουν είτε το
αρνούνται, τα κορόιδα της Δύσης ή τα θύματα της ετερογονίας των σκοπών, τα οποία
αγωνίζονται υπέρ ιστορικών εξελίξεων, διεργασιών και αποτελεσμάτων πολύ
διαφορετικών από αυτά που οι ίδιοι επιδιώκουν με τις αλτρουιστικές πράξεις τους.
Γιατί
όπως άλλο η σκοπούμενη από την πραγματική ωφέλεια, έτσι και, πολύ συχνά, άλλο το
τι κάνουμε κι άλλο το τι νομίζουμε ότι κάνουμε. Οι αγωνιζόμενοι Δυτικοί υπέρ των
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναγκαστικά επικροτούν ως «μη χείρον βέλτιστον» τις
στρατιωτικές-πολιτικές επεμβάσεις της Δύσης εκτός Δύσης, γιατί κατανοούν πως δεν
επιτυγχάνονται διαφορετικά οι δικοί τους σκοποί· και πράγματι, εάν ήταν μόνες
τους, δίχως την ανθρωπιστική ρητορεία και πολεμική των δυτικών κρατών – και
δίχως «ευαγή ιδρύματα» χρηματοδοτούμενα από πολυεκατομμυριούχους – οι
ανθρωπιστικές οργανώσεις θα ήταν περιθωριοποιημένες. Ωστόσο θα είναι πάντα ένα
ηθικό δίλλημα, για τους πιο συνειδητοποιημένους εξ αυτών, η παραπάνω αποδοχή.
Ορισμένοι πιστεύουν ότι η έννοια των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Α.Δ.) είναι αποκλειστικώς η Δυτική. Ωστόσο και το Ισλάμ, αν δεν επιμείνουμε στις λέξεις, έχει τα ισλαμικά Ανθρώπινα Δικαιώματα, τα οποία βέβαια είναι τελείως διαφορετικά από τα Δυτικά. Οι ισλαμιστές όμως ισχυρίζονται ότι τα ισλαμικά Α.Δ. είναι τα πραγματικά, τα σωστά Α.Δ. Οι Δυτικοί εκπλήσσονται με τέτοιες δηλώσεις και αντιτείνουν ότι τα δυτικά Α.Δ. βασίζονται στον ορθό λόγο. Όμως οι ισλαμιστές αντιτείνουν ότι τα ισλαμικά Α.Δ. βασίζονται στο Κοράνι, άρα εμπεριέχουν τον ορθό λόγο. Είναι επομένως λανθασμένο να λέγεται ότι οι μη δυτικοί πολιτισμοί δεν έχουν μια κάποια αντίληψη για τα δικαιώματα των ανθρώπων που ζουν στις κοινωνίες τους.
Η απολυτοποίηση των Α.Δ. από όσους τα θεωρούν λίγο-πολύ ένα είδος νέας θρησκείας, την οποία πρέπει να ακολουθήσουν όλοι, σκοντάφτει τόσο στην διαπολιτισμική διαφορά (ισλαμικά - δυτικά Α.Δ.), όσο και στην ενδοπολιτισμική αντιπαράθεση, καθώς και στο γεγονός ότι ενώ διατείνονται ότι τα Α.Δ. φέρνουν την ειρήνη, είναι αναγκασμένοι, όσοι τα θεωρούν ως αναγκαία νέα θρησκεία, να τα επιβάλλουν με τη βία κι επομένως λ.χ. να σφάζουν προκειμένου να αποτρέπουν τη σφαγή. Έτσι η παραβίαση των Α.Δ. ακριβώς επειδή γίνεται προσπάθεια να εφαρμοσθούν τα Α.Δ. συνεχίζεται. (11/9/2007)
Ασφαλώς τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι η άποψη που αντιτίθεται στα Α.Δ. (π.χ. η τοποθέτηση ενός Ηγέτη ή μιας θρησκείας αντί αυτών) είναι περισσότερο λογικά βασισμένη, με λιγότερες αντιφάσεις ή με λιγότερα πρακτικά προβλήματα. Καταρχήν δεν μπορεί να σταθεί ιδεολογία η οποία να μην έχει μια, κάποια, αντίληψη περί υποχρεώσεων και (ανθρωπίνων) δικαιωμάτων και, έτσι, ακόμη κι αν αρνείται την έννοια των Α.Δ., αναγκαστικώς πρακτικά καθορίζει τα δικαιώματα που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι. Κατά δεύτερον τα "προνεωτερικά Α.Δ." στη Δύση δεν ήταν και τα καλλίτερα, με βάση τα σημερινά δυτικά κριτήριά μας για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατά τρίτον, εντός της δυτικής παράδοσης και με δεδομένο ότι κυρίαρχη στη Δύση είναι μια συγκεκριμένη ερμηνεία των Α.Δ. καθώς και μια συγκεκριμένη παράδοση, αναπόφευκτα τα κριτήριά μας για το Καλό και το Χρήσιμο είναι τα ίδια με αυτά που τα Α.Δ. διακηρύσσουν και, συνεπώς, τα Α.Δ. θεωρούνται αναπόφευκτα ως κάτι καλό, ως πρόοδος, εξανθρωπισμός κ.λπ. Όμως αυτή η θεώρηση παύει να έχει νόημα εκτός Δύσης. (5/12/2007)
Περισσότερα για τον πολιτισμικό σχετικισμό και τη Δύση στο άρθρο ΔΥΣΗ, του β' μέρους
επιθυμία, ανθρώπινο δικαίωμα και τα όρια ανοχής στη μετατροπή της σε ανθρώπινο δικαίωμα.
Θεωρητική βάση για να καθιερωθούν κάποια δικαιώματα ως τέτοια, δηλαδή ανθρώπινα δικαιώματα, δεν μπορεί παρά να είναι η επιθυμία μιας ομάδας ή της πλειοψηφίας της κοινωνίας για θέσπιση ορισμένων πραγμάτων κι επιθυμιών ως ανθρωπίνων δικαιωμάτων τα οποία στο εξής θεωρούνται φυσικά. Ήθελαν κάποιοι άνθρωποι να αποκτήσουν το δικαίωμα της ψήφου, του ελέγχου των κρατικών εσόδων ή το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας, και διακήρυξαν ότι αυτά είναι ανθρώπινα δικαιώματα που όλοι τα έχουν, απλώς και μόνο επειδή είναι άνθρωποι. Στη συνέχεια προστέθηκαν και άλλα τέτοια ανθρώπινα δικαιώματα στη λίστα. Όλη αυτή η διαδικασία έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν κατανοούσε ότι απλώς, κάθε φορά, κάποιοι απαιτούσαν να μετατραπεί μια επιθυμία τους σε ανθρώπινο δικαίωμα κι έπειτα όλοι φαντάζονταν πως η πλέον θεσμοθετημένη σε Α.Δ. επιθυμία ήταν προαιώνιο, "φυσικό" Α.Δ. Δεν κατανοούσε κανείς (και ίσως ακόμη δεν κατανοεί) ότι αντί για θεσμοθέτηση ενός προαιώνιου πράγματος στην πραγματικότητα είχαμε - δια της βίας ή μέσω ψηφοφορίας - προσθήκη του πράγματος αυτού (ή της επιθυμίας) σε μια λίστα η οποία λέγεται "Ανθρώπινα Δικαιώματα", ότι δηλαδή τα ανθρώπινα δικαιώματα θεσπίζονται κανονιστικά και μάλιστα σταδιακά (όχι όλα μαζί). Τυπικό παράδειγμα είναι σήμερα τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων στο γάμο. Στα 1789, όταν διακηρύσσονταν τα ανθρώπινα δικαιώματα, δε φανταζόταν κανείς ότι η επιθυμία των ομοφυλόφιλων για γάμο μεταξύ τους θα μετατρεπόταν σε Α.Δ. (ή ότι κάποιοι θα επεδίωκαν να την θεσμοθετήσουν ως Α.Δ.). Ωστόσο, ακριβώς επειδή τα Α.Δ. γίνονται τέτοια κανονιστικώς, δηλαδή δεν είναι "φυσικά", αλλά "κοινωνικά", είτε χάρη στην απαίτηση της πλειοψηφίας είτε χάρη στον αγώνα μιας ενδεχομένως μικρής, αλλά ισχυρής μειοψηφίας, τίποτε δεν αποκλείει στο μέλλον να ζητάται να ανακηρυχθούν σε Α.Δ. πράγματα τα οποία μας φαίνονται ταμπού ή απαράδεκτα. Όταν ζητηθεί και επιτευχθεί κάτι τέτοιο, τότε αυτά τα πράγματα θα αρχίσουν να φαίνονται "φυσικά" και μάλιστα να θεωρείται ότι εξανέκαθεν ήταν δικαίωμα των ανθρώπων, το οποίο παραβιαζόταν στις παλιότερες (και στη δική μας) εποχές.
Προκειμένου να μπει ένα όριο, όταν - και αν - γίνει κατανοητό ότι τα Α.Δ. είναι
κοινωνικά και όχι φυσικά ή προαιώνια και συνεπώς καθένας μπορεί να ζητήσει να
ανακηρυχθεί Α.Δ. η οποιαδήποτε επιθυμία του, υπάρχουν δύο λύσεις, οι οποίες όμως
εφαρμόζονται και τώρα. Σύμφωνα με την πρώτη λύση αναζητάται η θεμελίωση των Α.Δ.
σε κάτι εξωανθρώπινο, στη(ν ανθρώπινη) Φύση, η οποία ως απαράλλαχτη δείχνει και
ποιες επιθυμίες ή πράγματα συνιστούν φυσικά, δηλαδή προαιώνια, δικαιώματα και
ποιες επιθυμίες δεν συνιστούν Α.Δ. Αλλά αυτό γίνεται και σήμερα: θεωρούμε τα έως
τώρα θεσμοθετημένα ως Α.Δ. φυσικά και τόσο αυτονόητα, ώστε κατακρίνουμε τις
εποχές στις οποίες δεν είχαν αναγνωριστεί ως τέτοια. Σύμφωνα με την άλλη λύση
μια ομάδα σοφών ή αντιπροσώπων μας θα καθόριζε μια για πάντα το περιεχόμενο των
Α.Δ., ποια και πόσα είναι αυτά, απαγορεύοντας την προσθήκη ή την αφαίρεση σε
αυτά άλλων επιθυμιών ή πραγμάτων. Όμως τα τώρα αναγνωρισμένα ως Α.Δ. είναι
τέτοια εξαιτίας της απόφασης κάποιων, λίγων, "σοφών" ή ισχυρών Γάλλων,
Αμερικάνων κ.λπ. ή των επιτροπών-αντιπροσώπων των λαών στον ΟΗΕ. Από την άλλη,
τίποτα δεν παραμένει αιώνια αποδεκτό. Η συνειδητοποίηση όμως ότι οι τρόποι
"περιορισμού" των Α.Δ., ώστε σε αυτά να περιλαμβάνονται μόνο τα "πραγματικά" και
"φυσικά" (που η "πραγματική" αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου συνεπάγεται) δικαιώματα,
έχουν εφαρμοστεί δίχως το ποθητό αποτέλεσμα (γιατί στην πρώτη λύση, όλοι μπορούν
να δουν πως ό,τι σήμερα θεωρείται Α.Δ. χτες δεν θεωρείτο και πως οι
αντιπρόσωποι-σοφοί έρχονται και παρέρχονται), συνεπάγεται μόνο την αποδοχή της άποψης
ότι τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε ανθρώπινο δικαίωμα, απλώς και μόνο εάν το
ζητήσει μια ισχυρή μειοψηφία ή η πλειοψηφία κι ότι δεν υπάρχει όριο. (28/6/2008)
* * *

η ΑΝΟΙΧΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΟΙ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ ΤΗΣ
Δεν υπήρξε ούτε υπάρχει "ανοιχτή κοινωνία". Ανοιχτή κοινωνία είναι μια φανταστική κοινωνία, όπου όλα τα θέματα είναι "ανοικτά", προς συζήτηση, δεν έχουν "κλείσει" μια για πάντα. Αυτό, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, συντελεί ή οδηγεί (πραγματικά αδιάφορο) στην αυτοθέσμιση και τη δημοκρατία. Βέβαια, ο ίδιος ο Καστοριάδης παραδέχεται ότι τα θέματα λ.χ. της δουλείας ή της ισότητας των γυναικών δεν είναι αντικείμενο συζήτησης πλέον, γιατί "έχουν λυθεί", όπως ο ίδιος λέει. Θα ήταν αφελής η πίστη ότι οι οπαδοί της Ανοιχτής Κοινωνίας δέχονται πως ΙΣΩΣ στο μέλλον ξανασυζητήσουμε τα θέματα αυτά (και ένα σωρό άλλα). Ο λόγος είναι, όχι η άρνηση της πιθανής διάθεσής τους να δεχτούν μια μελλοντική πιθανότητα, αλλά ότι μιλούν στο όνομα μιας Παράδοσης (η οποία εκτόπισε τις προηγούμενες Παραδόσεις, έχοντας επαναστατικό Σύνθημα την "επίθεση κατά της Παράδοσης"), η οποία -όπως κάθε Παράδοση- θεωρεί τον εαυτό της δεδομένο και δεν σκοπεύει τόσο "αμεσοδημοκρατικά" να τον υποβάλει σε συνεχή έρευνα.
Δεν μπορεί να υπάρξει Ανοιχτή Κοινωνία, διότι πάντοτε κάθε κοινωνία πίστευε ότι κάποια πράγματα είναι ιερά, αδιαμφισβήτητα, αποδεδειγμένα "εξ άπαντος" και ο διάλογος/αμφισβήτησή τους συνιστά είτε ιεροσυλία είτε ανούσια και βαρετή διαδικασία. Η επόμενη χρονικά κοινωνία, βεβαίως, δεν πίστευε καθόλου ότι τα πράγματα είναι όπως είναι. Κι όσο κι αν το συγκεκριμένο παράδειγμα (η ισότητα των γυναικών) προκαλεί ίσως αγανάκτηση, η αλήθεια είναι ότι είμαστε μια Κλειστή Κοινωνία, που έχει αποφασίσει "Εξ άπαντος" ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες κι ότι δεν έχει νόημα να ξανασυζητάμε "τέτοια θέματα" (αλλιώς είμαστε, ίσως, φασίστες). Δίχως φυσικά, να υπονοείται ότι πρέπει να ξανασυζητήσουμε αυτό το θέμα (ή άλλα παρόμοια), τελικά, το να είσαι Κλειστή κι όχι Ανοιχτή Κοινωνία είναι ζήτημα (αναγκαίος όρος) επιβίωσης της κοινωνίας κι όχι απαξίωσής της, όπως οι φιλελεύθεροι θα πίστευαν. Γιατί απλούστατα, μια κοινωνία, όπου οι πάντες θα ξανα-συζητούσαν με τους πάντες τα πάντα, ανά πάσα στιγμή, δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της και παύει να υπάρχει (γι' αυτό και οι αναρχικές ιδεοληψίες περί συλλογικότητας δεν μπορούν να επαληθευτούν).
Ίσως όλοι αυτοί οι φιλελεύθεροι να εννοούν κάτι άλλο, αφού η (απολύτως) Ανοιχτή Κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει κι ούτε υπήρξε ποτέ. Ίσως εννοούν ότι δεν πρέπει να σφάζουμε τους αντιφρονούντες, αλλά να ανεχόμαστε την οποιαδήποτε φιλοσοφική τρέλλα τους. Σ' αυτό έχουν δίκαιο (υπό την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζουν πως και ο Διαφωτισμός δεν είχε υπόψη του το ευρύ περιεχόμενο που νομίζουμε πως έχει, ως προς τις διακηρύξεις του. βλ. "Διαφωτισμός", επόμενη σελίδα). Έχουν δίκαιο επίσης στην άποψη ότι ποτέ ώς την Αμερικανική/Γαλλική Επανάσταση δεν διακηρύχθηκε ρητά το δικαίωμα του ανθρώπου να λέει/πιστεύει ό,τι θέλει. Και έχουν δίκαιο ότι μόνο μετά το Διαφωτισμό, υπήρξε ένα μέρος (και πάλι όχι πλήρως) όπου η διακήρυξη για σεβασμό της διαφωνίας έγινε και πράξη. Εκεί που έχουν άδικο είναι να χαρακτηρίζουν με το ελιτιστικό-απελευθερωτικό τους ύφος ως "οπαδό της κλειστής κοινωνίας" όποιον απλώς τους υπενθυμίζει ότι δεν ομιλούν στο όνομα της Τελειότητας και της Απουσίας Παραδόσεων/Φιλοσοφικών Προκαταλήψεων/Συγκεκριμένης Οπτικής και Κοσμοθέασης, αλλά απλώς μίας Παράδοσης ανάμεσα στις άλλες. Κάνουν κακό τόσο στη συζήτηση γι' αυτά τα θέματα, τόσο στον εαυτό τους (εμφανιζόμενοι ότι είναι υπέρ της ανύπαρκτης Απόλυτης Ανοιχτής Κοινωνίας) όσο και σε αυτό που υπερασπίζονται. (10/3/05)
Συνέπεια της αρχής για
Ανοιχτή Κοινωνία (την οποία βέβαια, όπως είδαμε, εμπράκτως και προπαντός σιωπηρά
παραβαίνουν οι ίδιοι οι ανοιχτόμυαλοι εκπρόσωποί της) είναι η προσπάθεια να
αντικατασταθεί ο δογματικός, αυταρχικός και βουλησιοκρατικός χαρακτήρας του
νεωτερικού Λόγου από τον «κριτικό» Λόγο, ο οποίος θα θέτει σε αμφισβήτηση και
τον εαυτό του και τάχα θα παραιτείται από την αξίωση για τελειωτική κατοχή της
αλήθειας. Αυτή η προσπάθεια, εάν είναι ειλικρινής, τότε ισοδυναμεί με πνευματική
αυτοκτονία. Διότι μια ιδεολογία η οποία θα θεωρούσε συνεχώς αξιολογικά ισότιμη
λ.χ. την εντελώς αντίθετή της ιδεολογία, θα έπρεπε να βουβαθεί και όχι να της
ασκεί κριτική. Πώς μπορείς να ασκείς κριτική σε όποιον είναι – το παραδέχεσαι
εσύ – εξίσου «ορθολογιστής» με εσένα; Αν, πάλι, αυτή η προσπάθεια του «κριτικού
ορθολογισμού» δεν είναι αληθής, τότε πρόκειται απλώς για το γνωστό και παλιό
παιχνίδι της «αμφιβολίας» και του «σκεπτικισμού του Διαφωτισμού», ο οποίος
ονομαστικώς αμφέβαλε για τα πάντα και τους πάντες, ενώ ουσιαστικώς αμφέβαλε μόνο
για τις αλήθειες των αντιπάλων του. Τέτοιες απόψεις περί «κριτικού Λόγου» είτε
αποτελούν σημάδια ιστορικής κόπωσης είτε συνιστούν την παλιά γνωστή
φαρσοκωμωδία. Κατηγορώντας ο φιλελεύθερος (και νυν «κριτικός») Λόγος τους πάντες
και τα πάντα (πλην εαυτού) για «ανορθολογισμό» και «οίηση κατοχής της Αλήθειας»,
κατόρθωνε να τους αποστομώνει και να μένει έτσι ο μόνος στην φιλοσοφική "αρένα", άρα ο
αυταπόδεικτα κάτοχος της Αλήθειας (και των αληθειών που κουβάλαγε κρυφά μαζί
του). Τέτοια παιχνίδια όμως πλέον δεν πιάνουν, διότι όλοι – στην μεταμοντέρνα
εποχή – τα παίζουν. (25/2/2007)
* * *
ΑΝΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ:
"Η ασάφεια που περιβάλλει
κεντρικές έννοιες, όπως π.χ. τον «ορθολογισμό», αποτελεί ένα ακόμη εμπόδιο για
την εμπεριστατωμένη σύλληψη του Διαφωτισμού, εφόσον μάλιστα ο τελευταίος πολλές
φορές χαρακτηρίστηκε ως «εποχή του ορθολογισμού». Η ασάφεια αυτή προκύπτει,
βέβαια, ακριβώς από την υπερβολικά συχνή χρήση της έννοιας του ορθολογισμού σε
διαφορετική κάθε φορά συνάφεια, έτσι ώστε η πολυσημία γίνεται αναπόφευκτη.
Ωστόσο θα ήταν αφελής η επιθυμία παραμερισμού της ασάφειας και της πολυσημίας με
γενικά αποδεκτές συμφωνίες πάνω στην ορολογία. Γιατί η εκάστοτε χρήση της
έννοιας του ορθολογισμού συναρτάται συνήθως τόσο στενά με το περιεχόμενο και τις
προθέσεις της αντίστοιχης σκέψης, ώστε κανείς στοχαστής δεν βρίσκεται πρόθυμος
να παραιτηθεί από την προσωπική του ορολογία, εγκαταλείποντας έτσι λίγο ή πολύ
ουσιαστικά σημεία των θεωριών του. Η σύνδεση του ορθολογισμού με συγκεκριμένο
περιεχόμενο και συγκεκριμένες θέσεις αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα
όπλα στη φιλοσοφική πολεμική. Σκοπός της είναι να εξαρτήσει την ικανότητα για
λογική σκέψη από την αποδοχή θεωριών με συγκεκριμένο περιεχόμενο και να
καταγγείλει όσους δεν αποδέχονται τις τελευταίες ως εχθρούς της λογικής γενικά
σκέψης ή ως αναξιόπιστους διανοητές. Η πολυσημία της έννοιας του ορθολογισμού
ήταν αποτέλεσμα της πολεμικής της χρήσης, αφού έτσι συνδέθηκε κατά καιρούς με τα
πιο διαφορετικά περιεχόμενα˙ δεν προδίδουμε κανένα μυστικό αν μνημονεύσουμε το
στοιχειώδες γεγονός – που τόσο δυσάρεστα αναφέρουν οι φιλόσοφοι – ότι η λογικά
μεθοδευμένη σκέψη έχει ίσαμε τώρα τεθεί στην υπηρεσία εντελώς διαφορετικών
απόψεων και προθέσεων. Οι πρόμαχοι τούτης ή εκείνης της θεωρίας μπορούν, φυσικά,
να αμφισβητούν όχι μόνο τις θέσεις του αντιπάλου, αλλά και την ικανότητά του για
λογική σκέψη –και μάλιστα στο όνομα του Ενός Λόγου, ο οποίος, κατά περίεργο
τρόπο, συμπίπτει πάντοτε με τον προσωπικό τους τρόπο σκέψης. Μια θεώρηση που
θέλει να κατανοήσει τα πράγματα δεν μπορεί να πάρει θέση σε μια τέτοια διαπάλη.
Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσει έναν ορισμό του ορθολογισμού ανεξάρτητο από το
εκάστοτε περιεχόμενο της σκέψης και αυστηρά τυπικό, ορισμό δηλ. που θα ήταν
δυνατόν να εφαρμοστεί σε κάθε ορθολογισμό, όποιο κι αν είναι το περιεχόμενό του.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποφύγουμε τον παραλογισμό, ότι π.χ. ο Θωμάς
Ακυινάτης είναι λιγότερο ορθολογιστής από τον Hobbes ή ο
Machiavelli από τον Kant: η
προσεκτική εξέταση αυτών των παραδειγμάτων, όπως και άλλων παρόμοιων, αρκεί για
να καταδειχθεί πόσο είναι ανόητη –από επιστημονική, όχι από ιδεολογική σκοπιά- η
σύνδεση του ορθολογισμού με ορισμένα μόνο περιεχόμενα σκέψης.
Για μας, λοιπόν, ορθολογισμός είναι η σκόπιμη και
άψογη (από την άποψη της τυπικής λογικής) χρήση των επιχειρηματολογικών μέσων
της σκέψης, για να κατοχυρωθεί θεωρητικά μια δεδομένη θεμελιώδης στάση απέναντι
στον κόσμο. Ο ορισμός μας υποδηλώνει ότι αυτή η θεμελιώδης στάση ή απόφαση
βρίσκεται η ίδια πέρα από κάθε λογική αιτιολόγηση, ακόμη κι όταν οι ορθολογιστές
τη θεωρούν αποδείξιμη ή και αποδεδειγμένη (αυτό, άλλωστε, επειδιώκουν συνδέοντας
τον ορθολογισμό σαν τέτοιον με κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο). Μονάχα η
εκλογίκευση της θεμελιώδους στάσης ή απόφασηςμπορεί να πραγματοποιηθεί με λογική
συνέπεια και μονάχα αυτή μπορεί, επίσης, να αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής
διαμάχης –όχι η ίδια θεμελιώδης στάση: γιατί στα έσχατα ερωτήματα η απάντηση
δίνεται με αξιωματικές αποφάνσεις. Μπορούν, λοιπόν, να υπάρξουν τόσες μορφές
λογικής συνέπειας όσες και θεμελιώδεις στάσεις˙ μολονότι τα τυπικά λογικά μέσα
παραμένουν τα ίδια, ωστόσο υπηρετούν κάθε φορά την εκλογίκευση θεμελιωδών
αποφάσεων με διαφορετικό περιεχόμενο. Αφού, τώρα, οι τελευταίες βρίσκονται
ultra rationem,
πρέπει από τη φύση τους να θεωρηθούν μυστικές, πράγμα που με τη σειρά του
συνεπάγεται ότι το μυστικό στοιχείο δεν είναι το αντίθετο, αλλά η απαρχή και η
πηγή της ορθολογικής σκέψης. Σε σχέση με την απάντηση που δίνεται σε έσχατα
ερωτήματα, η διάκριση ανάμεσα σε ορθολογικό και ανορθολογικό στοιχείο χάνει
ολότελα τη σημασία της˙ επομένως πρέπει να αναφέρεται μονάχα στο επίπεδο της
εκλογικευτικής εργασίας, όπου επιστρατεύονται επιχειρήματα για να στηρίξουν την
εκάστοτε θεμελιώδη στάση ή απόφαση. Μονάχα στο επίπεδο τούτο μπορεί να υπάρξει
άμεση αντίθεση ανάμεσα σε ορθολογικό και ανορθολογικό στοιχείο. Το μυστικό
στοιχείο που βρίσκεται στην απαρχή της σκέψης, αποτελώντας τη συγκινησιακή της
πηγή, είναι, βέβαια, και αυτό ανορθολογικό, ωστόσο πρέπει να διακρίνουμε αυστηρά
το ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική από το ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική
έννοια του όρου. Εφόσον ως κριτήριο ορθολογικότητας θεωρήσαμε την τυπική-λογική
ορθότητα και συνέπεια της σκέψης κατά τη διαδικασία εκλογίκευσης μιας
θεμελιώδους στάσης, πρέπει να δεχτούμε ότι το ορθολογικό στοιχείο δεν
αντιτίθεται στο ανορθολογικό με τη μυστική, αλλά μόνο στο ανορθολογικό με τη
λογική έννοια του όρου. Το ανορθολογικό στοιχείο (με τη μυστική έννοια του όρου)
βρίσκεται, με άλλα λόγια, βαθύτερα και από το ορθολογικό γενικά στοιχείο και από
το ανορθολογικό με τη λογική έννοια του όρου: τα δύο τελευταία βρίσκονται στο
ίδιο επίπεδο και γι’ αυτό μπορούν και να συγκρουστούν. Ακριβώς εξαιτίας αυτής
της διαφοράς των επιπέδων δεν επιτρέπεται να συγχέουμε τη μυστική-ανορθολογική
πηγή της σκέψης με τη μεθοδική της ανάπτυξη, συνάγοντας από την ορθολογικότητα
της δεύτερης την ορθολογικότητα της πρώτης – και αντίστροφα: η ανορθολογικότητα
(με τη λογική έννοια του όρου) δεν πρέπει να θεωρείται συνέπεια του
ανορθολογικού στοιχείου (με τη μυστική έννοια του όρου). Από τη σκοπιά μας,
λοιπόν, το αντίθετο του ορθολογισμού είναι όχι τούτο το τελευταίο, αλλά μονάχα
το ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική έννοια του όρου. Ακριβώς γι’ αυτόν τον
λόγο τα θρησκευτικά συστήματα σκέψης δεν μπορούν να θεωρηθούν αντίπαλα του
ορθολογισμού γενικά, παρά μόνον ορισμένων ειδών ορθολογισμού με συγκεκριμένο,
δηλ. αντιθρησκευτικό περιεχόμενο. Με βάση τα ίδια κριτήρια μπορούμε να
εξηγήσουμε και το φαινομενικά παράδοξο φαινόμενο, ότι οι μη θρησκευτικοί
ορθολογισμοί δεν είναι λιγότερο εχθρικοί ο ένας απέναντι στον άλλον απ’ όσο
είναι και οι θρησκευτικοί ορθολογισμοί απέναντι στους αντιθρησκευτικούς.
(...) Η αυστηρή αντιπαράθεση ορθολογισμού και
ανορθολογισμού γίνεται αντικειμενικά αβάσιμη, αν διαστείλουμε το ανορθολογικό
στοιχείο με τη μυστική από το ανορθολογικό με τη λογική έννοια του όρου. Όπως το
πρώτο βρίσκεται πέρα από κάθε λογική θεμελίωση, έτσι και το δεύτερο στην
πραγματικότητα είναι φαινόμενο πολύ σπανιότερο απ’ όσο ισχυρίζονται
ορθολογιστές, οι οποίοι θεωρούν τον δικό τους ορθολογισμό ως τον μόνο δυνατό. Το
ανορθολογικό στοιχείο (με την λογική έννοια του όρου) δεν ταυτίζεται με την
παραβίαση των κανόνων της τυπικής λογικής (αφού και ορθολογιστές τη
διαπράττουν), αλλά προπαντός σημαίνει την προγραμματική άρνηση μετατροπής του
ανορθολογικού στοιχείου (με τη μυστική έννοια του όρου) σε ορθολογικό σύστημα,
δηλ. την άρνηση εκλογίκευσης της εκάστοτε θεμελιώδους κοσμοθεωρητικής στάσης ή
απόφασης. Η άρνηση τούτη πηγάζει πάνω απ’ όλα από πολεμικά κίνητρα, δηλ.
αποσκοπεί στην υπεράσπιση συγκεκριμένων θέσεων, που καθαυτή η διαδικασία της
εκλογίκευσης φαίνεται να τις απειλεί.
(...) Ο ανορθολογισμός μπορεί, να είναι μονάχα
ένας λίγο ή πολύ εκλογικευμένος ανορθολογισμός, δηλ. ένας ορθολογισμός παρά
βούληση –τουλάχιστον στο βαθμό που επιθυμεί να έχει πρακτική σημασία (...) Ώστε
ο ορθολογισμός παρουσιάζετα σχεδόν παντοδύναμος, κι ωστόσο η θέση μας, από τον
τρόπο που θεμελιώνεται, δε σημαίνει κανένα όφελος για τον ανθρωπισμό ή τον
ηθικισμό, που στηρίζει τις ελπίδες του στη δύναμη του Λόγου. Οι αγώνες ανάμεσα
στους ορθολογιστές τους ίδιους, που διόλου δεν υστερούν, ως προς το μένος και τη
σφοδρότητά τους, από τους αγώνες ανάμεσα σε ανορθολογιστές, αποτελούν καθαυτοί,
για όποιον επιθυμεί να δει τα πράγματα απροκατάληπτα, υπεραρκετή απόδειξη του
ότι ο ορθολογισμός από μόνος του δεν μπορεί να προσφέρει τη βάση μιας γενικής
συνενόησης – ακριβώς επειδή ο ίδιος ριζώνει κάθε φορά σε μια
μυστική-ανορθολογική θεμελιώδη στάση. Οι ορθολογιστές προσπαθούν να υπερνικήσουν
την απελπισία, που εμπνέει η διαπίστωση αυτή, συνδέοντας τον ορθολογισμό τους με
την αποδοχή ορισμένων συγκεκριμένων θέσεων. Όμως η διατύπωση ενός δεσμευτικού,
τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις του, ορθολογισμού απλώς δυναμώνει την
αντίδραση ορθολογιστών με διαφορετική τοποθέτηση, διαιωνίζοντας έτσι την
κατάσταση που επιθυμούσε να καταργήσει." (Από το «Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» του
Π. Κονδύλη, εκδ. Θεμέλιο)
Στο "Ισχύς και Απόφαση" (εκδ. Στιγμή), ο ίδιος φιλόσοφος εξηγεί ακόμη καλύτερα τον τρόπο σκέψης ορθολογιστών και ανορθολογιστών:
«Όποιος υποστηρίζει το πρωτείο της
νόησης και του Λόγου δεν γίνεται eo ipso
πιο "έλλογος" ούτε και υπακούει στη βούληση (διάβαζε: στην αξίωση ισχύος)
λιγότερο από τον θεωρητικό υποστηρικτή του πρωτείου της βούλησης – ο οποίος πάλι
από την πλευρά του είναι αναγκασμένος να επιστρατεύσει τη νόηση ήδη για να
αποδείξει το πρωτείο της βούλησης με λογικά μέσα ενάντια στα επιχειρήματα των
αντιφρονούντων (...)
Η διαμάχη γύρω από τον ορθολογισμό και
τον ανορθολογισμό στρέφεται, εξ ίσου όπως και η συναφής αντιμαχία σχετικά με το
πρωτείο της νόησης ή της βούλησης, γύρω από το πρόβλημα της υφής και της
λειτουργίας του "πνεύματος" παρουσιάζοντας σε νέες παραλλαγές τον τρόπο με τον
οποίο τούτο κατανοεί τον εαυτό του. Σ’ ό, τι αφορά τους ορθολογιστές, αυτοί
οργανώνουν και διεξάγουν την πολεμική τους συνδέοντας συμβολικά το περιεχόμενο
των θέσεων, στις οποίες εκφράζονται και συγκεκριμενοποιούνται οι δικές τους
αξιώσεις ισχύος, με κάτι το οποίο ονομάζουν "Λόγο", έτσι ώστε οι θέσεις τους
αυτές μπορούν να εμφανισθούν ως άμεση λογική απόρροια "του" Λόγου. Από την εξ
ορισμού σύνδεση ορισμένων θέσεων με "τον" Λόγο εξάγεται κατόπιν το συμπέρασμα
ότι κάθε αντίπαλος των θέσεων αυτών απορρίπτει "την" έλλογη σκέψη γενικά ή ότι
τουλάχιστον δεν μπορεί να την παρακολουθήσει με την αναγκαία λογική συνοχή –
πράγμα που τελικά σημαίνει την πνευματική του κατωτερότητα. Οι ορθολογιστές
προσπαθούν, με άλλα λόγια, να μονοπωλήσουν τη σκέψη ως τέτοια και
in toto, ισχυριζόμενοι ότι και μόνη η χρήση
της σκέψης, όταν γίνεται κατά τρόπο λογικά άψογο, επιβεβαιώνει το δίχως άλλο την
ορθότητα του περιεχομένου των θέσεών τους. Αυτή η έμμεση ταύτιση μορφής και
περιεχομένου της σκέψης δεν είναι βέβαια τίποτε άλλο παρά ένα εσφαλμένο
συμπέρασμα χρήσιμο στην πολεμική. Στην πραγματικότητα, η επιχειρηματολογία
σύμφωνα με λογικούς κανόνες και η απάντηση σε ερωτήματα αναφερόμενα σε ορισμένο
περιεχόμενο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μεταξύ τους, ήτοι η ίδια μορφή λογικής
επιχειρηματολογίας μπορεί να οδηγήσει, από την άποψη του περιεχομένου, σε
εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα όταν το περιεχόμενο των προκειμένων διαφέρει.
Όταν οι διάφοροι ορθολογιστές συνδέουν "τον" ορθολογισμό, υπό την έννοια της
λογικά άψογης χρήσης της σκέψης ως τέτοιας, αποκλειστικά με ορισμένα (αν και
κάθε φορά διαφορετικά) περιεχόμενα, τότε δεν βλέπουν ότι ο ορθολογισμός, αν
πρόκειται να έχει έννοια σταθερή και ελέγξιμη, μονάχα τυπικός μπορεί να είναι,
δηλαδή μπορεί να σημαίνει μονάχα τη λογικά άψογη χρήση επιχειρηματολογικών
εργαλείων με σκοπό τη διευκρίνιση ή τη θεμελίωση μιας κοσμοθεωρητικής απόφασης.
Όμως η επιχειρηματολογία μπορεί να λάβει χώρα μονάχα εντός ενός οργανωμένου
κόσμου και από υποκείμενα που διαθέτουν ταυτότητα – ήτοι πάνω στη δεδομένη βάση
μιας ειλημμένης απόφασης, της οποίας ο πυρήνας βρίσκεται πέρα από το βεληνεκές
του επιχειρηματολογικού Λόγου, αλλά η οποία θέλει να χρησιμοποιήσει τούτον τον
τελευταίο για να εκλογικευθεί, δηλαδή να εξαντικειμενικευθεί και να γίνει έτσι
πιο τελεσφόρα. Ως απάντηση σε έσχατα ερωτήματα, η θεμελιώδης απόφαση μπορεί να
αρθρωθεί μονάχα ως αξίωση ισχύος, μολονότι η ορθολογιστική σύνδεση "του" Λόγου
ως τέτοιου με ένα ορισμένο περιεχόμενο αποσκοπεί ακριβώς να αποδείξει ότι η
(εκάστοτε) θεμελιώδης απόφαση δεν αποτελεί αυθαίρετη και αυτόβουλη τοποθέτηση,
αλλά φυσική απόρροια "της" έλλογης σκέψης. Η ανεξαρτησία της θεμελιώδους
απόφασης από τα λογικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την εκλογίκευσή της
καταφαίνεται ωστόσο στο απλό γεγονός ότι με τη βοήθεια των ίδιων λογικών
εργαλείων μπορούν να εκλογικευθούν κάμποσες διαφορετικές ή και αντίθετες μεταξύ
τους θεμελιώδεις αποφάσεις. Αν κατανοήσουμε έτσι την ανεξαρτησία της από τα
εργαλεία της λογικής, η θεμελιώδης απόφαση παραμένει ανορθολογική έστω κι αν
περιέχει μια πανηγυρική ομολογία πίστεως στη
ratio,
στο πλαίσιο της οποίας βέβαια η ratio
εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κριτής και κρινόμενος. Εκείνο που βρίσκεται πέρα
από τη λογική θεμελίωση και επιχειρηματολογία θα το ονομάσουμε εδώ ανορθολογικό
στοιχείο με τη μυστική έννοια του όρου για να το διακρίνουμε από το ανορθολογικό
στοιχείο με τη λογική έννοια του όρου το οποίο συνίσταται στην προγραμματική
άρνηση κάθε απόπειρας να διατυπωθεί το ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική
έννοια του όρου σε μορφή έλλογα επεξεργασμένη, δηλαδή να εκλογικευθεί.
Η διάκριση ανάμεσα σε
ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική και σε ανορθολογικό στοιχείο με τη λογική
έννοια του όρου μάς προσφέρει το κλειδί για να κατανοήσουμε τον πολεμικό
χαρακτήρα της διαμάχης γύρω από τον ορθολογισμό. Αν ορθολογιστές και
ανορθολογιστές είναι εξ ίσου αναγκασμένοι να ξεκινήσουν από ανορθολογικές θέσεις
με τη μυστική
έννοια
του όρου, δηλαδή από την πίστη στη
ratio
ή από την καταδίκη της, τότε η διαμάχη τους στην πραγματικότητα έχει να κάμει με
την επιδίωξη της μιας πλευράς να επιβάλει ενάντια στην εκάστοτε άλλη ορισμένα
περιεχόμενα σκέψης συνδεόμενα με ορισμένες αξιώσεις ισχύος ενώ ο αγώνας υπέρ ή
κατά της
ratio
παραμένει σκιαμαχία που επικαλύπτει την ουσία του πράγματος. Αυτό δεν το δείχνει
μονάχα ο ανορθολογικός (με τη μυστική έννοια του όρου) χαρακτήρας της πίστης των
ορθολογιστών στον Λόγο, αλλά και η αδυναμία στην οποία βρίσκονται οι
ανορθολογιστές να εξοβελίσουν ολοκληρωτικά τη χρήση του Λόγου. Ο αγώνας των
ανορθολογιστών εναντίον της έλλογης συλλογιστικής σκέψης ως ύψιστης βαθμίδας
δικαιοδοσίας στρέφεται λοιπόν όχι ενάντια στη σκέψη εν γένει, αλλά ενάντια στη
(συμβολική) σύνδεσή της με ορισμένα περιεχόμενα, η οποία σε ορισμένες
καταστάσεις φαίνεται τόσο αυτονόητη και πειστική, ώστε ο μόνος τρόπος για να
δείξει κανείς την αντίθεσή του προς αυτά τα περιεχόμενα είναι η καταπολέμηση της
ratio
ως τέτοιας.
Ωστόσο η επιθυμία των ανορθολογιστών να παραμείνουν στο πλαίσιο του
ανορθολογικού στοιχείου με τη μυστική έννοια του όρου και να αποφύγουν κάθε του
εκλογίκευση, δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί, εφ’ όσον οι ίδιοι είναι
υποχρεωμένοι να ανακοινώνουν και να υπερασπίζουν
την άποψή τους με τη βοήθεια
επιχειρημάτων. Αν δεν το έκαναν αυτό, η θέση τους θα ήταν άγνωστη και αμελητέα,
επίσης θα ήταν αδύνατη
η πολεμική εναντίον του ορθολογιστή εχθρού και εξ ίσου αδύνατος θα ήταν κι ο
ίδιος ο ανορθολογισμός, στο βαθμό που συνειδητοποιεί τον εαυτό του μέσα στην
πολεμική τούτη. Στο πλαίσιο μιας κοινωνικής ζωής που εδράζεται στον Λόγο,
δηλαδή λειτουργεί με τη βοήθεια ιδεών και κανονιστικών αρχών, η παραίτηση από τα
επιχειρήματα θα ισοδυναμούσε με παραίτηση από την αυτοσυντήρηση. Όταν λοιπόν
οι ανορθολογιστές στρέφονται ενάντια στις "νεκρές αφαιρέσεις" και στις ύποπτες
επιχειρηματολογικές τέχνες του Λόγου, τότε δεν εννοούν αυτό που κάνουν οι ίδιοι
(άλλωστε μερικές φορές επιχειρηματολογούν ακόμα πιο περίτεχνα από τους
ορθολογιστές), παρά μόνο αυτό που κάνει ο εχθρός για να υποστηρίξει το
περιεχόμενο των δικών του θέσεων, δηλαδή τις δικές του αξιώσεις ισχύος. Και όταν
οι ορθολογιστές καταπολεμούν το ανορθολογικό στοιχείο τόσο με τη μυστική όσο και
με τη λογική έννοια του όρου, δεν παίρνουν υπ’ όψη τους ό,τι πράγματι κάνει ο
εχθρός τους στο χώρο του "πνεύματος" (άλλωστε αυτό, από μορφική άποψη,
ουσιαστικά συμπίπτει με τις δομές της δικής τους σκέψης), παρά μόνον εκείνο, με
το οποίο ο εχθρός αυτός συνδέει συμβολικά το περιεχόμενο των θέσεών του, δηλαδή
τις δικές
του
αξιώσεις ισχύος. Αν η διαμάχη δεν αφορούσε στην πρακτικά καίρια πολεμική
εναντίον συμβόλων, τότε οι ορθολογιστές και οι ανορθολογιστές θα έπρεπε να
θεωρούνται αμοιβαία ως αδελφοί (ως προς τη δομή της σκέψης) εχθροί (ως προς το
περιεχόμενο της σκέψης). Επειδή όμως εδώ πρόκειται για πολεμική, η κάθε πλευρά
αναγκαστικά έχει εσφαλμένη αντίληψη για την άλλη. Όπως οι ορθολογιστές
εσφαλμένα δεν θέλουν να παραδεχθούν ως γνήσια έλλογη επίτευξη τη συχνότατα
τελεσφόρα και αυστηρή χρήση επιχειρημάτων από μέρους των εχθρών τους, έτσι
και οι ανορθολογιστές σφάλλουν όταν νομίζουν ότι οι ορθολογιστές είναι πράγματι
σε θέση να στερέψουν με τις αφαιρέσεις τους την υπαρξιακή πηγή του Λόγου ή όταν,
για να το εμποδίσουν αυτό, χωρίζουν (θεωρητικά) τη νόηση από την ύπαρξη
παραγνωρίζοντας έτσι ότι από την υπαρξιακή πηγή της νόησης μονάχα νόηση μπορεί
να αναβλύσει, αλλιώς η πηγή τούτη θα παρέμενε βουβή και θα χανόταν στη λήθη.
Μια ύπαρξη που ζει κοινωνικά όχι μόνο δεν γνωρίζει αισθήματα ή όνειρα εντελώς
απαλλαγμένα από κάθε τάση για εκλογίκευση και αυτοδικαίωση αλλά, επί πλέον, το
ανορθολογικό στοιχείο με τη μυστική έννοια του όρου, του οποίου τη ζωογόνο
παρουσία και την τονωτική επήρεια θέλουν να διασφαλίσουν οι ανορθολογιστές, στην
πραγματικότητα δεν πάει ποτέ χαμένο, παρά συνεχώς διοχετεύεται μέσα στο έλλογο
στοιχείο για να του δώσει ψυχή, αν μπορούμε να πούμε έτσι. Ήδη γι’ αυτόν τον
λόγο οι διαμαρτυρίες των ανορθολογιστών είναι άσκοπες, όπως αβάσιμες είναι και
οι αιτιάσεις των ορθολογιστών εναντίον της δήθεν ανικανότητας των ανορθολογιστών
να σκεφθούν έλλογα». (22/4/2006)
* * *
ΑΞΙΕΣ. η άποψη ότι οι αξίες διαμορφώνονται ελλόγως είναι εσφαλμένη. Ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Οι αξίες γίνονταν αποδεκτές είτε ετερόνομα είτε (αυτές και οι νόμοι) λόγω των ιδιοτελών συμφερόντων. Δεν ψήφισαν ποτέ οι Αθηναίοι για την ύπαρξη της θεάς Αθηνάς. Η λογική από μόνη της δεν μπορεί, από τη φύση της, να καθορίσει τι είναι ορθό και τι αληθινό ως αξία. Μπορεί να επεξηγήσει και να εκλογικεύσει τα αξιώματα των νοημάτων-αξιών, όχι να θεμελιώσει αξίες. Γι’ αυτό προκύπτει πάντα η ανάγκη οι αξίες να παρουσιάζονται (ειλικρινώς ή μη) ως υπέρλογες, ως φυσικές, δηλαδή αντικειμενικές. Ασφαλώς πάντα κάποιοι αναρωτώνται, με τη βοήθεια της λογικής φυσικά, αν οι παραπάνω αξίες είναι φυσικές και αντικειμενικές. Άλλοτε τις απορρίπτουν και πότε-πότε τις καταρρίπτουν κοινωνικά. Ωστόσο στη θέση τους οι αμφισβητίες των τωρινών αξιών τοποθετούν άλλες αξίες οι οποίες είναι (δηλαδή πρέπει να παρουσιαστούν) επίσης υπέρλογες και «αυτονόητες», δηλαδή φυσικές. Με άλλα λόγια οι αξίες δεν διαμορφώνονται ελλόγως, αλλά απλώς καταρρίπτονται ελλόγως στη βάση προκαθορισμένων γούστων/πεποιθήσεων οι οποίες είναι υπέρλογες ή άλογες.
Αφού οι αξίες δεν μπορούν να θεμελιωθούν ελλόγως, απομένει, ως λόγος επικράτησής τους, πέρα από τον καταναγκασμό, η αποδοχή τους ως θαυμαστών "πραγμάτων". Δηλαδή ο φορέας τους αντιμετωπίζεται με δέος ακριβώς επειδή είναι ο φορέας τους. Το παράδειγμα της πράξης του πείθει και η εξαίρεση ή το θαυμαστό που αυτή αποτελεί θεωρούνται από τους πολλούς αποτέλεσμα της αποδοχής από τον ίδιο των συγκεκριμένων αξιών. Ο πράξεις αυτές κρίνονται από τους πολλούς ως θαυμαστές και αξιέπαινες είτε με την προΰπαρξη ενός παραπλήσιου αξιακού συστήματος, το οποίο μεθερμηνεύει κατά τρόπο πρωτότυπο ο φορέας των νέων αξιών, είτε λόγω της ριζικής τους αντίθεσης σε κάτι παλαιό που έχει κριθεί ήδη, από τους πολλούς, ως αιτία βλάβης και εκφυλισμού της κοινωνίας. (28/10/2007)
* * *
ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ: Κανείς δεν θέλει να μείνει σε χωριό, και μάλιστα σε «ακριτικό» χωριό. Όλοι θέλουν να βολευτούν, και δεν είναι κακό αυτό: δεν είναι φυσικά χαζοί να «δίνουν ζωή στην (ακριτική και μη) ύπαιθρο» για χάρη υμών, της πόλης. Υπάρχουν πολλοί που θα ήθελαν να ζουν σε χωριά, αλλά έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτό. Για να μείνει κανείς σε χωριό, πρέπει να έχει μια καλή δουλειά, είτε εκεί είτε σε κοντινό μέρος, να έχει ιατρική περίθαλψη, καλά σχολεία, να έχει ασφάλεια, να μην έχει μεγάλο κόστος η διαβίωση στην ύπαιθρο, κ.ά. που δεν μού έρχονται τώρα κατά νου. Επειδή οι δουλειές στα χωριά είναι λίγες και όχι τόσο ικανοποιητικές από πλευράς μισθών, θα μπορούσαν να φτιαχθούν άνετοι δρόμοι που να συνδέουν τα χωριά με το οικονομικό κέντρο της περιοχής (πρωτεύουσα νομού ή άλλη μικρότερη πόλη). Να μπορεί δηλαδή κάποιος να πηγαίνει γρήγορα και ασφαλώς στον τόπο δουλειάς του, και να γυρίζει γρήγορα και ασφαλώς (όχι μέσα από δρομάκια που διασχίζουν εθνικές οδούς) στο χωριό του. Ή να υπάρχει πυκνό και καλό σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών (τραίνο, λεωφορείο), δηλαδή να περνάει τακτικά και συχνά (ειδικά τις ώρες που είναι να πας και να γυρίσεις από τη δουλειά σου) μέσα από το χωριό. Αν κάποιος ξέρει ότι για να κατέβει από ένα ορεινό χωριό στην γειτονική πόλη όπου δουλεύει θα πρέπει να ζαλιστεί μια ώρα με τα ατελείωτα ζιγκ-ζάγκ ενός ψευτο-δρόμου, δεν πρόκειται να κάτσει εκεί μόνιμα. Παρομοίως για την ιατρική περίθαλψη, για την εκπαίδευση, θα μπορούσαν να γίνουν έργα που θα καθιστούν το χωριό αυτοδύναμο. Και για την ασφάλεια, είτε θα μπορούσε το κράτος να παρέχει καλλίτερη φύλαξη με αστυνομία/στρατό, είτε να δώσει το δικαίωμα στους κατοίκους, ειδικά των συνοριακών περιοχών, να έχουν ένα είδος πολιτοφυλακής, με σύγχρονα όπλα, οικονομική ενίσχυση κ.λπ. Ένα άλλο ζήτημα είναι οι φόροι. Θα μπορούσε το κράτος να ορίσει, ότι όσοι ζουν σε ακριτικούς νομούς θα έχουν μείωση φόρων, ΔΕΗ, ΟΤΕ, ύδρευση, στο μισό ή και περισσότερο απ’ ότι πληρώνουν οι λοιπές περιοχές, και μάλιστα, όσο απομακρύνεται κανείς από τα μεγάλα αστικά κέντρα (η λοιπή επαρχία), τόσο λιγότερα να πληρώνει, για οποιαδήποτε οικονομική συναλλαγή που κάνει (τραπεζικά δάνεια, καύσιμα). Θα μπορούσε να ορίσει, ότι ο νομός Έβρου απαλλάσσεται από τη φορολογία ή ότι για να χτίσεις σπίτι δεν χρειάζεται να πληρώσεις τόσους και τόσους φόρους σε ακριτικό νομό. Γιατί βέβαια, μπορεί να είναι αναμενόμενο να μην βγάζει κανείς στην Φλώρινα και τον Έβρο όσα βγάζει στην Αθήνα ή τη Σαλονίκη, αλλά, εάν οι φόροι ήταν ελάχιστοι για όσους μένουν μόνιμα εκεί, θα ήταν ένα πολύ σοβαρό κίνητρο. Και ποιος θα τα πληρώνει αυτά (εάν πρέπει να πληρώνει κάποιος ώστε να μην πληρώνουν οι κάτοικοι της ακριτικής υπαίθρου), θα πει κανείς. Μα, φυσικά οι κάτοικοι των πόλεων, που βγάζουν περισσότερα, έχουν την ιατρική περίθαλψη, τα σχολεία τους, τις βιβλιοθήκες τους, τις διασκεδάσεις τους, τα πάντα, ενώ οι κάτοικοι των χωριών έχουν την τηλεόραση, ώστε να αποβλακώνονται κι αυτοί.
* * *
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Αρχαία Ελλάδα.
Τι είναι
αυτό που μας ελκύει στην Αρχαιότητα; Γιατί να μην βάζουμε στο ίδιο βάθρο τους
Κινέζους ή τους Εβραίους ή τους Ινδούς με τους αρχαίους Έλληνες; Και αυτοί οι
λαοί ανέπτυξαν την πνευματικότητα σε ορισμένους τομείς, ίσως περισσότερο από
τους αρχαίους Έλληνες.
Δεν είναι σωστή η άποψη πως επειδή είναι πρόγονοί μας τούς οφείλουμε σεβασμό τόσο μεγάλο, ώστε να τους βάζουμε πρώτους σε όλη την ιστορία. Υπάρχουν και όρια στο σεβασμό προς τους προγόνους. Δεν ισχύει ότι τα πορίσματα των Αρχαίων είναι απαραίτητα τα καλύτερα που έχει να επιδείξει η ανθρωπότητα και πρέπει να ζούμε ή να σκεφτόμαστε σύμφωνα με αυτά, για δύο λόγους. Τόσο για τον προφανή, ότι τα πάντα εξελίσσονται και συνεχώς νέες απόψεις επικρατούν και νέες γνώσεις αποκτώνται, όσο για τον μη προφανή ότι οι Αρχαίοι είχαν 500 διαφορετικές απόψεις για κάθε τι, από το ιδανικό πολίτευμα ώς την ατομική ηθική. Φυσικά, επίσης δεν ισχύει ότι πολλά απ’ τα πορίσματα των Αρχαίων δεν είναι τα καλύτερα (θα ήταν το άλλο άκρο). Είναι απίστευτα ρηχός ο δυτικός ουμανισμός που θαυμάζει την εξιδανίκευση της Αρχαιότητας (μια Αρχαιότητα που ποτέ δεν υπήρξε) – το ίδιο ρηχό με όσους ισχυρίζονται ότι οι Αρχαίοι ήταν τέλειοι.
Οι Αρχαίοι αξίζει να τιμώνται επειδή αυτοί (ακριβέστερα: κάποιοι από
αυτούς), κι όχι άλλοι λαοί, έκαναν την αρχή σε ορισμένα πράγματα που θεωρούμε
πολύτιμα, όπως τη δημοκρατία, το διάλογο, τη φιλοσοφία. Για παράδειγμα, τιμούμε
τους προγόνους μας επειδή σκέφτηκαν την ιδέα του δημοκρατικού πολιτεύματος και ώς ένα μικρό βαθμό την εφάρμοσαν. Όχι επειδή δήθεν η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν
τέλεια ή ότι συμμετείχαν σ’ αυτήν οι δούλοι και οι γυναίκες, αλλά επειδή για
πρώτη φορά κάποιοι σκέφτηκαν την ιδέα της αυτοδιακυβέρνησης. Δεν εκτιμούμε λ.χ.
τον Ιπποκράτη και τους άλλους αρχαίους επιστήμονες επειδή θεωρούμε ότι «οι
Έλληνες τα είπαν όλα», όπως λένε κάποιοι, αλλά επειδή έβαλαν τις βάσεις και
δημιούργησαν ένα παράδειγμα, ίσως ατελές, αλλά πάντως μοναδικό ώς τότε. Δεν
τιμούμε τον Πλάτωνα και τους άλλους φιλοσόφους επειδή τάχα έβγαλαν "τα σωστά"
συμπεράσματα, τα οποία πρέπει να ακολουθήσουμε, αλλά επειδή σκέφτηκαν και μας
έκαναν να σκεφτούμε (ακόμη και απορρίπτοντας [ορισμένες από] τις απόψεις τους,
πάλι σκεφτήκαμε, ώστε να το πράξουμε, άρα φιλοσοφήσαμε), μας έβαλαν στη
διαδικασία να σκεφτούμε. Το ότι ήταν οι πρώτοι και ότι έδωσαν την ώθηση για
πολλά πράγματα, αυτά τα δύο είναι άξια τιμής. Όχι το ότι τα φιλοσοφικά τους
πορίσματα είναι «νόμος», απλώς επειδή είναι πρόγονοί μας.
Μπορεί αν δεν ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, να βρίσκονταν κάποιοι άλλοι αργότερα. Μάλλον έτσι θα γινόταν. Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε κι ούτε έχει σημασία να μάθουμε αν ήταν τυχαίο ή μη το ότι πρώτοι οι Αρχαίοι ξεκίνησαν τη διαδικασία αυτή. Για ορισμένα από τα πορίσματά τους και κυρίως για το ότι έκαναν την αρχή (ανεξάρτητα απ’ το αν τα πορίσματά τους ήταν σωστά ή λανθασμένα) αξίζει να ασχολούμαστε μαζί τους, δίχως την δυτική φασιστο-ουμανιστική (τόσο οι Ναζί όσο και οι της Αναγέννησης θεωρούσαν τη συμμόρφωση προς τα αρχαία πρότυπα υποχρεωτική) ή την εθνικιστική λατρεία των αρχαίων Ελλήνων. (11/10/2005)
"Η αναζήτηση "ωραίων ψυχών", "χρυσών τομών" και άλλων τελειοτήτων στους Έλληνες, ή ο θαυμασμός της ηρεμίας τους στο μεγαλείο, της ιδανικής τους φρόνησης, της ανώτερης απλότητάς τους - ο ψυχολόγος που έχω μέσα μου με προστάτεψε απ' αυτήν την "ανώτερη απλότητα", που δεν είναι παρά μια niaiserie allemande. Είδα το ισχυρότερο ένστικτό τους, τη θέληση για δύναμη. τους είδα να τρέμουν μπροστά στην ξέφρενη δύναμη αυτής της παρόρμησης - είδα πως όλοι οι θεσμοί τους ξεπήδησαν μέσα από μέτρα προστασίας που πήραν για να προστατέψουν ο ένας τον άλλο από τις εκρηκτικές ύλες που έκρυβαν μέσα τους. Τούτη η τρομερή εσωτερική ένταση ξεσπούσε σε τρομερή και άγρια έχθρα προς τον έξω κόσμο: οι πόλεις-κράτη κομμάτιαζαν η μια την άλλη ούτως ώστε οι πολίτες της καθεμιάς να βρίσκουν τη γαλήνη ενώπιον του εαυτού τους. Είχαν ανάγκη να 'ναι δυνατοί: ο κίνδυνος ήταν κοντά, παραμόνευε παντού. Η μεγαλειώδης σωματική ευλυγισία, ο τολμηρός ρεαλισμός και αμοραλισμός που διέκρινε τον Έλληνα, ήταν μια ανάγκη όχι μια "φύση". Ήταν το αποτέλεσμα, δεν υπήρχε από την αρχή. Και με τις γιορτές και τις τέχνες οι Έλληνες δεν ήθελαν τίποτε άλλο από το να νοιώθουν στην κορυφή, από το να δείχνουν πως ήταν στην κορυφή: αυτά είναι μέσα για να δοξάσει κανείς τον εαυτό του, και , σ' ορισμένες περιπτώσεις, για να προκαλέσει το φόβο".(17/7/2006)
Αρχαία ανεκτικότητα.
Ο φιλόσοφος
Ανάξαρχος θανατώθηκε
από τον τύραννο Νικοκρέοντα. Αυτός τον έβαλε σε ένα μεγάλο γουδί και διέταξε να
τον λειώσουν με σιδερένιους κόπανους (Διογένης Λαέρτιος,
IX,
59). Ο φιλόσοφος
Ζήνων ο Ελεάτης
θανατώθηκε από τον τύραννο Νέαρχο
(Διογένης Λαέρτιος,
IX,
26). Ο φιλόσοφος
Ξενοφάνης
εξορίστηκε από τους κατοίκους της πατρίδας του
(Διογένης Λαέρτιος,
IX,
18). Οι
Πυθαγόρειοι
κυνηγήθηκαν άγρια όπως κι ο ίδιος ο
Πυθαγόρας
(Πορφύριου, Πυθαγόρου βίος, 56-57). Ο
Πρωταγόρας
διώχθηκε για
θρησκευτικούς λόγους και τα γραπτά του κάηκαν δημοσίως (Διογένης Λαέρτιος,
IX,
52· Πλούταρχου, Νικίας, 23· Φιλόστρατος, Βίοι Σοφιστών, I
10, 3˙ Ησύχιος, Ονοματολόγος˙ Σέξτος Εμπειρικός, Προς μαθηματικούς,
IX 55). Η πληροφορία προέρχεται από τον αθηναίο αρχαίο ιστορικό Φιλόχορο, ο
οποίος θεωρείτο από τους μεταγενέστερους Αρχαίους πολύ αξιόπιστος και ακριβής. Ο
Αναξαγόρας
μηνύθηκε για ασέβεια και διώχθηκε από την Αθήνα
(Διογένης Λαέρτιος, II, 12-13). Ο
Σωκράτης
διώχθηκε επειδή δεν πίστευε
στους θεούς της Αθήνας (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1). Ο
Πρόδικος
θανατώθηκε ή διώχθηκε για ασέβεια (Σούδα, λ. Πρόδικος· Πλάτωνα, Ερυξίας
399a).
Ο
Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Άθεος, εξορίστηκε από την Αθήνα και από την
Κυρήνη (Διογένης Λαέρτιος, II, 101-103). Ο
Ηγησίας, μαθητής του Θεόδωρου,
υποχρεώθηκε να μην κάνει διαλέξεις, στην Αλεξάνδρεια (Κικέρωνα,
Tusc.,
I,
34, 83). Ο
Διαγόρας ο Μήλιος
εξορίστηκε από τους Αθηναίους για
θρησκευτικούς λόγους (Λυσία, Κατ’ Ανδοκίδου ασεβείας, 17· Διόδωρος
Σικελιώτης, 13, 6, 7· Αριστοφάνη, Όρνιθες, στ. 1071-1073· Σούδα, λ.
Διαγόρας). Ο
Στίλπων ο Μεγαρεύς
δικάστηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια
προς τα μνημεία των θεών, και η ποινή ήταν εξορία (Διογένης Λαέρτιος,
II,
116). Η
Ασπασία
κατηγορήθηκε (δικάστηκε) επί ασέβεια (Πλούταρχου
Περικλής, 32·
Αθηναίος ΙΓ’, 589e). Ο
Ευριπίδης
κατηγορήθηκε για ασέβεια από τον Κλέωνα
(Σάτυρου, Βίος Ευριπίδου, απ. 39· Αριστοτέλη, Ρητορική, 1416a·
Πλούταρχου, Περί ποιημ ακούειν, 19· Σένεκας, επιστολή 116). Ο Αριστοφάνης
αναφέρει τα εξής (στ. 1506-1509) με το στόμα του Στρεψιάδη ο οποίος απευθύνεται
προς τους σοφιστές και τους φιλόσοφους: «Τι σας έπιασε και τόση στους θεούς
ασέβεια δείχνετε, / του φεγγαριού τον πισινό ψάχνετε να βρείτε; / Διώξ’ τους,
ρίξ’ τους, βάρα τους, γιατί πολλά ‘χουνε κάνει, / το πιο πολύ, το ξέρω, ζητούσαν
τους θεούς να βλάψουν». Ο
Αριστοτέλης
κατηγορήθηκε από τον Ευρυμέδοντα
τον ιεροφάντη για ασέβεια» (Διογένης Λαέρτιος,
V,
5). Ο διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο, ο
Θεόφραστος, επίσης
κατηγορήθηκε για ασέβεια (Διογένης Λαέρτιος,
V,
37). Ο
Αισχύλος
κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή αποκάλυψε μερικά από τα
μυστικά των Μυστηρίων σε κάποιο από τα έργα του. (Αριστοτέλη, Ηθικά
Νικομάχεια 1111a
9-10· Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία, 5, 19). Οι Σπαρτιάτες, σύμφωνα με τον
Βαλέριο Μάξιμο, απαγόρευσαν τα βιβλία του
Αρχίλοχου, επειδή αυτός σάρκαζε
το σπαρτιατικό πνεύμα. Τα ίδια λέει κι ο Πλούταρχος (Ηθικά [Παλαιά Λακ.
επιτηδ.], 239b).
Ο
φιλόσοφος Καλλισθένης θανατώθηκε από τον Αλέξανδρο
επειδή ήταν ο μόνος που δε δεχόταν να τον προσκυνά σύμφωνα με το ταπεινωτικό για
τους Έλληνες και ειδικά τους Μακεδόνες έθιμο (Πλούταρχου, Αλέξανδρος,
53-55). «Άλλοι λένε ότι πέθανε, αφού τον κρέμασε ο Αλέξανδρος, άλλοι όμως ότι
αρρώστησε όπως ήταν δεμένος με αλυσίδες» (ό.π., 55, 9).
Σε πολλές περιοχές, όπως στη Λύκτο της Κρήτης και στην Αρκαδία,
οι
Επικούρειοι, όχι μόνο καταδιώχτηκαν, μα και πέρασαν από βασανιστήρια
(Αιλιανού, Αποσπάσματα 39). Στη Ρώμη και στην Μεσσήνη οι Επικούρειοι απλώς
απελάθηκαν (Αιλιανού, Αποσπάσματα 39· Αθηναίος,
XII,
547ab).
Ο βασιλιάς Αντίοχος απέλασε απ’ το βασίλειό του όλους τους φιλόσοφους (Αθηναίος,
XII,
547b).
Κατά τη
διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του Πτολεμαίου ΣΤ’ και του αδελφού του
Ευεργέτου Β’, τον 2ου π.Χ. αι., θύματα των διώξεων του τελευταίου
υπήρξαν και μέλη του Μουσείου, τα οποία υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την
Αλεξάνδρεια (Μενεκλής ο Βαρκαίος,
FGH
270
F9).
«Ο βασιλιάς Λυσίμαχος σας έδιωξε [= τους φιλοσόφους] από το δικό του βασίλειο,
όπως λέει ο Καρύστιος στα Ιστορικά υπομνήματά του» (Αθηναίος, ΙΓ, 610e).
Το ίδιο έπραξαν και οι Αθηναίοι: «Ο Άλεξης λοιπόν στον Ίππο του λέει (…)
Οι θεοί ας δίνουν πολλά αγαθά στο Δημήτριο / και στους νομοθέτες,
επειδή, όπως λεν, έχουν ρίξει / να χαθούν έξω από τα όρια της Αττικής
όσους / παραδίνουν στους νέους τις δυνάμεις των λόγων» (Αθηναίος,
ΙΓ’, 610e).
«Και κάποιος Σοφοκλής με απόφαση του λαού έδιωξε όλους τους φιλοσόφους έξω από
την Αττική» (ό.π.).
Το 83 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Δομιτιανός εξόρισε από τη Ρώμη όλους τους φιλοσόφους
λ.χ. τον
Επίκτητο
(Γιάνη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής
Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 469).
«Οι άριστοι σε όλα Ρωμαίοι έδιωξαν τους σοφιστές από τη Ρώμη με την πεποίθηση
ότι χαλούσαν το χαρακτήρα των νέων» (Αθηναίος, ΙΓ’, 610f).
Ο Σωτάδης ο Μαρωνίτης
καταδικάστηκε σε φυλάκιση και τελικά εκτελέστηκε από τον Πτολεμαίο Β’ (Αθηναίος,
621A). Ο
Ζωίλος από την Αμφίπολη διώχθηκε από την Αλεξάνδρεια από τους Πτολεμαίους
εξαιτίας της οξύτατης επίθεσης που εξαπέλυσε εναντίον του Ομήρου (Βιτρούβιος,
Σουίδας, λ. Ζωίλος).
Επί βασιλείας Δομιτιανού «τα βιβλία
του
Σενεκίωνα και του Ρούστικου διατάχτηκε να καούν στην αγορά.
Φαινόταν, ότι με τις φλόγες αυτές αφανιζόταν η φωνή του λαού, η ελευθερία της
Συγκλήτου, η συνείδηση της ανθρωπότητας˙ ειδικά αφού οι διδάσκαλοι της
φιλοσοφίας εξορίστηκαν» (Τάκιτου, Αγρικόλας, 2).
Ο
Δομιτιανός «Τον Ερμογένη από την Ταρσό, τον θανάτωσε επειδή έκανε κάποιους
υπαινιγμούς στην ιστορία του, και σταύρωσε τους βιβλιοθηκάριους που την είχαν
αντιγράψει» (Σουητώνιου, Δομιτιανός, 10). Τα έργα του
Οβίδιου «δεν
επιτρέπονταν να γίνονται δεκτά από τις δημόσιες βιβλιοθήκες της Ρώμης (Trist.,
3, 1, 59 κ.ε.)» (Horst Blanck, Το βιβλίο στην αρχαιότητα, εκδ. Παπαδήμα,
174).
«Ένας ποιητής κατηγορήθηκε ότι
δυσφήμησε τον Αγαμέμνονα σε μια τραγωδία και ένας ιστορικός, επειδή αποκάλεσε
τον Βρούτο και τον Κάσσιο τους τελευταίους των Ρωμαίων. Οι συγγραφείς
θανατώθηκαν και τα έργα τους καταστράφηκαν» (Σουητώνιου, Τιβέριος, 61).
Ο Νέρωνας «Έναν
ποιητή της Ατελλανής κωμωδίας τον έκαψε μέσα στη μέση του αμφιθεάτρου εξαιτίας
κάποιου διφορούμενου στίχου που απήγγειλε» (Σουητώνιου, Καλιγούλας, 27).
Στην Ρωμαϊκή
Αυτοκρατορία, κατά τη βασιλεία του Κλαύδιου ο
Σένεκας
εξορίστηκε από το
41 μέχρι το 49 στην Κορσική. Την εποχή του Νέρωνα ο Σένεκας αναγκάστηκε ν’
αυτοκτονήσει το 65. Ο
Μουσώνιος
εξορίστηκε τον ίδιο χρόνο στη Γυάρο. Υπό
τον Βεσπασιανό εξορίζονται
Στωικοί
και
Κυνικοί
από το 71 μέχρι το
75 μ.Χ., ενώ ο
Δίων Χρυσόστομος
που τόλμησε να επικρίνει τον αυτοκράτορα
εξορίζεται από την Ιταλία και του απαγορεύεται να καταφύγει στην ιδιαίτερη
πατρίδα του, τη Βιθυνία. Την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου εξορίζεται ο φιλόσοφος
Φαβωρίνος, ο οποίος κατέφυγε στη Χίο.
Βλέπουμε ότι διώξεις έγιναν από όλα τα πολιτεύματα και όχι μόνο από αντιδημοκράτες, τύραννους ή μονάρχες. Συνήθως αυτού του είδους τα κακά της Αρχαιότητας αποδίδονται στον Πλάτωνα, στον δυισμό του, στον ιδεαλισμό του κ.ο.κ. Η άποψη αυτή είναι καθαρά προσπάθεια εφεύρεσης κάποιου αποδιοπομπαίου τράγου και αποενοχοποίησης των υπολοίπων Αρχαίων καθώς και της ελληνικής Αρχαιότητας. Ιστορικώς είναι αποδεδειγμένο ότι οι διώξεις των σημαντικότερων σοφιστών και φιλοσόφων έγιναν στην Αθήνα, στον καλούμενο "Χρυσό Αιώνα", πριν την δημοσίευση και πριν τη συγγραφή των έργων του Πλάτωνα στα οποία προπαγανδίζεται η θρησκευτική ανελευθερία. Οι Αρχαίοι ήταν στο σημείο αυτό πλατωνικοί πριν τον Πλάτωνα. Οι παραπάνω διώξεις αρχαίων φιλοσόφων θα πρέπει να αποδοθούν όχι σε μια ατυχή εμφάνιση στην ιστορία κάποιου μισαλλόδοξου Πλάτωνα, αλλά σε μια γενικότερη προϋπάρχουσα μισαλλόδοξη νοοτροπία, την οποία απλώς συστηματοποίησε και εκλογίκευσε ο Πλάτων. Δεν είναι ούτε ο δυισμός ούτε ο ιδεαλισμός, λοιπόν, οι αιτίες των παραπάνω διώξεων. Στην Αθήνα ο νόμος τιμωρούσε αυστηρά όσους αρνούνταν να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα (Αθηναίος, VI, 26: Ὃς ἂν μὴ θέλῃ παρασιτεῖν, εἰσαγέτω εἰς τὸ δικαστήριον˙ Πολυδεύκης, 8, 46˙ Ουλπιανός, σχόλ. στο Δημοσθένη Κατά Μειδίου). Στην Αρχαία Σπάρτη όποιος δεν έπαιρνε μέρος σ’ αυτά τα ιερά δείπνα (που διεξάγονταν καθημερινά), έστω και παρά τη θέλησή του, έπαυε αμέσως να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πολίτες (Αριστοτέλη, Πολιτικά, 2, 6, 2). Κατά την τελετή της ενηλικίωσής του, όταν γινόταν δεκτός ως πολίτης του κράτους, ο νέος έπρεπε να ορκιστεί ότι θα σέβεται πάντα τη θρησκεία της πόλης (Πολυδεύκης, 8, 106: καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω). Ακόμη και οι νεοαγορασμένοι δούλοι ενός σπιτιού έπρεπε να ασπαστούν την οικογενειακή λατρεία (Δημοσθένη, Κατά Στεφάνου, 1, 74˙ Αριστοτέλη, Οικονομικά, 1, 5˙ Κικέρωνα, De legibus, 2, 8 και 2, 11). «Καταδικάστηκε σε θάνατο κάποια ιέρεια που ονομαζόταν Νίνος. Το κύριο αδίκημά της φαίνεται ότι υπήρξε μια απόπειρα να συγκροτήσει μια νέα θρησκευτική αίρεση ή μια τελετουργία προς τιμήν κάποιας νέας θεότητας (Δημ. 19, 281)» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 304). Αυτά λεν για τη Νίνο ο Δημοσθένης (Περί της παραπρεσβείας, 281· Προς Βοιωτόν περί προικός μητρώας, 9· Προς Βοιωτόν περί του ονόματος, 2) και ο Διον. Αλικαρνασσεύς (Περί Δεινάρχου, 11). «Ο Ανδοκίδης είχε επισύρει κάποια ποινή θέτοντας "ικετηρία" στο βωμό του Ελευσίνιου κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε νόμος που το απαγόρευε αυτό (Ανδ. 1, 113)» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 306). Πριν αναλάβουν οι Εννιά άρχοντες της Αρχαίας Αθήνας τα καθήκοντά τους, εξετάζονταν από επιτροπές, οι οποίες τους ρώταγαν, μεταξύ άλλων, αν πιστεύουν στους θεούς: «Όταν οι άρχοντες υποβάλλονται σε εξέταση, τους ρωτούν πρώτα (...). Κατόπιν τους ρωτούν αν πιστεύουν στον Απόλλωνα τον πατρώο και στο Δία τον έρκειο και πού βρίσκονται τα ιερά τους» (Αριστοτέλη, Αθηναίων πολιτεία, 55, 3). Ο Τιβέριος «απαγόρευσε τις ξένες λατρείες ιδιαίτερα τις αιγυπτιακές και εβραϊκές τελετουργίες, και εξανάγκασε εκείνους που είχαν σχέση με αυτές να κάψουν τα θρησκευτικά ενδύματα και εξαρτήματά τους» (Σουετώνιου, Τιβέριος, 36). Ο Κλαύδιος «εξαφάνισε εντελώς από τη Γαλατία τη σκληρή και απάνθρωπη θρησκεία των Δρυιδών, που στα χρόνια του Αυγούστου είχε απαγορευτεί για τους Ρωμαίους πολίτες» (Σουετώνιου, Κλαύδιος, 24). Το 186 π.Χ. με επίσημη εντολή της Ρώμης καίγονται τα τελετουργικά βιβλία της λατρείας του Βάκχου (Titus Livius, 39, 16, 8). Γενικότερα, ήταν παράβαση νόμου η εισαγωγή ξένης θρησκείας που δεν εγκρίθηκε από τη ρωμαϊκή Γερουσία, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας (De legibus, 2, 8: nemo habesset deos sive novos dive advenas nissi publice adsvitos), και ο παραβάτης τιμωρούνταν με θάνατο. «Χρειάζεται ένας γενικός νόμος, που δε θα επιτρέπει παράνομες πράξεις λατρείας» (Πλάτωνα, Νόμοι, 909d).
Ο Αριστοτέλης γράφει (Μεταφυσ. Α’, 986b, 27) ότι ο Ξενοφάνης ήταν πολύ κατώτερος από τον Παρμενίδη και μάλιστα «μικρόν αγροικότερος». Επίσης αποκαλεί απαίδευτους τους Κυνικούς γράφοντας «οἱ Ἀντισθένιοι καὶ οἱ οὕτως ἀπαίδευτοι» (Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b, 24)). Επιπλέον γράφει για τον Πρωταγόρα: «ενώ δεν λένε τίποτα αυτού του είδους οι διανοητές, δίνουν την εντύπωση ότι λένε κάτι σημαντικό» (Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4)). Ο Παρμενίδης πήρε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στον Ηράκλειτο. Κάπου γράφει: «...οἱ δὲ φοροῦνται / κωφοὶ ὁμῶς τυφλοί τε τεθηπότες ἄκριτα φῦλα / οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ εἶναι ταὐτόν ἐστι κέλευθος» (Απ. 6, 8), δηλαδή: «Ενώ αυτοί παραδέρνουν κουφοί μαζί και τυφλοί, σαστισμένοι, μπουλούκια χωρίς κρίση, αυτοί που δεν κάνουν παρά να θεωρούν το «είναι» και το «μη είναι» σαν το ίδιο πράγμα». Ο Ηράκλειτος χλευάζει τον Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας κοπίδων ἐστίν ἀρχηγός», «ο Πυθαγόρας είναι αρχηγός στους αγύρτες». Επίσης περιφρονεί τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο λέγοντας (Απ. 40): «Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο («Πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει˙ Ἡσίοδον γάρ ἄν ἐδίδαξε καί Πυθαγόρην αὖτις τε Ξενοφάνεά τε καί Ἑκαταῖον»). Ο Ξενοφάνης, όταν ο Εμπεδοκλής του είπε ότι ο σοφός άνδρας δεν βρίσκεται, αυτός του απάντησε ειρωνικά: «φυσικά, διότι πρέπει κανείς να είναι σοφός ώστε να αναγνωρίσει τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους δὲ εἰπόντος αὐτῷ ὅτι ἀνεύρετός ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως," ἔφη· "σοφὸν γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἐπιγνωσόμενον τὸν σοφόν"» Διογένης Λαέρτιος, IX, 20). Για τον Επίκουρο, «ο στωικός Διότιμος, εχθρικά διατεθειμένος απέναντί του, τον διέβαλε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυκλοφορώντας πενήντα αισχρές επιστολές με το όνομα του Επίκουρου. Το ίδιο έκανε κι εκείνος που συγκέντρωσε και απέδωσε στον Επίκουρο τα ερωτικά γράμματα που αποδίδονται στον Χρύσιππο. Ακόμη, ο στωικός Ποσειδώνιος και ο κύκλος του και ο Νικόλαος και ο Σωτίων (...) υποστηρίζουν πως ο Επίκουρος περιφερόταν στα χαμόσπιτα και διάβαζε καθαρτήριες ευχές.(...) Λένε, επίσης, ότι ήταν προαγωγός του ενός αδελφού του (...) ˙ ότι παρουσίαζε ως δικές του τις διδασκαλίες του Δημόκριτου για τα άτομα και του Αρίστιππου για την ηδονή˙ ότι δεν ήταν γνήσιος αθηναίος πολίτης (...). Ο Επίκτητος τον ονομάζει αισχρολόγο και τον βρίζει για τα καλά. Ακόμη και ο Τιμοκράτης, αδελφός του Μητρόδωρου και μαθητής του Επίκουρου μέχρι να εγκαταλείψει τη Σχολή, στο έργο του με τον τίτλο Ευφρανταί γράφει ότι ο Επίκουρος ξερνούσε δύο φορές την ημέρα, επειδή του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματα, και ότι ο ίδιος με δυσκολία κατάφερε να ξεφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές συζητήσεις (...)» (Διογένης Λαέρτιος, X, 3-6), ενώ ο Τίμων, σκεπτικός, μαθητής του Πύρρωνα «λέει για τον Επίκoυρο: ο πιο ποταπός κι ο πιο ξεδιάντροπος από τους φυσικούς, δασκαλάκος για παιδιά φερμένος από τη Σάμο, ο πιο ανάγωγος από τα ζωντανά» (Διογ. Λαέρτ., X, 3). Ο Επίκτητος γράφει απευθυνόμενος προς τον Επίκουρο (Διατριβή Β’, κ’, 10): «αν έτσι έχουν τα πράγματα [=όπως ισχυρίζεται ο Επίκουρος], ξάπλωσε και κοιμήσου και κάνε αυτά που κάνει το σκουλήκι, για τα οποία έκρινες άξιο τον εαυτό σου· τρώγε και πίνε και συνουσιάσου και αφόδευε και ροχάλιζε». Αντίστοιχα, ο Επίκουρος «τους Πλατωνικούς τους αποκαλούσε «κόλακες του [Συρακούσιου τύραννου] Διονύσιου» και τον ίδιο τον Πλάτωνα «χρυσό»˙ τον Αριστοτέλη «άσωτο, που σπατάλησε την πατρική περιουσία και κατατάχθηκε στο στρατό και πουλούσε φάρμακα»˙ τον Πρωταγόρα «χαμάλη» και «γραφιά του Δημόκριτου» και επαρχιακό γραμματοδιδάσκαλο˙ τον Ηράκλειτο «κυκητή» [λόγω της θεωρίας του για τον κυκεώνα, απ. 125], τον Δημόκριτο «Ληρόκριτο» [φαφλατά], τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο» [βλάκα], τους Κυζικηνούς [τον αστρονόμο και μαθηματικό Εύδοξο] «εχθρούς της Ελλάδας», τους διαλεκτικούς [τους Μεγαρικούς, του φίλου του Σωκράτη, Ευκλείδη] «φθονερούς για τα πάντα» και τον Πύρρωνα «αμαθή και ακαλλιέργητο»» (Διογένης Λαέρτιος, X, 7-8). Ενώ για το δάσκαλό του: «ο ίδιος ο Επίκουρος λέει στα γράμματά του για τον Ναυσιφάνη: «αυτά τον έφεραν εκτός εαυτού, σε σημείο που να με προσβάλει και να με αποκαλέσει "καθηγητή"». Και τον ονόμαζε σουπιά και αγράμματο και απατεώνα και πόρνο» (Διογ. Λαέρτ., X, 7-8). «Σε γενικές γραμμές ήταν [ο Αριστοτέλης], σύμφωνα με τον Επίκουρο, αντίπαλος πιο βλαβερός για τη σωτηρία της ζωής εκείνων που προετοιμάζονται, όπως οι αθλητές, για το στίβο της πολιτικής» (Φιλόδημου, Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15). Οι Επικούρειοι αμφισβητούσαν την ύπαρξη του φιλόσοφου Λεύκιππου (Διογένης Λαέρτιος, X, 13). Κι αυτό διότι αρνούνταν τον Λεύκιππο και ήθελαν να αντικρούσουν την εναντίον τους κατηγορία ότι ο Επίκουρος κατάκλεψε τον Λεύκιππο. Το μένος των Επικούρειων οδήγησε τον διευθυντή της επικούρειας σχολής της Αθήνας του 2ου π.Χ. αι. Ζήνωνα σε φόνο. «Ο Διότιμος, που έγραψε τα βιβλία εναντίον του Επίκουρου καταδιώχτηκε και σκοτώθηκε από τον επικούρειο Ζήνωνα, όπως λέει ο Δημήτριος [ 1ος π.Χ. αι.] από τη Μαγνησία στα Ομώνυμά του» (Αθηναίος, ΙΓ’, 611b). Ο Πλούταρχος στο ένα από τα δύο συγγράμματα που έγραψε κατά των Επικούρειων, το Ει καλώς είρηται το λάθε βιώσας, τονίζει (κεφ. 1 (1128bc)) ότι όπως «άνθρωποι με ασυγκράτητη και ακόρεστη φιλοδοξία κατηγορούν τη δόξα στους άλλους, σαν να είναι αντεραστές τους, για να την κερδίσουν χωρίς ανταγωνισμούς», έτσι κι ο Επίκουρος, αντί να «ζήσει στην αφάνεια» διακήρυττε το «λάθε βιώσας», ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να ακολουθήσει το ρητό του, ενώ ο ίδιος να κερδίσει δόξα και να μη μείνει στην αφάνεια – όπως θα έπρεπε, αν ακολουθούσε ο ίδιος το ρητό του. Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι πιο παράλογα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Ο Αναξαγόρας κρατούσε κακία εναντίον του Δημόκριτου, γιατί δεν τον κάλεσε στις διαλέξεις που έκανε. Ο Δημόκριτος πάλι κακολογούσε τον Αναξαγόρα (Διογ. Λαέρ., II, 14 και IX, 34). Μάλιστα θεωρούσε πως η αστρονομία των συγγραμμάτων του Αναξαγόρα ήταν παρμένη από άλλους (Διογ. Λαέρτ., IX, 34). Τον υλιστή Ίππωνα από τη Σάμο σατίρισαν οι Κρατίνος (στην κωμωδία Πανόπτης, απ. 155) και ο Αριστοφάνης (στις Νεφέλες, στ. 94 κ.ε.). Ο Κλεάνθης έλεγε πως οι Περιπατητικοί παθαίνουν κάτι ανάλογο μ’ αυτό που παθαίνουν οι λύρες, οι οποίες βγάζουν ωραίο ήχο, αλλά δεν ακούνε ποτέ τον εαυτό τους (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Ο Πλατωνικός Αρκεσίλαος είπε «δε συγκινούμαι από κολακείες» και ο Στωικός Κλεάνθης του απάντησε: «σε κολακεύω λέγοντας ότι άλλα λες και άλλα κάνεις» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 171). «Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο. Ο Αρκεσίλαος παρομοίαζε τους Επικούρειους και τους μη Επικούρειους με τους άντρες και τους ευνούχους αντίστοιχα (Διογένης Λαέρτιος, IV, 6). Ο Πλάτωνας κατηγορούσε τους σοφιστές. Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60). Ο Πλάτωνας συγκέντρωσε τα βιβλία του Δημόκριτου και θέλησε να τα κάψει. «Μα ο Αμύλκας και ο Κλεινίας, δύο Πυθαγόρειοι, το εμπόδιζαν, λέγοντάς του ότι δεν έχει τίποτα να ωφεληθεί επειδή πολλοί τώρα πια έχουν στα χέρια τους βιβλία του Δημόκριτου» (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40). Ο Πρόκλος ήθελε να αποσύρει από την κυκλοφορία όλα τα βιβλία εκτός από τα Τίμαιος και Χαλδαϊκά Λόγια, ώστε να εμποδίσει να βλάψουν τους ανεκπαίδευτους (Μαρίνου, Βίος Πρόκλου, 38). Ο Πλάτωνας αποκαλεί τον πρώτο Κυνικό, τον Αντισθένη, περιπαιχτικά «οψιμαθή γέροντα» (Σοφιστής, 251b). Αντίστοιχα, ο Αντισθένης αποκαλούσε τον Πλάτωνα «επηρμένο»: «Ἔσκωπτέ τε Πλάτωνα ὡς τετυφωμένον» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). «Όταν στη διάρκεια πομπής είδε ένα άλογο που χλιμίντριζε, είπε στον Πλάτωνα: "νομίζω θα μπορούσες κι εσύ να είσαι τέτοιο άλογο", κι αυτό γιατί ο Πλάτωνας επαινούσε ασταμάτητα τα άλογα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). Ακόμη χειρότερα, αποκαλούσε τον Πλάτωνα κοροϊδευτικά «Σάθωνα» (Αθηναίος, XI, 507a). Σάθη είναι το αντρικό μόριο. Σάθων είναι αυτός που έχει μεγάλο αιδοίο. Συνήθιζαν όμως να λεν και τα παιδαρέλια μ’ αυτό το όνομα. Ο Τίμων επικρίνοντας τον Αντισθένη, επειδή έγραφε πολλά, τον αποκαλεί «παντογνώστη φλύαρο» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 18). Ο Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τον δάσκαλό του, τον Αντισθένη, ότι «είναι μια τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό του» (Δίων Χρυσ., V, III, 2). Ο Πλάτων κατηγορούσε τον Αριστοτέλη, ότι ο τελευταίος τον εγκατέλειψε. «Ἀπέστη δὲ Πλάτωνος ἔτι περιόντος· ὥστε φασὶν ἐκεῖνον εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης ἡμᾶς ἀπελάκτισε καθαπερεὶ τὰ πωλάρια γεννηθέντα τὴν μητέρα."» (Διογένης Λαέρτης, V, 2). Αντίστοιχα ο Αριστοτέλης απαντούσε: «φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δ’ αλήθεια». «Τους Ακαδημαϊκούς ο Τίμων τους διασύρει με τούτα τα λόγια: Των Ακαδημαϊκών η σαχλή περιττολογία» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 67). Ο Τίμων αποκαλούσε τον Ζήνωνα «γερο-λαίμαργο από τη Φοινίκη». Ο φιλόσοφος Μενέδημος «περιφρονούσε τους διδασκάλους της σχολής του Πλάτωνα και του Ξενοκράτη» (Διογένης Λαέρτιος, II, 134). Ο Διογένης ο Κυνικός «τὴν μὴν Εὐκλείδου [όχι του μαθηματικού] Σχολὴν ἔλεγε χολή, τὴν δὲ Πλάτωνος διατριβὴν κατατριβήν» (Διογένης Λαέρτιος VI, 24, 26 και 40 και 53). «Όταν ο Πλάτων διετύπωσε τον ορισμό ότι ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο και άπτερο και είχε κάνει μεγάλη εντύπωση με αυτά τα λόγια του, ο Διογένης μάδησε έναν κόκορα, τον πήγε στην Ακαδημία και του είπε: αυτός είναι ο άνθρωπος του Πλάτωνα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 40). «Ο Θεόπομπος στον Ηδυχάρη λέει "Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πραγματικά ένα, αφού και ο αριθμός δύο, μόλις είναι ένα, όπως λέει ο Πλάτων"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 26). Ο Τίμων παίζοντας με το όνομα του Πλάτωνα έλεγε: «όπως ανέπλαττε ο Πλάτων παράξενες κοινοτοπίες» («ὡς ἀνέπλασσε Πλάτων πεπλασμένα θαύματα εἰδώς») (Διογένης Λαέρτιος, III, 26). «Ο Άλεξις στον Αγκυλιώνα του γράφει "Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις. Πήγαινε να τρέξεις μαζί με τον Πλάτωνα, και θα τα μάθεις όλα για το σαπούνι και το κρεμμύδι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 27). «Ο Άμφις στον Δεξιδημίδη γράφει "Ω Πλάτων, όλο κι όλο που ξέρεις είναι μόνο να σκυθρωπιάζεις, σμίγοντας σεμνά τα φρύδια σαν σαλιγκάρι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28). «Ο Άλεξις στον Παράσιτο γράφει "Παρά να μωρολογείς μόνος με τον Πλάτωνα". Τον χλευάζει και ο Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα, στην Κίρκη και στις Πλούσιες» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28). Σύμφωνα με τον Αθηναίο (XI, 508b), οι Αθηναίοι σέβονταν τον Δράκοντα και τον Σόλωνα ως νομοθέτες και πειθάρχησαν στη νομοθεσία τους, ενώ περιγελούσαν τον νομοθέτη και πολιτειολόγο Πλάτωνα. Ο κωμωδιογράφος Έφιππος, στην κωμωδία του Ναυαγός, παρουσιάζει τον Πλάτωνα και τους μαθητές του, όχι μόνο να συκοφαντούν τους άλλους αλλά και να ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια και να είναι συμφεροντολόγοι και ανήθικοι (Αθηναίος, XI, 509c-e). Ο Άλκιμος ο Σικελιώτης κατηγορούσε τον Πλάτωνα ως λογοκλόπο, ότι κατάκλεψε τον Επίχαρμο (Διογένης Λαέρτιος, III, 9). Ο Άλκιμος μάλιστα έγραψε μια διατριβή από τέσσερα βιβλία, στην οποία παρέθετε κείμενα και αποσπάσματα, για ν’ αποδείξει τη λογοκλοπή του Πλάτωνα. Διάφοροι άλλοι υποστήριζαν πως οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι πρωτότυποι, αλλά αντίθετα, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους, αντίγραφα διαλόγων άλλων φιλοσόφων (Αθηναίος, XI, 505b Αὐτὸς δὲ τοὺς διαλόγους του μιμητικῶς γράψας, ὧν τῆς ἰδέας, οὐδ’ αὐτὸς εὑρετής ἐστιν). «Ο Ηγήσανδρος από τους Δελφούς στα Υπομνήματά του αναφέρεται στην κακία του Πλάτωνα προς όλους γράφοντας ότι (...) ο Πλάτων είχε τη φήμη ζηλόφθονα και ότι ο χαρακτήρας του δεν ήταν καθόλου σε υπόληψη από κανέναν. Κορόιδευε τον Αρίστιππο, επειδή αυτός πήγε να ζήσει στην αυλή του Διονύσιου, αν και ο ίδιος ταξίδεψε στην Σικελία τρεις φορές» (Αθηναίος, XI, 507ab). «Επίσης πιάστηκε να εγείρει αγωγή κατά του Φαίδωνα [σημ.: του γνωστού πλατωνικού διαλόγου. Αυτός ήταν δούλος σε πορνείο, με τη συνδρομή του Σωκράτη απελευθερώθηκε, αλλά ο Πλάτων είχε άλλη γνώμη. Βλ. Σουίδα, Αλκιβιάδης], κατάληξη της οποίας ήταν ο Φαίδωνας να ξαναγίνει σκλάβος» (Αθηναίος, XI, 507c). Ο Πλάτων ήταν διψασμένος για δόξα, γράφει ο Διοσκουρίδης στα Απομνημονεύματά του (Αθηναίος, XI, 507d). Ο Θεόπομπος ο Χίος πάλι γράφει: «Τοὺς πολλοὺς τῶν διαλόγων αὐτοῦ ἀχρείους καὶ ψευδεῖς ἄν τις εὕροι· ἀλλοτρίους δὲ τοὺς πλείους ὄντας ἐκ τῶν Ἀριστίππου διατριβῶν, ἑνίους δὲ κἀκ τῶν Ἀντισθένους, πολλοὺς δὲ κἀκ τῶν τοῦ Βρύσωνος τοῦ Ἡρακλεώτου». Ξενοφώντας και Πλάτωνας ήταν εχθροί, ο πρώτος παρουσίαζε τον Σωκράτη εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι τον παρουσίαζε ο δεύτερος. Ο Διογένης Λαέρτιος (III, 40) μας λέει πως ο Πλάτων στα τελευταία του ήταν καταμόναχος και ψειριασμένος. Ο Αντιφών κατακρίνει τον Σωκράτη, γιατί γυρίζει κουρελής και βρωμιάρης στους δρόμους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα). Ο Λουκιανός έβριζε τον Αριστοτέλη («ο πιο αχρείος από όλους τους κόλακες» Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου), τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα», «κουτό», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου), τον Πλάτωνα («έμπειρος στην τέχνη να κολακεύει τους τυράννους», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αίακου) και τον Σωκράτη («σοφιστής», «ψευτογενναίος», Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Κέρβερου). Ο Εύπολις λέει (απ. 352) «μισῶ τὸν Σωκράτη, τὸν φλύαρον ἀλήτην..». «Αν αφαιρέσει κανείς από τα βιβλία του Χρύσιππου τα λόγια των άλλων που έχει παραθέσει, το χαρτί θα του μείνει λευκό. Αυτά λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 181). Ο Απολλώνιος ο Τυανεύς «δια τον Κλαζομένιον φιλόσοφον Αναξαγόραν έλεγεν ότι εφιλοσόφησε μάλλον δια τα ζώα παρά δια τους ανθρώπους. Επίσης και δια τον Θηβαίων Κράτητα, αυτός έλεγεν, ούτε εις τα πρόβατα ούτε εις τους ανθρώπους εφάνη χρήσιμος» (Φιλόστρατου, Βίος Απολλωνίου Τυανέως, XIII). Για τις ύβρεις κατά του Πλωτίνου από τους διανοούμενους της εποχής του ο Πορφύριος γράφει (Περί Πλωτίνου βίου, 17-18): «Υπήρχον άνθρωποι εις την Ελλάδα ισχυριζόμενοι ότι ο Πλωτίνος ελογοκλόπει τον Νουμήνιον. (…) Ο Πλωτίνος, λέγουν, είναι ένας ανεξάντλητος φλύαρος, άλλοτε ισχυρίζονται ότι είναι λογοκλόπος και άλλοτε πάλιν, ότι αντιγράφει παν ό,τι είναι χειρότερον εις τα πρωτότυπα. (…) Οι άνθρωποι της εποχής του [Πλωτίνου] εφρόνουν ότι ο Πλωτίνος εκόμπαζε ως ευφραδής ομιλητής, μολονότι αντέγραφε τον Νουμήνιον, αλλά και ότι τον εξελάμβανον ως ανεξάντλητον φλύαρον και τον επεριφρόνουν». Ο Ιάμβλιχος χαρακτηρίζει ρητά «ασυναρτησίες» τις απορίες του ομόθρησκου Πορφύριου (Περί Μυστηρίων, Γ’, 25), τον κατηγορεί ότι θέλει να καταργήσει την μαντική τέχνη (ό.π., Γ’, 23), ότι με βάση τις θεωρίες του δεύτερου οι Εθνικοί ιερείς πρέπει να χαρακτηριστούν αθεολόγητοι και ανίδεοι για τα υπερφυσικά ζητήματα (ό.π., Α’, 8). Ο σκεπτικός φιλόσοφος Τίμων εκτός άλλων έγραφε και για τους λογίους του Μουσείου, δηλαδή της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης: «Εις βάρος της δημοφιλούς Αιγύπτου ζουν πολλοί, όπως οι παπυρογράφοι που λογομαχούν ακατάπαυστα μες στο κλουβί των Μουσών» (Αθηναίος 22D). Ο Λουκιανός στο Βίων πράσις γράφει για τον Αρίστιππο ότι η φιλοσοφία του είναι φιλοσοφία των πλούσιων και των γλεντζέδων, γι’ αυτό την ακολουθούν οι άσωτοι και οι τύραννοι. Ο Ιουλιανός χαιρόταν που τα έργα του Πύρρωνα και του Επίκουρου είχαν εξαφανιστεί (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c), δήλωνε ότι ήθελε να εξαφανίσει όλα τα χριστιανικά βιβλία (Επιστολή Προς Εκδίκιον, Bizez 107, 377d-378abc) και απαγόρευε την ανάγνωση των ποιητών Αρχίλοχου και Ιππώνακτα (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 300d). Ευτυχώς οι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν ανεκτικοί και μη δογματικοί. (25/2/2007)
Αρχαία εξιδανίκευση.
Στην Αρχαία Ελλάδα, κατά τον Κ.
Καστοριάδη, «δεν υπήρχε κανείς που να έλεγε: εδώ σταματάει η έρευνα διότι αυτά
τα λέει το τάδε εδάφιο του Δευτερονομίου» (Οι ομιλίες στην Ελλάδα, σ.
60). Γι’ αυτό και το Μαντείο των Δελφών απαγόρευσε τη διάνοιξη ισθμού στους
Κνιδίους, που πολιορκούνταν από κάποιον εχθρό και ήθελαν να μετατρέψουν τον
ισθμό σε διώρυγα, κάνοντας έτσι την πόλη τους τεχνητό νησί. Ο χρησμός των Δελφών
προς τους Κνίδιους έλεγε: «Το χτίσιμο παράτα το, το σκάψιμο άστο, γιατί αν ήθελε
ο Δίας νησί, θα το είχε φτιάξει» (Ηρόδοτος, 1, 174). Οι Κνίδιοι δεν προχώρησαν
στην εκσκαφή της διώρυγας, έχασαν τον πόλεμο και υποδουλώθηκαν στους Πέρσες.
Φανταστείτε να διαβαζόταν και το Δευτερονόμιο στους Δελφούς. Ο Σωκράτης
«γενικά
απέτρεπε να ασχολείται κάποιος με την έρευνα των ουρανίων σωμάτων, πώς δηλαδή
κυβερνά το καθένα ο θεός˙ διότι πίστευε ότι αυτά ούτε να τα βρουν μπορούν οι
άνθρωποι ούτε νόμιζε ότι ευχαριστεί τους θεούς όποιος ερευνά όσα εκείνοι δε
θέλησαν να διασαφηνίσουν» (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 4, 7, 6), και αν
κάποιος υποστηρίξει "καστοριαδικά" ότι οι Πλάτων-Σωκράτης συνιστούν άρνηση κι
εξαίρεση της ελληνικότητας, μπορεί κανείς να απαντήσει ότι αντίληψη παρόμοια με
του Σωκράτη είχαν και οι Αθηναίοι ως σύνολο, γι' αυτό φέρθηκαν έτσι στον
Αναξαγόρα .
«Ο
Αναξαγόρας μηνύθηκε για ασέβεια επειδή διακήρυσσε ότι ο ήλιος είναι μια διάπυρη
μεταλλική μάζα, και καταδικάστηκε σε πρόστιμο 5 ταλάντων και εξορία. Κατά άλλους
καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο» (Διογένης Λαέρτιος, II, 12-13). Κατά τον Πλίνιο,
Nat.
Hist.,
4, 6, το εγχείρημα του Δημήτριου Πολιορκητή, του Καίσαρα, του Καλιγούλα, του
Νέρωνα για το κόψιμο του ισθμού της Κορίνθου ήταν ανόσιο και γι’ αυτό απέτυχε. Ο
αστρονόμος Αρίσταρχος ο Σάμιος, πρώτος που υποστήριξε ότι η γη δεν είναι το
κέντρο του κόσμου, αλλά περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο, μηνύθηκε από τον στωικό
Κλεάνθη για ασέβεια προς τους θεούς με την κατηγορία: «ὡς κινοῦντα τοῦ κόσμου
τὴν ἑστίαν (=Γη)» (Πλούταρχου, Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της
σελήνης, 6 (923a)),
με αποτέλεσμα η θεωρία του να μη βρει καμμία αποδοχή και να ξεχαστεί απ’ όλους.
Πώς λέμε, «Καστοριαδική αρχαιογνωσία»; Ε, αυτό εννοούμε: «Η αποδοκιμασία προς
την μετεωρολογία ήταν πολύ κοινή. Πίστευαν πως δεν ήταν μόνο ανόητη και
αυθάδης (Γοργίας Ελ. 13, Ιππ. Αρχ. Ιατρική 1, Πλάτ. Πολ.
488e,
κ.λπ.), αλλά επίσης και επικίνδυνη για τη θρησκεία (Ευρ. απ. 913, Πλάτ. Απολ.
19b,
Πλούτ. Νικίας 23), και στην λαϊκή σκέψη είχε συνδεθεί ειδικά με τους
σοφιστές (Εύπολις απ. 146, Αριστοφ. Νεφ. 360, Πλάτ. Πολιτικός 299b)»
(E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 275).
Ο Καστοριάδης σε όλη του τη
ζωή ενδιαφερόταν πολύ να βρίσκει και να καταδεικνύει την διαφορά μεταξύ
ελληνοδυτικής «αυτονομίας» και λοιπής γήινης (ιουδαϊκής, φαραωνικής,
βαβυλωνιακής, ισλαμικής, μανδαρινικής, βυζαντινής - ξέχασε την αζτεκική) «ετερονομίας». Έτσι, κατέληξε
ότι «αρκεί να σκεφτεί κανείς τη διαφορά ανάμεσα στη ρήτρα με την οποία αρχίζουν
τόσα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης: "και είπεν ο Θεός", και στην ρήτρα με την
οποία αρχίζουν οι αθηναϊκοί νόμοι: "έδοξε τη Βουλή και τω Δήμω"» (Κ. Καστοριάδη,
Οι ομιλίες στην Ελλάδα, σ. 62). (Αρχαία) Ελλάδα, όμως, δεν είναι μόνο η
(Αρχαία) Αθήνα, αν και από μακριά, λ.χ. από το Παρίσι, όλων τα μάτια εν τέλει
βλέπουν την πρώτη ως ένα σημείο, ως μια βούλα στο χάρτη, ήτοι την Αρχαία Αθήνα:
«Ζήτησε και καλούς νόμους και η Πυθία τού είπε ότι ο θεός συγκατένευσε και θα του
έδινε νόμους, δια των οποίων η δική του νομοθεσία θα γινόταν ανώτερη όλων»
(Πλούταρχου, Λυκούργος, 5). «Επέβαλε στους Λακεδαιμονίους ο Λυκούργος
τους νόμους του, τους οποίους άλλοι λένε πως τους είχε διδαχθεί από την Πυθία,
κι άλλοι πως ήταν κρητικοί. Οι κρήτες λεν πως τους νόμους τους έθεσε σ’ αυτούς ο
Μίνωας, ο οποίος τους είχε επινοήσει, όχι χωρίς θεϊκή συνεργία» (Παυσανία,
Λακωνικά 2,4). «Όρισε ο Λυκούργος, ότι θα είναι όχι μόνο άνομο, αλλά και
ανόσιο να μην υπακούει κάποιος σε νόμο που επικυρώθηκε από το θεό» (Ξενοφώντα,
Λακεδαιμονίων Πολιτεία, 8, 5). Προφανώς η Αρχαία Σπάρτη είτε δεν
ήταν αυτόνομη είτε βρισκόταν κάπου μεταξύ του τριγώνου
Έρημος του Σινά-Μέκκα-Πεκίνο της πρώτης δυναστείας.
Για τον Καστοριάδη έχει επισημάνει τα εξής ο Φώτης Τερζάκης: («Ο ελληνικός κόσμος και η γένεση της δημοκρατίας», περ. Πανοπτικόν, τχ. 11, σσ. 47-8): «Υπάρχει μια πτυχή της ρητορικής του [του Κ.] που μας αφήνει σκεπτικούς. Είναι ο γενικευτικός τρόπος με τον οποίον χρησιμοποιεί τους όρους "Ελλάδα»/"ελληνικό". Για να το πω όσο πιο σύντομα μπορώ, ο Καστοριάδης δεν έχει μάτια για την τρομερή ετερογένεια του πρώιμου ελληνικού πολιτισμού και για την εκρηκτική ασυμβατότητα ορισμένων από τα στοιχεία που τον συνέθεταν. Παραδείγματος χάριν: σε ποιον βαθμό το φαντασιακό των πολεμικοπατριαρχικών ινδοευρωπαϊκών φύλων παρέμεινε σταθερά εχθρικό προς την κουλτούρα των νικημένων αυτοχθόνων του Αιγαίου, και σε ποιον βαθμό τούτη η καταγωγική πολιτισμική σύγκρουση επενδύθηκε αργότερα στις σφοδρές ταξικές αντιπαραθέσεις που ακολούθησαν μέσα στον ελληνικό κόσμο; Σε ποιον βαθμό λαϊκές δημοκρατικές διεκδικήσεις εντός του άστεως ενδέχεται να αναβιώνουν ίχνη μιας παλαιάς μητρογραμμικής και εξισωτικής κοινωνίας των γενών; Μπορεί το αχανές σύμπαν των βακχικών-οργιαστικών λατρειών να αναχθεί στον τύπο μιας αριστοκρατικά χειραγωγούμενης "πολιτικής θρησκείας" – και ποια σημασία έχει αυτός ο θρησκευτικός "δυισμός" ("απολλώνιες" και/ή "διονυσιακές" αντιλήψεις και πρακτικές, για να το πούμε στη γλώσσα που καθιέρωσε ο Νίτσε) ο οποίος συνεχίζει να διαποτίζει ώς αργά τον ελληνικό κόσμο; Επίσης, μπορεί η τεράστια ποικιλομορφία των φιλοσοφικών αντιλήψεων και στάσεων που γέννησε αυτός ο κόσμος να αναχθεί σε έναν κοινό πυρήνα φαντασιακών σημασιών, ή πρέπει απεναντίας να επισημάνουμε αντίθετες τάσεις (ας πούμε, το αριστοκρατικό-πυθαγόρειο δυιστικό μοντέλο του σύμπαντος που θα εμποτίσει τον Πλάτωνα και όλη την ελληνική μεταφυσική, σε αντίθεση με τον ιωνικό υλοζωισμό που θα γνωρίσει τις δικές του μετεξελίξεις και αναδιατυπώσεις) οι οποίες μένουν ασυμφιλίωτες μεταξύ τους; Κ.ο.κ. Ο Καστοριάδης δίνει την εντύπωση ότι λύνει τέτοια ανοιχτά προβλήματα με τη μέθοδο του γόρδιου δεσμού, επειδή βιάζεται να κατασκευάσει ένα "ελληνικό" μοντέλο των ίδιων του των ιδεών. Έτσι όμως προσφέρει αθέλητα ερείσματα σε μια εθνοκεντρική οπτική (που από μεθοδολογική άποψη έχει ευδιάκριτα χρέη στην αμερικανική πολιτισμική ανθρωπολογία): όχι βέβαια με την έννοια του εξαμβλωματικού νεοελληνικού εθνικισμού, αλλά ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού εθνοκεντρισμού, αφού στο βάθος του επιχειρήματος εξυφαίνεται η σύνδεση των υποτιθέμενα δημοκρατικών ή "διαφωτιστικών" παραδόσεων της Δύσης με το αρχαιοελληνικό πολιτισμικό παράδειγμα (και σε αντιπαράθεση όχι μόνο προς τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό, σταθερό αντίπαλο στη ρητορική του Καστοριάδη τον οποίον μεταχειρίζεται με αντίστοιχα γενικευτικό τρόπο, αλλά και προς όλο τον υπόλοιπο κόσμο). Διαφαίνεται δηλαδή, εδώ, για να το πω απερίφραστα, μια ευδιάκριτη υποτίμηση άλλων παραδόσεων που είναι συμπληρωματική αυτής της βεβιασμένης ομογενοποίησης του "ελληνικού". Γράφει, παραδείγματος χάριν: "προφανέστατα όλες οι μυθολογίες όλων των λαών εκφράζουν σημασίες που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι όμορφες, και μάλιστα πολύ όμορφες. Αυτό που διακρίνει την ελληνική μυθολογία –ωραία ή όχι, δεν μας αφορά– είναι ότι είναι αληθινή". Η ιδέα αυτή είναι η πλέον τερατώδης που εμφανίζεται σε όλο το βιβλίο. (…) η "ανωτερότητα" της ελληνικής μυθολογίας είναι αποκύημα της φαντασίας των πλέον ρατσιστών από τους ευρωπαίους φιλολόγους, κάτι το οποίο δεν θα περίμενε κανείς ειδικά από τον Καστοριάδη να διαιωνίζει» και (σ. 52) «Αν οφείλουμε κάτι ιδιάζον στον πολιτισμό της αρχαίας ελληνικής πόλεως, αυτό δεν είναι βεβαίως η "εφεύρεση" της δημοκρατίας ή της συλλογικής αυτοδιαχείρισης αλλά η εννοιοποίησή τους: η όντως για πρώτη φορά στην ιστορία διατύπωση και δημόσια συζήτηση των προβλημάτων που συνυφαίνονται με την πολιτική σφαίρα, από τη στιγμή που αυτή γεννήθηκε ως αθέλητο αποτέλεσμα δυνάμεων οι οποίες αναδιέτασσαν τους παραδοσιακούς όρους άσκησης της κυριαρχίας, και η δημιουργία ενός ειδικού λεξιλογίου γι’ αυτό – και τούτο χάρη σε μια ιδιόμορφη κοινωνική δυναμική που αναπτύχθηκε στο ρευστό περιβάλλον των πρώτων, ανεξάρτητων εμπορικών και ναυτικών πόλεων, πράγμα που συνυπέθετε τη σύγκλιση μιας μακράς σειράς παραγόντων, η οποία επρόκειτο σύντομα να καταπνιγεί άλλωστε από άλλες αναδυόμενες ιστορικές δυνάμεις». (15/12/2009)
Αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση.
Στα μυαλά των ανιστόρητων υπάρχει αυτή η σκέψη όταν σκέφτονται περί μεσαίωνα και αρχαιότητας: κάποτε, στὴν ἀρχαιότητα, ὅλα εἶταν ὁλόφωτα, χαρούμενα, ἐλεύθερα, ὥσπου κάποιος κάποτε πάτησε τὸ διακόπτη καὶ ἔκλεισε τὸ φῶς καὶ βρέθηκαν ὅλοι στὸ μεσαιωνικὸ σκοτάδι, κι ἐκεῖ μέσα ἄρχισαν νὰ γίνωνται δολοπλοκίες, σφαγές καὶ συνωμοσίες, νὰ ἀκούγωνται στριγγλιές, ὥσπου μετὰ 1000 χρόνια πάλι κάποιος κάποτε πάτησε τὸ διακόπτη καὶ ἄναψε τὸ φῶς καὶ ξαναέγιναν ὅλα οὐμανιστικά, ὀρθολογιστικὰ, ἐλεύθερα καὶ γεμᾶτα φῶς. Τέτοια παιδαριώδη ἀντίληψη θεωρεῖται ἀκόμη στὶς μέρες μας ἀπὸ τὸν κάθε ἀνιστόρητο ὡς γεγονός.
«Η πίστη μιας κοσμοθεωρίας στην μοναδικότητα της αποστολής της όχι μόνο εδραιώνεται, παρά και κατά μεγάλο μέρος σχηματίζεται χάρη στην πεποίθηση, ότι ο αντίπαλος εκφράζει – και μάλιστα συνειδητά, έτσι ώστε να φαίνεται και υποκειμενικά ανέντιμος – την πιο θλιβερή προοπτική για τον άνθρωπο. Σκοπός μιας μαχόμενης κοσμοθεωρίας δεν είναι επομένως η επιστημονική κατανόηση του αντιπάλου, παρά η υπεραπλουστευτική του παρουσίαση με τρόπο που να δικαιώνεται η αμείλικτη καταπολέμησή του.
Μια σειρά ιστορικών ερευνών έχει δείξει, πώς έννοιες που στην καθημερινή μας γλωσσική χρήση υποδηλώνουν την έσχατη κατάπτωση του κοινωνικού ανθρώπου (π.χ. "μεσαίωνας", "φεουδαρχία" κτ.), γεννήθηκαν και επικράτησαν χωρίς την παραμικρή εμπειρική-επιστημονική γνώση του αντικειμένου τους· η λειτουργία τους ήταν αποκλειστικά ιδεολογική-πολεμική ((2)..Ήδη ο Pareto ειρωνευόταν φιλελεύθερους ορθολογιστές ιστορικούς ότι πραγματεύονται τον "φεουδαλισμό" όπως οι θεολόγοι τον Σατανά (Trattato di sociologia generale, Μιλάνο 1964, 212)).
Οι Νέοι Χρόνοι ζήτησαν
την αυτοδικαίωσή τους στην κατά το δυνατό εντονότερη υπογράμμιση της αντίθεσής
τους (όχι τόσο της ιστορικής, όσο της ηθικής) προς τους Μέσους Χρόνους, τον
"μεσαίωνα". Το καινούργιο φως έμοιαζε ακόμα πιο λαμπρό και ζεστό δωρίζοντας την
απελευθέρωση από τη μακρά βασιλεία του ζόφου. Η ίδια η έκφραση "Νέοι Χρόνοι" δεν
ανέκυψε σε κάποια προσπάθεια επιστημονικής περιοδολόγησης τς ευρωπαϊκής
ιστορίας, παρά σαν αξιολογικός όρος, που πήγαινε να τονίσει συνάμα
προϋποθέτοντάς την, την ταυτότητα: νέο=ηθικά καλύτερο, προοδευτικότερο. Όταν
στην Αναγέννηση και στον Διαφωτισμό δίπλα στους Μέσους Χρόνους προστέθηκε μια
εξιδανικευμένη Αρχαιότητα, με σκοπό και πάλι πολεμικό (δηλαδή για να δειχτεί πως
οι Μέσοι Χρόνοι ήσαν πραγματικά παρακμή κι όχι τυχόν μόνιμη ανθρώπινη μοίρα),
τότε προέκυψε ένα τριαδικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα, που σε διαφορότροπες μορφές
(Λέσσινγκ, Χέρντερ, Κοντορσέ, προπαντός Χέγκελ και Μαρξ) οικειοποιήθηκε τη
θεολογική αντίληψη για την ιστορική εξέλξη (Ορόσιος, Αυγουστίνος) και παρουσίασε
έννοιες αρχικά ιουδαϊκές-χριστιανικές σε συστηματική θύραθεν μορφή. Οι
λεπτομέρειες της διαδικασίας αυτής έχουν ήδη επισημανθεί από την επιστημονική
έρευνα...» (14/7/2006)
«Ο λεγόμενος «Μεσαίωνας» έχει, ασφαλώς, τα ιδιαίτερα κοινωνικά του γνωρίσματα, που απαρτίζουν τον ιδεώδη του τύπο, δηλ. τη δική μας εικόνα γι’ αυτόν, ωστόσο δεν είναι δυνατόν να αποφανθούμε τελεσίδικα για ποιον λόγο θα έπρεπε να θεωρηθεί ηθικά καλύτερος ή χειρότερος από άλλες εποχές. Ούτε και μπορεί να διαπιστωθεί επιστημονικά, αν τότε το «ανθρώπινο πνεύμα» και η «ανθρώπινη φύση» καταδυναστεύθηκαν (εδώ δεν γίνεται λόγος για τις τοτεινές συγκεκριμένες μορφές της κοινωνικής κυριαρχίας), αφού τέτοιες έρευνες αναγκαστικά θα ορμηθούν από αξιολογικές κρίσεις (και όχι απλές ψυχολογικές ή βιολογικές αποφάνσεις) πάνω στην ουσία του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί μεσαιωνικοί άνθρωποι, και μάλιστα όχι οι λιγότερο προικισμένοι, ένοιωσαν ως πλήρωμα της ψυχής τους και ως υπαρξιακή ένταση ακριβώς τα πράγματα εκείνα, που από την κοσμοθεωρητική σκοπιά του ορθολογισμού των Νέων Χρόνων παρουσιάστηκαν ως ετερονομία ή εξευτελισμός του ανθρώπου. Ακόμη και ως προς την καθαρά νοητική δραστηριότητα, η εξονυχιστική διερεύνηση ενός θεολογικού προβλήματος θα πρέπει τότε να προκαλούσε τουλάχιστον ίση ευχαρίστηση ή αίσθηση ελευθερίας όσο αργότερα και μια επιστημονική ανακάλυψη.»
«Συχνά,
άλλωστε, όσοι μιλάνε για τον Δυτικό Μεσαίωνα, δίνουν την εντύπωση ότι γι’ αυτούς
ο μεταμεσαιωνικός δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός ήταν κάτι πέρα για πέρα
διαφορετικό από την δυτική μεσαιωνική παράδοση ή κάτι ριζικά νέο, που προέκυψε
στο χώρο της Δύσης κατά παρθενογένεση. Η Αναγέννηση, λένε, γκρέμισε το Μεσαίωνα
και λευτέρωσε τους ανθρώπους από την εκκλησιαστική αυθεντία και εξουσία. Όμως τα
γενικά χαρακτηριστικά της δυτικής μεσαιωνικής ζωής και σκέψης είναι ο λόγος, ο
νόμος και η τάξη σε μια οργανική αλληλεξάρτηση. Και τα τρία είναι θεοποιημένα
κατά κάποιον τρόπο, και κατά βάση θεωρούνταν απόλυτα. Από αυτό το είδος της
θεοποίησης και απολυτοποίησης διόλου δεν απαλλάχθηκε ο νεότερος μετα-μεσαιωνικός
δυτικός πολιτισμός. Καμμία σημασία δεν έχει η απελευθέρωσή του από την
εκκλησιαστική κηδεμονία, διότι η ίδια αυτή η παπική κηδεμονία διαμορφώθηκε από
την θεοποίηση του λόγου, της τάξης και του νόμου.
Τα
βασικά γνωρίσματα του μεσαιωνικού πολιτισμού, που αναφέρονται στην ηθική, το
λόγο, το νόμο και την οργάνωση, βρίσκονται σε προέκταση και στο νεότερο δυτικό
πολιτισμό.»(14/4/2004)
* * *

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ
ΑΥΘΟΡΜΗΤΙΣΜΟΣ
Το
ιδανικό «γνώθι σ’ αυτόν» φαίνεται πολύ αντιφατικό. Όταν μάθεις αυτό που είσαι,
τότε παύεις πια να είναι αυτό το οποίο έμαθες ότι είσαι. Εάν «Α» ήταν ο εαυτός
σου, οι συνήθειές σου, οι γνώσεις σου, τα πάντα για σένα, και εάν «α» είναι η
γνώση που μπορεί κανείς να έχει για τον εαυτό του, τις συνήθειές του, τις
γνώσεις του (να γνωρίζει τι ξέρει και ότι το ξέρει), τότε ο καινούργιος εαυτός –
μετά την αυτογνωσία – δεν είναι πάλι ο Α, αλλά ο Α+α. Ορισμένα πράγματα, βέβαια,
είναι σίγουρο πως δε θα τα διευκρινίσουμε ποτέ για τον εαυτό μας, αλλά θα
παραμείνουν ασαφή. Επίσης υπάρχουν πράγματα (συνήθειες, γούστα, γνώσεις) τα
οποία ήδη πριν την αυτογνωσία γνωρίζουμε ότι είναι τμήμα του «εαυτού» μας.
Ωστόσο όλο και κάποια τμήματα θα περνούν απαρατήρητα, ως αυθόρμητα, ως έξη, ή
επειδή αδιαφορούσαμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Όταν πετυχαίνεις την
αυτογνωσία, λοιπόν, έχεις προσθέσει ένα ποσό γνώσης «α», το οποίο
συμπεριλαμβάνεται στον εαυτό σου, σ’ αυτό που λέμε «εαυτός», συνείδηση κ.λπ. Δεν
είσαι πια ο Α, αλλά ο Α+α. Κατά παράδοξο τρόπο, δηλαδή, ποτέ δεν μπορούμε να
πετύχουμε την αυτογνωσία του τωρινού εαυτού μας. Πάντα θα αναφέρεται αυτή όχι
στον παρόντα εαυτό μας, αλλά στον παρελθόντα εαυτό μας (είτε αυτό το παρελθόν
είναι δυο μέρες πριν είτε δέκα χρόνια πριν). Στη συνέχεια, για να γνωρίσουμε τον
εαυτό μας «Α+α», θα πρέπει (όχι μόνο να σπαταλήσουμε χρόνο, αλλά και) να
κερδίσουμε την γνώση β, που αναφέρεται στον Α+α. Η συνειδητοποίηση της γνώσης
«α» που προστέθηκε στον εαυτό Α, δεν γίνεται αυτοστιγμεί, αλλά απαιτεί
διεργασίες (άρα σπατάλη χρόνου, κατά τον οποίο αλλάζει ούτως ή άλλως και ο Α+α)
που οδηγούν στην απόκτηση της γνώσης β. Αυτό ίσως φαίνεται περίεργο, αλλά έτσι
είναι. Αν σκεφτούμε ότι υπάρχουν πράγματα που κάνουμε τόσο μηχανικά και
αυθόρμητα, ώστε όχι απλώς τα αφήνουμε απαρατήρητα αλλά και δυσκολευόμαστε να
περιγράψουμε τον τρόπο με τον οποίο τα κάνουμε, αλλά και την αιτία, για την
οποία τα κάνουμε, τότε παύει να φαίνεται περίεργο το ότι απαιτείται γνώση «β»
για να γνωρίζουμε τον εαυτό μας Α+α. Και βέβαια, η γνώση «β» δεν αφορά μόνο τη
συνειδητοποίηση της απόκτησης της γνώσης «α», αλλά (επειδή η γνώση «α» δεν
προστίθεται απλώς στον Α, αλλά αλληλεπιδρά μαζί του, και συνεπώς το «Α+α» δεν
είναι απλώς το άθροισμά τους) η συνειδητοποίηση του τρόπου ύπαρξης του Α+α.
Εκτός όμως από την αδυναμία ύπαρξης
αυτογνωσίας για τον παρόντα εαυτό, προκύπτει και ένα άλλο πρόβλημα εξαιτίας της
αυτογνωσίας, σχετιζόμενο με το ζήτημα της αυθορμητικότητας. Όταν αντιληφθείς ότι
μέχρι πριν λίγο δρούσες αυθόρμητα σε ένα τομέα (ή πολλούς) της ζωής σου, όταν
αναλύσεις την αυθορμητικότητα αυτή, τον τρόπο με τον οποίο δρούσες και τις
αιτίες της δράσης αυτής, τότε ασυναίσθητα ή μη απομακρύνεσαι από αυτό που ήσουν
και βίωνες, το βλέπεις ως παράξενο. Σκέφτεσαι «μα πώς έπραττα έτσι; Δεν ήταν
παράξενο;». Βέβαια υπάρχουν τρεις πιθανότητες, μετά την απόκτηση της
αυτογνωσίας: είτε να απορρίψεις αυτό που έκανες/ήσουν είτε να το υπερασπιστείς
είτε να προσπαθήσεις να συνθέσεις την αυτογνωσία σου επί του θέματος με τον
μέχρι πρότινος τρόπο δράσης σου.
Για παράδειγμα η (δημοτική) «παράδοση», έθιμα κ.λπ. Ο λαός μας, όταν χόρευε, ακολουθούσε πανάρχαια ή χριστιανικά έθιμα, όταν μάντευε τον καιρό που θα κάνει τον επόμενο χρόνο, όταν ακολουθούσε μια ορισμένη κοινωνική ηθική, δεν πίστευε ότι ακολουθεί κάποια «παράδοση» ως φολκόρ που πρέπει να διατηρηθεί εν ζωή. Η «παράδοση» αυτή ήταν ολοζώντανη, (όχι μόνο διότι οι κοινωνικές συνθήκες την κρατούσαν ζωντανή, αλλά και) διότι κανείς απ’ τους προγόνους μας, του 1700, του 1850, όταν τραγούδαγε στο χωράφι ή ακολουθούσε τα έθιμα, δεν έμπαινε στον κόπο (όχι, φυσικά, ότι έπρεπε να μπει) να αναρωτηθεί για τις απαρχές των εθίμων ούτε να το σκεφτεί ως αναβίωση εθίμων μπροστά στην τηλεόραση ούτε να το δει ως «ταυτότητα» την οποία πρέπει να διαφυλάξει. Του ήταν όλη η «παράδοση» τόσο αυτονόητη, που (δεν ήταν καν παράδοση τότε) δεν σκεφτόταν να τη διαφυλάξει ή να τη μελετήσει ή να αποστασιοποιηθεί (επειδή δεν του άρεσε) από αυτήν. Όταν αυτά που θεωρούσαμε αυτονόητα και τα πράτταμε λίγο-πολύ αυθόρμητα, πάψουν να είναι αυτονόητα και σκεφτούμε «τι νόημα έχουν όλα αυτά;», έχουμε αποστασιοποιηθεί από τον προηγούμενο εαυτό μας, ο οποίος τα έπρατε πολύ φυσικά και δίχως σκέψη.
Υπάρχουν, όμως, κι άλλοι λόγοι για τους οποίους η αυτογνωσία τής τωρινής μας
κοσμοεικόνας και της απόφασης η οποία οδήγησε σε αυτήν είναι δύσκολη ή αδύνατη.
«Με αφετηρία τη δομικά λίγο-πολύ πλήρη και λειτουργικά λίγο-πολύ τελεσφόρα
κοσμοεικόνα είναι αδύνατον να γραφτεί αναδρομικά μια γενετική της ιστορία, η
οποία να μην αποτελεί εξύμνηση και δικαίωσή της. (...) Η επιστημονική
ανασυγκρότηση του δρόμου προς την απόφαση δεν πάσχει όμως μόνο επειδή οι απαρχές
του δύσκολα ή ελάχιστα συλλαμβάνονται εμπειρικά. Ακριβώς επειδή συμβαίνει αυτό,
είμαστε υποχρεωμένοι να ανασυγκροτήσουμε τούτον τον δρόμο αρχίζοντας από το
τέλος του, δηλαδή προσανατολίζοντας συνειδητά ή ασυνείδητα την έρευνά μας στο
ερώτημα, πώς προέκυψε το αποτέλεσμα που βλέπουμε
μπροστά μας. Έτσι παραβλέπονται, παραγνωρίζονται ή υποτιμούνται κάποια στοιχεία,
τα οποία, προτού ακόμα διαγραφεί το αποτέλεσμα, δηλαδή όσο η έκβαση της εξέλιξης
ήταν ακόμη ανοιχτή, ίσως έπαιξαν σημαντικό ρόλο, όμως στη συνέχεια ατόνησαν ή
μετασχηματίστηκαν και προσαρμόστηκαν, σύμφωνα πάντα με τη νέα υφή της
συνείδησης. (...) Βέβαια, το υποκείμενο της (ειλημμένης) απόφασης –το οποίο
διαθέτει τώρα πάγια ταυτότητα και δεν μπορεί να συλλάβει και να περιγράψει τη
δική του υφή και κατάσταση αλλιώς παρά μονάχα με βάση όσα κριτήρια του παρέχει η
κοσμοεικόνα του, μετατρέποντας έτσι την ανασυγκρότηση της προϊστορίας του σε
αυτοδικαίωση– κατανοεί τον εαυτό του με τέτοιον τρόπο, ώστε κατά κανόνα αδυνατεί
ή αρνείται να δει πόσο σκόλιος, ανεξιχνίαστος, αβέβαιος και ανεγξέλεκτος ή και
τυχαίος στάθηκε ο δρόμος του προς την κοσμοθεωρητική του απόφαση. (...) Έτσι
προτιμά να παρουσιάσει την κοσμοθεωρητική του απόφαση ως έκβαση ενός συνειδητού
και σκληρού αγώνα, ως αναπόδραστη ή τουλάχιστον υπαρξιακά πλήρως φορτισμένη
επιλογή μεταξύ (ακραίων) εναλλακτικών λύσεων. Όταν τα λέει αυτά, ξεχνάει,
βέβαια, ότι οι εναλλακτικές λύσεις, ακριβώς όπως επίσης το καλό και το κακό,
αποτελούν αντιθετικά στοιχεία της ίδιας κοσμοεικόνας, δηλαδή ως εναλλακτικές
λύσεις θεωρούνται μονάχα μέσα σε ορισμένη κοσμοθεωρητική προοπτική».
(27/12/2006)
Όλα αυτά δε σημαίνουν βέβαια ότι η αυτογνωσία είναι κακή και καλή η αυθορμητικότητα (δεν εξετάζεται από αυτή τη σκοπιά το ζήτημα), αλλά εξετάζονται κάποιες πτυχές της «γνώσης», που μπορεί να είναι απελευθερωτικές αλλά κι εξίσου διχαστικές και τραυματικές. (11/10/2005)
* * *
«ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ» και «ΕΤΕΡΟΝΟΜΙΑ» της κοινωνίας:
Αυτονομία
σημαίνει η πολιτική κοινότητα όχι απλώς να θέτει τους νόμους της στον εαυτό της,
όχι απλώς να μπορεί να το κάνει – δίχως εξωτερικές επεμβάσεις – αυτό, αλλά και
να γνωρίζει ότι είναι η ίδια, εκείνη τη στιγμή, η οποία θεσπίζει τους νόμους
αυτούς. Όχι ο Θεός, η Φύση, οι Πρόγονοι. Τέτοιο πράγμα δεν υπήρξε ποτέ βέβαια.
Ούτε στην αρχαία Αθήνα. Διότι εκεί έλεγαν «έδοξε τω Δήμω» κ.λπ., ωστόσο
προηγείτο η ρητή υπενθύμιση ότι κύριοι της πόλης είναι οι θεοί και οι ήρωές της.
Η σοφιστική άποψη ότι η πόλη ανήκει στους άντρες της (ή είναι αυτοί) δεν
επικράτησε. Αποσιωπάται (λ.χ. από τον Καστοριάδη· τις ίδιες απόψεις υποστηρίζει
άκριτα ο Τ. Φωτόπουλος, όταν ισχυρίζεται ότι «η πίστη ήταν προσωπική
υπόθεση για τους Έλληνες που δεν αφορούσε ούτε την κοινότητα ούτε την πολιτεία»)
ότι οι σοφιστές διώχτηκαν άγρια και αποτελεσματικότατα από τους αρχαίους
Αθηναίους αμεσοδημοκράτες βάσει αμεσοδημοκρατικών ψηφισμάτων· άρα δεν γίνεται να
ήταν ευρέως ή επισήμως αποδεκτή η πλήρης αυτονομία ή ο δικός τους ορισμός της
πόλεως. Η αρχαία Αθήνα μάλιστα ενδιαφερόταν βαθύτατα για τα ζητήματα της
κρατικής θρησκείας της και δίωκε όσους δεν την αποδέχονταν. Γενικά είναι αβάσιμη
η θέση ότι η θρησκεία δεν ήταν στο επίκεντρο της αρχαίας πόλεως· οι συνελεύσεις
άρχιζαν και τελείωναν με λατρευτικά τυπικά, διαλύονταν εάν υπήρχαν κακοί οιωνοί
(π.χ. βροχή: Αριστοφάνη, Αχαρνής, στ. 195), ο βωμός ήταν το κέντρο της
πόλεως κ.ο.κ. Το σπουδαιότερο είναι ότι κανείς δεν μπορούσε να γίνει άρχοντας
εάν δεν δήλωνε πίστη στην κρατική θρησκεία. Ορθή είναι η άποψη ότι ο Διαφωτισμός
δεν αιτούνταν «αυτονομία», διότι ισχυριζόταν ότι οι νόμοι ή οι συμβάσεις τις
οποίες ήθελε να επιβάλλει προέρχονταν από τη «Φύση» κι όχι από την αντίληψη
«εμείς θεσπίζουμε τους νόμους και ξέρουμε ότι είμαστε εμείς».
Ωστόσο, αν οδηγήσουμε ώς το λογικό της τέλος την αντίληψη ότι «εμείς θεσπίζουμε τους νόμους», η «αυτονομία» παραμένει τυπική. Διότι «εμείς», ο καθένας και όλοι μαζί δεν είμαστε, τη στιγμή της θέσπισης ενός νόμου, tabula rasa, ανεπηρέαστοι από κάθε κοινωνικό, χρονικά πρότερο, δηλαδή μη «αυτόνομα» θεσπισμένο, έθιμο και ήθος. Τι μας «αρέσει», τι μάς είναι «δόξα» προέρχεται από την ατελείωτη χρονική αλυσίδα των εθίμων και των ηθών. Αυτό φαίνεται στους Αθηναίους, που ενώ έλεγαν το «έδοξε τω Δήμω», την ίδια στιγμή δίωκαν (ο Δήμος, στον οποίο τάχα «αυτόνομα» έδοξε έτσι) σοφιστές και ασεβείς. Βέβαια υπάρχει το αντεπιχείρημα ότι σταδιακά η «ετερονομία» θα καταργείται, άρα η επίδραση των χρονικά πρότερων «ετερόνομων» κοινωνικών θεσπίσεων στις αποφάσεις της κοινότητας θα ελαττώνεται. Αυτό δεν είναι ένα λογικό συμπέρασμα, είναι ένα ευχολόγιο, το οποίο επίσης ιδωμένο υπό το φως της αθηναϊκής εμπειρίας, απορρίπτεται ως αβάσιμο ή λιγότερο πιθανό. Επομένως το γεγονός ότι ξέρουμε ότι εμείς κι όχι οι θεοί ή η Φύση θεσπίζουμε τους νόμους μας δεν συνεπάγεται την «αυτονομία», διότι πάντοτε υπάρχουν (αφού δεν είμαστε tabula rasa) τα κριτήρια του ατομικού και συλλογικού μας γούστου ή «δόξας», τα οποία αναγκαστικά ανάγονται είτε μέσω ανθρώπων σε θεούς, προγόνους και ήρωες είτε στην «(ανθρώπινη) Φύση». Κανείς δεν αποφασίζει κάτι απλώς «γιατί έτσι του έδοξε ότι είναι σωστό». Το γιατί τού έδοξε ότι είναι έτσι σωστό είναι προϊόν άλλων διεργασιών, οι οποίες ώς τώρα δεν είχαν καμμία σχέση με ψηφοφορίες και συνελεύσεις. Εδώ αξίζει να εξετάσουμε την άποψη του Τ. Φωτόπουλου για την «δημοκρατική ηθική» της κοινότητας, μέσα από αποσπάσματα ενός άρθρου του.
«Μπορεί να υπάρξει ένα σύνολο κοινών ή γενικών ηθικών κριτηρίων βάσει των οποίων θα μπορούσαν να κριθούν οι ατομικές πράξεις, δηλαδή ένας κώδικας δημοκρατικής ηθικής, ο οποίος θα στηρίζεται στις βασικές αρχές οργάνωσης μιας δημοκρατικής κοινωνίας, δηλαδή μιας Περιεκτικής Δημοκρατίας η οποία βασίζεται στην συνομοσπονδία των Δήμων ή των δημοκρατικών κοινοτήτων. Οι αρχές αυτές είναι: 1. η αρχή της αυτονομίας και 2. η αρχή της κοινότητας. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι θ’ αποδεχθούν τις βασικές αυτές δημοκρατικές αρχές, ένα πλήρες σύνολο ηθικών αρχών συνακολουθεί». Από τις δύο αυτές αρχές δεν συνακολουθεί κανένα συγκεκριμένο σύνολο δημοκρατικών ηθικών αρχών· το αντίθετο, μπορεί να προκύψουν τα πιο αντιφατικά. Το αντιφατικό έγκειται στο ότι η ιδέα της αυτονομίας, ως κάτι που οι άνθρωποι αποδέχονται, δεν μπορεί να προάγεται από την ίδια την ιδέα της αυτονομίας. Για να έχουν δηλαδή οι άνθρωποι αποδεχτεί ως ύψιστη ηθική αρχή (και κριτήριο του ευρύτερου ηθικού κώδικα) την αρχή της αυτονομίας πρέπει να τούς το υπαγορεύει κάποια υπέρτερη ηθική αρχή, που θα λέει: «η αυτονομία είναι Καλό». Η αρχή της κοινότητας, από την άλλη μπορεί να συνεπάγεται όχι απαραίτητα την ισότητα (γεωμετρική ή αριθμητική, αδιάφορο), αλλά λ.χ. την αντιδημοκρατική ιεραρχία προς όφελος της κοινότητας· είναι δηλαδή αξιολογικά ουδέτερη αρχή, κι επομένως δεν παράγει ηθικό κώδικα. Διότι από την αρχή ότι ύψιστο Καλό είναι η Κοινότητα μπορεί να πει κανείς και λ.χ. «το Καλό της Κοινότητας επιβάλλει ο Φωτόπουλος να φυλακιστεί, γιατί την διασπά καθιστώντας την ευάλωτη». Μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το αντικειμενικό γεγονός ότι η Κοινότητα δε συνεπάγεται απαραίτητα Ισονομία είναι να διαχωριστούν οι κοινότητες σε "πραγματικές κοινότητες" και "μη πραγματικές κοινότητες", ώστε με αναφορά στις πρώτες να αποδειχθεί ότι σε αυτές η έννοια της κοινότητας και της αυτονομίας συνυπάρχουν άρρηκτα. Όποιος θεωρεί κάθε μορφή κοινότητας (ή σχέσης) αληθινή και άξια να καλείται «κοινότητα», και δεν δίνει ηθική χροιά στην «κοινότητα», στη «σχέση» ή στον «Άνθρωπο» (όχι ότι το ον αυτό δεν αναπτύσσει ηθική, σχέσεις, κοινότητα), δεν σχηματίζει την έννοια της πραγματικής κοινότητας σε αντιδιαστολή προς τις «μη πραγματικές» ή «αλλοτριωμένες» και θεωρεί απλώς τη διάκριση τμήμα της απελευθερωτικής μυθολογίας (η οποία δεν είναι χειρότερη ή ψευδέστερη από την εξουσιαστική μυθολογία). Η κοινότητα, ανεξάρτητα από το αν ο Φωτόπουλος τη συνδέει με την αυτονομία, δεν μπορεί αναγκαστικά να συνδεθεί στην αυτονομία. Άλλοτε επιχειρείται να συνδεθεί, άλλοτε το αντίθετο. Είναι κατανοητό ότι για τον Φωτόπουλο αυτά τα δυο πάνε μαζί, ωστόσο δεν μπορεί να αποδειχθεί γιατί θα έπρεπε να πάνε μαζί η (ούτως ή άλλως πραγματική) κοινότητα και η αυτονομία.
Συμπέρασμα: δεν επαρκεί η αρχή της κοινότητας ούτε και ο συνδυασμός αυτονομίας-κοινότητας ως ύψιστων αρχών, διότι αυτός προαπαιτεί μια (εκτός περιεκτικής δημοκρατίας) ηθική η οποία θα θεωρεί την αυτονομία (και την κοινότητα, φυσικά) ως καλό. «Το σύνολο», συνεχίζει ο Τ. Φωτόπουλος, «των ηθικών αξιών, το οποίο μπορεί να αντληθεί από τις βασικές οργανωτικές αρχές, θα συνιστούσε, λοιπόν, έναν «καταστατικό» κώδικα δημοκρατικής ηθικής, για τον οποίο θα αποφάσιζαν οι συνελεύσεις, και ο οποίος θα υπόκειτο σε αλλαγή μόνο με ειδικές πλειοψηφίες και απαρτία». Η ίδια η ιδέα ότι ο ηθικός κώδικας επιλέγεται δια ανάτασης του χεριού συνιστά ιδεαλισμό πρώτου μεγέθους. Ουδέποτε στην ιστορία έγινε κάτι τέτοιο, ούτε καν στην Αθήνα. Ακόμη και στις άλλες περιπτώσεις δημιουργίας «αυτόνομων» κοινοτήτων, ψηφίζονταν όχι ηθικοί κώδικες – κι αν ψηφίζονταν, δεν ίσχυαν – αλλά πολιτικοί-κοινωνικοί νόμοι· όλα τα δεδομένα που έχουμε μάς αναγκάζουν να δεχτούμε ότι η ηθική (τόσο ως κώδικας καθημερινής συμπεριφοράς όσο και ως κοινωνικοί νόμοι) δόθηκε από ένα άτομο ή μια ομάδα σοφών, τα οποία λογαριαζόταν ως σοφοί. Δεν έγινε καμμία συνέλευση του Δήμου ώστε να αποφασιστούν οι νόμοι της πρώτης δημοκρατίας· ο Κλεισθένης έδωσε τους νόμους. Ασφαλώς ότι δεν έγινε ώς τώρα δεν είναι απίθανο να συμβεί στο μέλλον. Όμως εδώ μιλάμε για ηθική, δηλαδή για κανόνες και σκέψεις που μας έρχονται αυθόρμητα κάθε στιγμή που πρόκειται να αποφασίσουμε κάτι προσωπικά. Καμμία απόφαση δι’ ανάτασης του χεριού δεν προκαλεί δέος τέτοιο, ώστε να μην αθετηθεί. Και για μεν τους πολιτικούς-κοινωνικούς νόμους, η γνώση της σχετικότητάς τους (ότι δεν ισχύουν για όλη την ανθρωπότητα, ότι δεν δόθηκαν από το Θεό ή τη Φύση απευθείας, ότι κάποτε θα απαρχαιωθούν, ότι έχουν χρονική αρχή θέσπισης) δεν συνιστά εμπόδιο στην αποδοχή και υπεράσπισή τους από το άτομο· ωστόσο η γνώση της σχετικότητας ενός ηθικού νόμου οδηγεί νομοτελειακά στην κατάλυσή του από το άτομο. Κάθε ιστορικό παράδειγμα είναι υπέρ αυτής της άποψής μας. Επομένως η άποψη ότι «Σε μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία,.... δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ προσωπικής και συλλογικής ηθικής. Και αυτό, διότι τόσο ο κώδικας των ηθικών κανόνων ο οποίος θα καλύπτει περιεκτικά τις βασικές ηθικές επιλογές για τις οποίες οι άνθρωποι φιλοσοφούν αιώνες τώρα, όσο και οποιεσδήποτε μη βασικές ηθικές επιλογές σε ζητήματα της καθημερινής ζωής, θα αποφασίζονται δημοκρατικά στις συνελεύσεις, όπου ο κάθε πολίτης θα έχει την ευκαιρία να συμμετέχει στην διαμόρφωση των σχετικών αποφάσεων», δεν ισχύει προδήλως. Κι αυτό όχι μόνο διότι είναι αδύνατη η επιβίωση ενός ηθικού κώδικα που γνωρίζουμε ότι είναι σχετικός, όχι διότι θα υπάρξουν άνθρωποι οι οποίοι θα αποδέχονται ως πηγή της ηθικής όχι την Κοινότητα αλλά τη Φύση, το Θεό κ.λπ., αλλά και για ένα τρίτο λόγο: είναι μεν εύκολο να πειστεί κανείς μειοψηφών ότι οφείλει να σεβαστεί τους πολιτικούς-κοινωνικούς νόμους της Κοινότητας, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν θα αποδεχθεί ως ηθικό καθημερινό κώδικα μια εντολή η οποία απλώς φάνηκε «ηθική» στην πλειοψηφία. Ούτε θα την αποδεχτεί ούτε θα την εφαρμόσει και μάλιστα θα θεωρεί τον εαυτό του ανελεύθερο εάν εξαναγκάζεται να υιοθετήσει μια ηθική (έστω μία εντολή) την οποία καταψήφισε. Όπως σήμερα δεν αποδέχονται, ούτε καταδέχονται να αποδεχτούν, οι μειοψηφίες τον ηθικό κώδικα της πλειοψηφίας απλώς και μόνο επειδή είναι ο κώδικας της πλειοψηφίας, έτσι αναμένεται να ισχύει και σε μια «περιεκτική δημοκρατία». Κατά τον Τ. Φωτόπουλο βέβαια «στο μέτρο που οι άνθρωποι αυτοί [= όσοι θεωρούν ότι η ηθική δίνεται από το Θεό, τη Φύση κ.ο.κ.] παραμένουν μειοψηφία (ας ελπίσουμε φθίνουσα μέσω της παιδείας σε μια δημοκρατική κοινωνία), η σύγκρουση της προσωπικής ηθικής τους με την συλλογικά καθορισμένη ηθική, δεν θα πρέπει να αποτελεί πρόβλημα για την κοινότητα ως σύνολο», ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι «μια συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία, στην οποία ορισμένες κοινότητες πιστεύουν σε «δεδομένες αλήθειες» (δηλαδή αλήθειες ή αξίες οι οποίες δεν προέρχονται από έναν ορθολογικό δημοκρατικό διάλογο αλλά από «ιερούς» νόμους δοσμένους από τον Θεό, ή από σπιριτουαλιστικες αλήθειες, ή ακόμη από «νόμους» αντλημένους από μια συγκεκριμένη ανάγνωση της κοινωνικής και/ή φυσικής εξέλιξης), δεν είναι βιώσιμη»· αν ανάγουμε τη δεύτερη δήλωση στο επίπεδο κοινότητας, θα λέγαμε ότι «μια κοινότητα στην οποία ορισμένες ομάδες πιστεύουν σε "δεδομένες αλήθειες", δεν είναι βιώσιμη». Οι δύο απόψεις αυτές είναι αντιφατικές. Είτε η ύπαρξη «ανορθολογιστών» αποδιοργανώνει την κοινότητα και την συνομοσπονδία είτε δεν αποτελεί πρόβλημα. Εδώ παρατηρούμε μάλλον την αμφιταλάντευση ανάμεσα στο να θεωρηθεί το ιδεώδες (της υποτιθέμενης «μειονότητας») των «ανορθολογιστών» ως κοινωνικά απαράδεκτο, κατακριτέο και εμμέσως «διωκόμενο» (π.χ. χλευασμένο από την «παιδεία» η οποία θα είναι στα χέρια της – υποτιθέμενης – πλειοψηφίας των «ορθολογιστών» δίχως να επιτρέπεται η παιδεία να περιέλθει στον ολικό ή μερικό έλεγχο των «ανορθολογιστών») και στη θεώρηση ότι αρκεί η υπακοή στους πολιτικούς-κοινωνικούς νόμους καθώς και να είναι η πλειοψηφία «ορθολογιστική», ώστε να παν καλά τα πράγματα.
Ο Φωτόπουλος προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον σκεπτικισμό για τις έσχατες
δημοκρατικές αλήθειες και τις ηθικές συνέπειές τους. «Το γεγονός ότι μια
δημοκρατική κοινωνία αντιπροσωπεύει μια συνειδητή επιλογή, δεν σημαίνει πως αυτή
είναι αυθαίρετη. Αυτό συνεπάγεται σαφώς από το ίδιο το γεγονός ότι το πρόταγμα
της αυτονομίας εμφανίζεται κατ’ επανάληψη στην Ιστορία, ιδίως σε περιόδους
κρίσης τής ετερόνομης κοινωνίας». Το πρόταγμα της αυτονομίας ασφαλώς δεν
ήταν αυθαίρετο: ήταν η άρνηση υπακοής στην επιβολή ενός κυρίαρχου. Ήταν μια
αντί-δραση. Αφετέρου δεν μπορούμε να αποκαλέσουμε τις διάφορες οργανώσεις, π.χ.
σοβιέτ ή Αθήνα, «πρόταγμα της αυτονομίας» με την στενή έννοια του όρου,
αφού, όπως είπαμε, κι οι αμεσοδημοκράτες Αθηναίοι δεν διανοούνταν να
νομοθετήσουν κατά της θρησκείας τους. Αλλού πάλι, γράφει: «Το γεγονός ότι το
πρόταγμα για μια δημοκρατική κοινωνία δεν είναι αντικειμενικά θεμελιωμένο, δεν
σημαίνει ότι «όλα περνάνε» και ότι είναι, ως εκ τούτου, αδύνατον να έχουμε ένα
σαφές σύνολο αρχών για την αξιολόγηση κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, ή για
την ανάπτυξη ενός συνόλου ηθικών αξιών για την αξιολόγηση της ανθρώπινης
συμπεριφοράς». Γιατί «δεν σημαίνει»; Αυτό δεν το εξηγεί ο Φωτόπουλος.
Προφανώς το θεωρεί ένα από τα αντικειμενικά αυτονόητα. Και επειδή το θεωρεί
αντικειμενικώς αυτονόητο, ξεμπερδεύει αφενός με ένα ξερό «πρέπει»: ο ηθικός
κώδικας, λέει, μπορεί να αλλάζει (με ορισμένες προϋποθέσεις), αλλά η ύψιστη αρχή
της αυτονομίας-κοινότητας πρέπει να ανακηρυχθεί αναλλοίωτη στο διηνεκές.
Αφετέρου το ρίχνει στο «και τι να κάνουμε»: «Αλλά, βεβαίως, η δημοκρατία δεν
μπορεί να προσφέρει καμιά μόνιμη εγγύηση. Η δημοκρατία, όπως και η ίδια η ζωή,
έχει ρίσκο και σε αυτό, ακριβώς, συνίσταται η ομορφιά της!».
Αφού λοιπόν «η ζωή είναι μαγκιά», που έλεγε και το αστείο πασοκικό σύνθημα,
ξαφνικά όλα γίναν ρίσκο, πιθανότητες, και μάλιστα είναι και όμορφο ξαφνικά να
διακινδυνεύει η δημοκρατική οργάνωση. Αλλά κανένας σώφρων δεν θεωρεί λ.χ.
«ομορφιά» να διακινδυνεύει ανά πάσα στιγμή η ζωή του από δολοφονία. Όταν τα
«ορθολογιστικά» επιχειρήματα εκλείπουν, ο Φωτόπουλος το ρίχνει σε έναν όμορφο
μεταμοντέρνο συναισθηματισμό· λες και μόλις πριν δεν υπεραμυνόταν κατά των
διάφορων «ανορθολογιστών» που θα δρουν κατά των αρχών της αυτονομίας-κοινότητας.
Από την άλλη
μεριά, έχοντας καταλήξει στο ότι η ιδέα της αυτονομίας προϋποθέτει μια υπέρτερή
της ηθική ή ένα (ηθικό) πρότυπο το οποίο να την υποβάλλει/επιβάλλει, δεν
σημαίνει, όπως διάφοροι κρυφοπιστοί ισχυρίζονται ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει
αντικειμενικά εξωτερική (εξωκοινωνική) θεμελίωση των αξιών. Αυτοί οι διανοητές –
οι οποίοι με χαρά προσδοκούν την επανεμφάνιση του «Προσώπου» μετά το τέλος των
Νέων Χρόνων – ταυτίζουν το επίπεδο του Είναι με το επίπεδο του Δέοντος. Κατ’
αρχήν μια τέτοια ταύτιση μπορεί, με δεδομένα όσα είπαμε, να γίνει μόνο αν
θεωρείται αξία η επιβίωση της κοινωνίας. Κατά δεύτερον, ακόμη κι αν πρέπει η
κοινωνία, για να επιβιώσει, να πιστεύει πως οι αξίες της προέρχονται από έξω,
από το μεταφυσικό Εκείθεν (δλδ να είναι «ετερόνομη»), αυτό δεν μας
λέει/αποδεικνύει αντικειμενικά ούτε ποιο είναι το «αληθινό Εκείθεν» (ανάμεσα σε
τόσες λ.χ. θρησκευτικές επιλογές) και κυρίως ούτε συνεπάγεται ότι έχει σημασία
αν υπάρχει στην πραγματικότητα ένα μεταφυσικό Εκείθεν απ’ το οποίο
αντλούνται οι αξίες. Παραδείγματος χάριν, μπορεί μια κοινωνία να πιστεύει σε μια
ψευδή θρησκεία και στο ότι οι αξίες της κοινωνίας δίδονται απ’ έξω, από το
Εκείθεν της θρησκείας αυτής, η οποία ωστόσο να εκπληρώνει όλες τις
χρησιμοθηρικές πραγματιστικές λειτουργίες της δίχως να είναι αληθής. Τότε τι θα
μπορούσε να ειπωθεί; Ότι δεν εκπληρώνει τη κοινωνικώς
χρησιμοθηρική-πραγματιστική λειτουργία της αυτή η θρησκεία, επειδή είναι ψευδής;
Όμως έχουμε δει ότι τέτοια λειτουργία την έχουν εκπληρώσει κοινωνικά πολλές κι
όχι μία θρησκείες· άρα κριτήριο «συνοχής» και επιβίωσης της κοινωνίας δεν ήταν η
αντικειμενική αλήθεια της, αλλά η (εσφαλμένη) πίστη των μελών της κοινωνίας ότι
οι (θρησκευτικής προέλευσης) αξίες αυτές είναι αντικειμενικές.
Επομένως, συνοψίζοντας: «αυτονομία» με την καστοριαδική-φωτοπουλική έννοια είναι αδύνατη· αλλά από την άλλη η όντως «ετερόνομη» θέσμιση της κοινωνίας δεν συνεπάγεται τίποτε στο επίπεδο της αλήθειας για τις εκάστοτε πηγές της ετερόνομης θέσμισης. (27/2/2007)
Η φωτοπουλική-καστοριαδική αντίληψη για την αρχαία θρησκεία και για το ρόλο των σοφιστών είναι αφενός ρομαντική/ανιστορική αφετέρου αντιφατική. Έτσι, η άποψη πως ουσιαστικά η αρχαία θρησκεία ήταν εγκόσμια άρα ορθολογική παραγνωρίζει τις πάμπολλες αναφορές για αρχαία θαύματα, τα οποία οι ίδιοι οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν θαύματα της αρχαίας θρησκείας. Η άποψη για τον ανθρωπομορφισμό των αρχαίων θεών ουσιαστικά αγνοεί ότι μια από τις κατηγορίες εναντίον της αλήθειας του ιουδαιοχριστιανικού θεού είναι ακριβώς ο ανθρωπομορφισμός του, με άλλα λόγια ο τονισμός του ανθρωπομορφισμού για να καταδειχθεί η διαφορά σύγχρονης-αρχαίας θρησκείας είναι εσφαλμένος. Η άποψη ότι οι αρχαίοι δεν πίστευαν σε αναστάσεις, δευτέρες παρουσίες, μετά θάνατο ζωή μέσα σε παράδεισους ή κολάσεις δείχνει άγνοια του γεγονότος ότι υπήρχε πίστη σε τιμωρίες ανάλογα με τις πράξεις και οι προλήψεις της αρχαίας θρησκείας, όπως λ.χ. αναφέρονται από τον Λουκιανό ή τον Πλάτωνα, ή ότι η πίστη, από ορισμένες «αιρέσεις» της αρχαίας θρησκείας, στην μετενσάρκωση και γενικά στη μετά θάνατο ζωή δεν ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Όσον αφορά την δικαιολογία - προκειμένου οι της περιεκτικής δημοκρατίας να δείξουν πόσο ορθές ήταν όλες οι επιλογές του αθηναϊκού Δήμου - ότι οι σοφιστές καλώς διώχτηκαν αφού ήταν αντιδημοκράτες, αφενός μπορεί να παρατηρηθεί ότι δεν διώχθηκαν μόνον σοφιστές αλλά γενικότερα όσοι φιλόσοφοι αμφισβήτησαν τη θρησκεία – και όχι το πολίτευμα –, αφετέρου το να λέγεται ότι οι σοφιστές διώχθηκαν επειδή ήταν αντιδημοκράτες δεν ισχύει για δύο λόγους: Πρώτον, ο Καστοριάδης θεωρούσε τους σοφιστές ως την αφρόκρεμα της διανόησης ενώ διαχώριζε τον αντιδημοκράτη Σωκράτη από αυτούς, ως καλώς διωχθέντα. Δεν μπορεί να θεωρηθούν αντιδημοκράτες οι σοφιστές, το αντίθετο μάλλον, αν έχουμε υπόψη μας τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα, και άλλωστε η πολεμική του αντιδημοκράτη Πλάτωνα αρκεί για κάτι τέτοιο· δεύτερον, αν καλώς διώχθηκαν οι σοφιστές ως αντιδημοκράτες, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι καλώς διώχθηκαν οι υπόλοιποι φιλόσοφοι ως αντιδημοκράτες. Διώχθηκαν εξαιτίας της θρησκείας η οποία κατά τα άλλα δεν επενέβαινε στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Η θεώρηση από τους οπαδούς της "αυτονομίας" του ρόλου της αρχαίας θρησκείας δείχνει ότι δεν έχουν διερευνήσει καλά τον τομέα αυτόν της αρχαίας κοινωνίας, αλλά έχουν κατά νου την αντίληψη του 19ου-18ου αιώνα για κάποια σχεδόν φυσική εγκόσμια θρησκεία η οποία δεν επενέβαινε στην κοινωνία. Η αρχαία θρησκεία ήταν ενδοκοσμική, δεν ήταν όμως φυσική θρησκεία, όπως φανταζόταν την φυσική θρησκεία ο Διαφωτισμός, και γι' αυτό η επίκλησή της είναι λανθασμένη και βασισμένη μόνο σε λόγους πολεμικής, η οποία συνεπάγεται τη διαστρέβλωσή της. Έτσι, από τη μία οι σοφιστές αντιμετωπίζονται ως καλοί δημοκράτες που πρώτοι τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα θεσμοθετημένα και την οποιαδήποτε ιεροποιημένη "παράδοση" και να επιφέρουν την "ορθολογιστική ρήξη" στην αρχαϊκή "κλειστή κοινωνία", ενώ από την άλλη είναι "κακοί αντιδημοκράτες" που ήθελαν να αποδιοργανώσουν τη δημοκρατία. (29/1/2009)
Ότι η αμεσοδημοκρατία δεν συνεπάγεται την αυτονομία αλλά απλώς την δημοκρατική αντί της ολιγαρχικής ή μοναρχικής ετερόνομη θέσμιση είναι προφανές. Η προσπάθεια, ας πούμε στην πρώτη αμεσοδημοκρατική συνέλευση, δημιουργίας μιας προσωπικής καθημερινής ηθικής ξεκινά από το μηδέν και καταλήγει, γι’ αυτό, στο μηδέν, γιατί απλούστατα στην πρώτη (ή εκατοστή) συνέλευση τα μέλη της δεν είναι tabula rasa, η ορθολογικότητά τους είναι απλώς στάθμιση δεδομένων με κριτήρια προϋπάρχοντα της πρώτης συνέλευσης και της Περιεκτικής Δημοκρατίας (η οποία – συνέλευση – για να συσταθεί δεν απαιτείται παρά η γενική αρχή της ισηγορίας και της πλειοψηφίας). Ακόμη κι αν η πρώτη συνέλευση συστήνεται με την ρητή συμφωνία ότι και οι ηθικοί, καθημερινοί ή γενικότεροι, κώδικες θα δημιουργούνταν πλέον με απλή απόφαση της πλειοψηφίας έπειτα από διάλογο κι όχι εκτός συνελεύσεως, τα επιχειρήματα αυτού του διαλόγου, τα κριτήρια στάθμισης της αλήθειας από τον καθένα ψηφοφόρο θα προέρχονταν από την προ της πρώτης συνέλευσης ζωή τους, κατά την οποία η προσωπικότητά τους, η ηθική τους (ακόμη και η ηθική της ελευθερίας-αξιοπρέπειας-αυτονομίας η οποία οδήγησε τα άτομα αυτά στην αμεσοδημοκρατική προσπάθεια) είχε διαμορφωθεί κατά βάση «ετερόνομα». Συνεπώς μια αυτόνομη συζήτηση ετερόνομων απόψεων, με ψευδοορθολογικά «αυτόνομα» ή «από τη συνήθεια» εκλογικευμένα ετερόνομα επιχειρήματα δεν οδηγεί στην απαλλαγή από την ετερονομία, αλλά στην αμεσοδημοκρατική (αντί μοναρχική ή ολιγαρχική) θέσμιση των ετερόνομων απόψεων. Παράδειγμα, ένας αιώνας αθηναϊκής αμεσοδημοκρατίας: Τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του η θρησκεία ήταν σεβαστή και γινόταν αποδεκτή η πολιτική επέμβαση των φορέων/λάτρεών της εναντίον όσων απλώς δεν νόμιζαν τα ίδια. Δεν είδαμε, παρά την σοφιστική κριτική, μέσω των «αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων», το ρόλο της θρησκείας (τη δυνατότητά της π.χ. να εξορίζει ως αρνησίθρησκους όσους δεν πίστευαν σε αυτήν) να μειώνεται. Οι ψηφοφόροι ήταν μια αυτόνομη κοινότητα (η πιο αυτόνομη), διεξάγονταν εκλογές, κληρώσεις, κ.ά. πράγματα που ούτε σήμερα υπάρχουν, ωστόσο το περιεχόμενο των θεσμών ήταν, εκτός της πολιτικής στην οποία οι ελίτ έχασαν την ισχύ τους, ετερόνομο, η δουλεία θεωρήθηκε αναπόφευκτη (ίσως λόγω κάποιων «αντικειμενικών» νόμων). Το παράδειγμα της αθηναϊκής δημοκρατίας δείχνει ότι η πολιτική αυτονομία δεν συνεπάγεται απαραίτητα «ορθολογική» κοσμοθεωρητική «αυτονομία» και το βάρος της απόδειξης για το αντίθετο πέφτει σε αυτούς που πιστεύουν ότι απαραίτητα πρέπει η πολιτική αυτονομία να συμβαδίζει με την ευρύτερη αποφυγή κάθε ετερονομίας.
Καμμία ορθολογική ανάλυση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια του λόγου ως προς το αν η ελευθερία (και ποιας μορφής ελευθερία, ωσάν να υπήρχε μία αντίληψη για «πραγματική ελευθερία» ή να υπήρχε μία ελευθερία) είναι ορθή, ηθική ή αν η λιγότερη ή καθόλου ελευθερία είναι ορθή και ηθική. Συνήθως στο κομβικό σημείο αυτό η «αμερόληπτη ορθολογική ανάλυση» δίνει τη θέση της σε μια στάση ηθικής περιφρόνησης, δηλαδή μια αντίδραση καθαρά ηθικιστική (με βάση αβάσιμα και υποκειμενικά, όπως κάθε ηθικό κριτήριο, κριτήρια ηθικά), προς όσους δεν μπορούν να κατανοήσουν γιατί θα έπρεπε τελεσίδικα (δηλαδή επιστημονικά, με τη βοήθεια της λογικής) να αποφασιστεί ότι κάτι («Η» ελευθερία στη συγκεκριμένη της αυτόνομη μορφή) είναι προτιμότερο ηθικά. Αυτή είναι και η απάντηση του Καστοριάδη όταν αναρωτιόταν «τι θα πούμε σε όποιον μας ρωτήσει αν η ελευθερία [όπως την αντιλαμβανόταν ο Κ.] αξίζει;». Οι κοσμοεικόνες μπορούν να εκλογικευτούν, εκλεπτυνόμενες σε μέγιστο βαθμό (όπως η πραγματικότητα επιδέχεται άπειρη εκλογίκευση), αλλά η βάση τους είναι πέρα από τις δυνατότητες της λογικής. Διαφορετικά πρέπει να υποθέσει κανείς πως ώς τώρα τα τόσα δισεκατομμύρια ήταν ανόητοι ή νωθροί ώστε να βρουν και να εννοήσουν την λογικά αποδεικνυόμενη, με ορθολογική ανάλυση, Μία πραγματική Ελευθερία και Μία πραγματική Κοινότητα.
Η υπέρτερη αρχή που «επιβάλλει» την αυτονομία έναντι της ετερονομίας είναι η
ηθική αρχή, πως είναι δίκαιο και ορθό και καλό οι άνθρωποι να είναι ισότιμοι
πολιτικά, βασισμένη σε μία από τις πολλές αναγνώσεις της ανθρώπινης
πραγματικότητας, δηλαδή βασισμένη σε ορισμένες αντιλήψεις περί «γούστου». Δεν
μπορεί να αποδειχθεί αντικειμενικά ότι η πολιτική ισότητα όλων των
ανθρώπων είναι κάτι καλλίτερο (ή κάτι που κάνει τους ανθρώπους πιο
«ανθρώπινους», ηθικούς κ.λπ. ή ευτυχέστερους) από την πολιτική ανισότητα. Είναι,
για παράδειγμα, για τον καθένα, ζήτημα αρέσκειας και απαρέσκειας ανάλογα με το
πνευματικό-κοινωνικό υπόβαθρό του: τα βιβλία που διάβασε, τις απόψεις φίλων και
συγγενών, την οικονομική του κατάσταση, τις απόψεις της κοινωνίας κ.λπ. Η
συγκεκριμένη ανάλυση των ανισοτήτων, η περιγραφή τους, δεν συνεπάγεται αυτομάτως
την (μερική ή πλήρη) εναντίωση σε αυτές, γιατί ακόμη και οι ίδιοι οι εξουσιαστές
γνωρίζουν και αποδέχονται την ύπαρξη των ανισοτήτων, ωστόσο υποστηρίζουν πως η
ύπαρξη των ανισοτήτων αυτών είναι Το Δίκαιο, ωφελιμότερο και ηθικότερο. Η
περί Δικαίου αντίληψη όμως δεν είναι κάτι που κρίνεται, είναι αυτό που κρίνει,
και γίνεται αποδεκτή ή αντικαθίσταται από άλλες, εξίσου αυθαίρετες με αυτήν,
αντιλήψεις περί Δικαίου. Όσον αφορά την έννοια της "ορθολογικής ανάλυσης", η
έννοια του ορθολογισμού διαστρεβλώνεται και από την Περιεκτική Δημοκρατία, ώστε
να σημαίνει ένα περιεχόμενο της σκέψης (λ.χ. τον αθεϊσμό) κι όχι έναν τρόπο
σκέψης, δηλαδή την άψογη χρήση της λογικής ανεξαρτήτως των αρχικών αφετηριών,
δηλαδή της κοσμοθέασης και της αντίληψης του κόσμου και όσων περιέχονται στον
όρο «πραγματικότητα».
Το έσχατο επιχείρημά του Φωτόπουλου υπέρ της ηθικής ανωτερότητας της αυτονομίας, παρά το ότι κατακρίνει τον "σχετικισμό" (αληθινό ή μη) του Καστοριάδη, είναι αναπόφευκτα όχι ότι η ανωτερότητα αυτή ανακαλύπτεται μέσω της ορθολογικής ανάλυσης της κοινωνικής κατάστασης, αλλά ότι η «Η δημοκρατία, όπως και η ίδια η ζωή, έχει ρίσκο και σε αυτό, ακριβώς, συνίσταται η ομορφιά της». Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεμελιώσει τίποτε αντικειμενικά (θεμελιώνει κάτι αντικειμενικά η άποψη περί ομορφιάς ή της ανωτερότητας του ρίσκου;), δηλαδή με τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση από κανέναν, όπως λ.χ. ο ηλιοκεντρισμός δεν αμφισβητείται στις δυτικές κοινωνίες, την ανάγκη για πολιτική και ηθική «αυτονομία», ακριβώς όπως και τίποτε δεν μπορούσε να θεμελιώσει λογικά και αναπόφευκτα την φεουδαρχία, παρά η προσφυγή σε επιχειρήματα από την «πραγματικότητα» (φυσική και υπερφυσική), δηλαδή σε επιχειρήματα έξω από το λόγο. Επειδή το ζήτημα της ισότητας δεν είναι επιλύσιμα, ο «ορθολογισμός» στο σημείο αυτό του Φωτόπουλου δεν μπορεί να σταθεί και υπάρχει εντέλει μόνο η βία ως έσχατο επιχείρημα: της πλειονότητας ή της ισχυρής μειονότητας. Ο Καστοριάδης σε αυτό το σημείο ήταν πιο οξυδερκής από τον Φωτόπουλο, αναγνωρίζοντας ότι όχι κάποια ορθολογική ανάλυση της κοινωνίας, αλλά η υλική δύναμη είναι αυτή που δίνει το δικαίωμα σε μια κοινότητα να συσταθεί ως τέτοια και να ορίσει/περιορίσει τον εαυτό της δίνοντας τα χ,ψ,ζ δικαιώματα στα μέλη της και όχι στους υπόλοιπους. Ασφαλώς έπειτα έρχεται αναγκαστικά – σε κάθε ηθικιστική κοσμοεικόνα – η ανάγκη για ηθική αιτιολόγηση αυτής της επιβολής της υλικής δύναμης: «είναι ηθικό, δίκαιο, επιστημονικό, η αλληλεγγύη είναι ηθικά ανώτερη επιταγή από την αδιαφορία», αυτά όμως έπονται. (17/1/2009)
* * *
ΒΙΑ-ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ-ΙΣΧΥΣ
Ομοεπιθυμία και επιθετικότητα
Οι άνθρωποι
επιθυμούν, γενικά, πράγματα, αλλά δεν είναι καθορισμένο (παρά σε σχετικά
ελάχιστο βαθμό) γενετικά και βιολογικά τι θα επιθυμήσουν οι άνθρωποι. Αυτά τα
πράγματα που επιθυμούν, τα επιθυμούν βασικά επειδή τα επιθυμούν άλλοι άνθρωποι.
Αυτών των ανθρώπων την επιθυμία την μιμείται κάποιος (όχι απαραίτητα για κάθε
αντικείμενο) κι έτσι επιθυμεί το ίδιο αντικείμενο. Η επιθυμία χρειάζεται
κάποιον άλλον ως πρότυπο, για να προσανατολιστεί. Δεν είναι λοιπόν διπολική (εγώ
και το επιθυμητό αντικείμενο), αλλά τριπολική (1.εγώ,
2. το αντικείμενο και 3. το ζωντανό πρότυπο που μιμούμενός το
έμαθα να επιθυμώ το αντικείμενο). Το («ζωντανό») πρότυπο αυτό όμως είναι
ταυτόχρονα και εμπόδιο στην απόκτηση του ποθητού αντικειμένου, διότι κι αυτό (ο
άνθρωπος που είναι το πρότυπό μας) επιθυμεί το ίδιο πράγμα με μας. Οι άνθρωποι
αναπτύσσουν αναμεταξύ τους επιθετικότητα όχι γιατί επιθυμούν διαφορετικά
πράγματα αλλά ακριβώς επειδή επιθυμούν τα ίδια πράγματα. Υπάρχουν, σύμφωνα με
την οξυδερκή διαπίστωση του Θ. Ζιάκα (Πέρα από το άτομο, σ. 55), τρεις
τρόποι διευθέτησης της αντιπαλότητας και αποσόβησης της επιθετικότητας τής
ομοεπιθυμίας.
Ο πρώτος
τρόπος είναι να μην υπάρχουν πρότυπα. Αυτός είναι πρακτικά αδύνατος τρόπος. Δεν
γεννιόμαστε ούτε με έμφυτες ιδέες ώστε να επιθυμούμε, βιολογικά προκαθορισμένα,
συγκεκριμένα πράγματα σε όλη μας τη ζωή. Αναγκαστικά εντός της κοινωνίας
μαθαίνουμε τι είναι σωστό και τι λάθος, επηρεαζόμαστε από απόψεις περί του
σωστού, του ωραίου κ.λπ. και αντιστοίχως επιθυμούμε. Βέβαια την τελική απόφαση
την έχουμε εμείς· και διαφορετικά ερμηνεύει εντός του ο καθένας τις εξωτερικές
επιδράσεις. Ωστόσο ο τρόπος αυτός είναι ιδεαλιστικός.
Ο δεύτερος
τρόπος είναι να καταργήσουμε την επιθυμία. Κι αυτός ο τρόπος συνιστά επιλογή
λογικά αβάσιμη. Γιατί πρέπει να επιθυμήσω να μην επιθυμώ, δηλαδή πάλι θα
επιθυμήσω κάτι, έστω κι αν αυτό λέγεται «να μην επιθυμώ». Πρακτικά τέτοιος
τρόπος είναι διαδεδομένος στην Ασία και είναι συνδεδεμένος ιστορικά με τη
μοιρολατρία, το κισμέτ, την απάθεια. Επιπλέον δεν γίνεται να μην επιθυμούμε
πράγματα. Όντας διψασμένοι, θα επιθυμήσουμε νερό. Ο τρόπος αυτός το πολύ-πολύ να
οδηγήσει σε προσπάθεια αναζήτησης των «φυσικών» επιθυμιών οι οποίες πρέπει να
ικανοποιούνται σε αντίθεση με τις «αφύσικες». Όμως αυτή η διάκριση δεν λύνει το
πρόβλημα· απλώς το θέτει.
Ο τρίτος τρόπος αποσόβησης της ομοεπιθυμητικής επιθετικότητας, αυτός που μας ενδιαφέρει να αναλύσουμε περισσότερο, περιγράφεται από τον Ζιάκα (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 56) ως η «ελληνική λύση». Βέβαια ο Ζιάκας εννοεί κατά βαση ελληνορθόδοξη. Ο τρόπος αυτός συνιστά: «Ἀδιαφορῶ γιὰ τὸ ἀντικείμενο, τὴ χρεία, τὴν ἀνάγκη (...) Μὴν ἀφήνεις τὰ πράγματα, τὴ χρεία, τὴν ἀνάγκη, νὰ παρεμβάλλονται μεταξύ μας καὶ νὰ χαλοῦν τὶς σχέσεις μας. Ἀπόλυτη προτεραιότητα στὴν κοινωνία τῶν σχέσεων».
Πρόκειται γιὰ λάθος πρώτου μεγέθους ὀφειλόμενο στὴν ἀδυναμία ἀνίχνευσης τῶν καλὰ κρυμμένων μηχανισμῶν τῆς ἰδιοτέλειας στὶς σχέσεις μεταξὺ ἀνθρώπων. Εἶναι πράγματι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσουμε τὸ ταυτοχρόνως (δηλ. κι ἀπ’ τοὺς δυό μας) ποθητὸ πρᾶγμα-ἀντικείμενο νὰ παρεμβληθεῖ μεταξύ μας καὶ νὰ χαλάσῃ τὴ σχέση καὶ τὴ φιλία μας, αὐτὸ ὅμως εἶναι δυνατὸ μόνον ὅταν ὑπάρχει (ἀκριβέστερα: ὅταν τουλάχιστον ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀντίδικους θεωρεῖ ὅτι ὑπάρχει) κοινὸ συμφέρον ἢ ἄλλο ἀντικείμενο τὸ ὁποῖο προσκομίζει καὶ στοὺς δύο ὄφελος ὑπέρτερο τοῦ συμφέροντος καὶ τὴς ὠφέλειας ποὺ προσκομίζεται ἀπὸ τὸ ταυτοχρόνως ποθητὸ πρᾶγμα-ἀντικείμενο. Γιατὶ τὸ τί θὰ ὁριστεῖ ὡς ἀνάγκη εἶναι ὑποκειμενικὸ καὶ μπορεῖ ὄντως νὰ φανεῖ στὸν ἕνα ἀπ’ τοὺς δύο ἢ καὶ στοὺς δύο ὅτι δὲν ἀξίζει τόσο πολὺ τὸ ποθητὸ πρᾶγμα-ἀντικείμενο, καὶ τότε θὰ ἀδιαφορήσῃ/σουν. Ἂν γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο δὲν γίνεται νὰ θεωρηθεῖ, εἴτε ἀπ’ τὸν ἕνα εἴτε κι ἀπ’τοὺς δυό, τὸ ποθητὸ πρᾶγμα-ἀντικείμενο μικρότερης ἀξίας ἢ ὀφέλους συγκριτικᾶ μὲ τὸ ἄλλο ἀντικείμενο (ἂν ὑπάρχῃ τέτοιο ἄλλο) που παρέχει κοινὸ συμφέρον καὶ ὄφελος, τότε μόνο εὐσεβεῖς αὐταπάτες κάνουν δυνατὴ τὴν ἄποψη ὅτι μιὰ τέτοια «ἑλληνικὴ» λύση εἶναι ἐφικτὴ σὲ κάθε περίπτωση κι ἄρα συνιστᾶ τρόπο ἀποσόβησης τῆς βίας καὶ ἐπιθετικότητας ἢ τῆς ὁμοεπιθυμίας.
Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η διευθέτηση της ομοεπιθυμητικής ανταγωνιστικότητας πραγματοποιείται χάρη σε κάποια «ανιδιοτέλεια» των ανταγωνιζόμενων ανθρώπων. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ποτέ χάρη σ' αυτήν. Πάντα, ακόμη και στην «ελληνική λύση», είναι μόνον το ιδιοτελές συμφέρον (ό,τι περιεχόμενο κι αν του δίνεται από τα υποκείμενα) του καθενός αυτό που καθορίζει αν το ομοεπιθυμητό αντικείμενο θα αποτελέσει αιτία διαμάχης ή όχι.
Γιὰ νὰ εἶναι πρακτικὰ ἐφικτὴ σὲ κάθε περίπτωση ἡ
«ἑλληνικὴ λύση» (δηλαδὴ γιὰ νὰ μὴν ἀφορᾶ τὶς λίγες περιπτώσεις ὅπου ὄντως
ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀντιμαχόμενους ἡ ὕπαρξη κοινοῦ συμφέροντος) κι ἔτσι νὰ
ἀποτελεῖ ὁδηγὸ ἐπίλυσης κάθε διαφορᾶς
κι ὄχι
ὑποπερίπτωση ποὺ τίποτε γενικὰ χρήσιμο δὲν μᾶς λέει,
θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύει
ἕνα ἀπὸ τὰ δύο παρακάτω ἐνδεχόμενα: εἴτε νὰ ἀνακάλυπταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅτι
ὑπάρχει, σὲ κάθε περίπτωση, ἀντικείμενο τὸ ὁποῖο τοὺς παρέχει κοινὸ
συμφέρον καὶ ὄφελος ὑπέρτερο αὐτοῦ ποὺ τὰ ἀναμεταξύ τους διαμφισβητούμενα καὶ
ταυτοχρόνως ποθητὰ ἀντικειμένα τοὺς παρέχουν εἴτε νὰ δημιουργοῦνταν ἕνας κόσμος
ὅπου ὁ καθένας θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ ἐκεῖνα ποὺ τὰ θέλει (καὶ
μπορεῖ ν’ ἀποκτήσει) ταυτόχρονα κάποιος ἄλλος, ἀκόμα κι ἂν τὰ ποθητὰ ἀντικείμενα
εἶναι μοναδικά. Οὔτε τὸ ἕνα ἐνδεχόμενο εἶναι δυνατὸ οὔτε τὸ ἄλλο.
Ἕνα τέτοιο
ἀντικείμενο εἶναι ἀνύπαρκτο. Ἕνας τέτοιος κόσμος εἶναι ἀδύνατος.
Ασφαλώς ορισμένοι, και ο Ζιάκας αναμεταξύ τους, θα πουν: το αντικείμενο αυτό είναι ο Θεός. Όμως η ιστορία δείχνει ότι όσες έννοιες έχουν γίνει παγκοσμίως αποδεκτές, παύουν να συνιστούν τρόπο συνεννόησης και ειρήνευσης· αντίθετα γίνονται σημείο τριβής καθώς όλοι ερίζουν για την ορθή ερμηνεία των εννοιών αυτών. Την θέση αυτή προσπαθήσαμε να δείξουμε στο άρθρο για τα «ανθρώπινα δικαιώματα»: όλοι τα αποδέχονται, όλοι τα επικαλούνται, ωστόσο ο καθένας τα αντιλαμβάνεται διαφορετικά και υπάρχει σύγκρουση (άρα και επιθετικότητα) ως προς το ποια είναι η ορθή ερμηνεία τους. Οι οικουμενικές έννοιες δεν είναι μέσο συμφιλίωσης αλλά διαμάχης, ακριβώς όπως και οι τοπικιστικές. Γιατί μπορεί ο Χριστιανός, ο παγανιστής και ο Μωαμεθανός να αποδέχονται την έννοια «θείον» ή «θεός», ωστόσο αυτή δεν μπορεί να είναι κοινό κτήμα τους και εγγύση ειρήνευσης, γιατί εννοούν διαφορετικό πράγμα ο καθένας· ό,τι εννοεί ο ένας ως θεό, για τον άλλον είναι ψευδές και βλάσφημο. Επιπλέον το «αντικείμενο» Θεός ανήκει κατεξοχήν σε αυτόν ή αυτούς που τον ορίζουν, διευκρινίζοντας τις ιδιότητές του, τον τρόπο δράσης του κ.ο.κ. Αναντίρρητα έρχεται σε σύγκρουση η απαίτηση του «κατόχου» της «αληθινής γνώσης» του Θεού με την απαίτηση ενός άλλου, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να υποταχθεί στην απίτηση του πρώτου. Στις αμέσως επόμενες παραγράφους θα αναλύσουμε διεξοδικότερα το ζήτημα, γιατί έχει πολύ ενδιαφέρον.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης, έχοντας λίγο-πολύ παρόμοια προβληματική με τον Θ. Ζιάκα, υποδεικνύει ότι το πρόβλημα της βίας, ειδικά στο σύγχρονο κόσμο (με αφορμή τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράκ), οφείλεται στη μετάθεση του Αγαθού από τον ουρανό στη γη (http://www.happyfew.gr/archives/tips/tips03.htm· τη στιγμή της συγγραφής του άρθρου αυτού αυτή και οι άλλες συνδέσεις ήταν ενεργές), διότι αυτή η μετάθεση του Αγαθού έδωσε στον καθένα το δικαίωμα να θεωρεί την βία ως νόμιμο κι έλλογο τρόπο απόδειξης ότι αυτός είναι/κατέχει το Αγαθό. Γράφει ο Ιωαννίδης: «έπρεπε να το περιμένουμε: όταν το θαυμαστό γκρεμίζεται από τούς ουρανούς και ορίζεται σαν ένα πράγμα (χρυσός, πετρέλαιο, νέες τεχνολογίες), τότε ο οποιοσδήποτε μπορεί να δηλώσει: "Εγώ είμαι το θαυμαστό!", υπονοώντας "πίσω και σάς έφαγα!". Αρκεί βέβαια να έχει και τα κατάλληλα όπλα για να το αποδείξει -- πράγμα δύσκολο αλλά εφ(ρ)ικτό. Ιδού λοιπόν, κατά την ταπεινή μας γνώμη, η καρδιά τού προβλήματος, "πριν" και "μετά". Το θαυμαστό-σπάνιο συνέχει την κοινωνία, κάθε κοινωνία. Έτσι, όλη η δημόσια διαμάχη περιστρέφεται γύρω από αυτό, είτε προκειμένου να το επιβεβαιώνει, είτε προκειμένου να το αμφισβητήσει για να βάλει στη θέση του ένα άλλο θαυμαστό. Έως εδώ, καλά. Δεν έχει γίνει, δεν γίνεται, ούτε θα γίνει ποτέ αλλιώς. Όταν όμως, μια κοινωνία αποδίδει την ιδιότητα τού θαυμαστού σ' ένα πράγμα, κι ακόμα περισσότερο όταν αυτό το πράγμα είναι ένα υλικό, τότε ανοίγεται μια νέα δυνατότητα: η κατοχή-ιδιοκτησία τού θαυμαστού. "Εάν μπορώ ν' αδράξω, να ζυγίσω, να μετρήσω το θαυμαστό, τότε γιατί να μην το κάνω ολοδικό μου βάζοντας τον κοσμάκη να τρέχει ξοπίσω μου;"» Ο Γ. Ιωαννίδης ξεχνάει ότι ακόμη κι όταν το Θαυμαστό (αυτό που αποκαλούμε εμείς αλλιώς Αγαθό) τίθεται με ευλάβεια στον Ουρανό και δεν είναι κάποιο (υλικό) πράγμα, ώστε να μην το φτάνει κανείς από εδώ, από τη Γη, κι έτσι να μη το διεκδικεί κανείς αποκλειστικά για τον εαυτό του, στην πράξη δεν αλλάζει τίποτα, ως προς τη βία, συγκριτικά με την περίπτωση που το Θαυμαστό τίθεται πάνω στη Γη και είναι (υλικό) πράγμα. Γιατί ο Θεός μπορεί να είναι ψηλά στον Ουρανό, δηλαδή κανείς δεν μπορεί να πει "είμαι το Θαυμαστό = ο Θεός", αν ήταν όμως (ο Θεός) μόνο εκεί, τότε δε θα είχε καμμία επίδραση στα ανθρώπινα και, γι' αυτό, υπάρχουν οι τοποτηρητές Του, οι απεσταλμένοι Του, οι εκπρόσωποί Του, οι ερμηνευτές της βούλησής Του, οι οποίοι ορίζουν δεσμευτικά ή επιδιώκουν να ορίζουν δεσμευτικά τι είναι, πώς μοιάζει, τι θέλει από εμάς, τι πράττει αυτό το άπιαστο Θαυμαστό. Το οποίο είναι άπιαστο για όλους εκτός από τους εκπροσώπους και μόνους ορθούς ερμηνευτές του. Δηλαδή, παρά τους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, η μη υλικότητα, η υπερβατικότητα του Θαυμαστού, η οποία είναι η καρδιά και το κλειδί του προβλήματος, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στην ελάττωση ή εξάλειψη της βίας. Γιατί εάν το άπιαστο Θαυμαστό (=Αγαθό), ο Θεός (ή ό,τι άλλο μπορεί να υπονοεί ο Ιωαννίδης και η συναφής αντίληψη) αρκούσε να είναι άπιαστο, δηλαδή στους ουρανούς, ώστε να μην επιδιώκει ο κάθε τυχαίος ή παράφρονας να το κατέχει δια της βίας, τότε δε θα γίνονταν τόσοι θρησκευτικοί πόλεμοι, τόσες κρατικές νομοθεσίες εναντίον των μη "ορθών" θρησκειών οι οποίες διεκδικούσαν το αποκλειστικό δικαίωμα να ορίζουν αυτές τι είναι το Θαυμαστό αυτό. Τι άλλο σημαίνουν αυτοί οι πόλεμοι και οι νομοθεσίες, παρά την ιστορική, δηλ. αμείλικτη, απόδειξη ότι ουδεμία σημασία έχει, σχετικά με την άσκηση βίας, το αν το Θαυμαστό τοποθετείται εδώ ή στον ουρανό; Η "υλικότητα" του Θαυμαστού δεν δημιουργεί καμμία νέα δυνατότητα κατοχής του από κάποιον/ους, γιατί και η "πνευματικότητά" του πάλι στη διεκδίκησή του, στην κατοχή του από κάποιον/ους (με τη μορφή της "ερμηνείας" του από αυτούς) και στη βία οδηγούσε. Ασφαλώς ο Ιωαννίδης αντιστρέφει την πολεμική των Διαφωτιστών, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι η θετική θρησκεία προκαλεί βία, ισχυριζόμενος ότι η εκκοσμίκευση προκαλεί βία. Κανείς από τους δυο δεν έχει δίκαιο· ή μάλλον και οι δυο έχουν. Για να το πούμε διαφορετικά, μέσω του Κονδύλη, «Μετά το θάνατο του Θεού όλα επιτρέπονται — θρησκολογούν ορισμένοι· όσο ζούσε ακόμη ο Θεός, τα είχε επιτρέψει όλα από μόνος του — διαπιστώνουν άλλοι».
Ο Ιωαννίδης από τη μια αναγνωρίζει εμμέσως το πρόβλημα, αλλά νομίζει, δίχως αιτιολόγηση, ότι παλαιότερα, όταν το Αγαθό-Θαυμαστό ήταν (ή θεωρείτο) άπιαστο, ουράνιο, τότε «το θαυμαστό μπορούσε ν' αποτελεί μόνο ζήτημα βιωματικής μαρτυρίας. Δεν μπορούσε ν' αποδειχτεί θετικιστικά, σαν μήκος-πλάτος-βάρος-γραμμάρια-γαλόνια-βαρέλια, αλλά μόνον προσεγγιστικά. Ήγουν, με ταπεινότητα πολλή, φιλοκαλώντας μετ' ευτελείας». Τι θα πει αυτή η βιωματική μαρτυρία, πώς ο καθένας, ως άτομο ή ομάδα (μέσα στην κοσμάρα του/ς), την αντιλαμβάνεται, πόσο σώας τας φρένας πρέπει να έχει ή πόσο βακχικός ή μυστικιστής πρέπει να είναι κανείς ώστε να δεχόμαστε την άποψή του ως "βιωματική μαρτυρία", τι σόι πράγμα είναι τέλος πάντων τούτη η "βιωματική μαρτυρία" (την στιγμή μάλιστα που όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι αλληλοϋβρίζονταν σαν αλήτες για το ποιος κατέχει την αλήθεια και ποιος είναι αμαθής ή ανίδεος), είναι αδύνατο να βρεθεί. Πέραν του ότι ο όρος "βιωματική μαρτυρία" παραπέμπει αλλού κι έτσι είναι κάπως αδόκιμος για την Αρχαιότητα, διαφαίνεται μέσω αυτού ένας τεχνητός διαχωρισμός νόησης και εμπειρίας, ωσάν η γνώση μας να ήταν προϊόν μόνο της εμπειρίας ή μόνο της νόησης ή ωσάν να μπορούσε η εμπειρία να γίνει αντιληπτή από τον άνθρωπο δίχως την παραμικρή βοήθεια των εννοιών και της νόησης. Για ταπεινότητα, απροσδιοριστία και άλλα καταστασιακά ας μη κάνουμε λόγο, τη στιγμή που ο Πλάτων συνδέει τη γνώση των μαθηματικών με τη γνώση του Αγαθού (=Θαυμαστού) - και αξιώνει τη σύνδεση τούτη εν ανάγκη και με τη βοήθεια των φυλάκων. Το εκπληκτικό είναι ότι ο Γ. Ιωαννίδης θεωρεί ότι το παραπάνω πράγμα (η βιωματική εμπειρία κ.λπ.) γινόταν στην αρχαία Ελλάδα, εκεί όπου ο πόλεμος ήταν πατέρας πάντων κι έφτανε να ορίζει (η βία) ποιος θα είναι Θεός και ποιος δούλος. Το αφήνουμε αυτό ασχολίαστο, όπως και την παρερμηνεία της Αρχαιότητας μέσω της ταύτισης ενός ολόκληρου λαού (των αρχαίων Ελλήνων) με τους Αθηναίους οι οποίοι εφηύραν μόνοι τη Δημοκρατία (την ταύτιση αυτή ο Γ.Ι. την κάνει ακολουθώντας τους Καστοριάδη και Ζιάκα) και μόνοι το Διάλογο (κι όχι ασφαλώς π.χ. οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, οι Κρήτες ή οι Μακεδόνες), και προχωράμε στην πρότασή του.
Έτσι η απορία και η πρόταση του Γ.Ι. «η δημόσια διαμάχη γύρω από το σύνθημα «no blood for oil» θα οδηγήσει σ' έναν αναπροσδιορισμό τού Θαυμαστού, τέτοιον ώστε να μην μπορεί πλέον κανείς να πει «εγώ είμαι το θαυμαστό»; Θα ξαναφέρει το Θαυμαστό στον υπερβατικό χώρο τών Θαυμάτων, που είναι άλλωστε ο φυσικός του χώρος; Ή θ' αντικαταστήσει απλώς το πετρέλαιο με κάποιο άλλο υλικό, π.χ. τη σιλικόνη;» στερείται ιστορικής ή λογικής απόδειξης. Ο Γ. Ι. πάει ώς το τέρμα την προβληματική του αναρωτώμενος «[άραγε θα καταλάβουμε] ότι, εάν θαυμαστό τής κοινωνίας μας θέλουμε να γίνει το no-blood, αυτό σημαίνει "no blood for οτιδήποτε"; Δηλαδή οτι ορίζουμε ως θαυμαστό το τέρμα τής Βίας; Οτι, τότε, θα πρέπει να τελειώνουμε οριστικά με το παραμύθι τής "καλής" και τής "κακής" βίας;» Το παραμύθι της καλής και κακής βίας ωστόσο το αποδέχεται ο ίδιος πολύ άνετα και με ήσυχη τη συνείδησή του (http://www.happyfew.gr/archives/tips/tips08.htm) γράφοντας (συγκρίνοντας την, κατ' αυτόν "ουσιακή" και αφελή, no blood "ανθρωπιστική" στάση της Grace του Dogville, η οποία δεν αντιδρούσε στη Βία, με αυτήν του Ιησού Χριστού): «Ο Χριστός εναντιώθηκε στούς "Γραμματείς και Φαρισαίους υποκριτές" και όλους τούς "σοφούς αυτού τού κόσμου". (…) Τέλος, ο Χριστός προτρέπει συγκεκριμένα πρόσωπα να "γυρίζουν και το άλλο μάγουλο" αλλά όχι μόνο μαστιγώνει τούς εμπόρους στο Ναό μα και επιπλήττει αυστηρά τον δούλο που τον χαστουκίζει στο σπίτι τού Άννα. Απευθύνεται στον καθένα προσωπικά και ουδέποτε νανουρίζει τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες τών ανθρώπων». Το Κατά Ιωάννην Β' είναι σαφές: 14 καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστερὰς καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους, 15 καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεεν τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέτρεψε, 16 καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· Ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου. Νόμιμη βία; (Στην πραγματικότητα) Μη Βία; Το ζήτημα εδώ δεν είναι αν η βία του Ιησού είναι καλή (δίκαιη) ή κακή ή αν κανείς θεωρεί ότι το "τέρμα της Βίας" πρέπει να είναι το Θαυμαστό-Αγαθό, αλλά ότι ενώ αλλού γίνεται αποδεκτή (εκτός κι αν ο Ιησούς, κατά Γ.Ι., είναι άδικα βίαιος ή μη πρότυπο για εμάς) η διάκριση μεταξύ "καλής" και "κακής" (ή δίκαιης και άδικης) Βίας, από την άλλη, ταυτόχρονα και από τα ίδια πρόσωπα θεωρείται (η διάκριση αυτή) "παραμύθι" και προφανές Κακό για την ανθρωπότητα. Αυτή η αντίφαση δεν είναι η εξαίρεση του κανόνα. Αντιθέτως, είναι Ο Κανόνας κάθε κανονιστικής θεώρησης, είτε αυτή είναι θρησκευτική είτε θύραθεν, είτε επαναστατική είτε συντηρητική. Αλλά αν δεχθούμε πως υπάρχει καλή βία (και, στην περίπτωσή μας, ο Γ. Ιωαννίδης το δέχεται), τότε επανερχόμαστε στο φαύλο κύκλο του ερωτήματος "τίνος η βία είναι Καλή;" - όσο κι αν αυταπατόμαστε ότι ξεφύγαμε από κάτι τέτοια ερωτήματα. Όπως και να 'χει: το "τέρμα της Βίας" δεν μπορεί να είναι ή να γίνει Θαυμαστό για τους λόγους που αναφέραμε πριν ανοίξουμε την παρένθεση αυτήν καθώς και για λόγους αναφερόμενους παρακάτω. Κλείνοντας αυτή τη μικρή παρένθεση για την "θέση" του Αγαθού στον κόσμο και τη σχέση της Βίας με την θέση του αυτήν, συνεχίζουμε εξετάζοντας άλλες εκφάνσεις και αίτια της βίας. (3/7/2007)
Ἡ ἄποψη
ὅτι ἡ μίμηση εἶναι «ἀγαθότατη φυσιολογικὴ λειτουργία» κι ὁ «συγκρουσιακὸς
μιμητισμός», δηλ. ἡ ὁμοεπιθυμία, ἔχει μόνο «παρασιτικὸ χαρακτήρα», «ἀποτελεῖ
διαστροφὴ» καὶ δὲν ἔχει «καμιὰ ἀντικειμενικὴ αἰτία πίσω του» εἶναι ἄκρως
ἐσφαλμένη καὶ ἠθικιστικὴ αὐταπάτη. Δὲν γίνεται κατανοητὸ γιατί πρέπει νὰ
θεωρήσουμε ὅτι ἡ «ἀγαθὴ» ὄψη τῆς μίμησης εἶναι ἡ φυσιολογική της,
λειτουργία, κι ὄχι λ.χ. ὁ συγκρουσιακὸς μιμητισμός. Καὶ τὰ δυὸ φαινόμενα, ἡ
ἐπιθυμία γιὰ τὸ ἴδιο πρᾶγμα καὶ ἡ μάθηση (μορφὴ μίμησης) εἶναι ἐξίσου
ὑπαρκτὰ ἐξ ἀρχῆς τοῦ κόσμου.
Το συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα της επιθετικότητας λόγω ομοεπιθυμίας δεν μπορεί να λυθεί από καμμία οπτική, ούτε από την οπτική του παραμερισμού του «ζωντανού» προτύπου-άλλου ούτε από την οπτική του παραμερισμού της επιθυμίας ούτε και από την οπτική του παραμερισμού του αντικειμένου χάριν της σχέσης επιθυμούντος και ζωντανού προτύπου.
Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις όπου φαίνεται ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ανθρώπων που επιθυμούν το ίδιο αντικείμενο. Θα μπορούσε κανείς λ.χ. να αναφέρει τον μετρ και δάσκαλο σκακιού και τον μαθητή του. Αυτός ούτε λυπάται που ο μαθητής τον φτάνει ή και τον ξεπερνάει ούτε αναπτύσσει επιθετικότητα και προσπαθεί, επειδή θέλει να παραμείνει ο ανώτερος σκακιστής, να μην διδάξει σωστά το μαθητή. Εκτός κι αν αισθάνεται ανασφαλής, ότι δηλ. θα σβήσει το γόητρό του αν ο μαθητής τον ξεπεράσει. Αλλά τότε είναι ανασφαλής. Ωστόσο κι εδώ έχουμε σχέση ανταλλαγής. Ο δάσκαλος-μέτρ σε αντάλλαγμα για τις γνώσεις που παρέχει παίρνει λεφτά ή σεβασμό ή κάποιου άλλου είδους ανταμοιβή. Δεν το κάνει χωρίς ανταμοιβή – ακόμη κι αν δεν την επιζητά ρητά, ο μαθητής θα του ανταπέδιδε κάπως την μετάδοση των γνώσεων (έστω, θα λάμβανε ως ανταμοιβή τη χαρά τού να διαδίδει κάτι το οποίο του αρέσει πολύ, το σκάκι, σε άλλους). Επιπλέον ο μαθητής έχει επιπλέον συμμεριστεί την άποψη του δασκάλου ότι αξίζει να είσαι καλός σκακιστής, ότι αυτό δίνει ένα ιδιαίτερο νόημα στη ζωή, δηλαδή ο μετρ-δάσκαλος έχει διαδώσει την δική του κοσμοεικόνα, ότι το σκάκι αξίζει πολύ. Διαδίδοντας ο μετρ-δάσκαλος την κοσμοεικόνα του σε άλλους ανθρώπους επιβεβαιώνει έμπρακτα την οικουμενική αντικειμενικότητά της. Επίσης ο μαθητής δεν μπορεί να θεωρηθεί «εχθρός» από τον δάσκαλο, κατά τον ίδιο τρόπο που και ο ιεροκήρυκας δεν θεωρεί το εκκλησίασμά του «εχθρούς», οι οποίοι, αν εφαρμόσουν τέλεια τις κηρυσσόμενες ηθικές αξίες τάχα θα τον έκαναν να νοιώθει μίσος ή ζήλεια που οι ίδιοι «αγίασαν». Εχθροί του δασκάλου θα μπορούσαν να είναι οι αντίπαλοι μετρ ή οι δάσκαλοι που κηρύσσουν/διδάσκουν διαφορετικό σύστημα και μέθοδο διδασκαλίας σκακιού (άρα ο Α διδάσκαλος σκακιού ουδέποτε θα φανέρωνε στον Β αντίζηλο διδάσκαλο σκακιού ή σε αντίπαλο μετρ την «ανώτερη» α’ μέθοδο εκμάθησης σκακιού: εκεί ταιριάζει η παρεμπόδιση πρόσβασης στο Εκείθεν της γνώσης του Α’ δασκάλου). Ο δάσκαλος σκακιού δε θεωρεί τον μαθητή «εχθρό», ίσα-ίσα χαίρεται να αποκτά «οπαδούς»-μαθητές, αφού αποκτά φήμη όχι μόνο μετρ αλλά και «Δάσκαλου». Εν τέλει πάντως, ο μαθητής θέλει ήδη μέσα του να γίνει o καλύτερος: μόνο ένας όμως μπορεί να είναι ο καλύτερος. Το «αγαθό» του μαθητή συνίσταται στο να γίνει ο καλύτερος σκακιστής, πράγμα που είναι μοναδικό (δεν μπορεί να υπάρχουν δύο ταυτόχρονα κάλλιστοι σκακιστές) και συνεπάγεται εν τέλει ανταγωνισμό, ενώ το «αγαθό» του μετρ-δάσκαλου είναι καταρχήν να διαδώσει την κοσμοεικόνα του, πράγμα όχι ανταγωνιστικό προς τον μαθητή, αλλά σίγουρα ανταγωνιστικό προς τους άλλους δασκάλους σκακιού (που έχουν διαφορετική μέθοδο) και προς τους μη οπαδούς του σκακιού. Κι όπως προείπαμε, ο μετρ-δάσκαλος θεωρεί το χρήμα (ανταλλαγή ισχύος: χρήμα αντί γνώσης) ή την ικανοποίηση ότι ο μαθητής συμμορφώνεται με το δικό του σύστημα, ως το ανώτερο «αγαθό» συγκριτικά με το (ενδεχόμενο) να τον ξεπεράσει στο μέλλον ο μαθητής. Σε μια μίμηση δηλαδή μπορεί από μία πλευρά να μην υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει όμως από την άλλη πλευρά και η άλλη πλευρά είναι αρκετή. Ακόμη κι αν υπάρχουν περιπτώσεις μίμησης μη ανταγωνιστικές μεταξύ του ενσαρκωτή του προτύπου και του μιμητή του, φαίνεται ότι αυτές είναι δεδομένες, δηλαδή οι υπόλοιπες περιπτώσεις μίμησης δεν μπορούν να πάψουν να είναι ανταγωνιστικές. Επιπλέον ακόμη κι αν όντως υπάρχουν κάποιες μιμήσεις όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός (π.χ. από την οπτική του μετρ-δάσκαλου), δεν υπάρχει τρόπος να μετατραπούν σε μη «ανταγωνιστικούς» οι υπόλοιποι μιμητικοί τρόποι, γιατί το αν είναι ή δεν είναι τέτοιοι είναι γνώρισμα της φύσης τους.
Ειδικά περί επιθυμίας.
Η άποψη ότι αν παύαμε να επιθυμούμε τα αγαθά του πλησίον, δε θα υπήρχαν φόνοι, ληστείες, μίσος κ.λπ. και αταξία στην κοινότητα είναι παλαιότατη. Γι' αυτό έχουν προκύψει και οι απαγορεύσεις, σεξουαλικές ή άλλου είδους: Για την πρόληψη της ομοεπιθυμητικής βίας και τη διχόνοια της κοινωνίας. Είναι σωστές οι απόψεις ότι δίχως απαγορεύσεις γενικά, όλοι θα επιζητούσαν τα αγαθά όλων με αποτέλεσμα τη διάλυση της κοινότητας. Ακόμη και οι πιο φιλελεύθεροι, μη συντηρητικοί άνθρωποι πιστεύουν ότι πρέπει να υπάρχουν όρια στην επιθυμία για τα αγαθά, κι αυτά είναι τα όρια της ελευθερίας του άλλου. Καθεαυτή η ιδέα της απαγόρευσης δε θεωρείται συνήθως απαράδεκτη, αλλά οι συγκεκριμένες μορφές και τα όρια της απαγόρευσης (των αγαθών του πλησίον) είναι ένα θέμα που διχάζει και θα διχάζει για πάντα τους ανθρώπους. Βέβαια υπάρχει και η άποψη ότι επιθυμώντας το αγαθό του πλησίον μου, ενδεχομένως να μην επιδιώξω βίαια την απόκτηση καθεαυτού του συγκεκριμένου αγαθού, αλλά ενός πανομοιότυπου (π.χ. αμάξι) εργαζόμενος και υποβάλλοντας σε κόπο τον εαυτό μου σε στέρηση, αποταμίευση κ.λπ.: Αλλά και αυτή η άποψη, ότι η επιθυμία για τα αγαθά του πλησίον και ο ανταγωνισμός κάνουν καλό, αποδέχεται την απαγόρευση της βίαιης απόκτησης αγαθών του άλλου, άρα εμπίπτει στην ευρύτερη κατηγορία, η οποία αποδέχεται ότι πρέπει να υπάρχουν όρια, άρα (σεξουαλικές ή άλλες) απαγορεύσεις.
Όμως, η άποψη ότι τα νόμιμα κατεχόμενα αγαθά του πλησίον δεν πρέπει να είναι αντικείμενο της επιθυμίας μας οδηγεί στο ερώτημα ποια είναι τα νομίμως κατεχόμενα αγαθά που κατέχει ο πλησίον και ποια αγαθά, από αυτά που κατέχει ο πλησίον, δεν μπορούν να θεωρηθούν νομίμως κατεχόμενα αγαθά. Ένα τέτοιο ερώτημα οδηγεί σε πλήθος απαντήσεων καθιστώντας αόριστη και πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της αποφυγής επιθυμίας των νομίμως κατεχομένων αγαθών του πλησίον. Γιατί ορισμένοι θεωρούν ότι από τη φύση τους κανείς δεν πρέπει να κατέχει τίποτε, άλλοι ότι νόμιμα κατεχόμενα αγαθά είναι όσα, ανεξαρτήτως του τρόπου και του χρόνου απόκτησής τους, κατέχει κάποιος αυτή τη στιγμή, και άλλοι ότι όποιος κατέχει κάτι σε ποσότητα πέραν των αναγκών του, το κατέχει παράνομα. Η προσφυγή στην εκτίμηση του νόμου, δηλαδή στο αν τα αγαθά αποκτήθηκαν σύμφωνα με τους κανονισμούς του θετικού δικαίου, εγείρει το ερώτημα της δικαιοσύνης του νόμου: Δεν φτιάχτηκαν οι νόμοι, με όλα τα νομικά τερτίπια, από τους ισχυρούς; Δεν ψηφίζονται και ξαναψηφίζονται νόμοι οι οποίοι δίνουν λ.χ. δικαίωμα στους βιομηχάνους να απολύουν ολοένα και ευκολότερα τους εργαζομένους; Τι συνιστά, λοιπόν, νομίμως κατεχόμενο αγαθό του πλησίον, αν δούμε το θέμα από τη σκοπιά της δικαιοσύνης, είναι αόριστο. Γιατί ό,τι για τον ένα συνιστά δίκαιη κατάσταση, για τον άλλον συνιστά αδικία και κατάσταση η οποία πρέπει να ανατραπεί με μία άλλη κατάσταση στην οποία τα αγαθά του πλησίον πρέπει να απαλλοτριωθούν ή να μοιραστούν, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, σε όσους τα επιθυμούν, μέχρι του σημείου αυτός να έχει ισόποσα αγαθά με εκείνους. (9/9/2008)
Επιθετικότητα και οικονομία.
Εδώ ασχολούμαστε με ένα επιμέρους θέμα της ομοεπιθυμητικής επιθετικότητας, το σχετιζόμενο με την οικονομία. Η αναγωγή της σύγχρονης κοινωνικής επιθετικότητας και βίας των μαζών στον καταναλωτισμό (ο οποίος βασίζεται ακριβώς στη μίμηση) και τον καπιταλισμό ειδικά είναι λανθασμένη. Βία κι επιθετικότητα είχαμε και πριν το 1930, πριν την καταναλωτική κοινωνία. Οπωσδήποτε το πρόβλημα είναι η σπανή των αγαθών και ο συνεπαγόμενος ανταγωνισμός γι’ αυτά, αλλά όχι μόνον των υλικών αγαθών μα ό,τινος θεωρείται αγαθό. Δεν είναι σωστό ότι άπαξ και καταργηθούν τα καταναλωτικά πρότυπα θα εκλείψει η επιθετικότητα. Γιατί η επιθετικότητα λόγω μη κατοχής υλικών αγαθών είναι μόνο μία απ’ τις, πρακτικά άπειρες, περιπτώσεις δυνητικής επιθετικότητας λόγω ορισμένων πραγμάτων που θεωρούνται αγαθά. Έτσι, δίχως να είναι λανθασμένη η άποψη ότι η μείωση της οικονομικής ανισότητας μειώνει τη βία, η υπερβολική επικέντρωση σ’ αυτήν την αιτία επιθετικότητας είναι λανθασμένη. Ένας κόσμος, ο μεταεπαναστατικός, όπου το ζήτημα της ιδιοκτησίας θα έχει διευθετηθεί έτσι, ώστε να μην υπάρχουν οικονομικοί ανταγωνισμοί (τι είναι αυτό που μάς κάνει άραγε να πιστεύουμε ότι, αν όλοι έχουν υλικά αγαθά ανάλογα με τις ανάγκες τους ή ισόποσα αγαθά, δεν θα ζητήσουν τα υλικά αγαθά και των άλλων;), αλλά δίχως να εξαλειφθούν οι ανταγωνισμοί και για τα υπόλοιπα αγαθά (είτε αυτά είναι μοναδικά είτε όχι), δεν θα είναι κατά πολύ λιγότερο βίαιος κι επιθετικός απ’ ό,τι ο σημερινός κόσμος. Γιατί ο ανταγωνισμός για το ζήτημα «αυτή αγαπά εμένα κι όχι εσένα» ή το ζήτημα «εγώ είμαι ομορφότερος, όχι εσύ» θα μπορούσε πάλι να μεταφερθεί στον χώρο της οικονομίας. Η άποψη αυτή δεν υποκαθιστά τον οικονομισμό με τον ηθικισμό, γιατί η σχέση οικονομικής ανισότητας και ομοεπιθυμητικής επιθετικότητας είναι αμφίδρομη: το ένα αναπαράγει το άλλο.
Βία (γενικά), θέληση για ισχύ και
επιθετικότητα.
Με τον
όρο βία αναφερόμαστε στην υλική βία. Δεν εννοούμε την «πνευματική» βία, στην
οποία αναφερόμαστε με τον όρο επιθετικότητα, ο οποίος δεν αφορά μόνο την νόηση
και το πνεύμα αλλά και τα ένστικτα. Με βάση τον ορισμό αυτόν θα αναλύσουμε
κάποια πράγματα.
Η βία και
η επιθετικότητα συγχέονται αναμεταξύ τους, όπως συγχέονται και η θέληση για ισχύ
με τη βία.
Η θέληση για ισχύ είναι μια ανθρωπολογική σταθερά, η οποία υπάρχει ακριβώς λόγω της προνοητικότητας του πνεύματος, προκειμένου το υποκείμενο να διατηρεί στο μέλλον την τωρινή ισχύ του (=σχετική θέση κοινωνικής ισχύος) έναντι μελλοντικών ισχυρότερων εχθρών ή των τωρινών ηττηθέντων εχθρών που θα επανακάμψουν. Η αυτοσυντήρηση, δηλαδή διατήρηση της τωρινής ισχύος είναι δηλαδή μια δυναμική και όχι στατική διαδικασία που δήθεν επιτυγχάνεται μια φορά για πάντα (εκτενέστερα βλ. «Ισχύς και αυτοσυντήρηση», παρακάτω).
Η θέληση
για ισχύ οδηγεί σε σύγκρουση συμφερόντων και αυτή προκαλεί επιθετικότητα. Η
επιθετικότητα, επειδή αναφερόμαστε σε κοινωνικά όντα εντός του πολιτισμού, στον
οποίον οι διαφορές διευθετούνται μέσω ιδεατών προτύπων-νόμων, δεν συνεπάγεται
απαραίτητα υλική βία. Αντίθετα, δίνονται άλλες διέξοδοι για να ικανοποιηθεί η
αξίωση ισχύος. Δεν είναι αναγκαστικά απαραίτητη πλέον, στο στάδιο του
πολιτισμού, η φυσική εξόντωση του αντίπαλου, προκειμένου να εξασφαλιστεί μια
ορισμένη θέση ισχύος, αλλά, χάρη στα νομικά τερτίπια, στα ρητορικά χαρίσματα,
στην χρήση οικονομικών μέσων, στις φιλίες-«μέσα» κ.λπ., επιτυγχάνεται η
κοινωνική υποβάθμισή του. Δεν ταυτίζεται λοιπόν η αξίωση για ισχύ με την άσκηση
βίας. Τέτοια ταύτιση ήταν δυνατή μόνο στο προανθρώπινο στάδιο του ανθρώπου,
δηλαδή εκτός του πολιτισμού και των νοητά καθορισμένων κανόνων του. Δυνατή είναι
και στις κοινωνίες των ζώων, όπου βλέπουμε να επικρατεί το δίκαιο του υλικά
ισχυρότερου. Στην ανθρώπινη κοινωνία όμως είναι δυνατόν, ακριβώς επειδή η άσκηση
βίας και η αξίωση ισχύος δεν ταυτίζονται, να είναι κοινωνικά ισχυροί οι άνθρωποι
οι οποίοι είναι βιολογικά ασθενείς.
Η βία είναι
εκείνη η μορφή σύγκρουσης συμφερόντων στην οποία δεν υπάρχει απλή επιθετικότητα,
διότι η τελευταία δεν αρκεί, αλλά σύγκρουση η οποία λύνεται αιματηρά. Μόνο ως
προς το «αιματηρό» διαφέρει η βία από την επιθετικότητα και τις άλλες μορφές
σύγκρουσης. Ασκώντας βία δεν αρκούμαστε στην χρήση «πολιτισμένων» μέσων για την
εκμηδένιση της κοινωνικής (υλικής, ιδεολογικής κ.λπ.) ισχύος του αντιπάλου, αλλά
προχωράμε σε μια όξυνση της επιθετικότητας και επιδιώκουμε την φυσική εξόντωσή
του. Ώστε η επιθετικότητα/σύγκρουση δεν είναι βία, αλλά η βία είναι
επιθετικότητα/σύγκρουση. Έτσι, η απουσία (μη άσκηση) βίας δεν συνεπάγεται
απαραίτητα (διάθεση για) φιλία ή αγάπη και συνεννόηση, αλλά (είτε
φιλία/συνεννόηση είτε) παραμονή της σύγκρουσης/επιθετικότητας στο στάδιο της
χρήσης μόνον «πολιτισμένων» μέσων ή, ακόμη, στο στάδιο της άρρητης και ενδόμυχης
αντιπάθειας. Τόσο η επιθετικότητα/σύγκρουση όσο και η βία έχουν κοινή αιτία: την
αξίωση ισχύος. Αυτή είναι η κοινότητά τους. Άλλοτε η αξίωση ισχύος δίνει στη
σύγκρουση και χαρακτήρα βίαιο ενώ άλλοτε τής δίνει χαρακτήρα μόνον
«πολιτισμένου» ανταγωνισμού κι επιθετικότητας.
Η έλευση του πολιτισμού δεν σήμανε την κατάργηση της βίας ως αποδεκτού τρόπου
επίλυσης των συγκρούσεων. Σήμαινε απλώς την χειραγώγηση της άσκησης βίας από την
νόηση και την εξαπόλυση της πρώτης όποτε το κρίνει αναγκαίο η τελευταία. Αυτή η
χειραγώγηση δεν συνεπάγεται καμμία φιλειρηνική στάση, όπως νομίζουν όσοι συνεχώς
υπενθυμίζουν το «έλλογο» του ανθρώπου. Απλώς προϋποθέτει ότι η ψυχρή και
ιδιοτελής νόηση χρησιμοποιεί την βία και κατανοεί ότι μέσα στην κοινωνία η άμεση
και αστόχαστη εκδήλωση των επιθυμιών της ή/και της βίας αποφέρει κατά κανόνα
αρνητικά αποτελέσματα. Κάποιος που «τα σπάει» είναι πολύ ευκολότερος στόχος από
έναν προσεκτικά κινούμενο.
Μέσα στις συνθήκες αυτές, του πολιτισμού, καθ’ όλη τη διάρκειά του, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν σε κατάσταση συνεχούς βίας, αλλά ούτε είναι διατεθειμένοι να παραιτηθούν οριστικά από το δικαίωμα της άσκησής της, οπόταν το κρίνουν αυτοί σωστό. Η κατάσταση συνεχούς βίας θα οδηγούσε στα πρόθυρα κατάρρευσης την κοινωνία, πράγμα που θα έκανε τους πολλούς – όταν το συνειδητοποιούσαν – να συσπειρωθούν γύρω από έναν κοινωνικό πόλο ώστε να επικρατήσουν οι πολιτισμικές σταθερές του «νόμου» και της «τάξης», όπως αυτές θα τις ερμήνευε ο κοινωνικός εκείνος πόλος. Από την άλλη μεριά η οριστική παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης (αμυντικής ή προληπτικά επιθετικής) βίας θα οδηγούσε στην εξαφάνιση εκείνων οι οποίοι, σε στιγμές όξυνσης της σύγκρουσης/επιθετικότητας δεν θα προέβαλαν αντίσταση στις προσπάθειες υλικής εκμηδένισής τους. Έτσι, η αναγκαιότητα της μη βίας στα πλαίσια του πολιτισμού δεν οφείλεται σε ηθικούς παράγοντες, αλλά κυρίως σε πολιτισμικούς και ανθρωπολογικούς. Ένα άλλο συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την ανθρώπινη «φύση» καλή ή κακή, βίαιη ή ειρηνόφιλη, διότι τόσο η βία όσο και η μη βία δεν ελέγχονται, κατά κανόνα, από το ένστικτό μας, αλλά από τη νόηση. Επίσης δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τον πολιτισμό «ειρηνοποιό» και την πολιτισμική «φύση» του ανθρώπου «καλή» μόνο και μόνο επειδή η μη βία επικρατεί το μεγαλύτερο διάστημα, διότι η μη βία δεν συνεπάγεται καλοσύνη ή έλλειψη επιθετικότητας. (23/4/2007)
Λιγότερη Βία - "ανώτερη" ιδεολογία;
Η αντίληψη σύμφωνα με την οποία μια ιδεολογία ή κοσμοθεωρία είναι τόσο ανώτερη όσο λιγότερη βία εμπεριέχει και διακηρύσσει δεν στέκει. Όπως είδαμε η ύπαρξη βίας είναι δεδομένη ("αμυντική" ή επιθετική) και δικαιολογημένη σε κάθε ιδεολογία και κοσμοεικόνα. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι ποτέ η ύπαρξη ή η απαγόρευση της βίας, αλλά η δικαιολόγησή της. Κοσμοεικόνες οι οποίες δεν δικαιολογούν τη βία αλλά την ασκούν είναι αδύνατο να επικρατήσουν μακροπρόθεσμα. Με τα παραπάνω ως δεδομένο, δεν είναι η βία αυτή η οποία αποδεικνύει την ορθότητα της νοηματοδότησης-κοσμοεικόνας, αλλά η κοσμοεικόνα αυτή η οποία αποδεικνύει την ορθότητα-αναγκαιότητα της βίας που ασκείται στο όνομά της. Ακόμη και θρησκείες όπως αυτή του Ισλάμ, οι οποίες βάσισαν την επέκτασή της στον πόλεμο, δηλαδή έπεισαν για την ορθότητα της πίστης βάσει των πολεμικών νικών τους, πρωταρχικά έπεισαν τα μέλη τους ότι η βία αυτή είναι θεμιτή και δίκαιη.
Επειδή η αλήθεια και η ανωτερότητα μιας ιδεολογίας κρίνουν τη βία και όχι το αντίθετο, η ποσότητα της βίας που ασκείται στο όνομα μιας κοσμοεικόνας μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη, αλλά αυτό μπορεί να είναι αδιάφορο για όποιον την εξετάζει προκειμένου να αποδεχτεί την κοσμοεικόνα αυτήν, εάν πρωταρχικά πειστεί ότι η κοσμοεικόνα αυτή είναι ορθή και ότι η βία που διακηρύσσει η κοσμοεικόνα είναι δικαιολογημένη "από τη φύση των πραγμάτων". Γιατί αν η αλήθεια είναι ωφέλιμη (μας προφυλάσσει από τη βλάβη και την τύφλωση του ψεύδους) και η κοσμοεικόνα που ανταποκρίνεται στην αλήθεια είναι η μόνη σύμφωνη με τη φύση των πραγμάτων, τότε το πρόβλημα της βίας παρουσιάζεται αντίστροφα από τον τρόπο που οι πραγματιστές το παρουσιάζουν: δεν είναι η (λιγότερη) βία μιας κοσμοεικόνας η απόδειξη για την αλήθεια της, αλλά η αλήθεια μιας κοσμοεικόνας είναι η καλλίτερη εγγύηση πως η βία που ασκείται στο όνομά της ή που εμπεριέχεται σε αυτήν είναι δικαιολογημένη και ορθή.
Αυτό που συμβαίνει είναι ότι θεωρούμε τις αντίπαλες κοσμοεικόνες ως "υπερβολικά βίαιες", για τον απλό λόγο ότι δεν πιστεύουμε στην εγκυρότητα της ανάλυσης που αυτές κάνουν τής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να τις θεωρούμε παράλογες, βίαιες, απάνθρωπες κ.λπ. Στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία πειθόμασταν για την ορθότητα της ανάλυσης-περιγραφής τής πραγματικότητας από αυτές τις κοσμοεικόνες, η βία που διακηρύσσουν/συνεπάγονται αυτές θα μας φαινόταν δίκαιη. Η κριτική των βίαιων ιδεολογιών είναι κατά βάθος κριτική όχι της βίας τους, αλλά της περιγραφής της πραγματικότητας που αυτές κάνουν, η οποία περιγραφή έχει ως συνέπεια και ως πρόταγμα συγκεκριμένες ποιότητες και ποσότητες βίαιας δράσης.
Οι πραγματιστές πιστεύουν ότι η ωφέλεια είναι κάτι χειροπιαστό, αποδείξιμο με την πρώτη ματιά και γι' αυτό νομίζουν ότι η "περισσότερη" βία συνιστά απόδειξη βλάβης, άρα η κοσμοεικόνα από την οποία πηγάζει αυτή η μορφή/ποσότητα βίας είναι, ως βλαβερή, ψευδής. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η βία, αν η νοηματοδότηση (δηλ. η ιδεολογία) η οποία την διακηρύσσει/επιτάσσει/εμπεριέχει θεωρηθεί ορθή, θεωρείται - ανεξαρτήτως ποσότητας ή ποιότητας - ωφέλιμη και επομένως η σχέση ωφέλειας και βίας μπορεί να γίνεται αντιληπτή με αντίστροφο τρόπο. Γιατί πάντοτε η αλήθεια είναι συνολικά κι "εν τέλει" ανώτερη και ωφελιμότερη από οτιδήποτε και τίποτε δεν είναι ωφελιμότερο από αυτήν. Ενδεχομένως με αυτή τη διαπίστωση ορισμένοι να καταγγείλουν τις ιδεολογίες οι οποίες ισχυρίζονται ότι - μόνο αυτές - κατέχουν την αλήθεια. Αυτό οδηγεί τη συζήτηση στο πρόβλημα της μισαλλοδοξίας κάθε ιδεολογίας, το οποίο εξετάζεται αλλού.
Υπάρχει επιπλέον το πρόβλημα της μέτρησης της βίας. Οι Αρχαίοι δεν ήταν λιγότερο βίαιοι από τους σύγχρονους επειδή οι πρώτοι διέθεταν βέλη, δόρατα και μεσαιωνικά όργανα βασανιστηρίων, ενώ οι σύγχρονοι κατέχουν θαλάμους αερίων και πυρηνικά όπλα. Η ιερά εξέταση εξόντωσε γύρω στους 30 με 40 χιλιάδες ανθρώπους μέσα σε 300-400 χρόνια, ωστόσο σήμερα δε θεωρείται λιγότερο βίαιη και αδικαιολόγητη πράξη από τους θαλάμους αερίων των Ναζί, στη βάση του γεγονότος ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εξοντώθηκαν εκατοντάδες φορές περισσότεροι άνθρωποι.
Τα παραπάνω βέβαια δε λέγονται προς υπεράσπιση των "πιο βίαιων" ιδεολογιών ή των ιδεολογιών οι οποίες υπερασπίζονται το δίκαιο του υλικά ισχυρού, αλλά είναι προσπάθεια ανάλυσης της σχέσης βίας, ωφέλειας και αλήθειας, όπως αυτές γίνονται αποδεκτές από τους φορείς κάθε ιδεολογίας και κοσμοθεωρίας. (9/10/2008)
Επιθετικότητα και «επικοινωνία».
Η άποψη ότι η «επικοινωνία» από τη φύση της οδηγεί στην αποσόβηση της
επιθετικότητας έχει συναντήσει την αντίθεση δυο φιλοσόφων, του Καστοριάδη και
του Κονδύλη. Ο πρώτος γράφει (Ο θρυμματισμένος κόσμος (1992), «Άτομο,
κοινωνία, ορθολογικότητα, ιστορία», σ. 77): «Η απόπειρα του
Habermas
να εξαγάγει "ορθολογικά", για μια ακόμη φορά, το δέον από το γεγονός – την ιδέα
μιας "αγαθής" κοινωνίας από την αντικειμενική πραγματικότητα των
προϋποθέσεων της κοινωνικής ζωής – μου φαίνεται εξίσου αστήρικτη με τις ίδιου
είδους απόπειρες του παρελθόντος που επαναλαμβάνει. Τον οδηγεί, με τελείως
χαρακτηριστικό τρόπο, στην αναζήτηση ενός μυθικού βιολογικού θεμελίου σε
ζητήματα κοινωνικής θεωρίας και πολιτικής πράξης, όπως φαίνεται, μεταξύ άλλων,
από το ακόλουθο απόσπασμα: "η ουτοπική προοπτική της επανασυμφιλίωσης και της
ελευθερίας είναι εγγεγραμμένη στις προϋποθέσεις του επικοινωνιακού εκκοινωνισμού
των ατόμων· συγκροτείται ήδη στους γλωσσολογικούς μηχανισμούς της αναπαραγωγής
του “είδους”". Από πότε λοιπόν η βιολογία μπορεί να περιέχει "ήδη" μια
"ουτοπική" προοπτική; Γιατί αυτοί οι μηχανισμοί δεν θα ήσαν συμβιβαστοί με τη
διατήρηση των κλειστών κοινωνιών – που, αντίθετα, την εξασφάλισαν σχεδόν παντού,
σχεδόν πάντοτε μέσα στην ιστορία; Και γιατί η ελευθερία θα ήταν μια "ουτοπία"; Η
ελευθερία δεν είναι ούτε "ουτοπία" ούτε πεπρωμένο. Είναι κοινωνικό-ιστορικό
πρόταγμα και χωρίς την ήδη συμβαίνουσα, μολονότι μερική, πραγματοποίησή του ούτε
ο Habermas
θα ήταν σε θέση να γράψει ό,τι γράφει, ούτε εγώ θα μπορούσα να τον αντιλέγω». Ο
Κονδύλης γράφει (Από τον 20ο στον 21ο αιώνα, σ.
52): «η κατανόηση είναι ουδέτερη από ηθική άποψη, ήτοι μπορεί να συνδέεται τόσο
με φιλική όσο και με την εχθρική στάση... οι πανανθρώπινες καταβολές έχουν
προφανώς τέτοιαν υφή, ώστε, μολονότι οι μορφές και οι λειτουργίες τους είναι
ταυτόσημες σε όλους, παραμένει σε κάθε περίπτωση ανοιχτό ποιο συγκεκριμένο
περιεχόμενο που θα πάρουν. ... η ορθολογικότητα και η γλώσσα μπορούν κι αυτές,
μέσα από τις ίδιες μορφές και λειτουργίες, να εγκολπωθούν εντελώς διαφορετικά
περιεχόμενα και εντελώς διαφορετικές ηθικές-κανονιστικές προτιμήσεις. Ώστε
διόλου δεν χρειάζεται κανείς να αρνηθεί από σχετικιστική σκοπιά τις
ανθρωπολογικά δεδομένες ιδιότητες της ορθολογικότητας και της γλώσσας
προκειμένου να εξηγήσει την ανυπαρξία συναίνεσης ή ανοχής»
και (Πλανητική
πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, σ. 120) «[η θεωρία της επικοινωνίας]
προβάλλει μέσα στην αξιωματικά προϋποτιθέμενη υφή της "γνήσιας" επικοινωνίας
ό,τι ακριβώς προσδοκά ηθικά από τη "γνήσια" επικοινωνία· έτσι, ακολουθώντας ένα
παλιό και δοκιμασμένο τέχνασμα, μετατρέπει το Δέον σε Ον για να αντλήσει κατόπιν
το ίδιο αυτό Δέον από το Ον που κατασκευάσθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ανεξάρτητα
από τα ηθικά της προσόντα, η θεωρία της επικοινωνίας δεν θα αξίζει πολλά
πράγματα ως επιστημονική θεωρία όσο δεν προσφέρει ό,τι θα ανέμενε κανείς εύλογα
από κάθε επιστημονική θεωρία: μιαν εξήγηση για τα φαινόμενα που έρχονται σε
αντίθεση μαζί της. Αν η υφή της αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας είναι αυτή που
ισχυρίζεται η θεωρία, πώς μπόρεσε να υπάρξει τόσο συχνά μέσα στην ιστορία η
εχθρότητα μεταξύ ανθρώπων και η αμοιβαία τους εξόντωση;»
Το λάθος του Habermas το κάνει κι ο Γιανναράς, μόνο που αυτός αναφέρεται σε διαπροσωπική «σχέση» αντί για επικοινωνία. Ωραιοποιεί τη σχέση δίχως να αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει αντικειμενικό κριτήριο που αποδεικνύει ότι η τάδε μορφή σχέσης (π.χ. η αγάπη) είναι, ηθικά ή οντολογικά, ανώτερη από την δείνα μορφή σχέσης (π.χ. βασανισμός, εξαπάτηση, μίσος). Ο Γιανναράς βέβαια αναφέρεται σε άλλο πράγμα: θέλει ν’ αποδείξει ότι η «αλήθεια» βρίσκεται στη σχέση κι όχι στις νοητικές διεργασίες. Ωστόσο το σφάλμα είναι ότι ξεχνάται πως όση (μεταφυσική ή κοινωνική) αλήθεια υπάρχει σε μια αγαπητική σχέση, η ίδια υπάρχει και σε μια σχέση μίσους ή εκμετάλλευσης.(21/4/2007)
Η βία, όπως και η επιθετικότητα είναι η συνέχιση μιας σχέσης, πηγάζει από αυτήν.
Δεν πηγάζει από την «μη σχέση» ή από την διακοπή της σχέσης. Πράγματι,
επιθετικότητα είναι δυνατή μόνο όταν υπάρχει σημείο τριβής (συμφέροντα), δηλαδή
σημείο επαφής μεταξύ δύο ατόμων ή ομάδων. Αυτό όμως είναι ένδειξη σχέσης
αναμεταξύ τους. Γιατί μόνο με όποιον δεν σχετίζεσαι για κανένα λόγο (υλικό ή
ιδεολογικό) δεν έχεις και κανέναν λόγο να συγκρουστείς μαζί του. Αν δεν ήταν
έτσι, αν η βία ήταν άσχετη προς την σχέση, θα ήταν αδιανόητη η γένεση της
επιθετικότητας και της βίας. Η επιθετικότητα είναι η σχέση όταν υπάρχει απόκλιση
και όχι σύγκλιση συμφερόντων ως προς το κοινό σημείο. Όντας μέσο διεύρυνσης της
οικείας ισχύος (είτε ως φιλία είτε ως έχθρα) η επικοινωνία ασκείται και
με τη σκέψη ότι μπορεί να εξελιχθεί σε επιθετικότητα.
Βία και ηθικά
πρότυπα.
Όλα τα ηθικιστικά
πρότυπα συμπεριφοράς είναι αντιφατικά: όλα ξορκίζουν τη βία, αλλά και όλα την
επιτρέπουν έστω και κατ’ οικονομία. Η βία των αντιπάλων θεωρείται διαβολική, ενώ
η ημέτερη βία θεωρείται αμυντική. Κι έτσι θα συνεχίσει να είναι, εκτός κι αν οι
φορείς των ηθικιστικών προτύπων έχαναν το νου τους και, συνεπώς δηλαδή μέχρι
τέλους, αρνούνταν τη βία. Έτσι όμως σύντομα θα εξαφανίζονταν, αυτοί κι οι οπαδοί
τους, καθότι δεν είναι και τόσο σίγουρο ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι θα
συναποδέχονταν το πρότυπο της ομάδας αυτής. Τι είναι όμως «αμυντική βία» είναι
δύσκολο να οριστεί εύκολα σε κάθε περίπτωση, και από τότε που εφευρέθηκε ο όρος
αυτός, δεν πρόκειται να υπάρξει συμφωνία στον αιώνα τον άπαντα για το αν η «δική
μου» είναι αμυντική βία ή η «δική σου» είναι επιθετική βία.
Ασφαλώς η επισήμανση αυτή δεν γίνεται με σκοπό την κατάκριση. Προϋπόθεση της
επισήμανσης είναι ότι δεν γίνεται αλλιώς, κι έτσι δεν τίθεται θέμα καταγγελίας
της «υποκρισίας». Αν λ.χ. κάποιοι δήλωναν ότι δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να
αντιστέκονται στην εναντίον τους επιβουλή ή και απόπειρα φόνου, τότε,
ανεξαρτήτως του πόσο ηθικά ανώτερο θα ήταν το πρότυπο που διακήρυσσαν, δεν θα
έμενε κανείς από όσους το ασπάζονταν, διότι θα σφάζονταν δίχως αντίσταση όλοι
τους σε περίπτωση επιβουλής. Αν πάλι οι ίδιοι δήλωναν ταυτοχρόνως ότι δεν πρέπει
να αντιστέκονται σε καμμία περίπτωση στην εναντίον τους επιβουλή ή και απόπειρα
φόνου αλλά να αντιστέκονται (σε κάθε περίπτωση) στην επιβουλή ή απόπειρα φόνου
εναντίον άλλων, τότε έχουν ορίσει τι συνιστά «αμυντική βία» (είναι αδιάφορο αν
αυτή αφορά τους άλλους ή μόνο τους ίδιους, γιατί ο φαντασιακός «εαυτός» μας
μπορεί να επεκτείνεται και να συμπεριλαμβάνει τα πάντα και τους πάντες) και
πέφτουν στην προηγούμενη υποπερίπτωση: ποιος θα ορίσει αν η επιβουλή εναντίον
κάποιων είναι αντικειμενικά «κακή» κι επομένως η αντιβία των ηθικιστών είναι
«καλή» «άμυνα»;
Ίσως ορισμένοι να έμειναν με την εντύπωση ότι με τον όρο «ηθικά πρότυπα» εννοούνται μόνο ορισμένες κυρίαρχες θρησκείες. Κάνουν λάθος ασφαλώς. Κάθε κοσμοεικόνα, ακόμη και οι μειοψηφικές ή ασήμαντες, ακόμη και όσες παρουσιάζονται ως ενάντιες στην κυρίαρχη κοσμοεικόνα (π.χ. αντιεξουσιασμός, θρησκευτικές μειονότητες), έχουν ακριβώς όπως και η κυρίαρχη κοσμοεικόνα έτοιμο το διαχωρισμό μεταξύ της «κακής βίας των άλλων» και της «καλής, δικής μας βίας». Ο διαχωρισμός αυτός δεν φαίνεται εύκολα στις μη κυρίαρχες κοσμοεικόνες, ωστόσο υπάρχει και είναι εξίσου αμείλικτος και φιλοεξουσιαστικός όσο και ο διαχωρισμός που έχει η κυρίαρχη κοσμοεικόνα.

Επιθετικότητα και ηθικά πρότυπα.
Η
επίκληση της «Αγάπης» ή της «ανθρωπιάς» (ή των «ανθρώπινων δικαιωμάτων», για να
μιλήσουμε με σύγχρονους όρους) δεν μπορεί να κάνει τίποτα σημαντικό για την
εξαφάνιση της επιθετικότητας. Η αγάπη είναι τόσο γενική ως έννοια, ώστε να
απαιτείται κάθε φορά ερμηνεία για το ποια πράξη συνιστά «αγαπητική συμπεριφορά»
(ή συμπεριφορά «ανθρώπινη»). Ερμηνείες όμως γίνονται μόνο από ανθρώπους, δηλαδή
ανιδιοτελή πλάσματα με άμεσες ή έμμεσες και κρυφές αξιώσεις υλικοπνευματικής
κυριαρχίας επί των συνανθρώπων τους και με δική τους ξεχωριστή κοσμοεικόνα, την
οποία θεωρούν ειλικρινώς αντικειμενική. Ακόμη κι αν απορρίψουμε τον «ένα
Πάπα»-ερμηνευτή, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη ότι στη θέση του βάλαμε «χιλιάδες
Πάπες», οι οποίοι κρίνουν, δεσμευτικά για τον εαυτό τους ο καθένας και απόλυτα
πεπεισμένοι για την πανανθρώπινη αντικειμενικότητα της κρίσης τους, με τη δική
τους ερμηνεία το ζήτημα του «πόσο αγαπητική, σύμφωνα με την Αγάπη» είναι
μια πράξη ή σκέψη. Μπορώ λ.χ. να σε φυλακίζω ή να εμποδίζω τη διάδοση της άποψής
σου, γιατί σε αγαπώ και – επειδή ξέρω τι είναι σωστό – γνωρίζω ότι η άποψη αυτή
είναι
αντικειμενικά βλαβερή, ακόμη και για σένα. Κι έτσι σου κάνω καλό (εδώ πρέπει
να επαναλάβουμε ότι Αγάπη και Ελευθερία είναι έννοιες ασύγχυτες: αν σε Αγαπώ,
δεν σε αφήνω ελεύθερο «να καταστραφείς»). Μπορώ να είμαι ανθρωπιστής, αλλά να σε
βομβαρδίσω. Μπορώ να είμαι οπαδός λ.χ. της «επιστροφής στη Φύση», αλλά να σε
σφάξω ως φύσει ανώτερος.
Ο κάθε ιδεολόγος (γεννήτορας, ερμηνευτής ή εκπρόσωπος ορισμένου ηθικού προτύπου
και κοσμοεικόνας) επιδιώκει την συντριβή ή τη συρρίκνωση των αντίθετων
ιδεολογιών (ακατάπαυστα προτρέποντας τους οπαδούς του να μην ασχολούνται με
αυτές ή να διαμαρτύρονται γι’ αυτές) δίχως απαραίτητα να προτρέπει σε χρήση βίας
ή να βιαιοπραγεί: αυτό είναι ένα παράδειγμα υλικά μη βίαιης επιθετικότητας. Είτε
το θέλει είτε όχι είτε το γνωρίζει είτε όχι ο ιδεολόγος, εάν οι οπαδοί και οι
προσήλυτοί του ενεργούν κατά τις οδηγίες του και αν οι οπαδοί αυξάνονται,
δεν πρόκειται να μείνει ίχνος άλλων ιδεολογιών (όταν όλοι αποδεχτούν την
κοσμοεικόνα του ειρηνικά) στην κοινωνία, με εντελώς μη βίαιο τρόπο. Μια τέτοια
στάση συνιστά «ειρηνικό πνεύμα», μόνο αν συρρικνώσουμε την έννοια της
επιθετικότητας και μισαλλοδοξίας στη βία και τον υλικό αφανισμό του αντιπάλου.
Άλλο παράδειγμα: οι ανταγωνισμοί μεταξύ αντίζηλων εραστών ή μεταξύ δύο
ατόμων για την φιλία ενός τρίτου προφανώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν
συνιστούν απόδειξη έλλειψης επιθετικότητας μόνο και μόνο επειδή δεν πρόκειται
για ξυλοδαρμό. Η έννοια της επιθετικότητας και του κρυφού ή πιο φανερού μίσους
προς τους αλλότριους υπάρχει πράγματι· μόνο που συχνά αυτή εσφαλμένα
περιορίζεται και ανιχνεύεται μόνο όποτε, εξαιτίας της, ξεσπά διακρατικός πόλεμος
ή ξυλοδαρμός.
Την μισαλλοδοξία την έχουν όλοι, ακόμη κι αυτοί που την καταριούνται. Γιατί η ειλικρινής προσωπική αυτοταπείνωση του κήρυκα μιας ιδεολογίας, ότι λ.χ. ο ίδιος είναι ασήμαντος αλλά υπηρετεί ένα υψηλό ιδεώδες κι ότι παραδέχεται ότι δεν είναι άμεμπτος, δεν συνεπάγεται ότι δεν πιστεύει πως, για να ευτυχήσει ο κόσμος πρέπει να εφαρμόσουν όλοι αποκλειστικά την «δική του» ιδεολογία. Το τελευταίο συνεπάγεται ότι πρέπει να πάψουν να ακολουθούν τις υπόλοιπες ιδεολογίες, δηλαδή συνεπάγεται την έμπρακτη εξαφάνιση αυτών από την κοινωνία. Όμως καμμία ιδεολογία δεν μπορεί να διακηρύττει: «πιστεύετε σε μένα αλλά ταυτόχρονα πιστέψτε και στις ιδεολογίες που με ανταγωνίζονται». Η καταπολέμηση, και η «ειρηνική», με σκοπό την εξαφάνιση μιας αντίθετης ιδεολογίας είναι απαραίτητη για κάθε ιδεολογία. Στα μάτια των οπαδών της Α’ ιδεολογίας η εχθρική Β' ιδεολογία είναι αντικειμενικά λανθασμένη και επικίνδυνη. Αυτή η οπτική οφείλεται στην εξαντικειμενίκευση της οικείας ιδεολογίας, δηλαδή στην εξάλειψη της υποκειμενικότητάς της. Βέβαια κάθε κοσμοεικόνα είναι αναγκαστικά υποκειμενική.
Με όσα αναφέραμε δεν πρέπει να εννοηθεί ότι όλες οι κοσμοεικόνες έχουν ως στόχο ή επιτυγχάνουν την ίδια ποσότητα βίας εναντίον των εχθρών τους. Υπάρχουν διαφορετικά στάδια και ποσότητες βίας σε κάθε διαφορετική κοσμοεικόνα: Από την εκλεπτυσμένη, μέσω των νόμων του κράτους ή της όποιας θέλησης της πλειοψηφίας, νόμιμη βία, έως τον βίαιο φόνο χωρίς πολλές δικαιολογίες. Ενώ όμως η ποσότητα της βίας διαφέρει, η μισαλλοδοξία είναι ολόιδια σε κάθε κοσμοεικόνα και έχει σε όλες τους τον ίδιο σκοπό: Την εξαφάνιση κάθε αντίθετης κοσμοεικόνας.
Πηγή
σύγχυσης είναι η ταύτιση βίας και επιθετικότητας. Η βία όμως, όπως είπαμε, είναι
η οξύτερη μορφή επιθετικότητας. Η ρητορεία για «ειρηνικό αγώνα» και «μη βία» δεν
συνεπάγεται ούτε έλλειψη επιθετικότητας (αφού μόνον επιθετικός μπορείς να
είσαι εναντίον απόψεων που θεωρείς αντικειμενικά βλαβερές, έστω κι αν δεν
αρπάζεις το τσεκούρι να καταστρέψεις τους οπαδούς και τα μνημεία της) ούτε
έλλειψη βίας. Και η βία και η επιθετικότητα σκοπό έχουν την ολοσχερή εξαφάνιση
της βλαβερής αντίπαλης ιδεολογίας. Αν αυτή γίνεται με ειρηνικά ή με βίαια μέσα
είναι ποιοτικά αδιάφορο, αναφορικά με τον σκοπό. Εντός των πλαισίων του
πολιτισμού, όπου την (ωμή) βία έχει υποκαταστήσει η έμμεση επιθετικότητα, το
αποτέλεσμα της «ειρηνικής» και «πολιτισμένης» (έννομης) επιθετικότητας συχνά
είναι το ίδιο οδυνηρό με το αποτέλεσμα της (ωμής) βίας.
Εννοείται ότι ο όρος «εξαφάνιση της αντίπαλης ιδεολογίας» δεν συνεπάγεται τη
φυσική εξόντωση των οπαδών της, αλλά – κυρίως – τη μεταστροφή τους στην «δική
μας» ιδεολογία. Η «ιδεολογία» από μόνη της δεν έχει υπόσταση και κοινωνική ή
ψυχική ισχύ, παρά όση της δίνουν όσοι την αποδέχονται και δένονται ψυχικά με το
περιεχόμενό της.
Επιπλέον
δεν είναι σπάνιες οι φορές όπου οι εκπρόσωποι ειρηνιστικών ιδεολογιών άσκησαν
βία ακριβώς χάριν της επιβίωσης των ιδεολογιών αυτών. Πράγμα που συνεπάγεται
είτε την διάκριση «κακής υμέτερης βίας» και «καλής ημέτερης βίας» είτε ότι το
πραγματικό περιεχόμενο της ιδεολογίας αυτής είναι εν μέρει και βίαιο.
Εν τέλει
θα υπάρχει πάντοτε επιθετικότητα για το ποια πρότυπα είναι ανώτερα. Έτσι έχουμε
μεταφορά του προβλήματος σε ανώτερο επίπεδο, από το επίπεδο σύγκρουσης για τα
υλικά ή πνευματικά αγαθά στο επίπεδο της σύγκρουσης για το ποιο ηθικό πρότυπο
είναι το αγαθό και λιγότερο βίαιο. Πολλοί είναι οι άνθρωποι που πιστεύουν
ότι αλλάζοντας το «σύστημα», την ιδεολογία, το ηθικό «πρότυπο», θα κατορθώσουν
την επιπλέον εξημέρωση των ηθών. Δεν βλέπουν ότι μπορεί μεν ένα ηθικό πρότυπο να
είναι τέλειο στα λόγια αλλά, επειδή τα λόγια κι οι «γενικές αρχές» δεν μπορούν
να καλύψουν κάθε έκφανση της πραγματικότητας, στην πράξη αυτό να απαιτεί
προσωπικές, δηλαδή αυθαίρετες ερμηνείες-εκλογικεύσεις της επιθετικότητας και
βίας εναντίον των υπολοίπων ιδεολογιών.
Συμπέρασμα: μπορεί μια ηθική ιδεολογία να απορρίπτει την βία (και πράγματι, όλες την απορρίπτουν), ωστόσο κάθε ιδεολογία επιθυμεί την εξαφάνιση των αντίπαλων ιδεολογιών (για το καλό της ανθρωπότητας, φυσικά, και εδώ ουδόλως υπάρχει ειρωνεία: είναι βαθύτατη πίστη των ιδεολόγων ότι οι αντίπαλες ιδεολογίες είναι αντικειμενικά καταστρεπτικές). Η πίστη λοιπόν ότι η βία μπορεί να μειώνεται όσο πιο ηθικές ιδεολογίες ακολουθούμε, δηλαδή ότι αρκεί μια ιδεολογία να κηρύττει τη μη βία ώστε να εξαλείφεται η βία, είναι αφελής. Οι θεωρητικά μη βίαιες ιδεολογίες ήταν και είναι, πρακτικά, εξίσου βίαιες με όσες εξιδανίκευαν τη δύναμη και την βία. Ασφαλώς αφελής είναι και η τυχόν παρανόηση της θέσης μας, η οποία παρανόηση ισχυρίζεται ότι για την καταπολέμηση της βίας πρέπει να καταργηθούν οι ιδεολογίες: γιατί κι αυτή η άποψη περί κατάργησης των ιδεολογιών είναι μια ιδεολογία, η οποία είναι επιθετική (προς τις υπόλοιπες ιδεολογίες και προς τις ιδεολογίες που λεν ότι είναι αδύνατη η κατάργηση των ιδεολογιών) προς την αντίθετή της άποψη. Δηλαδή αν έχει την δύναμη μέσω νόμων, υλικού πλούτου κ.λπ., να φιμώσει ή αποκλείσει κοινωνικά την αντίπαλη άποψη και τις υπόλοιπες ιδεολογίες, το πράττει (για παράδειγμα η κυρίαρχη σήμερα ιδεολογία του «πολιτικά ορθού»). Και είναι δυνάμει εξίσου βίαια με τις υπόλοιπες (αφού έχει τη δύναμη του κράτους). (23/4/2007)
Ζιράρ, Νίτσε, αποδιοπομπαίος τράγος, βία και σωτηρία της ανθρωπότητας.
Ζιράρ και Νίτσε.
Ο γάλλος φιλόσοφος Ζιράρ, αναφορικά με την βία, στο ενδιαφέρον βιβλίο του Εθεώρουν τον Σατανά ως αστραπή, μέμφεται την νιτσεϊκή άποψη ότι η ανθρωποθυσία μεμονωμένων ατόμων είναι πράξη απαραίτητη για την διατήρηση του ανθρώπινου γένους. Από την άλλη όμως, ως Χριστιανός, δεν μπορεί παρά να είναι υπέρ της ανιδιοτέλειας, άρα και της αυτοθυσίας ορισμένων. Ασφαλώς η βία είναι ο καθοριστικός παράγων: στις ανθρωποθυσίες υπάρχει βία από τους άλλους, στην αυτοθυσία δεν υπάρχει βία από τους άλλους. Και στις δύο περιπτώσεις όμως το ανθρώπινο γένος διατηρείται μέσω της θανάτωσης λίγων ή κάποιου. Έτσι, αν όλοι αποζητούσαν να θυσιαστούν εθελούσια για χάρη του ανθρώπινου γένους, είτε θα κατέληγαν να τσακώνονται για το ποιος θα θυσιαστεί είτε, αν θυσίαζαν όλοι τον εαυτό τους υπέρ της ανθρωπότητας, η ανθρωπότητα θα εξαφανιζόταν ολόκληρη. Άρα η εκδοχή της καλλιέργειας τού ήθους της αυτοθυσίας αντί της ανθρωποθυσίας δεν οδηγεί πουθενά, εκτός κι αν υποθέσουμε ότι λίγοι είναι πραγματικά πρόθυμοι να αυτοθυσιαστούν. Όμως η ύπαρξη (λίγων ή πολλών) ατόμων που στην δεδομένη κρίσιμη στιγμή είναι πρόθυμοι να αυτοθυσιαστούν εξαρτάται από την καλλιέργεια, όχι σε λίγους αλλά σε όλους, της προτροπής για αυτοθυσία όποτε χρειαστεί και, επομένως (αν πάμε τη σκέψη μας παραπέρα), εάν αυτή η καλλιέργεια είναι απολύτως επιτυχής, δηλαδή γίνει αποδεκτή από όλους, τότε όλοι θα αυτοθυσιαστούν στην δεδομένη κρίσιμη στιγμή· κι έτσι θα εξαφανιστεί η ανθρωπότητα για χάρη της ανθρωπότητας. Η «ανιδιοτέλεια» και αυτοθυσία των λίγων έχει πρακτικό αποτέλεσμα λοιπόν μόνο όταν η παιδεία η οποία προτρέπει όλους στην αυτοθυσία δεν γίνεται αποδεκτή από όλους. Γιατί, αν γινόταν αποδεκτή από όλους, όλοι θα αυτοθυσιάζονταν. Επομένως η προτροπή για καλλιέργεια του ήθους της αυτοθυσίας (σε όλους, αναγκαστικά) αντί της ανθρωποθυσίας υποσκάπτει τον σκοπό της καλλιέργειας του ήθους αυτού, ο οποίος είναι η σωτηρία της ανθρωπότητας. Υπό μία έννοια η αυτοθυσία συνεπάγεται τη διάπραξη βίας μόνο πάνω στον εαυτό μας, δηλαδή τη μη βεβήλωση με ανθρώπινο αίμα των «χεριών» της κοινότητας, προκειμένου να επιβιώσει η τελευταία. Πόσο εφικτή όμως είναι η καλλιέργεια του ήθους αυτού συγκρινόμενη με την ανθρωποθυσία, δηλαδή τη βία της κοινότητας επί ολίγων χάριν της επιβίωσης; (/19/8/2007)
Ο Ζιράρ αναφέρει ότι εξαιτίας της μέριμνας για τα θύματα ο δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζεται από την εκπληκτική μακροζωία, που οφείλεται στη συνεχή ανανέωση και την εξάπλωση των εκλεκτών της, αντικρούοντας την νιτσεϊκή άποψη ότι η φροντίδα για τους αδύναμου οδηγεί στην παρακμή. Στο σημείο αυτό διαπράττει ένα "ιδεαλιστικό" λάθος: Γιατί αφενός η μέριμνα για τους δικούς μας δεν είναι χαρακτηριστικό του δυτικού χριστιανικού πολιτισμού, αλλά χαρακτηριστικό κάθε πολιτισμού και γιατί αφετέρου η μακροζωία της Δύσης οφείλεται ακριβώς στην απόλυτη επίδειξη υλικής δύναμης έναντι των υπολοίπων πολιτισμών και όχι στην, πολύ πρόσφατη, μέριμνα για τα θύματα και τους αδύναμους της Δύσης ή άλλων πολιτισμών. Αλλά, θεωρητικά, ποιος έχει δίκαιο για τη μέριμνα των αδύναμων, των εκφυλισμένων κ.λπ. ως προς τα αποτελέσματά τους στην επιβίωση μιας κοινωνίας ή ενός πολιτισμού, είναι ένα θέμα δύσκολο. Γιατί είναι σίγουρο ότι μια κοινωνία η οποία αδιαφορεί για τα μέλη της φθείρεται γρήγορα ή γρηγορότερα από μια κοινωνία αλληλεγγύης. Αλλά, από την άλλη, μια κοινωνία η οποία επικεντρώνεται στην αδυναμία, τον αδύναμο, τα θύματα, αναγκαστικά γεμίζει η ίδια από αδυναμία και από θύματα κι, επομένως - αφού τα βάρη των δυνατών ή ανιδιοτελών οι οποίοι φροντίζουν για τα θύματα αυξάνονται - καταρρέει. Η Δύση, πάντως, δεν ηγεμόνευσε από τα 1500 κ.ε. επειδή έδειχνε αλληλεγγύη προς τους απόκληρούς της, αλλά επειδή εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τους δικούς της αδύναμους (φεουδαρχία, καπιταλισμός) και τον υπόλοιπο κόσμο (οι οποίοι ήταν υλικά πιο αδύναμοι). Ανεξάρτητα του αν οι θεωρητικές ρίζες της μέριμνας για τα θύματα είναι πολύ παλιές και δυτικές/χριστιανικές, η ενδυνάμωση δεν προήλθε από αυτήν τη μέριμνα, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ή άκρα εκλέπτυνση ενός πολιτισμού και όχι η βάση του.
Ο Ζιράρ μέμφεται τη νιτσεϊκή άποψη ότι η τοποθέτηση υπέρ των θυμάτων έχει τις ρίζες της σε μια δουλική μνησικακία. Αναφέρει ότι ο Νίτσε νομίζει πως αντίκειται στο αγελαίο πνεύμα των μνησίκακων δούλων ενώ στην πραγματικότητα δεν αναγνωρίζει στον Διόνυσο την πιο ακραία έκφραση του αγελαίου πλήθους, την κτηνώδη βία κατά των λίγων θυμάτων ή κατά του έκαστου, κάθε φορά, αποδιοπομπαίου τράγου. Θεωρεί πως ο Διόνυσος είναι ο κοπαδισμός τον οποίον ακριβώς θέλει να καταπολεμήσει ο Νίτσε. Ο Διόνυσος είναι όμως και το ένα και το άλλο: Και ο κοπαδισμός αλλά και η αντιπάθεια στον απολλώνιο καθωσπρεπισμό (ενδιαφέρον είναι ότι για ορισμένους η Δημοκρατία οφείλεται στον Διόνυσο - ενώ ο Νίτσε προτιμά τον Διόνυσο από τον Εσταυρωμένο και ταυτόχρονα θεωρεί το Χριστιανισμό αντιδιονυσιασμό ως υπαίτιο του δημοκρατικού εξισωτισμού). Και η απελευθερωτική (από την απολλώνια δουλεία) χαρά αλλά και η τρέλλα (που επιτίθεται στους διαφορετικούς) του κοπαδιού. Αλλά και οι δυο απόψεις, των Ζιράρ και Νίτσε, εμφορούνται από έναν ελιτισμό: Η μία θεωρεί χυδαίο όχλο μνησίκακων τους πολλούς δούλους που όντας αδύναμοι και θύματα αλληλοϋποστηρίζονται αναμεταξύ τους περιφρονώντας τους λίγους εκλεκτούς και δυνατούς, ενώ η άλλη θεωρεί χυδαίο κοπάδι εκείνους που επιτίθενται στα θύματα και, αντίθετα, ήρωες και εκλεκτούς όσους αντιστέκονται στο κοπάδι. Τελικά και οι δυο απόψεις συμφωνούν ότι οι πολλοί είναι αξιοπεριφρόνητο κοπάδι και, κάθε μία, φωτίζει διαφορετικές απόψεις και στιγμές της δράσης του κοπαδιού: Ο Νίτσε την ισοπεδωτική προς τα κάτω μνησικακία των πολλών αδύναμων, ο Ζιράρ, που μέμφεται την νιτσεϊκή τρέλλα, την ωμή βία του πλήθους. Ακριβώς επειδή οι δυο φιλόσοφοι βλέπουν το πλήθος σε διαφορετικές στιγμές, είναι αδύνατη μια ψύχραιμη σύγκριση και αποτίμηση του δικαίου του καθενός. Γιατί, αφενός είναι σίγουρο ότι η μνησικακία των πολλών μπορεί να οδηγήσει σε θυματοποίηση ενός ξεχωριστού ή δυνατού ανθρώπου κι όχι ενός αδύναμου κι απόκληρου. Άλλωστε, όπως συμφωνεί κι ο Ζιράρ, το πλήθος στρέφεται εναντίον των ξεχωριστών ανθρώπων, είτε αυτοί είναι ανώτεροι, δυνατοί, σοφοί, είτε κουτσοί, ανάπηροι και απόκληροι: Αρκεί κάποιοι να διαφέρουν από τον μέσο όρο, ώστε να θυματοποιηθούν από το πλήθος. Η μνησικακία στρέφεται τόσο προς τα πάνω (Νίτσε) όσο και προς τα κάτω (Ζιράρ). Είναι ενδιαφέρων ότι ο δεύτερος παραθέτει μια ρήση ενός φιλοσόφου "αν όλοι συμφωνούν ότι κάποιος είναι ένοχος, τότε αυτός δεν είναι ένοχος". Πρόκειται για μια παρανόηση της ιδέας της δικαιοσύνης λόγω του πολύ δικαιολογημένου συχνά φόβου οι πολλοί να έχουν άδικο και απλώς να παραληρούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει ότι όποιος είναι μόνος δεν είναι κι ένοχος, απλώς επειδή είναι μόνος απέναντι στο πλήθος. Ο Ζιράρ, ακριβώς επειδή ξεχνά ότι η μνησικακία του αγελαίου πλήθους δεν στρέφεται (εκτός από τους δικαίως ενόχους) μόνο κατά των αδύναμων αθώων αλλά και κατά των ανώτερων, ξεχωριστών ανθρώπων, θεωρεί ότι η συμπόνια για τα θύματα είναι αντινιτσεϊκή: όμως πιθανότερο είναι ότι ο Νίτσε θεωρούσε "άδικη" την σημερινή κατάσταση ισοπέδωσης, στην οποία οι ανώτεροι άνθρωποι, οι "αριστοκράτες" υφίστανται την αγελαία μνησικακία. Δηλαδή κι ο Νίτσε θα υπερασπιζόταν τα θύματά του, όπως ο Ζιράρ, μόνο που ως θύματα αναγνώριζε τους ανώτερους "αριστοκράτες" - παρ' όλο που θεωρητικά στρέφεται - ο Νίτσε - κατά κάθε είδους συμπόνιας, ακόμη και προς τους ανώτερους ανθρώπους. Άρα η συμπόνια για τα θύματα εξαιτίας του αισθήματος της δικαιοσύνης είναι κάτι πανανθρώπινο κι όχι αντινιτσεϊκό, μόνο που - όπως στην περίπτωσή μας - θύματα είναι δυνατόν να θεωρηθούν είτε οι αδύναμοι απόκληροι είτε οι ανώτεροι ξεχωριστοί. (9/9/2008)
Αποδιοπομπαίος τράγος.
Η βία κατά των λίγων μπορεί να είναι ή να μην είναι δίκαιη. Η μομφή ενάντια στην οχλοκρατία του πλήθους δεν μπορεί να διαχωριστεί ξεκάθαρα από κάποια αντιδημοκρατικότητα. Γιατί δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ της δημοκρατικότητας και της οχλοκρατίας. Ούτε τα θύματα είναι πάντοτε αθώα. Συνιστά ηρωισμό η υπεράσπιση του δικαίου των λίγων ενάντια στη θέληση των πολλών, αλλά ήρωες αισθάνονται λ.χ. και όσοι υπερασπίζονται τους (λίγους) τυράννους έναντι του "αγελαίου πλήθους" νομίζοντας ότι υπερασπίζονται μια δίκαιη υπόθεση. Η δίκαιη ή άδικη καταδίωξη μιας μειοψηφίας ή ατόμου δεν καθορίζεται από το γεγονός ότι αυτή είναι μια μειοψηφία ή ότι το άτομο αυτό είναι μόνο απέναντι στους πολλούς. Η ομοψυχία λ.χ. απέναντι σε ένα δικτάτορα μπορεί να είναι κάτι καλό και όχι δείγμα διονυσιακής, αντιχριστιανικής παραφροσύνης του κοπαδιού. Στο σημείο αυτό ο Ζιράρ κάνει ένα ανεπίτρεπτο λάθος. Κι αν οι μύθοι είναι προκατειλημμένοι εναντίον του θύματος, θεωρώντας το δίκαια διωκόμενο, η αντίθετη άποψη, ότι το ομόψυχα διωκόμενο θύμα είναι πάντα άδικα διωκόμενο, είναι λανθασμένη.
Καταγγέλλοντας τη δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων, δηλαδή θυμάτων, στους οποίους θα ξεσπάσουμε, δεν σταματάμε το παιχνίδι της δημιουργίας νέων θυμάτων. Αυτό το κατανοεί κι ο Ζιράρ παρατηρώντας ότι επιδιδόμαστε σε ένα κυνήγι αποδιοπομπαίου τράγου σε δεύτερο επίπεδο, σε ένα κυνήγι των κυνηγών του αποδιοπομπαίου τράγου. Δηλαδή κυνηγάμε τους κυνηγούς μαγισσών, πράγμα που πρακτικά δε διαφέρει από το κυνήγι μαγισσών. Μάλιστα, επίσης σωστά παρατηρεί ότι καταγγέλλουμε τους άλλους κυνηγούς άλλων μαγισσών ενώ ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι οι δικές μας μάγισσες, τις οποίες κυνηγάμε, είναι δίκαια ένοχες. Και βέβαια το ίδιο πράττουν οι άλλοι κυνηγοί μαγισσών, όπως εμείς. Διότι μας αρέσει να δείχνουμε ενδιαφέρον για τα θύματα εκείνα, τις "μάγισσες", τα οποία θα μας δώσουν την ευκαιρία να επιτεθούμε στους κυνηγούς τους - ειδικά αν προϋπάρχει αντιπάθεια προς αυτούς εκ μέρους μας. Αλλά έτσι ο Ζιράρ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να καταγγέλλει ως μάγισσα ολόκληρη την ανθρωπότητα, αδιάφορο του αν εντάσσει τον εαυτό του σε αυτήν. Είναι η φυσική απόληξη του κυνηγιού κυνηγών μαγισσών: Η ενοχοποίηση και αυτοθυματοποίηση όλης της ανθρωπότητας, μια κατάσταση όπου όλοι είναι κυνηγοί κυνηγών, κυνηγώντας εκτός από τους άλλους κυνηγούς και τον εαυτό τους. Αλλά, παραδόξως, φαίνεται ότι η εξάλειψη της ύπαρξης κυνηγών δεν επιτυγχάνεται με την διαπίστωση ότι υπάρχουν κυνηγοί μαγισσών και αδίκως θυματοποιημένων ατόμων ή μειοψηφιών. Η "αποκάλυψη" και καταγγελία του μηχανισμού του αποδιοπομπαίου τράγου, του αγελαίου όχλου ο οποίος ομόψυχα καταδικάζει αδίκως (;) ένα άτομο ή μια μειοψηφία οδηγεί στη μετατροπή όλων σε θύματα και σε κυνηγούς κυνηγών. (9/9/2008)
Ο τρόπος με τον οποίον οι δύο αντίπαλοι συμμαχούν προκειμένου να δουν στο πρόσωπο ενός τρίτου τον φταίχτη της φανταστικής ή υπαρκτής κακοδαιμονίας τους αναλύεται από το Ζιράρ (Εθεώρουν.., σ. 47-8) όχι αρκετά καλά ωστόσο: "Ενώ στην αρχή οι ανταγωνιστές κρατούν σταθερή στάση εν μέσω συγκρούσεων αρκετά σφοδρών ώστε να εξασφαλίζουν μια σταθερότητα, όσο περισσότερο φρενιάζουν, τόσο το παιχνίδι των σκανδάλων τούς μετατρέπει σε όχλο αδιαφοροποίητων ατόμων. Στους κόλπους αυτής της ομοιογενούς μάζας οι μιμητικές παρορμήσεις δεν συναντούν κανένα πρόσκομμα και εξαπλώνονται ραγδαία. Η εξέλιξη αυτή ευνοεί τις πιο παράξενες μεταστροφές, τις πιο απρόσμενες συμμαχίες. Τα σκάνδαλα μοιάζουν αρχικά άτεγκτα, σταθερά επικεντρωμένα σε συγκεκριμένους ανταγωνιστές, που βρίσκονται εσαεί σε διαφορετικά στρατόπεδα λόγω του αμοιβαίου μίσους, στα προχωρημένα όμως στάδια αυτής της πορείας συμβαίνουν αλλαγές, ανταλλαγές, ανάμεσα στα ανταγωνιστικά μέρη. Τα σκάνδαλα γίνονται "ευκαιριακά". Αφήνονται εύκολα να θαμπωθούν από κάποιο άλλο σκάνδαλο, ανώτερο ως προς τη μιμητική σαγήνη που ασκεί. Οι σκανδαλιζόμενοι απομακρύνονται, εν ολίγοις, από τον αρχικό τους αντίπαλο, τον οποίο έδιναν την εντύπωση πως δεν μπορούν να αποχωριστούν, προκειμένου να υιοθετήσουν το σκάνδαλο του διπλανού τους. Αυτό που καθορίζει τη σαγήνη που ασκούν τα σκάνδαλα είναι ο αριθμός και το κύρος όσων κατορθώνουν να σκανδαλίσουν. Τα μικρά σκάνδαλα τείνουν να συγχωνεύονται με τα μεγαλύτερα, ενώ αυτά, με τη σειρά τους, μιαίνονται αμοιβαία έως ότου τα ισχυρότερα αφομοιώσουν τα ασθενέστερα. Πρόκειται για το μιμητικό ανταγωνισμό των σκανδάλων, που συνεχίζεται έως ότου το πιο κεντρικό, το πιο πολωτικό σκάνδαλο επικρατήσει στο προσκήνιο. Τότε ολόκληρη η κοινότητα στρατεύεται ενάντια σε ένα και μόνο άτομο". Κι εξηγούμαστε:
Αυτό που δεν στέκει είναι - αν ο Ζιράρ την εξυπονοεί - η ντετερμινιστική κίνηση από τα πολλά σκάνδαλα στο ένα σκάνδαλο, το μίσος των πολλών εναντίον του ενός, δηλαδή ότι το "όλοι εναντίον ενός" είναι το βέβαιο αποτέλεσμα ενός αριθμού πολλών άσχετων αναμεταξύ τους σκανδάλων αντί της απλής δημιουργίας επιμέρους ομάδων οι οποίες αλληλοαντιμάχονται δίχως να καταλήξουμε στην κατάσταση "όλοι εναντίον ενός". Κι εδώ ισχύει ό,τι ισχύει στην περίπτωση της κριτικής της "ελληνορθόδοξης" λύσης τού Ζιάκα, μόνο που αντί για ένα υπέρτερο τού αμοιβαία ποθητού πράγματος-αντικειμένου αντικείμενο, το οποίο (το υπέρτερο) κάνει τους ανταγωνιστές να πάψουν να ανταγωνίζονται για την κατοχή του αμοιβαία ποθητού πράγματος, στην περίπτωση αυτή έχουμε ένα αμοιβαία μισητό αντικείμενο ή άτομο, το οποίο (φαίνεται - στους ανταγωνιζόμενους - ότι αξίζει να) μισείται περισσότερο από ότι ο ένας ανταγωνιστής μισεί τον άλλον για την κατοχή ενός αμοιβαία ποθητού αντικειμένου. Η κοινή έχθρα προς ένα τρίτο αντικείμενο ή άτομο οδηγεί σε συμμαχία και αποσόβηση του αρχικού μίσους. Αυτή η εξέλιξη είναι ενδεχόμενη, δεν είναι όμως απαραίτητη. Για παράδειγμα, ο Α και ο Β αντιμάχονται αναμεταξύ τους, ώσπου ο Α λέει στον Β "ήταν ο Γ αυτός ο οποίος μού είπε ότι εσύ τού είπες άσχημα λόγια για εμένα". Εάν ο Β δεχθεί τη δικαιολογία του Α για το λόγο της διαμάχης μεταξύ Α-Β και καταγγείλει στον Α τον Γ ως συκοφάντη και εάν ο Α πιστέψει την καταγγελία του Β, τότε οδηγούμαστε στην κατάσταση "όλοι εναντίον ενός". Εάν είτε ο Β αρνηθεί την δικαιολογία του Α είτε ο Α δεν πιστέψει την καταγγελία του Β, τότε η διαμάχη (το σκάνδαλο του Ζιράρ) δεν οδηγείται στο " όλοι εναντίον ενός".
Μπορεί να πει κανείς ότι έχουμε τις εξής πιθανές συνέπειες, όταν δυο άτομα, ομάδες κ.ο.κ. Α και Β ανταγωνίζονται για ένα αμοιβαία ποθητό, αποκλειστικό (δηλαδή μη δυνάμενο να μερισθεί και στους δύο, είτε καθόλου είτε με τρόπο ικανοποιητικό) Πράγμα
1. Όταν το μίσος για κάποιο κοινό μισητό αντικείμενο/άτομο είναι μεγαλύτερο από το μίσος μεταξύ Α και Β εξαιτίας του αμοιβαία ποθητού Πράγματος, τότε οδηγούμαστε στην αρχή "Όλοι εναντίον ενός" (Α και Β εναντίον του κοινά μισητού Γ).
2. Όταν το όφελος από άλλο πράγμα μη αποκλειστικό και προσπορίζον κοινό όφελος στους Α και Β είναι μεγαλύτερο από το όφελος που προσκομίζει για τον καθέναν από τους Α και Β (ή για έναν από αυτούς) το αμοιβαία ποθητό, αποκλειστικού Πράγμα, τότε έχουμε την "ελληνική λύση" του Ζιάκα.
3. Όταν δεν υπάρχει κανένα κοινό όφελος για τον Α κα τον Β ταυτόχρονα από άλλο Πράγμα μη αποκλειστικό, τότε έχουμε τη συνέχεια της διαμάχης, ενδεχομένως την αναζήτηση συμμαχιών (με πιθανή εξέλιξη είτε την περίπτωση 1, δίχως να αποκλείεται η μάχη μέχρι θανάτου ή κόπωσης δίχως επέμβαση/συμμαχία τρίτων οι οποίοι καραδοκούν).
4. Όταν δεν υπάρχει κάποιο κοινά μισητό αντικείμενο, ώστε να προκύψουν συμμαχίες (ή αν υπάρχει, αλλά το κοινό μίσος είναι μικρότερο του μίσους μεταξύ Α και Β: το αντίστροφο της περίπτωσης 1.), τότε έχουμε το "Όλοι εναντίον όλων".
Ενδιαφέρον έχει και η άποψη του Ζιράρ ότι όσο περισσότερο ανταγωνίζονται δύο άτομα, τόσο περισσότερο όμοιοι γίνονται, και αντιστρόφως, ότι μόνο σε κατάσταση ομοιότητας των ατόμων ο ανταγωνισμός μεγιστοποιείται. Αυτό αξίζει ανάλυσης: είναι άραγε η ομοιότητα ή η διαφορετικότητα αυτή η οποία προκαλεί την περισσότερη επιθετικότητα και τον ανταγωνισμό;
Η ομοιότητα είναι πάντοτε μόνο μερική. Ακόμη και στην σημερινή μαζική δημοκρατία, με την ομοιότητα της ισοδυναμίας της ψήφου, τα κοινά ατομικά δικαιώματα κ.ο.κ., η διαφορετικότητα εξοβελίζεται από το θεωρητικό πολιτικό επίπεδο στο πρακτικό επίπεδο του πλούτου. Έτσι, ο πλούσιος και ο φτωχός είναι πολιτικά όμοιοι, αλλά ταξικά ανόμοιοι και η αντιπαράθεση μεταξύ τους οφείλεται όχι στην πολιτική, εκεί όπου είναι αποδεκτό πως είναι ίσοι, αλλά εκεί που είναι ανόμοιοι, στην κατοχή του πλούτου. Μεταξύ ομοίων, πάλι, μπορούμε να δούμε έναν ανταγωνισμό βάσει ενός ανώτερου προτύπου (του πλουσιότερου, της καλλίτερα ντυμένης κοκ). Η ομοιότητα που έχει κατά νου ο Ζιράρ είναι η εξομοίωση τμήματος του χαρακτήρα το οποίο αναφέρεται σε ένα κοινό πεδίο δραστηριότητας. Το πεδίο αυτό είναι κοινό, αλλά τα περιεχόμενα/η σημασία που δίνεται σε αυτό από τους "όμοιους" είναι αντίθετων προσήμων. Αλλά η κοινότητα του πεδίου δε σημαίνει ομοιότητα συνολική των ανταγωνιζόμενων ατόμων. Δεν πρέπει, πάντως, να γίνει δεκτή η ένσταση ότι οι ανταγωνιζόμενοι μάχονται για ασήμαντη αφορμή. Η σημαντικότητα ενός πράγματος είναι μια νοηματοδότηση, που δεν μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί αληθής ή ψευδής. Π.χ. το χρήμα εκτός κοινωνίας, στη φύση, είναι άχρηστο, εντός της κοινωνίας θεωρείται πολύτιμο.
Έχουμε δει στην ιστορία τόσο αγώνες μεταξύ ανόμοιων, π.χ. φτωχοί εναντίον πλουσίων και αντίστροφα, έχουμε δει όμως και αγώνες μεταξύ δυνατών (Α' Παγκόσμιος Πόλεμος) όπως και μεταξύ αδυνάτων (Βαλκανικοί Πόλεμοι). Αναπόφευκτα ο Α' ΠΠ (πόλεμος μεταξύ ισχυρών όμοιων) ήταν ποσοτικά καταστρεπτικότερος από ό,τι οι Βαλκανικοί (πόλεμος μεταξύ αδύναμων όμοιων) λόγω των πολεμικών δυνατοτήτων/μέσων που διαθέτουν οι ισχυροί όμοιοι. Από την άλλη οι Ναζί εναντίον των Εβραίων (ανόμοιοι) προκάλεσαν καταστροφές πρωτόγνωρες, συνήθως όμως σε περιπτώσεις ανταγωνισμού ανόμοιων (ισχυρού-ανίσχυρου) επικρατούσε γρήγορα ο ισχυρός, οπότε οι καταστροφές ήταν μικρότερες. Ως προς την επιθετικότητα όμως δεν μπορούμε να πούμε ότι το μίσος εναντίον του όμοιου είναι αναγκαστικά μεγαλύτερο από το μίσος εναντίον του ανόμοιου, ούτε και το αντίστροφο, δεν ισχύει, δηλαδή, κάποια γραμμική αναλογία επιθετικότητας και των (αμοιβαία) καταστρεπτικών επιπτώσεών της. (13/1/2009) Είναι άλλο πράγμα το μίσος και άλλο η δυνατότητα εκδήλωσής του.
Αριστερή βία.
Η αριστερή βία καταγγέλλεται από την παραδοσιακή και από την νεοφιλελεύθερη δεξιά ως ανορθολογισμός, ως καταστροφικό παραλήρημα βίαιων ατόμων κατά της τάξης και της ειρήνης. Η καταγγελία αυτή στην περίπτωση της παραδοσιακής δεξιάς αναφέρεται περισσότερο στην απόπειρα κατάργησης της τάξης και της γαλήνης, ενώ στην περίπτωση της νεοφιλελεύθερης δεξιάς έχουμε καταγγελίες της βίας γενικά και αόριστα και επιμονή στον πολιτισμένο διάλογο και στην αποφυγή ακροτήτων. Η κριτική και των δύο όψεων της δεξιάς φαίνεται να αγνοεί ότι η πραγματικότητα όπως είναι διαμορφωμένη οφείλεται εν τέλει στην υλική-κοινωνική βία. Γιατί οι συγκεκριμένοι νόμοι εκφράζουν συγκεκριμένες απόψεις και προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί απόλυτα δεν βασίζονται μόνο στην πειθώ αλλά και στην έννομη βία. Η Τάξη και η Γαλήνη είναι πανανθρώπινα ιδανικά, αλλά η συγκεκριμένη τάξη, αυτή ενάντια στην οποία στρέφεται λ.χ. η αριστερή βία, δεν είναι παρά μία ερμηνεία της. Έτσι, η κριτική προς την αριστερή βία προϋποθέτει τη θεώρηση της βίας ως γενικά απαράδεκτης, προϋποθέτει ένα σύμπαν διαλόγου, στο οποίο ίσως η βάση κάθε επιχειρηματολογίας μπορεί να συζητηθεί με ορθολογικά επιχειρήματα. Όμως τέτοιο σύμπαν δεν υπάρχει, η βάση κάθε επιχειρηματολογίας δεν είναι συζητήσιμη ορθολογικώς. Η εναντίωση στη βία ως απαράδεκτη έρχεται σε αντίφαση με την αποδοχή της κρατικής (εκ μέρους των παραδοσιακών δεξιών) και της νεοφιλελεύθερης βίας. Αν κάθε μορφή βίας είναι απαράδεκτη, τότε η αποδοχή της κρατικής/νεοφιλελεύθερης βίας είναι λανθασμένη.
Από την άλλη, οι Αριστεροί, αν και αντιλαμβάνονται περισσότερο τα παραπάνω, προσπαθούν επίσης να δείχνουν ότι η δική τους βία είναι έλλογη, ίσως αναγκαία. Όπως οι δεξιοί, που θεωρούν έλλογη την κρατική/νεοφιλελεύθερη βία, έτσι και αυτοί θεωρούν την επαναστατική βία (είτε τα απλά "σπασίματα" είτε την οργανωμένη επανάσταση) έλλογη. Επίσης έχουν μια αμφίρροπη στάση προς τα ανοργάνωτα ξεσπάσματα διάφορων κοινωνικών ομάδων (π.χ. νέων). Τα αποδέχονται, ως αυθόρμητα, προκειμένου να τα χειραγωγήσουν και να τα καθοδηγήσουν σύμφωνα με τους ευρύτερους (δίκαιους) σκοπούς τους. Όμως τέτοια ξεσπάσματα είναι απλώς ξεσπάσματα δίχως ευρύτερη προοπτική, είναι αιτήματα απόδοσης μόνο συντεχνιακής δικαιοσύνης, και όταν επιχειρείται η "συνειδητοποίηση", τότε η μαζικότητά τους χάνεται. Πέρα από μια θολή αγανάκτηση εναντίον των διάφορων ενόχων δεν εμπεριέχουν τίποτε. Η αναποτελεσματικότητα τέτοιων αυθόρμητων ξεσπασμάτων φανερώνεται όχι μόνο στην προφανή αυθόρμητη τύφλωση των χτυπημάτων (καταστροφή δημόσιας περιουσίας) αλλά στο ότι οδηγούν σε συντηρητικοποίηση άλλες κοινωνικές ομάδες, ενάντια και στις οποίες στρέφονται τα αυθόρμητα ξεσπάσματα. Έτσι, αντί να δημιουργούνται συμμαχίες με άλλες ομάδες εκτός αυτής που κάθε φορά διαδηλώνει, το ένα κομμάτι στρέφεται εναντίον του άλλου και η ενεργητικότητα ξοδεύεται άσκοπα. Ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει Επανάσταση δίχως "να σπάσει βιτρίνα", δίχως επεισόδια στους δρόμους, όμως το ότι υπάρχουν αυθόρμητα ξεσπάσματα δε σημαίνει ότι βρισκόμαστε στην παραμονή της Επανάστασης, συνεπώς πρέπει να τεκμηριώνεται αν και με ποιο τρόπο τα ανοργάνωτα ξεσπάσματα οδηγούν στο ποθητό αποτέλεσμα, πώς απομονώνονται αντικοινωνικές συμπεριφορές κ.ο.κ. Και, φυσικά, ένας τέτοιος τρόπος υποδεικνύεται από επίσημους ή ανεπίσημους καθοδηγητές, τίθεται το θέμα της εξουσίας-καθοδήγησης. Τέτοια αυθόρμητα ξεσπάσματα επίσης δεν καλωσορίζονται όταν απαιτείται άμεση υποταγή σε δεδομένη πρωτοπορία, αλλά ουσιαστικά όσοι τα καλωσορίζουν θέλουν να παίζουν το ρόλο της πρωτοπορίας, του χαλίφη στη θέση του χαλίφη. (17/1/2009)
Βία/Δύναμη, πρότυπα και η αλλαγή της κοινωνίας.
Η διερώτηση για το τι προκαλεί την αλλαγή και τον μετασχηματισμό της κοινωνίας είναι ένα θέμα πολύ ενδιαφέρον. Από τη μία υπάρχει η άποψη ότι η αλλαγή/μετασχηματισμός της κοινωνίας γίνεται μόνο όταν κάποια νέα πρότυπα και αντιλήψεις περί ανθρώπου ή κοινωνικής, οικονομικής, θρησκευτικής κ.λπ. δομής αντικαταστήσουν τα παλιά, διαφορετικά η επιβολή βίας ώστε να αλλάξει μια κοινωνία δεν οδηγεί στην αλλαγή ή αν οδηγήσει, η αλλαγή είναι επιφανειακή ή σύντομη. Από την άλλη υπάρχει η άποψη ότι όποιος έχει την κοινωνική ισχύ μπορεί να επιβάλει και τα δικά του, νέα πρότυπα ως κυρίαρχα κοινωνικώς στη θέση των παλιών κοινωνικών προτύπων. Αν λοιπόν κανείς αποκτήσει κοινωνική ισχύ (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, αριθμητική), επιβάλλει και τα πρότυπά του ως δίκαια, αυτονόητα, ηθικά. Προφανώς η κάθε άποψη εξετάζει τα αίτια σε διαφορετική στιγμή. Και μάλλον είναι ο συνδυασμός προτύπων και ισχύος αυτός που καθιστά μια κατάσταση κυριαρχίας μόνιμη.
Ασφαλώς, προκειμένου να υπάρξει αμφισβήτηση του κυρίαρχου προτύπου ή της κυρίαρχης ομάδας/τάξης, πρέπει να υπάρξει κάποιος ο οποίος σκέφτεται, δημιουργεί, φαντάζεται ένα νέο πρότυπο/αντίληψη περί ανθρώπου και κοινωνίας, το οποίο αντιπαραθέτει στο κυρίαρχο πρότυπο. Έτσι, χρονικά προηγείται η εμφάνιση του νέου προτύπου από την εκδήλωση της ισχύος τού φορέα τού νέου προτύπου. Πολλές φορές το νέο πρότυπο είναι αντιστροφή του κυρίαρχου προτύπου ή μεθερμηνεία του με βάση τις νέες συνθήκες. Η μεθερμηνεία αυτή μπορεί να γίνεται συνειδητά ή μπορεί ο φορέας της να πιστεύει ότι δεν αντικαθιστά αλλά αποκαθιστά στην πραγματική του, ορθή ερμηνεία, το κυρίαρχο πρότυπο. Ισχύει δηλαδή, τότε, ο συνδυασμός θέλησης για κοινωνική ισχύ και ταυτόχρονα ειλικρινούς πίστης στο δίκαιο της υπόθεσης. Κάτι τέτοιο ίσχυσε, για παράδειγμα, με τον Προτεσταντισμό. Οι φορείς του δεν πίστευαν ότι εναντιώνονταν στον Χριστιανισμό, αλλά ότι τον αποκαθιστούσαν στην αρχική, αυθεντική μορφή του. Οι φορείς αυτοί, κυρίως οι αστοί, εκμεταλλευόμενοι τις ασάφειες που κάθε ιδεολογία έχει δεν αντιτάχθηκαν στον Χριστιανισμό αλλά τον προσάρμοσαν στα μέτρα τους: στα μέτρα της αντίληψης η οποία δικαιολογούσε και εξυμνούσε ως ευάρεστες στον Θεό πράξεις το εμπόριο, τον τοκισμό, τις "κοσμικές" δραστηριότητες. Ο Προτεσταντισμός ανεξαρτήτως του ότι δεν επεδίωκε συνειδητά να δικαιολογήσει την οικονομική δραστηριότητα, δηλαδή να υπάρξει με κεντρικό σκοπό την δικαιολόγησή της, ήταν μια προσαρμογή του νέου πρότυπου στο παλαιότερο πρότυπο, έτσι ώστε η μορφή και τα λόγια να παραμένουν τα ίδια (και μάλιστα να υπερθεματίζεται η επιστροφή στον αυθεντικό Χριστιανισμό), ενώ στην πράξη χάρη στον Προτεσταντισμό και την αναδυόμενη αστική τάξη να έχουμε την διαφορά μεταξύ ενός μεσαιωνικού Δυτικού κι ενός αναγεννησιακού Δυτικού ανθρώπου.
Ωστόσο η χρονική προτεραιότητα της εμφάνισης του νέου προτύπου σχετικά με την εκδίπλωση της ισχύος τού φορέα του δεν σημαίνει ότι το πρότυπο προηγείται έναντι της ισχύος. Γιατί μέσα σε μια κοινωνία υπάρχουν πολλά πρότυπα, λίγα ή ένα κυρίαρχα, πολλά περιθωριακά. Το ότι αρχικώς δημιουργείται στα μυαλά λίγων ή ενός ανθρώπου ένα νέο πρότυπο περί Ανθρώπου/κοινωνίας δε σημαίνει απολύτως τίποτε για την κοινωνία, εάν δεν υπάρχει η κοινωνική ισχύς που το καθιστά υπολογίσιμο και περαιτέρω ελκυστικό στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας. Όταν ισχυροποιηθεί αρκετά ο φορέας/οι φορείς του νέου προτύπου δεν αποκτούν την κοινωνική κυριαρχία αυτομάτως, δια της παράδοσης των φορέων του κυρίαρχου προτύπου, ούτε δίχως βία. Καταρχήν, η παραπάνω προσαρμογή του νέου προτύπου (μέσω της μεθερμηνείας του παλαιού) μπορεί να διαρκέσει για όσο διάστημα απαιτείται προκειμένου να γίνει αποδεκτό (ως σοβαρός συνομιλητής) και να ισχυροποιηθούν οι φορείς του. Όταν η (κουκουλωμένη πίσω από τα μεθερμηνευόμενα πρότυπα) πολιτική-οικονομική-κοινωνική δύναμη γίνει τόσο προφανής, αποδεκτή και "αυτονόητη", τότε "σπάει το τσόφλι", βγαίνει το παλιό δέρμα, το παλιό μεθερμηνευμένο πρότυπο παραμερίζεται για χάρη της ανοικτής εξύμνησης του νέου προτύπου. Έτσι, οι αστοί αφού για 1-2 αιώνες εξυμνούσαν τη φωτισμένη δεσποτεία ή την προτεσταντική "κοσμικότητα", από κάποιο σημείο στον 18ο αιώνα και μετά εξυμνούσαν το "Αόρατο χέρι", το εμπόριο καθεαυτό (δίχως χριστιανικές προϋποθέσεις) ως, από μόνο του, ικανό για την επίτευξη της ανθρώπινης ευτυχίας κ.λπ. Επειδή κανείς δεν είναι διατεθειμένος να χάσει την εξουσία, συνήθως για τη μετάβαση από την κοινωνική κυριαρχία του ενός προτύπου στο άλλο απαιτείται και η συμβολική ή η μεγάλη έκρηξη βίας, για παράδειγμα ο αποκεφαλισμός του Άγγλου βασιλιά ή η Τρομοκρατία της Γαλλικής Επανάστασης αντίστοιχα.
Και αργότερα, αφού το νέο πρότυπο αναγνωριστεί ως κυρίαρχο κοινωνικά, δεν μπορεί
να επιβιώσει για πολύ ούτε αποκλειστικά χάρη στην αίγλη και πειθώ των ιδεών του
αλλά ούτε και αποκλειστικά χάρη στην (πλέον) έννομη βία που ασκούν οι φορείς
του. Η βία και η πειθώς διατηρούν στην εξουσία το κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο και
αλληλοσυμπληρώνονται, τόσο ως συνδυασμός τιμωρίας για όσους δεν το αποδέχονται -
εύνοιας για όσους το αποδέχονται όσο και επειδή αφενός ο φόβος/η
αποτελεσματικότητα της βίας οδηγεί στην πεποίθηση πως το πρότυπο είναι
ακαταμάχητο, άρα ορθό, αφετέρου επειδή η πειθώ της εκλογίκευσης δείχνει πως η
πραγματικότητα (στην οποία κυριαρχεί το συγκεκριμένο πρότυπο) είναι λογική,
φυσιολογική και πρέπει να συνεχιστεί να υπάρχει, έτσι ώστε να είναι δίκαιη η βία
κατά όσων της αντιστέκονται έχοντας κατά νου κάποιο νέο πρότυπο. (22/1/2009)
* * *
ΓΝΩΣΗ:
Υπάρχει το
"πράγμα καθεαυτό"; Κι αν υπάρχει, μπορεί η λογική να αποδειξει πως υπάρχει;
Μπορεί η λογική να αποδείξει πως επειδή ανάμεσα σε εμάς και τη φύση
παρεμβάλλονται οι αισθήσεις μας, αυτές αλλοιώνουν την αντικειμενική
πραγματικότητα; Σὰ δύσκολο δὲν εἶναι; Δὲν θὰ
ἔπρεπε ἡ ἴδια ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ νὰ ἀπαλλάξει πρῶτα τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὴν
κατηγορία πὼς ἑρμηνεύει τὸ σύμπαν μέσα ἀπὸ τὰ «μάτια τῆς λογικῆς»; ‘Υπάρχει
ἄραγε στὸν κόσμο μας μιὰ «τελείου γεωμετρικοῦ σχήματος» σφαίρα; Μόνο τῆς
ἀνθρώπινης λογικῆς δημιούργημα εἶναι. Μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ - ἢ νὰ μὴν ἀποδειχθεῖ -
πὼς τὸ ὅτι οἱ παγκόσμιοι φυσικοὶ νόμοι ἑρμηνεύονται μαθηματικῶς ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο
εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀσυνείδητης «λογικῆς μοντελοποίησης» τῆς πραγματικότητας
ποὺ κάνει τὸ μυαλό μας ὅταν ἐπεξεργάζεται δεδομένα; Δηλαδή, ὅταν ἔχῃς μπροστά
σου τὴ σχέση ἐνέργειας-μάζας E=mc^2, δὲ σοῦ ἔρχεται ἡ ἀπορία ἂν τὸ λογικό σου
ἔχει ( αὐτόματα καὶ ἀσυνείδητα, καὶ ἐπειδὴ ἔτσι δουλεύει τὸ μυαλό )
μοντελοποιήσει τὴν πραγματικότητα ( ἡ μοντελοποίηση γίνεται μέσῳ τοῦ μαθηματικοῦ
τύπου ) ὥστε αὐτὴ νὰ εἶναι ἀναγνωρίσιμη καὶ κατανοήσιμη ἀπὸ ἐσένα; Δὲν
εἶναι ἀπαραίτητο ὅτι
ἔτσι συμβαίνει, οὔτε πὼς πρέπει νὰ ἀμφιβάλουμε γιὰ τὶς
πληροφορίες ποὺ δίνει ἡ λογική, μιὰ καὶ εἶναι οἱ μόνες ποὺ ἔχουμε:
Τὸ ἴδιο θὰ
ἔπρεπε νὰ κάνουμε ὅμως καὶ γιὰ τὴ γνώση ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις.
Το "πράγμα καθεαυτό" σημαίνει ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και της δικής μας αντίληψης περί πραγματικότητας. Το ζήτημα είναι, όταν λέμε "της δικής μας", τι εννοούμε; Εννοούμε την αντίληψη του καθενός ή την αντίληψη όλων, του ανθρώπινου γένους; Ἂν ἐννοοῦμε τὸ πρῶτο, ἴσως καταλήξουμε στὸν σολιψισμό, διότι ὁ καθένας ζῇ στὸν κόσμο του καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ παραδεχτεῖ ξένες πρὸς τὶς δικές του ἐμπειρίες. Ὅταν ἐννοοῦμε τὸ δεύτερο, αὐτὸ μπορεῖ νὰ σημαίνει ἢ ὅτι κάποιος μπορεῖ καὶ ἐπηρεάζει τοὺς πάντες, ἢ ὅτι οἱ γνῶμες τῶν ἀνθρώπων ἀλληλοεξαρτῶνται, καὶ τελικὰ τὸ ἀποτέλεσμα (ἡ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας) εἶναι ζήτημα διαλόγου καὶ συνδυασμοῦ τῶν ἐπιμέρους ἀτομικῶν ἀπόψεων. Ὡστόσο, τὸ ὅτι, ἐπειδὴ ὅλοι, ἔχοντας συζητήσει ἀναμεταξύ μας, συμφωνήσαμε σὲ κάτι (ΑΝ συμφωνήσουμε), ΔΕΝ σημαίνει πὼς αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ σωστό. Τότε βέβαια προκύπτει ἴσως ζήτημα ἀποδοχῆς τῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς γνωστικῆς ἱκανότητας τοῦ ἀνθρώπου, πρᾶγμα ποὺ δὲν γίνεται νὰ συζητηθεῖ, διότι εἶναι ζήτημα τόσο πίστης καὶ ἀξιωματικῆς ἀρχῆς, ὁσο καὶ πρακτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἂν δὲν δεχθοῦμε ὅτι μποροῦμε νὰ μάθουμε ΚΑΤΙ, ἔστω καὶ λίγα, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἀμφιβάλουμε γιὰ τὰ πάντα, συνεχῶς, καὶ νὰ αὐτοκαταστραφοῦμε.
Η γνώση είναι είτε αποφατική είτε καταφατική. Η αποφατική γνώση είναι αυτή που αποκτούμε απαντώντας στο "τί δεν είναι" αυτό που ερευνούμε. Δεν είναι π.χ καρέκλα ούτε τραπέζι. Αποκλείουμε κατηγορίες ώσπου να περιορίσουμε το εύρος των πιθανών εξηγήσεων. Μετά, η καταφατική μέθοδος απαντά στο "τί είναι" και ορίζει επακριβώς αυτό που ψάχνεις. Αν και η καταφατική μέθοδος είναι η χρησιμότερη και περισσότερο εν χρήσει, ωστόσο η αποφατική μέθοδος βοηθά όταν δε μπορούμε να ορίσουμε κάτι με βάσει τα χαρακτηριστικά του.
* * *
ΔΕΞΙΑ-ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Ή πώς το ένα κακό φέρνει το άλλο στην μετεμφυλιακή Ελλάδα.
Το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας έγκειται στη στάση της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς τη δεκαετία του 1980. Μπορεί κανείς και να το πει προπατορικό αμάρτημα της Αριστεράς. Τότε, για πρώτη φορά στην ιστορία του Ελλαδικού κράτους, δόθηκαν τόσα πολλά λεφτά είτε για ανάπτυξη, μέσω της ΕΟΚ/Ε.Ε., είτε μέσω δανείων. Επιπλέον αυτή η φορά δεν κράτησε λίγα χρόνια (λ.χ. τρία, όπως το Σχέδιο Μάρσαλ) αλλά σχεδόν τριάντα χρόνια (1981 έως τώρα=2010). Κάθε σύγκριση με προηγούμενη εισροή χρημάτων είναι αδιανόητη. Σε αντίθεση, συνεπώς, με τα συνηθισμένα ρουσφέτια και εξυπηρετήσεις με δαπάνη του φτωχού κράτους μας, αυτή τη φορά υπήρχε δυνατότητα για αέναη και πλουσιοπάροχη εξυπηρέτηση του λαού. Δηλαδή, σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους "ευημερίας" (=εισροής κεφαλαίου): (1) Όποιος τα διαχειριζόταν, μπορούσε να εκμαυλίσει όχι απλώς λίγους αλλά και την κουτσή καθαρίστρια από την Άνω Ραχούλα. Πράγμα που το δοκίμασε – και το έκανε. (2) Η αναντιστοιχία μεταξύ της απόδοσης των ευρωπαϊκών κονδυλίων από το 1981 κι έπειτα και των καθαρά ελληνικών ώς το 1980 είναι προφανέστατη. Σε 30 χρόνια (1981-2010) όλα κι όλα έγιναν ένα Μετρό αθηναϊκό, ένα αεροδρόμιο της Αθήνας και μια Εγνατία Οδός, με τόσες δεκάδες δισεκατομμύρια δρχ. Μπορεί κανείς να συγκρίνει, αντίθετα, την ανάπτυξη -με ελληνικά μόνο χρήματα- μεταξύ 1951-1980. Καμμία απολύτως σχέση, παρ’ όλο που φαγώθηκαν από τη Δεξιά τα λεφτά του Σχεδίου Μάρσαλ.
Για συγκεκριμένους λόγους ο "τυχερός" στον οποίο έλαχε να διαχειριστεί τα τεράστια αυτά κεφάλαια μετά το 1981 ήταν η Κεντροαριστερά μαζί με τμήμα της Αριστεράς. Είναι ειρωνικό το γεγονός ότι το μεγάλο αυτό φαγοπότι προετοίμασαν για τον εαυτό τους οι Δεξιοί που προώθησαν την ένταξη στην ΕΟΚ αλλά το διαχειρίστηκαν αποκλειστικά οι "Κεντρο-Αριστεροί" (= Κεντροαριστεροί και Αριστεροί). Το άρθρο αυτό δεν είναι "επιστημονικό", δηλαδή δεν στοχεύει να δείξει με αριθμούς και στατιστικές το προφανές, δηλαδή ότι οι Κεντρο-Αριστεροί το '80 έπεσαν με τα μούτρα πάνω στο επικατάρατο ΕΟΚικό ψητό και το ξεκοκάλισαν. Το ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι σχεδόν διπλασιάστηκαν σε 10 χρόνια (προφανώς δίχως διπλασιασμό των αναγκών) και -το χειρότερο- δίχως κανένα αντικειμενικό κριτήριο διορισμού, το ότι προέκυψε μια γενιά καθηγηταράδων -μεταπτυχιακών του '80- που "ανέλαβαν" έπειτα τα ευρωπαϊκά προγράμματα αέρος-αέρος, το ότι οι ΔΕΚΟ "βούλιαξαν" από υπαλλήλους, οι "πρασινοφρουροί" και οι "κλαδικές" απ' όπου έβγαινες δημόσιος υπάλληλος, όλα αυτά είναι γνωστά και δε χρειάζεται να αναφερθούν περισσότερο, γιατί αλλιώς ίσως θεωρηθώ και Δεξιός.
Ταυτόχρονα με τον εκμαυλισμό, όχι μόνον της δημοσιοϋπαλληλοποίησης αλλά και της "αναβάθμισης" του βιοτικού επιπέδου (βίντεο, come with me για να τη βρεις, σκυλάδικα, δανεισμός για κοινωνικό τουρισμό, παράσημα και συντάξεις -τάχα χάριν δικαιοσύνης και αντισταθμίσματος του ότι έως το 1980 μόνον οι Ταγματασφαλίτες δοσίλογοι συνταξιοδοτούνταν ως... Αντιστασιακοί κι εθνικοί ήρωες- στον κάθε Αριστερό συμμέτοχο στον Εμφύλιο), επικράτησε και η ανοχή σε μια ελευθεριότητα "αντιεξουσιαστικής" εκδίκησης εναντίον της κακής ιεραρχίας κάθε είδους. Τα Τάγματα Εφόδου της Κεντροαριστεράς του '80, οι Ακροαριστεροί (όχι "αναρχικοί": αριστερότερα του ΚΚΕ) και ο προοδευτικός Τύπος, μεριμνούσαν, σαν "ο καλός και ο κακός μπάτσος", αφενός για την εξώθηση της "αντιεξουσιαστικής" ελευθεριότητας ακόμη πιο πολύ στα άκρα (ώστε το κοινωνικά παράλογο να φαντάζει μετριοπαθές ή φυσιολογικό - συζητήσιμο πάντως) αφετέρου για την διαπόμπευση ως Φασιστών/Χουντικών όσων αντιδρούσαν στον θεσμοθετημένο χαβαλέ - και μπορούσαν λ.χ. να επισείουν τον φανταστικό κίνδυνο δικτατορίας από τους δημοσιοϋπαλληλοποιημένους πλέον στρατιωτικούς που άλλο δε σκέφτονταν (όχι ότι ήταν κακό, έπειτα από τόσα δεινά που επέφεραν στο κράτος) από το μισθό τους. Από μία νοοτροπία "χουντικού" στυλ, όπου το "ουσιώδες" ζήτημα ήταν ακριβώς η τήρηση του τύπου κι όχι η ουσία, π.χ. εάν τα νύχια των μαθητών ήταν καθαρά και τα μαλλιά τους ήταν κομμένα, από το να στέκεσαι "σούζα", ως δούλος, μπροστά στον προϊστάμενο-σατράπη σου, θεσμοθετήθηκε το ακριβώς αντίθετο. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας, κάθε νόμου, κάθε τύπου ως ενάντιων στην Ελευθερία, γιατί αυτό ήταν η μαγκιά. Η εξέλιξη αυτή (από το ένα άκρο στο άλλο) ήταν αναμενόμενη λόγω 45-35 χρόνων Δεξιάς κι αυταρχισμού, ωστόσο δεν είναι τώρα και ούτε ήταν τότε δικαιολογημένη. Η αποβλάκωση και ο εκμαυλισμός ήταν δυνατός μετά το 1981 πλέον μακροχρόνια, αντίθετα από παλιότερες εποχές, γιατί το μόνο που χρειαζόταν πλέον ήταν να ψηφίζεται το κόμμα που παρείχε (τα μηδέποτε στερεύοντα) λεφτά και χαβαλέ, άρτο και θεάματα, στον περήφανο λαό. Λεφτά από την ΕΟΚ στους πάντες για πάντα, αποβλάκωση των πάντων για πάντα, όλοι υποχείρια για πάντα. "Κάντε ό,τι θέλετε αρκεί να με ψηφίζετε". Ενώ, δηλαδή, φαινόταν ότι δημοκρατικά και κοινωνικά αιτήματα δεκαετιών εκπληρωνόταν, η εκπλήρωσή τους γινόταν με τέτοιους όρους που θα τα ακύρωναν. Και, φυσικά, ο καλός λαός, έμαθε να πλένεται καθημερινά αντί μια φορά την εβδομάδα ή το μήνα, άρχισε εντέλει να αγοράζει και σιντί κλασσικής (ή jazz), με μια λέξη έγινε άνθρωπος.
Προφανῶς δὲν πρέπει νὰ ἀποσιωπῶνται τὰ θετικὰ τῆς ἐπίδρασης τῆς Ἀριστερᾶς καὶ τῆς ἐπικράτησης τῆς Κεντροαριστερᾶς. Πράγματα ποὺ θεωροῦνται αὐτονόητα σήμερα ἢ (μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ) θεωροῦνταν τέτοια πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια: ἀναγνώριση τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης, ἰσότητα τῶν γυναικῶν καὶ ἀστικὸς κώδικας, περισσότερα ἐργασιακὰ δικαιώματα. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἦταν ἐπιτεύγματα τῆς καραμανλικῆς μεταπολίτευσης οὔτε τῆς ΕΟΚ. Οὔτε πρέπει νὰ ἀγνοεῖται ὁ θετικὸς ρόλος τοῦ πολιτικοῦ ριζοσπαστισμοῦ τῶν πιὸ "ἀκραίων". Πρέπει νὰ ἀναγνωριστοῦν, μαζὶ μὲ ἄλλα ποὺ παραλείπω ἐδῶ, ὡς θετικὴ παρακαταθήκη τῆς Κεντρο-Ἀριστερᾶς, τουλάχιστον, ἐνάντια στὴ σημερινὴ νεοφιλελεύθερη Κεντροαριστερά.
Ίσως κανείς ξενίζεται με την εμμονή της ανάλυσης αυτής στην διαφθορά και στην μαζικοποίηση της διαφθοράς μέσω της διαφθοράς της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, και όλων, από το ατελείωτο χρήμα της ΕΟΚ/Ε.Ε.. Έχω διαβάσει να αποκαλείται το φαινόμενο αυτό "εκδημοκρατισμός της διαφθοράς". Και ότι έτσι (με την εμμονή στην διόγκωση της διαφθοράς μετά το 1981) "απορρίπτεται εξ αρχής η μαρξική ανάλυση για χάρη του ηθικισμού", ουσιαστικά "η μοναδική εναλλακτική στον εκδημοκρατισμό της διαφθοράς είναι η αριστοκρατία της διαφθοράς, αυτό δηλαδή που προϋπήρχε του 1981, όταν το κεφάλαιο εμπιστευόταν τον εαυτό του σχεδόν αποκλειστικά στους φορείς της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, και επιστράτευε την ωμή βία με μεγάλη συχνότητα για να προασπίσει τα συμφέροντά του. Είναι μάλλον ιδιόρρυθμο, ακόμα και για μια ανοιχτά αντι-μαρξική αριστερά, να επικαλείται με νοσταλγία τις μέρες που οι αριστεροί δεν ήταν διεφθαρμένοι, απλώς γιατί σαπίζανε στα ξερονήσια ή είχαν πάρει τα βουνά κυνηγημένοι". Με βάση τα παραπάνω αφού είναι καλός ο εκδημοκρατισμός, άρα κι ο εκδημοκρατισμός της διαφθοράς είναι καλός. Κι αφού ήταν κακό να διαφθείρεται μόνον η αντιδημοκρατική (ώς το 1974) Δεξιά, ήταν η πλέον σωστή λύση γι' αυτό το πρόβλημα το να διαφθείρεται και η Αριστερά. Δηλαδή, γιατί να μην εκμαυλιστούν (κι αργότερα να εκμαυλίσουν όλη την κοινωνία) και οι εξοριζόμενοι Αριστεροί; Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, το εντελώς αντίθετο της καταδίωξης της Αριστεράς από μια διεφθαρμένη Δεξιά είναι η διαφθορά τής Αριστεράς. Από εκεί που αναμένεται από την Αριστερά να είναι πολιτική δύναμη σύμφυτη με την πολιτική ηθικότητα και την πολιτική εντιμότητα, ζητώνται κι από πάνω τα ρέστα από όσους κατηγορούν την Αριστερά για τη συμμετοχή της στον εκδημοκρατισμό της διαφθοράς. Και, φυσικά, δεν αναφέρομαι με τις λ. διαφθορά, εκμαυλισμός κ.λπ. σε μια ηθικιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων, αλλά στην κατάδειξη της παρασιτικής διαβίωσης (με δάνεια και επιδοτήσεις της Ε.Ε.) και της αποδοχής ως ορθής αυτής της διαβίωσης. Όταν το να καταναλώνει κανείς περισσότερα από όσα παράγει θεωρείται συλλογικώς μαγκιά και "εκδημοκρατισμός", τότε μπορεί κανείς να κάνει λόγο για εκμαυλισμό ανεξάρτητα από το αν προσδίδει στον όρο ηθικιστικό ή πραγματικό περιεχόμενο. Ούτε η ηθικοποίηση της Πολιτικής ούτε η πολιτικοποίηση της Ηθικής είναι σοβαρές και δημοκρατικές προτάσεις. Δηλαδή, είναι προφανές ότι ενώ η ηθικοποίηση της Πολιτικής δεν είναι δημοκρατική, ωστόσο είναι προφανές κι ότι όλες οι πολιτικές επιλογές πάντα γίνονταν και γίνονται επειδή αυτοί που τις επέβαλαν τις θεωρούσαν δίκαιες και ορθές, δηλαδή ηθικές. Συνεπώς η κριτική στην ηθικολογία έχει όρια. Μπορεί λ.χ. να είναι "νόμος το δίκαιο του εργάτη" ή "η θέληση των πολλών", αυτή η θέση, όμως, πηγάζει από μια ορισμένη αντίληψη περί δικαίου, άρα και ηθικής - άλλο το αν γίνεται αποδεκτή κοινωνικά με λόγια, λουλούδια ή επανάσταση.
Αναφέρθηκα λίγο στον βαθμό συνυπευθυνότητας της Αριστεράς. Ασφαλώς, ως νόμιμο μετά το 1974 τμήμα του πολιτικού σκηνικού, μπορούσε να μαδάει κι αυτή λίγο από το ψαχνό. Αν δεν μπορούσαν να διοριστούν αλλαξοπιστώντας (δηλ. ψηφίζοντας Κεντροαριστερά) οι οπαδοί της, μπορούσαν ωστόσο να γίνουν καθηγηταράδες, μυστικοσύμβουλοι (που θα πολεμούσαν από μέσα το Σύστημα) και χρήσιμα εργαλεία του κράτους. Και κατενθουσιάστηκε με την "Ελευθερία" της μετά το 1981 εποχής. Το κωμικό είναι ότι ενώ υπερασπιζόταν εμμέσως όλη εκείνην την ελευθεριότητα και "απειθαρχία" του '80 ως προϋπόθεση για την πολιτική ανάπτυξή της, υπερασπιζόταν ταυτόχρονα τα σταλινικά καθεστώτα, που μόνο "ελευθεριακά" δεν ήταν. Είναι πραγματικά μνημειώδες ότι η Έλενα Τσαουσέσκου γινόταν δεκτή από τα αριστεροκρατούμενα ελληνικά ΑΕΙ ως επίτιμος διδάκτορας με τη συγκατάθεση της "ευρωπαϊστικής" Αριστεράς, την οποία μοσχο-χρηματοδοτούσε το Ρουμανικό κράτος. Και ας μη ξεχνάται ότι έδρασε ως χρήσιμη ηλίθια της Κεντροαριστεράς -όλοι αυτοί οι επί δεκαετίες "εκπαιδευμένοι" στις συνωμοσιολογίες και πρακτορολογίες, αυτοί οι "εγκέφαλοι" Αριστεροί, τα σαΐνια της πολιτικής δεν καταλάβαιναν τίποτα- όταν συμμαχούσε (πολιτικά ή ιδεολογικά, επίσημα ή μη, αδιάφορο) μαζί της "για να φύγει η Δεξιά" μηδέποτε αναρωτώμενη αν, ενδεχομένως, η Κεντροαριστερά ήταν ακριβώς η λύση των ΗΠΑ προκειμένου, μετά την μεταπολιτευτική χρεοκοπία της Δεξιάς, να μην επικρατήσει ξανά, όπως με το ΕΑΜ, η Αριστερά. Φυσικά, κάποτε κατάλαβαν πόσο κορόιδα είναι, συμμάχησαν πολιτικά ακόμη και με τη Δεξιά, ωστόσο κοινωνικά το κακό είχε επικρατήσει. Η ουσία είναι ότι το '80 απλώς ψέλλιζαν τις μικροδιαφορές τους με την Κεντροαριστερά μέσα στην χαρούμενη επαναστατική χάβρα της "Ελευθερίας", ψιλοσιγοντάριζαν την τρομοκρατία υπερασπίζοντας δικαστικά τους φορείς της ή θεωρητικολογώντας επ' άπειρο για το ηθικό δικαίωμα της ένοπλης εξέγερσης/αντάρτικου των πόλεων (ενώ οι ίδιοι ήταν μια χαρά τακτοποιημένοι μικροαστοί) κ.ο.κ.
Σε ορισμένους φαίνεται ανοησία η διαπίστωση ότι οι ηττημένοι του Εμφυλίου είναι οι σημερινοί κυρίαρχοι στην Ελλάδα. Προφανώς γίνονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα οι εξής λανθασμένες διακρίσεις. (Α) Στο ανθρώπινο επίπεδο λανθασμένα προϋποτίθεται ως ορθή η άποψη ότι ο "Αριστερός" είναι ένα άσαρκο ιδεώδες και, συνεπώς, εάν κάποιοι (πολλοί, δηλαδή) Αριστεροί έγιναν μεταπολιτευτικά ζάμπλουτοι ή εξουσιαστές ακριβώς μέσω και λόγω της Αριστερής ιδιότητάς τους, αυτοί δεν είναι Αριστεροί αλλά πρώην Αριστεροί. Προφανώς όσοι έχουν την λανθασμένη αυτή θεώρηση έχουν κατά νου μια εν ουρανοίς Αριστερά σε αντιδιαστολή προς την επίγεια ή ελληνική, πάντως την διεφθαρμένη, Αριστερά: αν πρακτικά αρνηθείς τα ιδεώδη της εν ουρανοίς Αριστεράς, τότε δεν είσαι Αριστερός (!) και συνεπώς -όσο κι αν δηλώνεις Αριστερός- η συμπεριφορά σου (π.χ. λαμογιές, συναγελασμός με την εξουσία) δεν είναι κάτι αριστερό, αλλά κάτι που δεν αφορά ούτε θίγει την Αριστερά. Με βάση την αντιδιαστολή αυτή υποστηρίζεται ότι οι άνθρωποι που (δηλώνουν Αριστεροί και ταυτόχρονα) εμπλέκονται με εξουσίες, χρήματα, διαφθορά, αποκτούν ισχύ κ.ο.κ. δεν είναι Αριστεροί ούτε η Αριστερά αποκτά ισχύ, αλλά ότι είναι Δεξιοί στη νοοτροπία ή πρώην Αριστεροί. Με τη στρεβλή αυτή θεώρηση παραβλέπεται ότι όλοι οι κατά δήλωση επιφανείς Αριστεροί, δηλαδή η Αριστερά, απέκτησαν εξουσία και χρήμα στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, δηλαδή έγιναν -ενώ αρχικά είχαν ηττηθεί- οι κυρίαρχοι. Μόνο με μια ουσιοκρατική θεώρηση αυτή η κυριαρχία μπορεί να αποδοθεί όχι στους ηττημένους του Εμφυλίου αλλά σε πρώην Αριστερούς που "έγιναν Δεξιοί" στην νοοτροπία. Παραγνωρίζεται ακριβώς το ότι η μεταπολιτευτική κυριαρχία (χρήμα & εξουσία) των εκπροσώπων της Αριστεράς επετεύχθη ακριβώς χάρη στην αριστερή ιδιότητά τους, η οποία έμεινε ακλόνητη. Όταν λέμε "Αριστερά" εννοούμε "οι Αριστεροί", εκτός κι αν εννοούμε "και οι εξωγήινοι", αφού η Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι ό,τι είναι και ό,τι κάνουν οι Αριστεροί, αν δε θέλουμε να υποστασιοποιήσουμε μια (τόσο ευρεία άλλωστε) έννοια. (Β) Στο θεωρητικό επίπεδο λανθασμένα γίνεται λόγος για μεταπολιτευτική "Ενσωμάτωση" των Αριστερών. Λανθασμένα, επειδή οι Αριστεροί που κυριάρχησαν κοινωνικά (επιβάλλοντας και στηρίζοντας την κυριαρχία τους ακριβώς στην αριστεροσύνη τους) ούτε αποκήρυξαν τις ιδέες τους (είπαμε: άλλο αν δεν τις εφάρμοζαν!) ούτε παραιτήθηκαν από την επιδίωξή τους για ιστορική δικαίωση των πράξεων των ομοϊδεατών τους κατά τον Εμφύλιο. Ο όρος "Ενσωμάτωση" εκφράζει μερικώς μόνον την μεταπολιτευτική κατάσταση πραγμάτων: Είναι αλήθεια ότι μετά το 1981 οι Αριστεροί (δηλαδή η Αριστερά) υιοθέτησε στην πράξη καταναλωτικά και καπιταλιστικά πρότυπα. Αλλά η άλλη μισή αλήθεια είναι ότι ουδέποτε απαρνήθηκαν θεωρητικά την ιδιότητά τους και το καθήκον τους να αποδείξουν την ανωτερότητα της εμφυλιακής επιλογής τους: στο σημείο αυτό δεν υπήρξε "Ενσωμάτωση", παρά μόνο για όσους απαρνήθηκαν θεωρητικά τα παραπάνω. Όλες οι μεταπολιτευτικές υμνωδίες στο ΕΑΜ και στον ΔΣΕ εκ μέρους της διανόησης και των πανεπιστημιακών δεν είναι τυχαίες. Συμπερασματικά: Επειδή οι Αριστεροί μεταπολιτευτικά κυριάρχησαν (χρήμα & εξουσία) διότι δήλωναν/ήταν Αριστεροί, και επειδή επικράτησε η Αριστερή ερμηνεία της πρόσφατης νεοελληνικής ιστορίας, είναι προφανέστατο ότι τόσο σε επίπεδο ανθρώπινων μονάδων κυριάρχησε η ηττημένη πλευρά του Εμφυλίου, όσο και σε θεωρητικό επίπεδο (στοχοθεσίας και θεώρησης του παρελθόντος). Ασφαλώς η μεταπολιτευτική Αριστερά δεν μπορούσε να πετύχει... τη λαοκρατία των ΕΑΜ και ΔΣΕ, για απτούς λόγους. Ωστόσο ήταν η οπτική της εκείνη που κυριάρχησε, όπως ακριβώς η οπτική της Δεξιάς κυριαρχούσε ώς το 1974. Αυτό λέγεται με άλλα λόγια: οι ηττημένοι του Εμφυλίου τελικά επικράτησαν, νίκησαν κοινωνικά-ιδεολογικά, και δεν "ενσωματώθηκαν" απλώς. Τα παραπάνω δεν ισχύουν μόνο για τους κλασσικούς Αριστερούς (μαρξιστές-ΚΚΕγενείς) αλλά και για τον κάθε ακροαριστερό οραματιστή με πολιτικές ρίζες στο παρελθόν (ανεξάρτητα του αν αποδέχεται την πολιτική του ΚΚΕ πριν τον Εμφύλιο και κατά τη διάρκειά του). (1/5/2010)
Φυσικά, πρέπει να αναζητηθεί και μια αιτία για το χάλι της Κεντρο-Αριστερής δεκαετίας του 1980, συγκεκριμένα για το ήθος της. Όλα τα στοιχεία της Κεντροαριστερής και Αριστερής πολιτικής του '80 βρίσκονται στην Χούντα, σπερματικά τουλάχιστον. Όλα τα στοιχεία της είναι η στο άκρον άωτον εκπλήρωση βασικών τρόπων αντίληψης για τον λαό της Χούντας. Κατάλυση της Ιεραρχίας; η δικτατορία έγινε από έναν συνταγματάρχη, πράγμα που σημαίνει ότι ο υποδεέστερος ιεραρχικά διέταζε ταξίαρχους, δηλαδή ανώτερούς του. Το ίδιο συνέβη και με την Εκκλησία την περίοδο της Χούντας, όπου η Ιεραρχία της καταλύθηκε ετσιθελικά. Ακόμη και νόμοι που διευκόλυναν το γάμο του δικτάτορα "ψηφίστηκαν". Σκυλάδικα και υποκουλτούρα; Μια αντιστοίχηση ανάμεσα στην ανάπτυξη, επί Χούντας, του σκυλάδικου (ως μουσικού είδους) και της ψύχωσης των μαζών με το ποδόσφαιρο (ακόμη διαφημίζεται η "τεράστια επιτυχία" του ΠΑΟ το 1971), και στην κυριαρχία του σκυλάδικου το '80 (τα "πολιτιστικά κέντρα" σύμφωνα με βουλευτή της Κεντροαριστεράς) και των "εθνικών επιτυχιών" τύπου Ευρωμπάσκετ '87 δεν είναι καθόλου εσφαλμένη. Λαϊκισμός; Το χάρισμα των αγροτικών χρεών (ακόμη βρίσκει κανείς απίθανους αγρότες που λεν πόσο καλός ήταν ο Παπαδόπουλος) δεν έχει ομοιότητες με το χάρισμα των χρεών των ΠΑΕ, των προβληματικών, τις επιδοτήσεις των δουλοκτητών αγροτών κ.ά.; Η Χούντα είναι κομβικό σημείο στην (μετέπειτα οριστική) αποβλάκωση-διάλυση των πάντων όσων υγειών στοιχείων είχαν απομείνει στην Ελλάδα. Είναι το σημείο χωρίς επιστροφή, γιατί έδωσε το πρότυπο για τους επόμενους κυβερνήτες.
Αν, φυσικά, θέλει κανείς να πάει ακόμη πιο πίσω, θα βρει ότι χωρίς την πολιτική-ηθική έγκριση της "σοβαρής" Δεξιάς καμμία Χούντα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Η φυσική απόληξη της μετεμφυλιακής Δεξιάς ήταν η Χούντα. Όχι μόνο γιατί τα "τσοπανόσκυλα" της, οι Ακροδεξιοί και οι άνθρωποι του σκοινιού και του παλουκιού, οι οποίοι τής χάρισαν τη νίκη στον Εμφύλιο με την άγρια τρομοκρατία τους, κάποια στιγμή λογικώς θα αυτονομούνταν (ειδικά αν εξαγριωνόταν στη σκέψη φιλελευθεροποίησής της = καταδίωξης/απομόνωσης των ιδίων) και θα την εξουσίαζαν, όχι μόνο γιατί η σταδιακή μετεμφυλιακή φιλελευθεροποίησή της (χαλάρωση της στρατοκρατίας) οδηγούσε αναπόφευκτα στον αφανισμό της και στην επανεπικράτηση Αριστερών και Κεντροαριστερών (οπότε χρειάστηκε αρχικά η εκλογική νοθεία κι έπειτα η αποστασία - τελικό μέτρο ήταν η δικτατορία), όχι μόνο γιατί δεν είχε ίχνος πολιτικής σκέψης εκτός από την στοιχειώδη αυτοσυντήρηση των προνομίων και κάτι απολίτικους πρωτογονισμούς "πατρίς-θρησκεία-οικογένεια", αλλά και γιατί κατά βάθος/ως σύνολο δεν πίστευε (τόσο ως ηγεσία όσο και ως λαός) ούτε καν στην έμμεση κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Της Δεξιάς τής αρκούσε -λόγω πολιτικής ολιγάρκειας- ένας ζων μαρμαρωμένος Βασιλεύς για να τον λατρεύει, ίσως μαζί με ένα ψευδοκοινοβούλιο που τάχα ψήφιζε ελεύθερα. Και αυτό, φυσικά, είναι το προπατορικό αμάρτημα της Δεξιάς. Εάν το 1/2 της πολιτικής σκηνής δεν πίστευε στον κοινοβουλευτισμό, αυτός αναγκαστικά δεν μπορούσε να λειτουργήσει για όσο διάστημα δεν γινόταν αποδεκτός καθολικά, οπότε τελική λύση ήταν μόνον η Χούντα, ουσιαστικά η επιστροφή στη στρατοκρατία του Εμφυλίου - εννοείται ότι η επικράτηση της Χούντας δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί αν δεν εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα των ΗΠΑ (Εδώ γίνεται ανάλυση των ιδεολογικών προϋποθέσεών της.). Εν τω μεταξύ, πάντα μέσα στα πλαίσια της οικονομικής μιζέριας, μπορούσαν να γίνονται ρουσφέτια, παρανομίες, εκμετάλλευση, καταπίεση, θολοκουλτούρα κ.λπ. με την επίφαση της τάξεως, του Χριστιανισμού και του νόμου. Εννοείται -το έχω πει και στο άρθρο "Εμφύλιος"- ότι αυτός ο παρατεταμένος "πριαπισμός" δύναμης-στρατοκρατίας (δια της Χούντας) εκ μέρους, συνολικά, της Δεξιάς δεν την οδήγησε σε αιώνια ζωή και εξουσία αλλά στην αποδυνάμωσή της, στην εδώ και 37 χρόνια απονομιμοποίηση των αξιών της ακόμη και εντός της. Γιατί αν η επίδειξη δύναμης και η σκληρότητα ήταν αναγκαία (για την ίδια) για την αυτοσυντήρηση/ισχύ στα 1946, στα 1967 ήταν δείγμα όχι ζωτικότητας αλλά παράλυσης και σπασμωδική κίνηση ψυχορραγούντος, όσο κι αν αυτό φαντάζει εκ των υστέρων ερμηνεία των γεγονότων, γιατί δεν είναι πετυχημένες οι ίδιες μέθοδοι σε διαφορετικές εποχές.
Η μετεμφυλιακή Ακροδεξιά, συνεχιστής των βασιλικών επίστρατων της δεκαετίας του 1910 και των Μεταξικών (μαζί με κάποιους φασίστες προερχόμενους από τον Βενιζελισμό του '30), λοιπόν, δεν ήθελε με τίποτε να απομονωθεί ή να μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο λόγω πιθανής φιλελευθεροποίησης. Κι έκανε ακριβώς αυτό το οποίο οδήγησε σε ό,τι δεν ήθελε, την απομόνωση και την μετατροπή της σε αποδιοπομπαίο τράγο: τη δικτατορία του 1967. Δίχως την ήττα στην Κύπρο το 1974 δεν υπήρχε περίπτωση ειρηνικής (όπως στην Ισπανία) απόσυρσης της Ακροδεξιάς. Φυσικά, ήταν ο χειρότερος τρόπος. Ας μη ξεχνάμε, βέβαια, ότι στην "τρίτη Χούντα", η οποία παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς το 1974, δόθηκε πλήρης ασυλία. Στις μέρες μας, επειδή η Αριστερά έχει μετατραπεί σε καθεστωτική, δηλαδή εξυπηρετεί, άθελα και μη, την κυρίαρχη ιδεολογία, η Ακροδεξιά, έπειτα από 20 περίπου χρόνια (1974-1994) απομόνωσης, μπορεί να παριστάνει την φιλολαϊκή και πατριωτική. Ταυτόχρονα μαζεύει όσους, ελάχιστους πια, χουντικούς και φιλοβασιλικούς μπορεί. Δεν είναι, όμως, η απόλυτη Ακροδεξιά πια: μπορεί να συμμαχεί λ.χ. στο οικονομικό επίπεδο με την Κεντροαριστερά για να υπερασπιστεί τον νεοφιλελευθερισμό της. Αλλά ακριβώς επειδή είναι νεοφιλελεύθερη οικονομικά, δεν θα μπορέσει να αποκτήσει σοβαρά ερείσματα, παρά μόνο ως σαλτιμπάγκος της πολιτικής, ελισσόμενη ανάμεσα στη Δεξιά και την Κεντροαριστερά προσφέροντας εκατέρωθεν τις υπηρεσίες της. Υπάρχουν, βέβαια, οι ακόμη σκληρότεροι Ακροδεξιοί, Εθνικοσοσιαλιστές, Αναρχοναζί κ.ά., που αρνούνται τον καπιταλισμό. Και αυτό το ρεύμα είναι επίσης παλιό (παρακλάδι του αντιδραστικού αντικαπιταλισμού/αντιδιαφωτισμού/ρομαντισμού του 19ου-αρχών 20ού). Αναγκαστικά, σε συνθήκες κρίσης θα αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από την κλασσική Ακροδεξιά, αλλά επειδή το ιδεώδες της, η προκαπιταλιστική ή προνεωτερική κοινότητα, δεν είναι εφικτή στις ελληνικές μεγαλουπόλεις, θα είναι αναγκαστικά ελάχιστη και η απήχησή της. Πολιτικά επίσης δεν μπορεί να είναι φιλολαϊκή, αφού ιδεώδες της είναι ο Ηγέτης. Ούτε ο πατριωτισμός της μπορεί να είναι ειλικρινής και βαθύς, αφού συνεχώς θα πρέπει να υπερασπίζεται τους νικητές των εκλογών του 1920, τους πωλητές της Κύπρου το 1955-1967-1974, τους δοσίλογους κ.ά. μια και η αποκήρυξή τους εκ μέρους της θα ήταν αυτοαναίρεσή της. Άρα ο πατριωτισμός της σκοντάφτει ανάμεσα στον φιλοαμερικανισμό της (ή στο "Ανήκομεν εις την Δύσιν" και τα παραμύθια περί ελληνικού Δυτικού πολιτισμού) και στον φιλοναζισμό της. Άλλωστε η ελληνική Ακροδεξιά είναι μια Ακροδεξιά που ιστορικώς δεν ήταν επεκτατική και αλυτρωτική, όσο και μη πατριωτική: στα 1920 και στα 1955 δεν επεδίωξε την επέκταση της Χώρας, αλλά την παραμονή της στην εξουσία, σε αντίθεση με την Ακροδεξιά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες του Μεσοπολέμου. Αποτελεί μια πρωτοτυπία.
Για το "ανώτερο" και "ελληνικό" ήθος της κλασσικής μετεμφυλιακής Δεξιάς απλώς θα παραθέσω ό,τι παρέθεσε ο Γ. Ιωαννίδης (http://dangerfew.blogspot.com/2010/04/1.html) από το βιβλίο Η Γένεση του Εμφύλιου και οι Συνέπειες αυτού, του Λάζαρου Αρσενίου: «Η ελληνική Άρχουσα Τάξη πανηγύρισε για τη νίκη της στον Εμφύλιο Πόλεμο. Και την εκμεταλλεύτηκε, όχι για το έθνος υπέρ του οποίου ισχυριζόταν ότι τον είχε αναλάβει, αλλά για τον εαυτό της. Μόλις εξασφαλίστηκε η νίκη της αυτή, απομάκρυνε από την εξουσία τους Κεντρώους πολιτικούς που την εξυπηρέτησαν στην κατάκτησή της, και βάλθηκε να ανυψώσει σε μονοκομματικό πλέον κράτος το καθεστώς της Άκρας Δεξιάς […] Κριτήριο για κάθε πρόσληψη, μέχρι νεκροθάπτου, και για κάθε προώθηση, μέχρι κλητήρος, τέθηκε η υποταγή σε κρατούντα. Τα κριτήρια αυτά λειτουργούσαν σαν μαγνήτης, που ανέσυρε από την αφάνεια κι από το βυθό μετριότητες και άτομα μειωμένων αναστολών […] Από τη δεκαετία του ’50 συρρέει συνάλλαγμα από τη ναυτιλία, από τους παλιούς μετανάστες στην Αμερική και από τον τουρισμό, αλλά κυβερνήσεις και τράπεζες (όλες κρατικές τότε) το διοχέτευαν σε μεσάζοντες […] Η λεηλασία του δημόσιου πλούτου και η συναλλαγή έγιναν αποδεκτός τρόπος ζωής […] Οι πλουτίσαντες στην Κατοχή από την εμπορία τροφίμων, στράφηκαν και τώρα προς αυτήν. Αυτήν ήξεραν από τότε, με αυτήν πλούτισαν επίσης τότε, αυτήν χρησιμοποίησαν και τώρα για συνέχιση του πλουτισμού τους. Με μια διαφορά: στην Κατοχή ασκούσαν εμπορία με τη Μαύρη Αγορά, σε συνεργασία με τους κατακτητές. Τώρα την ασκούσαν παρασιτικά, ληστρικά, σε συνεργασία με τις κρατικές τράπεζες και την κυβέρνηση. Εισάγουν με το συνάλλαγμα τρόφιμα, δηλαδή προϊόντα Γεωργίας, πέραν των αναγκών της χώρας. Κυβέρνηση και τράπεζες που χορηγούν το συνάλλαγμα, διευκολύνουν την διάθεσή τους στην εσωτερική αγορά με διατήρηση κάτω του κόστους των τιμών των εγχωρίων, ώστε να αποθαρρύνεται η παραγωγή τους. Καταδιωκόμενα έτσι τα ελληνικά, δέχθηκαν έναν ανελέητο ανταγωνισμό μέσα στο Εθνικό τους έδαφος από τα εισαγόμενα. Μόνο για την εισαγωγή γαλακτοκομικών στη δεκαετία του εξήντα η Ελλάδα δαπάνησε ένα δις δολαρίων ετησίως, ενώ η εγχώριος κτηνοτροφία καταδιωκόταν για να μειώνει την παραγωγή της […] Στο μεταξύ οι πρώην μαυραγορίτες και τράπεζες θησαύριζαν. Η ελληνική οικονομική ολιγαρχία ζυμώθηκε μεταπολεμικά με μανδύα τους μαυραγορίτες. […] Μεσάζοντες και κοντραμπατζήδες εξασκημένοι στο «πάρε-δώσε» και στη φιλοσοφία της «αρπαχτής», άφησαν στο κράτος τις παραγωγικές μονάδες και κράτησαν για τον εαυτό τους τις κρατικές προμήθειες και τα κρατικά έργα, που δίνουν εύκολα, γρήγορα και χωρίς επιχειρηματικούς κινδύνους άφθονο χρήμα. Και μένουν όλοι ικανοποιημένοι. Η Άρχουσα Τάξη έχει τρόπο να κερδίζει και τα κόμματα να κατακτούν (με την άνοδό τους στην κυβέρνηση) τα λάφυρα της εξουσίας: αμέτρητες «καρέκλες» για διορισμούς σε κρατικές επιχειρήσεις, οργανισμούς και τράπεζες και δικαίωμα διαχείρισης του άφθονου πλούτου τους, με ό,τι άλλο συνεπάγεται αυτή. Η άρχουσα τάξη άλλων χωρών πραγματοποίησε την πρωταρχική συσσώρευσή της «αιμοσταγώς», αρπάζοντας πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα αποικιακών λαών. Επειδή η Ελλάδα δεν έχει Αποικίες, η μεταπολεμική ελληνική άρχουσα τάξη μεταχειρίστηκε τον ελληνικό λαό ως αποικιακό. Πραγματοποιεί και αυτή την πρωταρχική συσσώρευση της «αιμοσταγώς», αλλά μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και των κρατικοποιημένων επιχειρήσεων […] Στα περιθώρια αυτού του κρατισμού, δραστηριοποιούνταν παρασιτικά και ληστρικά, και αναπτυσσόταν, κερδοφόρα ιδιωτική πρωτοβουλία […] Το ελληνικό πολιτικό, νομικό, πολιτιστικό και ηθικό εποικοδόμημα ανδρώθηκε επί υποστρώματος «φιλοτεχνηθέντος» υπό της Άρχουσας Τάξης, στους κόλπους της οποίας βρήκαν θαλπωρή μαυραγορίτες, δοσίλογοι και άτομα μειωμένων ηθικών αναστολών, φορείς της φιλοσοφίας της αρπαχτής και του παρασιτικού-ληστρικού τρόπου πλουτισμού […] Η μεταπολεμική ελληνική Άρχουσα Τάξη κατασκεύασε έτσι μια ξεχωριστή ειδική κρατική μηχανή, που λειτουργεί χωριστά από την κρατική αλλά σε στεγανά, μεθοδικά και με ταχυδακτυλουργική επιτηδειότητα».
Το πολίτευμα 1946-1967 ήταν μια στυγνή κοινοβουλευτική δικτατορία. Έτσι: (Α) γινόταν εκλογική νοθεία (ψήφιζαν νεκροί και δέντρα) προκειμένου η λαϊκή αντίδραση να καταπνιγεί και να μην ξαναγίνει η ΕΔΑ δεύτερη, όπως το 1958, και ίσως μετά πρώτη (είναι που ήταν η Αριστερά μικρή «μειοψηφία», γι’ αυτό φοβόντουσαν τις ελεύθερες εκλογές οι τοτινοί κρατούντες). (Β) επεμβαίνει ο βασιλιάς στην πολιτική ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κυβερνήσεις ετσιθελικά. (Γ) Υπάρχει πάντα στρατοκρατία (παρά την αφελή πρόφαση του «κομμουνιστικού κινδύνου» σε μια χώρα όπου στρατιωτικά είχε επικρατήσει ολοσχερώς και πολλά χρόνια πριν η αντικομμουνιστική παράταξη, «πολλά» όταν εξετάζουμε τη δεκαετία του ’60 και τη χούντα σε σχέση με το 1946). (Δ) Επεμβαίνουν απροκάλυπτα, ωσάν να ήταν αποικία της Αφρικής, οι ΗΠΑ, αποκαλώντας πόρνη τη «δημοκρατία» της («πώς να βιάσει κανείς μια πόρνη;»). (Ε) Εξεταζόταν ακόμη και ποια εφημερίδα αγόραζε ο καθένας, ακόμη και το να άκουγε κανείς Θεοδωράκη ήταν δείγμα πιθανής εμπλοκής σε κομμουνιστικές παράνομες δραστηριότητες. (ΣΤ) Για να σπουδάσει κανείς έπρεπε να υπογράψει πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. (Ζ) Γίνεται πραξικόπημα αφού πριν λίγα χρόνια οι μετέπειτα χουντικοί αλώνιζαν ανενόχλητοι, όπως ακριβώς οι Ναζί τη γλίτωσαν με ελαφρές ποινές χάρη στους μοναρχικούς Γερμανούς δικαστές μετά το «κίνημα της μπυραρίας». Ο Παπαδόπουλος έριξε ζάχαρη σε φορτηγά της μονάδας του και κατηγόρησε γι' αυτό κομμουνιστές φαντάρους. Αποκαλύφθηκε όμως ότι ήταν δικιά του προβοκάτσια και αντί να δικασθεί από στρατοδικείο τιμωρήθηκε μόνο με 15 μέρες φυλακή. Κι αυτό είναι δείγμα της ποιότητας και αλήθειας των επιχειρημάτων για κομμουνιστικό «κίνδυνο» με τα οποία ως προσχήματα η στυγνή κοινοβουλευτική δικτατορία του 1946-1967-1974 κυβερνούσε και δεν φιλελευθεροποιούσε το καθεστώς.
Επιπλέον το επιχείρημα ότι μετά το 1974 και ειδικά μετά το 1981 η Αριστερά (ίσως μαζί με την Κεντροαριστερά) διέπραξε πράγματα εξίσου απαράδεκτα, ακριβώς όπως η Δεξιά μεταξύ 1946-1974 είναι εντελώς λανθασμένο. Η τρομοκρατία εις βάρος των λαϊκών αριστερών στρωμάτων γινόταν με το νόμο (δεν υπέγραφες, δεν σπούδαζες), πράγμα που δεν ήταν νόμιμο μετά το 1981: Μετά το 1981 μπορούσε κάποιος να σπουδάσει δίχως να υπογράψει κάποιο χαρτί κοινωνικών φρονημάτων. Ούτε μετά το 1981 παρακολουθούνταν χιλιάδες πολίτες, πράγμα που γινόταν νόμιμα ώς το 1974 και το 1967 (όχι ότι έπαψαν να παρακολουθούνται ορισμένοι μετά το 1981). Στα 1990, μετά από 9 χρόνια Κεντροαριστερής διακυβέρνησης, οι δεξιοί Δημόσιοι Υπάλληλοι δεν είχαν απολυθεί μαζικά επειδή δεν δημοσιοποιούσαν εγγράφως τα κοινωνικά φρονήματά τους (όπως οι αριστεροί Δ.Υ. είχαν απολυθεί ή δεν διορίζονταν επειδή ήταν Αριστεροί ώς το 1974). Οι δεξιών καταβολών νέοι καθ' όλη τη δεκαετία του 1980 μπορούσαν να σπουδάσουν παρ' όλο που δήλωναν Δεξιοί ή δεν δήλωναν Αριστεροί. Η ομοιότητα μεταξύ της δίωξης των αντιφρονούντων πριν και μετά το 1974/1981 έχει σαφή όρια και πέρα από αυτά δεν υπάρχει καμμία ομοιότητα, την οποία μάταια επικαλούνται οι ακραίοι της λαϊκής Δεξιάς. (20/5/2010)
Επιστρέφοντας στα τέλη του '80, κάθε τι ευχάριστο έχει και το τέλος του. Το υπερβολικό χρέος, μαζί με κάθε είδους σκάνδαλα, αναπόφευκτα οδήγησε στην ανάγκη κάποιων "ηθικών" ηγετών που θα έφερναν τις νέες μεθόδους διακυβέρνησης. Και αυτοί ήταν, στα 1990 αναπόφευκτα η Δεξιά, όχι η Δεξιά γενικά αλλά η Νεοφιλελεύθερη Δεξιά. Όποια νεοφιλελεύθερη εξυπνάδα είχαν διαβάσει τα ξενομεταπτυχιακά του '80 αστέρια της ΔΑΠ, άρχισαν να την εφαρμόζουν στις αρχές του 1990 ως Ευαγγέλιο. Υπήρξε και η ευνοϊκή συγκυρία της διάλυσης της ΕΣΣΔ, οπότε όλα φάνταζαν ως μονόδρομος. Όμως, παρά το ότι ήταν προφανές ότι με τον "Σοσιαλισμό" θα κατέρρεε το κράτος, ο λαός ήταν τόσο πολύ εθισμένος στο ναρκωτικό του '80, που τέτοιες νεοφιλελεύθερες πρακτικές -ιδιωτικοποιήσεις, ελεύθερη αγορά, κατάργηση προνομίων- φάνταζαν θηριωδίες. Κι αφού ο Μητσοτακισμός δεν ήταν ανεκτός στον τράχηλο του Έλληνα, μόνη λύση ήταν αρχικά ο μεταλλαγμένος Παπανδρεϊσμός κι αργότερα ο εκσυγχρονισμός ή πράσινος Μητσοτακισμός. Πράγματι, ο Δεξιός Νεοφιλελευθερισμός είναι κατά κανόνα αποτυχημένος και μη ανεκτός ενώ ο Κεντροαριστερός Νεοφιλελευθερισμός είναι περισσότερο ανεκτός για λόγους που θα εξηγήσω - είναι πάντως ιστορικά προφανές.
Πρώτα, όμως, χρειάζεται και μια ανάλυση της δεξιάς ψυχοσύνθεσης μετά το 1974. Έχοντας αυτο-ξεγυμνωθεί η Δεξιά, έχοντας απονοηματοδοτήσει, λόγω του εξουσιαστικού "πριαπισμού" της, τις αξίες της (που δεν ήταν μόνο δικές της), άλλος δρόμος δεν της απέμεινε από τον Ευρωπαϊσμό και αργότερα τον Νεοφιλελευθερισμό, αξίες εντελώς αντίθετες από τις προηγούμενες. Πρέπει, φυσικά, να της χρεωθεί στα θετικά ότι αποδέχτηκε τον κοινοβουλευτισμό οπότε τον κατέστησε βιώσιμο -βέβαια, ήταν απλώς αναγκασμένη να τον αποδεχτεί στα 1974. Κι αυτό το τελευταίο πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα: Η φιλελευθεροποίηση του 1974 ήταν κάτι στο οποίο σύρθηκε η μη ακραία Δεξιά. Όπως λ.χ. οι Φρανκιστές στην Ισπανία δέχτηκαν την κοινοβουλευτική δημοκρατία μετά από 40 χρόνια στυγνής δικτατορίας, γιατί ούτε καν ο ισπανός βασιλιάς τούς άντεχε άλλο. Δεν ήταν μια μεγαλόψυχη πράξη η φιλελευθεροποίηση του 1974 (για την οποία η Αριστερά θα έπρεπε δουλικά να ευγνωμονεί αιώνια την φιλελεύθερη Δεξιά), ήταν μια πράξη από φόβο, για να μην "πέσουν τα κεφάλια" όσων παρέδωσαν την Κύπρο καθώς και τα κεφάλια όσων (των «νομοταγών» μη ακραίων) ανεχόταν την Ακροδεξιά μεταξύ 1949-1974, όπως είχαν "πέσει τα κεφάλια" των Έξι το 1922. Από την άλλη μεριά, η Αριστερά ξεχνάει ότι μπορεί αυτή να είναι που προωθεί την αλλαγή των καταστάσεων προς κάτι καλύτερο, δίχως όμως την συγκατάθεση, έστω και ψυχρή ή τυπική, της Δεξιάς, αδυνατεί να πετύχει την αλλαγή αυτή ή τμήμα της. Βέβαια, κατά κανόνα αυτή η συγκατάθεση είναι ρηχή. Όποιος έχει δει σε βίντεο προεκλογικές εμφανίσεις του ευρωπαϊστή και εισηγητή των νέων δεξιών ηθών Κ. Καραμανλή στα 1974, βλέπει κάτι μουστακαλήδες χωριάτες καραδεξιούς να τον υποδέχονται (στη Θεσσαλονίκη νομίζω) με κλαρίνα και νταούλια - αν καταλαβαίνει κανείς κάτι μέσα από το παράδειγμα της ασυμβατότητας του μετα-1974 δεξιού Ευρωπαϊσμού με την τοτεινή άπλυτη δεξιά απολίτικη "χωριατίλα". Πράγματι, όταν έχεις το ήθος του συνοικιακού μπακάλη του 1950 δεν μπορείς να εσωτερικεύσεις τις "ευρωπαϊκές" και "(νεο)φιλελεύθερες" αρχές ούτε το αστικό ήθος. Μπορεί να αγαπάς τα Λεφτά σαν το Θεό, αλλά Νεοφιλελεύθερος γιάπης δεν γίνεσαι αυτομάτως - εν τέλει ξεβρακώνεσαι με την συνοικιακή τσαπατσουλιά σου. Στην Ελλάδα για διάφορους λόγους αυτή η κουλτούρα ούτε επικράτησε λαϊκά-μαζικά ούτε μπορεί να αναπτυχθεί. Γι' αυτό και χρειάζεται αντί εσού ένας "σοβαρός" και "ορθολογιστής" Κεντροαριστερός ο οποίος είναι ακριβώς Νεοφιλελεύθερος με αριστερή φρασεολογία, ώστε και τους εκτός Ελλάδας να πείθει με την "σοβαρότητά" του και τους εντός Ελλάδας να εξαπατά με την αριστερή (και ίσως φιλολαϊκή) ρητορεία του. Μαζί με τα ξερά του προ του 1974 δεξιού ήθους χάθηκαν και τα χλωρά, δηλαδή ο καλώς εννοούμενος συντηρητισμός του (π.χ. με την έννοια της προσήλωσης στο νόμο, της απέχθειας προς τις διαφόρων ειδών πολιτικές και κοινωνικές παρεκτροπές, σκάνδαλα, απάτες κ.λπ.). Ασφαλώς, όπως είπα, η Δεξιά συνολικά εμπιστεύτηκε την Ακροδεξιά και συμμάχησε μαζί της. Συνεπώς ο καλώς εννοούμενος συντηρητισμός ήταν εκ γενετής (μετεμφυλιακά) χρεοκοπημένος. Σε αντίθεση με τον γαλλικό συντηρητισμό, ο οποίος αντιτάχθηκε στο Ναζισμό, η ελληνική Δεξιά δεν μπορούσε να καυχηθεί για τον πατριωτισμό της (βλ. εκλογές 1920, Μικρασιατική Καταστροφή, Δοσιλογισμός) κι έτσι να έχει ηθική ακεραιότητα και αντίστοιχες αξιώσεις καθολικής (από όλο το πολιτικό φάσμα, έστω και απρόθυμα) νομιμοποίησης-υποταγής. Ασφαλώς, ο δεξιός συντηρητισμός είναι αφελής και πολιτικά συνιστά αοριστολογία και ηθικολογία: να είσαι καλός οικογενειάρχης, να μην πατάς το πράσινο κ.ο.κ., και -δήθεν- αντίστοιχα να φέρεσαι όταν είσαι στην εξουσία. Αλλά όλα αυτά τα ηθικιστικά σαβουάρ βιβρ δεν επαρκούν στην πολιτική, όσο ειλικρινείς κι αν είναι οι προθέσεις των φορέων τους. Μετά το 1974 η Δεξιά μόνο επιφανειακά, (πολύ) μερικά και ρητορικά είναι ευρωπαϊστική και (νεο)φιλελεύθερη: Απλώς δεν μπορεί να είναι τέτοια. Όμως, από την άλλη ούτε στρατοκρατική μπορεί πια να είναι (θα ήταν ομολογία πίστης στον αντικοινοβουλευτισμό της εποχής ώς το 1974) ούτε συντηρητική μπορεί να είναι (αυτό ήταν αδύνατο εξαρχής). Αφού δεν μπορεί να πει ξεκάθαρα τι πιστεύει πραγματικά, μέσα σε ένα εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον όπου, έπειτα από την αποχαύνωση του 1974-1989, είναι βαρύ κοινωνικό στίγμα να δηλώνεις (κλασσικός) Δεξιός, απομένει ένα περίεργο μείγμα επίσημης μεν κυριαρχίας και αποδοχής από όλη τη Δεξιά του Ευρωπαϊσμού-(νεο)φιλελευθερισμού, ενώ σε δεύτερο-ανεπίσημο επίπεδο κυριαρχεί η σκυλάδικη, "χριστοδουλική", "Ζορό" μετεξέλιξη του μέσου συντηρητικού Δεξιού (με ένα τμήμα να είναι γιάπικο). Σε βαθύτερο κοσμοθεωρητικό επίπεδο, όταν δεν υπάρχει ο νεοφιλελευθερισμός, κυριαρχεί όλη η ίσως νεοεποχίτικη σαβούρα ανάμικτη με απολίτικες ή και κρυπτοφασιστικές τάσεις: πιστεύω στο Χριστό και πάω εκκλησία το Πάσχα αλλά πιστεύω και στην μετενσάρκωση και στα ταρώ, μια ζωή την έχουμε, ένας Παπαδόπουλος μάς χρειάζεται, βρίζω τα κόμματα εξουσίας και τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά βάζω μέσο να μπει το παιδί μου ως stage κ.ο.κ. (αυτή η σαβούρα δεν εμφανίζεται μόνο στη Δεξιά, ωστόσο σε αυτήν κυριαρχεί). Εννοείται ότι το δεύτερο επίπεδο ποτέ δεν θα μπορέσει να αναλάβει την ηγεσία της Δεξιάς, γιατί κοινωνικώς κυριαρχεί απόλυτα η άποψη "(κλασσική) Δεξιά=Κακό", ωστόσο αυτό το δεύτερο επίπεδο θα βάζει πάντοτε τρικλοποδιές στο πρώτο επίπεδο, το ευρωπαϊστικό-νεοφιλελεύθερο, οι φορείς του οποίου μάλιστα είναι αναγκασμένοι να το ανέχονται ως πολυπληθές και πλειοψηφικό τμήμα της "Παράταξης". Φυσικά, το "πατρίς-θρησκεία-οικογένεια" είναι από τη φύση του απολιτικό: η επίκλησή του είναι κενή περιεχομένου, γιατί προφανώς σε μια κοινωνία υπάρχει πάντοτε "πατρίδα" και "οικογένεια", οπότε είναι ένα σύμβολο τόσο γενικό που δεν έχει συγκεκριμένη πολιτική δεοντολογία. Όντας απολιτικό, δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε για πολιτικό πρόγραμμα.
Αυτό το κατάλαβε κι ο Κ. Καραμανλής και προώθησε το δίπολο ευρωπαϊσμός στην ηγεσία-πολιτικός λαϊκός συντηρητισμός στη βάση, για να συμβιβάσει τις δυο καταστάσεις, ενώ επιδόθηκε σε έναν λαϊκιστικό φιλοαριστερισμό με έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, κρατικοποιήσεις, παραχώρηση διάφορων δικαιωμάτων.
Αφού, λοιπόν ο μη αριστερής ρητορικής Νεοφιλελευθερισμός 1990-93 δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός, ο πράσινος Νεοφιλελευθερισμός της Κεντροαριστεράς του (1993 ή) 1996-2004, με την αριστερή ρητορική μπορούσε να καθησυχάζει τους πάντες ως προοδευτικός. Βλέπει κανείς ότι, ενώ έχουν περάσει, εν έτει 1996 (μιλάμε για την έναρξη του εκσυγχρονισμού), 47 χρόνια από τον Εμφύλιο και 22 χρόνια από τη Χούντα, συνεχίζει να διαδίδεται και να γίνεται αποδεκτός ως αυτονόητη πραγματικότητα ο μύθος της διαβολικής Δεξιάς (που πλέον είναι νεοφιλελεύθερη και κοινοβουλευτική, αλλά αυτό αφήνει αδιάφορους τους προπαγανδιστές) σε αντίθεση με την ανάλαφρη και φωτεινή Κεντρο-αριστερά, που είναι όμως επίσης νεοφιλελεύθερη. Δηλαδή, βλέπει κανείς ανθρώπους (στα 2010) πενηντάρηδες και εξηντάρηδες να επιχειρηματολογούν εναντίον της σημερινής Δεξιάς βασιζόμενοι στο εάν οι τοτεινοί Δεξιοί εξόρισαν τον πατέρα τους ή βασάνισαν τον παππού τους (ασφαλώς, αντίστοιχες αφελείς συμπεριφορές υπάρχουν και σε σημερινούς Δεξιούς που "οι Αριστεροί στον Εμφύλιο τούς έσφαξαν τους συγγενείς"): μόνο στην Ελλάδα τέτοιες κωμικές καταστάσεις θεωρούνται φυσιολογικές και, δυστυχώς, για να επικρατήσει σοβαρότερη πολιτική ερμηνεία των σημερινών Δεξιών και σημερινών Αριστερών πρακτικών θα πρέπει κανείς να περιμένει να πεθάνουν, να φύγουν βιολογικά οι "αδικημένες γενιές του '60", που είχαν την τραγική τύχη... να τους κόψουν στο σχολείο ο δάσκαλος-θεολόγος τα μαλλιά το '60 και κατά τις αρχές του '70 (αν και υπάρχει ο κίνδυνος ότι θα έχουν μεταδώσει τον παράλογο αυτόν πολιτικό τρόπο σκέψης στις επόμενες γενιές - και δυστυχώς οι "αδικημένες γενιές" μαζί με τα κόμπλεξ τους έχουν πλέον σημαντικότατη συμμετοχή στην πολιτική εξουσία λόγω της ηλικίας τους). Είναι, πράγματι, ενδιαφέρον να περιμένει κανείς το πότε θα αποενοχοποιηθεί η (κλασσική) Δεξιά σε επίπεδο κυρίαρχης ιδεολογίας (όχι πρακτικής, φυσικά, αφού στην πράξη πλέον όλοι είναι νεοφιλελεύθεροι): πιθανόν σε συνθήκες πλήρους κατάρρευσης της μεταπολιτευτικής ευημερίας, όταν όλα θα είναι ισοπεδωμένα, όπως στον Μεσοπόλεμο. Ασφαλώς, η συνέχιση της κυριαρχίας της αντιδεξιάς ιδεολογίας-ρητορείας είναι δυνατή χάρη στην αείμνηστη δεκαετία του 1980: τότε τέθηκαν οι βάσεις για την επικράτηση σε ΜΜΕ και ΑΕΙ όλων των Κεντρο-Αριστερών και για την καταδίωξη (με τρόπο σαφώς διαφορετικό από την δεξιά αντίστοιχη καταδίωξη των Αριστερών στα χρόνια ώς το 1974) κάθε μη Κεντροαριστερής και μη Αριστερής φωνής σε αυτά. Πράγματι, δίχως τους προπαγανδιστές, την μεταλλαγμένη Αριστερά των ΑΕΙ και τα ΜΜΕ, δεν θα ήταν ποτέ τόσο αυτονόητος ο μύθος της καλής ή "λιγότερο κακής" Κεντροαριστεράς (που "δεν είναι νεοφιλελεύθερη στην πραγματικότητα") και της καλής Αριστεράς (που "ήταν πάντοτε μόνο δημοκρατική, ποτέ πλειοψηφικά σταλινική και ποτέ δεν υπερασπιζόταν πλειοψηφικά με ειλικρινή φανατισμό τα ανατολικοευρωπαϊκά καθεστώτα ως προδήλως δημοκρατικά").
Φυσικά, η Κεντροαριστερά μετά το 1991 δεν θα μπορούσε να επανακάμψει και να επιβιώσει εάν δεν μεταλλασσόταν σε νεοφιλελεύθερο "κίνημα". Αν παρέμενε στα πρότυπα του 1980, θα ήταν ένα σταλινο-τριτοκοσμικό κόμμα, πράγμα που δεν θα ήταν το χειρότερο πράγμα καθεαυτό, αλλά έτσι δεν θα είχε ούτε την εύνοια των ΗΠΑ ούτε την πρόσβαση στην εξουσία, πράγμα που θα διαχρονικά είναι η τραγικότερη μοίρα, η επίγεια κόλαση των μελών/ηγετών του. Επίσης η Αριστερά των ΑΕΙ/ΜΜΕ μεταλλάχθηκε, αν εξαιρέσουμε το απομονωμένο ΚΚΕ και τους περιθωριακούς της, στην εκσυγχρονιστική Αριστερά. Από την ταξική πάλη κατέληξε να θεωρεί μέγιστο ζήτημα τα δικαιώματα των τραβεστί (τρόπος του λέγειν) και την οικολογία, και η διαφορά είναι προφανής: Όχι ότι είναι κακό να αγωνίζεσαι για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, αλλά είναι άλλο να θέτεις αυτόν τον αγώνα ως μέγιστο κι άλλο να θέτεις την ταξική πάλη ως συμπύκνωση όλων των αγώνων. Φυσικά, η αλλαγή προσανατολισμού δεν είναι δίχως πολιτικές συνέπειες: Όταν πρώτιστη σημασία έχουν τα δικαιώματα στην κοινωνική αξιοπρέπεια του τρανσέξουαλ κι ο πολυπολιτισμός, τότε δεν γίνεται ταυτοχρόνως να έχει πρώτιστη σημασία η κατάργηση της ταξικότητας της κοινωνίας. Προφανώς και τα δύο μπορεί να αποτελούν μέρος ενός πολιτικού προγράμματος, ωστόσο ή το ένα θα είναι πρώτιστης πολιτικής σημασίας ή το άλλο. Τρίτη θέση δεν υπάρχει. Μπορεί κανείς να το διαπιστώσει από τη θεματολογία των αριστερών ΜΜΕ. Αν, λοιπόν, πρώτιστη σημασία για την Αριστερά έχουν τα δικαιώματα του τρανσέξουαλ, αυτό είναι πολύ βολικό για τους Νεοφιλελεύθερους των ΗΠΑ και άλλων Μ. Δυνάμεων. Γιατί, αν υποτεθεί ότι η Αριστερά κατηγορεί για τα δικαιώματα αυτά τις ΗΠΑ, είναι πολύ ευκολότερο και ανεκτότερο να θεσμοθετηθούν τέτοια δικαιώματα παρά να ακυρωθεί πρακτικά και θεσμικά η οικονομική εκμετάλλευση και η κυριαρχία των πλουσίων εντός κι εκτός των ΗΠΑ ή εντός της Ελλάδας. Η Αριστερά των ΜΜΕ/ΑΕΙ αναγκαστικά μεταλλάχθηκε, όχι μόνο γιατί μεταλλάχθηκαν και τα κεντροαριστερά αφεντικά της αλλά και γιατί δεν συνέβη αυτό το οποίο πίστευε ότι θα συμβεί όταν το '80 γινόταν μυστικοσύμβουλος (μέσω ΑΕΙ) του κράτους, δηλαδή να αλώσει το Σύστημα από μέσα, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Φυσικά, η Αριστερά αυτή δεν πιστεύει ότι κάτι τέτοιο συνέβη: Όταν σε εκπροσώπους της αναφέρεται η μετάλλαξη και ότι ενεργούν ως οι καλοθελητές προφανώς δεξιών πολιτικών, αντιδρούν υποστηρίζοντας είτε ότι συμπαρατάσσονται με το "μη χείρον βέλτιστον" (αυτό βέβαια οδηγεί στο χοιροστάσιο), είτε ότι δεν είναι έτσι αλλά ότι αυτοί χρησιμοποιούν/κοροϊδεύουν τους νεοφιλελεύθερους κοσμοπολίτες (με τους οποίους συμμαχούν περιστασιακά) προς όφελος της Επανάστασης ή της κοινωνικής προόδου. Καλώς ή κακώς, αποκτώντας την εξουσία οι Αριστεροί είτε αλλοτριώθηκαν ως ζάμπλουτοι μεταμοντέρνοι απολογητές των ΗΠΑ/Ε.Ε. είτε απογοητεύτηκαν κι έγιναν μηδενιστές/εγωιστές είτε (ένα μικρό τμήμα) εναντιώθηκαν σε αυτήν την διαφθορά.
Μετά το 1990 ο Δεξιός μετατράπηκε σε ρηχό Νεοφιλελεύθερο (το ανάμικτο είδος λαϊκής-νεοφιλελεύθερης Δεξιάς), ενώ ο Αριστερός σε ένα ρηχό Ακροαριστερό (ακροαριστερή ρητορεία και ταυτόχρονα συμμετοχή στην εξουσία και στην οικονομική διαφθορά).
Αν ήθελε κανείς να συγκρίνει την ανικανότητα της Δεξιάς να εκσυγχρονιστεί με την ικανότητα της Κεντρο-Αριστεράς να εκσυγχρονιστεί/εξευρωπαϊστεί, δεν πρέπει να πιστεύει ότι υπάρχει καμμία εγγενής ανικανότητα των πρώτων και εγγενής ικανότητα των δεύτερων για κάτι τέτοιο. Όπως είναι φανερό, για όσο διάστημα (1946-1981) η Δεξιά κατείχε την εξουσία ήταν οι Δεξιοί αυτοί που ήταν κοσμοπολίτες (και πωλητές της Κύπρου...) ενώ αντίθετα ήταν οι Αριστεροί αυτοί που ήταν επαρχιώτες. Για παράδειγμα, το ροκ και οι άλλοι ξένοι χοροί εισήχθησαν από τα δεξιά πλουσιόπαιδα του '50-'60, και αργότερα έγινε σύμβολο αριστερίστικης επαναστατικότητας. Αντίθετα από το σημερινό επιχείρημα του κατεστημένου της Αριστεράς των ΑΕΙ, η Δεξιά δεν είναι εγγενώς κλειστή ή μάλλον δεν είναι λιγότερο εγγενώς κλειστή και επαρχιώτικη από ό,τι η Αριστερά. Την "κλειστότητά" της και τον επαρχιωτισμό της η Δεξιά ώς το 1981 τον κάλυπτε/υπερνικούσε ακριβώς επειδή ήταν στην εξουσία και συγχρωτιζόταν με τις ευρωπαϊκές εξουσίες. Μόλις έχασε την εξουσία και επειδή την έχασε για τεράστιο διάστημα (1981-2004) "επαρχιωτοποιήθηκε" και αντιμετώπιζε έντονα τις εσωτερικές αντιφάσεις της (λαϊκή-νεοφιλελεύθερη Δεξιά). Αντίθετα, η Κεντρο-Αριστερά ενώ αρχικά (ώς το 1974 ή το 1981) ήταν πιο λαϊκή (και πιο "ελληνική"), μόλις κατέλαβε την εξουσία και ακριβώς επειδή παρέμεινε σε αυτή για τεράστιο συνεχές χρονικό διάστημα, "εξευρωπαΐστηκε". Γι' αυτό και κατάφερε, στα 1991 να ξεπεράσει τις εσωτερικές αντιφάσεις της υιοθετώντας τον Εκσυγχρονισμό, επειδή είχε την πρόσβαση στο χρήμα, την εξουσία και τας Ευρώπας - σε αντίθεση με τη Δεξιά.
Στην οκταετία 1996-2004 (ή εντεκαετία 1993-2004) όλα όσα ονειρευόταν η
Νεοφιλελεύθερη Δεξιά του 1990-1993 έγιναν πράξη: ιδιωτικοποιήσεις,
ευέλικτη εργασία π.χ. ενοικιάσεις εργαζομένων, φθηνό και ανασφάλιστο, ολοένα ανανεούμενο εργατικό δυναμικό
δούλων αλλοδαπών εξεπίτηδες εισαγόμενων δίχως τελειωμό, για να
μειώνονται τα μεροκάματα, δημιουργία πανίσχυρων τζακιών, και ο κατάλογος
δεν έχει τελειωμό, ας ψάξει κανείς και θα βρει τα υπόλοιπα. Δεν υπήρξε μαζική
αντίδραση, επειδή τα πακέτα στήριξης της Ε.Ε. και οι λαθρομετανάστες ενδυνάμωναν
την οικονομία, άρα όλους ανάλογα με το βαθμό πολιτικής/κοινωνικής ισχύος τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ελάχιστοι αντέδρασαν για το Χρηματιστήριο το 1999 και
για το κολοσσιαίο φαγοπότι της Ολυμπιάδας του 2004. Πέρα από τα πακέτα της Ε.Ε.
και τους αλλοδαπούς δούλους υπήρχε και ο στρατός των εκσυγχρονισμένων Αριστερών,
που εξυμνούσαν την Νεοφιλελεύθερη Κεντροαριστερά και κυριαρχούσαν σε ΜΜΕ/ΑΕΙ.
Αρκούσε άλλωστε σε αυτούς το ότι η εκσυγχρονιστική Κεντροαριστερά χτυπούσε
αλύπητα τους "παπάδες" (π.χ. για τις αστυνομικές ταυτότητες), για τα άλλα "πέρα
βρέχει" με σάλτσες κοινωνικής αγανάκτησης όχι όμως για τα σκάνδαλα και τους
Δυνατούς ("πού την είδατε τη διαπλοκή;" απορούσαν) αλλά για την πλέμπα που δεν
πάει Μέγαρο(ν) και δεν καταλαβαίνει τον Ντεριντά. Συμπαρέσυραν έτσι ακόμη
περισσότερο την Κεντροαριστερά στην πλήρη ιδεολογική μετάλλαξή της από την
λαϊκιστική-φασίζουσα φάση της της ('80) στην τεχνοκρατική-φασιστοελιτιστική φάση
της, φάση η οποία εκδηλώθηκε έντονα κατά τον καιρό της διαμάχης για τα σχολικά
βιβλία ιστορίας (2007). Συμπερασματικά, στην οκταετία αυτή ολοκληρώθηκε η
μετάλλαξη των Κεντρο-αριστερών σε Νεοφιλελεύθερους. Ολοκληρώθηκε επίσης η
αποβλάκωση του λαού. Ό,τι δεν διέλυσε, ηθικά, η δεκαετία του '80, το διέλυσε η
αλαζονεία, ο νεοπλουτισμός και η γκλαμουριά του 1996-2004. Όλοι πλέον είχαν
εκμαυλιστεί από τη μάσα και τη ρέκλα: Η κουτσή Μαρία που θα γινόταν τοπ μόντελ ή
τραγουδίστρια στον μπιγκ μπράδερ, ο συνδικαλιστής, ο αγρότης, ο λαός που έπαιζε
μπιρίμπα στο σοσιαλιστικό Χρηματιστήριο, ο διανοούμενος που θα πληρωνόταν για
"διαλέξεις" και "έρευνα" από τα προγράμματα της Ε.Ε. κατευθύνοντάς τες σύμφωνα
με τις ιδεολογικές της επιθυμίες, αφού αυτή τον πληρώνει. Έκτοτε, για όσο
διάστημα δεν ξεπρήζονται οι κοιλιές από το απίστευτο φαγοπότι της Ε.Ε. καθώς και
για όσο διάστημα δεν τελειώνουν τα κονδύλια της Ε.Ε. προς τους
εκσυγχρονισμένους Αριστερούς των ΑΕΙ που παράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία, δεν
υπάρχει περίπτωση ο λαός αυτός να κάνει κάτι.
Προφανώς κανείς θα αναρωτηθεί με την πολεμική αυτήν που στρέφεται εναντίον περισσότερο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς παρά εναντίον της Δεξιάς, αν είναι αντικειμενική και αν είναι εκ δεξιών. Η απάντηση είναι ότι από δεξιά κόμματα είναι αναμενόμενο να περιμένει κανείς αντίστοιχη οικονομική-κοινωνική πολιτική. Αντίθετα, όταν τέτοια πολιτική πραγματοποιείται από κεντρο-αριστερά κόμματα και όταν μάλιστα αυτή γίνεται με αριστερή ή μεταμοντέρνα ρητορεία, τότε η εξαπάτηση και ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος, και γι' αυτό η εναντίωση πρέπει να είναι μεγαλύτερη δίχως αυτό (το "μεγαλύτερη") σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει εναντίωση στον αυτονόητο για τα δεξιά κόμματα απολιτικό νεοφιλελευθερισμό. Επίσης η επίκληση του μετεμφυλιακού δεξιού, πολιτικά αυταρχικού, μπαμπούλα δεν μπορεί παρά να είναι είτε συνειδητή είτε λόγω ηλιθιότητας στήριξη σε ένα αντίστοιχο είδος ιδεολογικής και οικονομικοκοινωνικής μονοκρατορίας μετά το 1981, για τον απλό λόγο ότι ο μπαμπούλας αυτός πέθανε μετά το 1974 ή το 1981 και είναι προκλητικό να τον επικαλείται κανείς σήμερα. Ακόμη και η Ακροδεξιά, πέραν του ότι είναι και πάντοτε ήταν μηδαμινή εκλογικά, ούτε τις Ένοπλες Δυνάμεις έχει με το μέρος της ώστε να κάνει δικτατορία, ούτε μπορεί να συμμετάσχει στο πολιτικό παιχνίδι δίχως να νερώνει το κρασί της (νέρωμα λ.χ. του τύπου της στήριξής της προς την -ιδεολογικά μισητή υποτίθεται- Κεντροαριστερά αναφορικά με τα νεοφιλελεύθερα οικονομικά μέτρα της τελευταίας) όλο και περισσότερο όσο μεγαλώνει.
Επειδή, φυσιολογικά, η πολύ εξουσία διαφθείρει πολύ, και επειδή παρά την σχετική ευημερία η γκλαμουριά και η επίδειξη του κλεμμένου πλούτου από τους Νεοφιλελεύθερους Κεντροαριστερούς του 1996-2004 κατάντησε αηδία, προτάθηκε και πέτυχε, απομακρυνόμενος ρητορικά από τις νεοφιλελεύθερες απειλές του 1990-93 και παίζοντας το χαρτί του ηθικού που δε διστάζει τη ρήξη με τους "νταβατζήδες", ο αρχηγός μιας ανανεωμένης Δεξιάς αναλαμβάνοντας την εξουσία στα 2004. Στην πραγματικότητα το μόνο που σκέφτονταν και σκέφτονται οι Δεξιοί είναι η απίστευτη ατυχία τους του '80, το ότι αυτοί προετοίμαζαν την είσοδο στην ΕΟΚ και άλλοι γεύονταν τα αγαθά της εισόδου. Πράγματι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κατά νου είχαν να κάνουν ακριβώς ό,τι κι ο Α. Παπανδρέου το '80, να πέσουν με τα μούτρα στο ευρωπαϊκό φαγοπότι. Ήταν το αρχαίο απωθημένο τους, το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, η ιδέα που δεν έφευγε ποτέ από το νου τους, η ανεκπλήρωτη ώς το 2004 επιθυμία τους, αφού το διάστημα 1990-1993 ήταν πολύ μικρό και τότε είχαν συναντήσει μεγάλη αντίδραση από το Κεντροαριστερό κατεστημένο/κηφηναριό. Ώρες-ώρες, μετά το 2004, έβγαινε κανένας εκπρόσωπος της λαϊκής Δεξιάς και έλεγε κάτι για τα αδικημένα δεξιά παιδιά που πρέπει να τακτοποιηθούν κι αυτά (οι Κεντρο-Αριστεροί υποκριτικά τσίριζαν δακτυλοδείχνοντάς τον) αλλά η επίσημη Δεξιά φρόντιζε να διαβεβαιώσει αμέσως ότι τέτοιες επιδιώξεις δεν υφίστανται. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και το είδε κανείς με την αύξηση των stage, των κάθε είδους συμβασιούχων, την περιφρόνηση του ΑΣΕΠ κ.ά., με αποτέλεσμα το Δημόσιο να στελεχώνεται στα 2010 μόνο κατά 58% από μόνιμους υπαλλήλους. Το ένα κακό φέρνει το άλλο, η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Κεντροαριστεράς επεκτάθηκε και γιγαντώθηκε από την Δεξιά, ως παράδειγμα προς μίμηση, ως αυτονόητο, για να μη ξεχνάμε και τα σκάνδαλα τύπου "είναι νόμιμο άρα ηθικό" (τα οποία ακριβώς δείχνουν την ανικανότητά της, σε αντίθεση με την Κεντροαριστερά, να κουκουλώνει τα παιδιακίστικα σκάνδαλά της), ενώ ως προς την κακοδιαχείριση σε οκτώ κεντροαριστερά χρόνια το χρέος αυξήθηκε από 60 στα 125 δισ. ενώ σε 5,5 χρόνια από 125 στα 250. Επιπλέον σε αυτά έπρεπε να συνυπολογιστεί η εγγενής ανικανότητα των Δεξιών να κυβερνήσουν (ξ-έχασαν αυτήν την ικανότητα μετά από 1935-1981=46 χρόνια εξουσίας), πράγμα που θυμίζει αυτό που είπαμε για την δεξιά τσαπατσουλιά και κοινωνική προκλητικότητα σε αντίθεση με την κεντροαριστερή (και αριστερή) ψευδο-υπευθυνότητα και "μάσα στα μουλωχτά/προοδευτικά". Ο Κεντροαριστερός Νεοφιλελεύθερος κάνει ακριβώς τα ίδια "με το γάντι", σε αντίθεση με τον Δεξιό που λόγω εγγενούς χοντροκοπιάς και αμνησίας να κυβερνά, τα κάνει ξεδιάντροπα και με θόρυβο, ίσως γι' αυτό και ασκεί (ο Κεντροαριστερός νεοφιλελεύθερος) τέτοια γοητεία στους ματσωμένους κι εκλεπτυσμένους Αριστερούς διανοούμενους/δημοσιογράφους, ενώ προκαλεί (ο Δεξιός νεοφιλελεύθερος) την αγανάκτηση των πάντων. Χάρη σε αυτήν την παροιμιώδη ανικανότητα ακόμη και να παριστάνουν τους σοβαρούς και υπεύθυνους/ικανούς, σύντομα η Δεξιά πήρε τον κάτω δρόμο. Σε αυτό, πέρα από την ανίκανη διακυβέρνησή της, έπαιξε ρόλο και ο ορυμαγδός των Δεκεμβριανών του 2008 μαζί με ύποπτες πυρκαγιές σε όλη την ελληνική επικράτεια το 2007 και 2009. Πράγματι, όσον αφορά τα "Δεκεμβριανά" του 2008, μόνο αφελείς ή κομματόσκυλα είναι ικανά να πιστέψουν ότι θα γινόταν τόσος ντόρος και τόσες "αυθόρμητες" καταστροφές στις ελληνικές πόλεις εάν το ίδιο συμβάν είχε συμβεί επί κεντροαριστερής διακυβέρνησης.
Καθώς το ένα κακό φέρνει το επόμενο και η ρουφήχτρα του κακού κάνει ολοένα και μικρότερους κύκλους, έπειτα από όλα αυτά ανέλαβε (πολύ) πιθανότατα με συνειδητά ψευδείς υποσχέσεις την εξουσία η Κεντροαριστερά. Ο σοφός αυτός, ελληνικός λαός, που προκρίνει πάντοτε το "μη χείρον βέλτιστον", ασφαλώς σε λίγα χρόνια θα ξαναγυρίσει σε άλλους, επίσης "ηθικότερους" αντιπάλους της Κεντροαριστεράς, όταν αυτή θα έχει κάνει τα πάντα μπάχαλο, για να καταστεί ξανά και ξανά, και ξανά αυτό που πάντα είναι: ένα φανταγμένο κορόιδο. (24/4/2010).
* * *
ΔΕΟΝ
Και Είναι.
Αποτελεί το «Είναι» (όποιο νόημα κι αν δίνεται σ’αυτό, της Φύσης ή της Κοινωνίας) ένα ηθικό «δέον», δηλαδή μια ηθική προσταγή που πρέπει να ακολουθήσει ο άνθρωπος, ή είναι κάτι που πρέπει βέβαια να γίνει γνωστό, αλλά δεν καθορίζει τις ηθικές επιλογές μας; Ο κόσμος (το «Είναι») που είναι όπως είναι, είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει, ή είναι κάτι που πρέπει να το θεωρήσουμε δεδομένο, δηλαδή «δέον» και υπόδειγμα συμπεριφοράς για τον άνθρωπο, διότι «αυτή είναι η φύση των πραγμάτων»; Αν το «Είναι» σημαίνει ότι ο δυνατός πάντα τυραννά τον αδύνατο, ότι πάντα υπάρχει πονηριά και εξαπάτηση μεταξύ των ανθρώπων κ.ο.κ., είναι αυτό κάτι που πρέπει να αλλάξει (οπότε το «Είναι» δεν αποτελεί και «Δέον») ή πρέπει να παραδεχτούμε ότι όλα αυτά είναι θεμελιώδης συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης/ιδιότητας κλπ, οπότε έτσι είναι και καλό να συμπεριφερθούμε (οπότε το «Είναι» ταυτίζεται με το «Δέον»);
Οι οπαδοί της
αντίληψης πως το Είναι δεν αποτελεί και Δέον πρέπει να προσέξουν μην, πάνω στην
άρνησή τους να δεχτούν το σημερινό Είναι ως Δέον, οδηγηθούν είτε στο να θέλουν
μια μελλοντική ταύτιση Είναι και Δέοντος (εναντίον της σημερινής ταύτισης, την
οποία κάνουν άλλοι) είτε
Και εξουσιασμός.
Όποιος εξαγγέλλει ένα
«Δέον», δηλαδή ένα «πρέπει», σύμφωνα με το οποίο πρέπει να δράσουν οι άνθρωποι
ώστε να πραγματωθεί η ιδανική κοινωνία και να γίνουμε όλοι ευτυχισμένοι για
πάντα, είναι εξουσιαστής είτε το γνωρίζει είτε όχι, είτε το θέλει είτε όχι.
Ακριβώς
επειδή ΜΟΝΟ αυτό το άτομο (ή η συλλογική οντότητα) γνωρίζει «καλλίτερα»
(ή: μόνο αυτό γνωρίζει) πώς θα επιτευχθεί η επικράτηση της ιδεατής κατάστασης
και της Ιδανικής Κοινωνίας (καθότι είναι ο μόνος ερμηνευτής ή και ο οραματιστής
του «απελευθερωτικού» Δέοντος που οδηγεί στην Ιδανική Κοινωνία), μπορεί να
εξουσιάζει τα υπόλοιπα άτομα
1) όχι μόνο λέγοντάς
τους τι θα κάνουν καθημερινά, στην πράξη, ώστε να έρθει (γρηγορότερα) η Ιδανική
Κοινωνία, αλλά και
2) επειδή – όντας ο
μόνος δικαιωματικά σωστός ερμηνευτής του Δέοντος – είναι ο μόνος που γνωρίζει
πότε η Ιδανική Κοινωνία έχει πλέον γίνει πραγματικότητα, δηλαδή από ποιον
βαθμό πραγμάτωσής της και πέρα δικαιούμαστε να λέμε ότι «το Δέον/Όραμα έχει
γίνει πράξη» (καθότι τα υπόλοιπα άτομα, δηλαδή η υπόλοιπη ανθρωπότητα, δεν
γνωρίζουν ούτε τις λεπτομέρειες ούτε τα πλήρη χαρακτηριστικά της Ιδανικής
Κοινωνίας· αυτά τα χαρακτηριστικά είναι «μέσα» στο κεφάλι του
Οραματιστή-εισηγητή του Δέοντος). Έχει λοιπόν το άτομο αυτό (ή η ομάδα που
προτρέπει στο Δέον-Όραμα) «αξιώσεις κυριαρχίας» επί των υπολοίπων (στα μυαλά
τους ή και στα κορμιά τους).
Αυτή η εξουσιαστική επιβολή υπάρχει,
είτε το γνωρίζει ο εισηγητής/ερμηνευτής του Δέοντος είτε όχι· είτε το επιδίωκε
να υπάρχει είτε όχι. Και υπάρχει εξ ανάγκης, αυτομάτως. Διότι αν αυτό το Δέον
γίνει αποδεκτό από τους ανθρώπους (ηθελημένα ή όχι) ως αντικειμενικό και
σωτήριο, τότε ο μόνος τρόπος για να φτάσουμε στην Ιδανική Κοινωνία είναι να
ακολουθήσουμε όσο πιο πιστά γίνεται τον τρόπο εφαρμογής του Δέοντος αυτού. Όμως
το Δέον αυτό υπάρχει/ έχει διαμορφωθεί (ή εξακολουθεί να αναδιαμορφώνεται) μόνο
στο κεφάλι του οραματιστή ή του ερμηνευτή του. Άρα, δεν γίνεται παρά να πρέπει
να ακολουθήσουμε τις συμβουλές του ατόμου αυτού (ή της ομάδας που εξαγγέλλει το
Δέον), αφού αυτός ξέρει καλύτερα ή έχει σκεφτεί περισσότερο. Αν δεν ακούσουμε
τις συμβουλές του, πιθανόν είναι ότι θα ακολουθήσουμε άλλο δρόμο από αυτόν που
φανταζόταν/οραματιζόταν ο Οραματιστής. Και θα αποτύχουμε. Γι’ αυτό το λόγο, ο
ερμηνευτής/οραματιστής του Δέοντος είτε αποκτά την πολιτική εξουσία είτε (ακόμη
χειρότερα) αποκτά την πνευματική εξουσία, γίνεται καθοδηγητής στο δρόμο για την
Ιδανική Κοινωνία. Ο εξουσιασμός λοιπόν εκ μέρους του οραματιστή/ερμηνευτή είναι
αναπόφευκτος, γιατί ακόμη κι αν ο ίδιος ο οραματιστής/ερμηνευτής δεν το
επιδιώκει, θα τον χρίσουν πνευματικό ή πολιτικό ηγέτη τους. Άρα, είτε το θέλει
είτε όχι, ο οραματιστής/ερμηνευτής του Οράματος ασκεί κυριαρχία. Είναι πιθανόν
ότι σταδιακά αντιλαμβάνεται ο οραματιστής/ερμηνευτής πως κηρύττοντας το Όραμά
του αποκτά εξουσία στις συνειδήσεις των ανθρώπων· ωστόσο, ακόμη και να μη το
επιδιώκει, είναι αναπόφευκτο να τους εξουσιάζει, αφού μόνο αυτός «ξέρει».
Ο ίδιος ο οραματιστής/ερμηνευτής συνήθως
πιστεύει και ο ίδιος στην αλήθεια του οράματός του για την Ιδανική Κοινωνία.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου κάποιος εξαπατά τις μάζες, αλλά όταν
τίθεται θέμα ιδεολογίας, συνήθως ο οραματιστής πιστεύει ό,τι κηρύσσει και
αντίστοιχα οι μάζες/οπαδοί δεν εξαπατώνται. Ο οραματιστής/ερμηνευτής πιστεύει
ότι το Όραμά του θα φέρει την ευτυχία στην ανθρωπότητα, κι αυτό δεν το πιστεύει
εξ επίτηδες, για να κερδίσει οπαδούς (ή αν θέλει να κερδίσει οπαδούς, δεν είναι
ο πρώτιστός του σκοπός), αλλά γιατί θεωρεί ότι η άποψή του και η κοσμοαντίληψή
του ισχύουν αντικειμενικά. Ο λόγος που το θεωρεί αυτό είναι ότι κάθε άνθρωπος
καταλήγει να αποδέχεται μια άποψη (είτε ήταν δική του ιδέα είτε άλλων), μόνο εάν
βεβαιωθεί ότι αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και μπορεί να δώσει
βοήθεια και σωστό προσανατολισμό. Εάν ο καθένας νοιώθει ότι μια άποψη δεν
ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δηλαδή ότι δεν είναι αντικειμενική, τότε, θα
πιστέψει ότι αυτή η άποψη παραπλανά, είναι άχρηστη και μάλιστα επικίνδυνη. Έτσι
και ο οραματιστής/ερμηνευτής του Οράματος της Ιδανικής Κοινωνίας, ήδη πιστεύει
αυτό που κηρύττει. Δεν ψεύδεται και είναι εξίσου πρόθυμος να θυσιαστεί για χάρη
του Οράματός του.
Όσοι κηρύττουν τα απελευθερωτικά Οράματα σίγουρα αγανακτούν με την άποψη ότι εξουσιάζουν τον κόσμο. Θα ισχυριστούν πως ό,τι κάνουν το κάνουν από αγάπη για τον κόσμο κι επειδή θέλουν να τον απελευθερώσουν. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι πράγματι το πιστεύουν ότι δρουν δίχως εξουσιαστικές παρενέργειες. Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι τι πιστεύουν, αλλά τι γίνεται. Και ό,τι γίνεται είναι η εξουσιαστική επιβουλή στις συνειδήσεις όσων αποδέχονται αλλά και όσων αντιστέκονται στο Όραμα που οι οραματιστές/ερμηνευτές του κηρύττουν. Γιατί είτε οι κήρυκες αυτοί ξέρουν καλλίτερα από εμάς (τους υπόλοιπους) τι σημαίνει το Όραμα (τόσο ως τρόπος πραγμάτωσής του όσο και ως εικόνα μιας μελλοντικής κοινωνίας) είτε όχι. Εάν δεν ξέρουν καλλίτερα, δε θα μπορούσαν να είναι οι κήρυκες/ερμηνευτές/οραματιστές: θα ήταν κάποιοι άλλοι στη θέση τους, οι οποίοι θα «διόρθωναν» τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων, ώστε να φτάσουμε στον δικό τους σκοπό, την Ιδανική Κοινωνία βάσει του Δέοντος που οι κήρυκες σκέφτηκαν.
Είναι πολύ
αφελές να προσπαθήσει κανείς να ισχυριστεί ότι «δεν λέει στους ανθρώπους τι να
κάνουν» (δηλαδή ότι δεν τους προτείνει κανενός είδους «Δέον»). Ακόμη όμως κι
όποιος πει στους ανθρώπους «να είστε ελεύθεροι» ή «κάνετε ό,τι θέλετε, όλα
επιτρέπονται», εκτός του ότι προτείνει κάτι ανεφάρμοστο (καθ’ ότι, αν όλοι
έκαναν «ό,τι ήθελαν», η κοινωνία θα κατέρρεε σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων),
ήδη τους λέει ότι υπάρχει κάτι σωστό, ο σκοπός της Ζωής, ένα Δέον, το οποίο
είναι «να κάνουν ό,τι θέλουν». Ήδη συμβουλεύοντάς τους, τους δείχνει το Καλό και
το Κακό, δηλαδή τους εξουσιάζει. Και φυσικά η «ελευθερία» που τούς προτείνει
είναι η ελευθερία όπως την αντιλαμβάνεται αυτός (δηλαδή έχει συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά, τα οποία – κατ’ αυτόν – προσδίδουν σε μια πράξη το χαρακτηρισμό «ελεύθερη»)
και όχι κάποιος άλλος. Άρα κι εδώ έχει αξιώσεις κυριαρχίας κάποιος.
(16/7/2006)
Και επιθυμία.
Το "δέον" εδώ σημαίνει το ηθικά και γενικά σωστό, το μη βλαβερό κ.λ.π., ενώ η επιθυμία σημαίνει την εσωτερική παρόρμηση. Ο άνθρωπος δεν κάνει κάτι που πιστεύει ότι δεν είναι σωστό, σε κάθε του πράξη. Αυτή η αρχή ισχύει μόνο για πράξεις για τις οποίες γνωρίζει εκ των υστέρων εάν το αποτέλεσμά τους είναι ωφέλιμο και ηθικά σωστό, ή αντίστοιχα βλαβερό και ανήθικο (με όποια έννοια και όποιο ηθικό σύστημα, αδιάφορο). Γιὰ παράδειγμα, τὸ κάπνισμα. Κάποιος ξέρει ὅτι τὸ κάπνισμα εἶναι βλαβερὸ/λάθος. Ὡστόσο, τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία καπνίζει, δὲν πράττει συνειδητὰ τὸ «λάθος/ἀνήθικο». Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, ἅμα ρωτοῦνταν, θὰ ἀπαντοῦσε ὅτι ἔχει ἀνάγκη τὸν καπνό, ὅτι τὸν χαλαρώνει κ.λ.π. Ταυτόχρονα, θὰ παραδεχτῇ ὅτι τὸ κάπνισμα βλάπτει τὴν ὑγεία, ἀλλὰ γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους θὰ συνεχίσῃ νὰ καπνίζῃ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι, ἐνῶ γνωρίζει ὅτι τὸ κάπνισμα εἶναι «λάθος», πράττει τὴν λάθος πράξη, ἀλλὰ ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμή, στὴν ἡθική του ἀξιολόγηση «λάθος» εἶναι τὸ νὰ μὴν ὑπακούσῃ στὴν ἐπιθυμία, στὴν ἀπόλαυση. Ὁ παράγων ὑγεία ἔρχεται, ἐκείνη τὴ στιγμή, δεύτερος σὲ σημαςία. Ἄρα, καπνίζοντας ὁ ἄνθρωπος αὐτός κάνει τὸ «σωστό» (ὅπως ΑΥΤΟΣ τὸ ἀντιλαμβάνεται, ΕΚΕΙΝΗ τὴ στιγμὴ), ποὺ εἶναι ἡ ἀπόλαυση, ἡ προτεραιότητα τῆς ἐπιθυμίας, κι ὄχι τὸ λάθος, ποὺ εἶναι νὰ πράξῃ σύμφωνα μὲ τὸ δεύτερο σὲ σημαςία κριτήριο (τὴν ὑγεία) ἀντὶ τοῦ πρώτου. Ἄρα, ὅταν ἔχουμε στιγμὲς ὅπου κυριολεκτικὰ δροῦμε ἐναντίον τῶν καθιερωμένων ἀξιολογικῶν ἀρχῶν/κριτηρίων μας (ἠθικῶν καὶ μή), στὴν πραγματικότητα δὲν δροῦμε «ἐναντίον τῶν ἀξιολογικῶν κριτηρίων μας», ἀλλὰ καθιερώνουμε (στιγμιαῖα καὶ γιὰ λίγο) νέα καὶ διαφορετικὰ ἀξιολογικὰ κριτήρια συμπεριφορᾶς, ἢ ἀντιστρέφουμε τὴν καθιερωμένη κατάταξη τῶν ἀξιολογικῶν κριτηρίων, καθιερώνοντας δηλαδὴ κατ’ οὐσίαν ἄλλη συμπεριφορά ὡς «σωστή». Ἔπειτα ἀπὸ μικρὸ διάστημα ὁ ἄνθρωπος ἐπαναφέρει ὡς ἀξιολογικὲς ἀρχὲς/κριτήρια αὐτὲς ποὺ εἶχε πρὶν πράξῃ τὴν συγκεκριμένη πράξη. Ἴσως ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ φαινομενικὴ «ἀντιφατικότητα» μεταξὺ λόγων καὶ ἔργων. Μὲ ἄλλα λόγια, στὴν πραγματικότητα ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα συνεπὴς μὲ τὶς ἀρχές, τὰ κριτήρια συμπεριφορᾶς του, τὴν ἀντίληψη περὶ «λάθους», «σωστοῦ», «βλαβεροῦ» κι «ὠφέλιμου» ποὺ ἔχει κάθε στιγμή. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεση φυσικὰ ὅτι γνωρίζει (ὅσο μπορεῖ) τὶς συνέπειες μιᾶς πράξης ἢ τὴν «ἠθική» της ἀξιολόγηση.
Ὁ Πλάτων δηλώνει συχνὰ ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι κακὸς ἐν γνώσει του, ἀλλὰ ἡ κακία ὀφείλεται στὴν ἄγνοια τοῦ πραγματικὰ ἀγαθοῦ. Γιατὶ ἂν γνώριζε κανεὶς ὅτι αὐτὸ ποὺ πράττει εἶναι ἐν τέλει κακὸ καὶ βλαβερό, δὲ θὰ τὸ ἔπραττε, παρὰ τὴν προσωρινὴ εὐχαρίστηση. Πιστεύει (π.χ. στὸν Πρωταγόρα 356d κ.ἑ.) ὅτι εἶναι ζήτημα ἐπιστήμης καὶ μάλιστα μετρητικῆς ἐπιστήμης νὰ γνωρίζουμε ποιὲς πράξεις προκαλοῦν μακροπρόθεσμα καὶ βραχυπρόθεσμα τέτοιο ἀγαθὸ καὶ βλάβη, ὥστε τὸ συνολικὸ ἀγαθὸ νὰ ἐπικρατεῖ τῆς συνολικῆς βλάβης. Αὐτὸ τὸ ἐπεξηγεῖ λέγοντας πὼς ὅπως τὰ μακρινότερα ἀντικείμενα φαίνονται μικρότερα, ἀνεξαρτήτως μεγέθους, ἐνῶ τὰ κοντινότερα ἀντικείμενα φαίνονται μεγαλύτερα σὲ μέγεθος ἀπὸ τὰ μακρινά, ἔτσι καὶ τὸ τωρινὸ ὄφελος φαίνεται μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ μακροπρόθεσμο ὄφελος ἢ καὶ τὴ μακροπρόθεσμη βλάβη. Πιστεύει ὅτι τέτοια μέτρηση καὶ τέτοια ἐπιστήμη εἶναι δυνατὴ καί, γι' αὐτό, ἡ ἄγνοια αὐτὴ μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ. Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ μετρήσουμε πάντοτε καὶ μὲ μαθηματικὴ σιγουριὰ τὴ μελλοντικὴ βλάβη ἢ ωφέλεια; Στὸ παράδειγμα μὲ τὸ κάπνισμα εἶναι πολλοὶ οἱ καπνιστές, ἀλλὰ λίγοι ὅσοι παθαίνουν καρκίνο ἢ βλάπτονται σοβαρά παντοιοτρόπως. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀδύνατο νὰ βρεθεῖ, εἶναι δυνατὸν νὰ προβλέψουμε τὸ συνολικὸ ὄφελος μιᾶς πράξης προσθέτοντας τὴν πρόσκαιρη ὠφέλεια/βλάβη στὴν μακροπρόθεσμη ὠφέλεια/βλάβη. Σὲ ἄλλες, ἐπίσης πολλές, πράξεις, τῶν ὁποίων ἐπίσης ὁ ἀριθμὸς εἶναι ἀδύνατο νὰ προσδιοριστεῖ, εἶναι ἀδύνατον νὰ προβλέψουμε τὸ συνολικὸ ὄφελος ἢ βλάβη μιᾶς πράξης, ἐνῶ γιὰ ὁρισμένες πράξεις ἄλλοτε μποροῦμε καὶ ἄλλοτε ἀδυνατοῦμε νὰ προβλέψουμε. Συνήθως μποροῦμε νὰ βεβαιώσουμε μόνο γιὰ πιθανότητα συνολικῆς βλάβης ἢ ὠφέλειας παρὰ γιὰ σίγουρη βλάβη ἢ ὠφέλεια. Ἐπιπλέον πολλὲς φορὲς κάποια ἄλλα κριτήρια, γιὰ σκοπὸ καὶ τελικὸ προορισμὸ τοῦ ἀνθρώπου μᾶς καθοδηγοῦν στὴν κρίση μας, ἔτσι ὥστε τὸ ἄθροισμα τῆς ὠφέλειας νὰ μὴν ἐξαρτάται ἀπὸ τὴν πραγματικὴ συνολικὴ βλάβη ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὑπεριστορικὸ κριτήριο. Τέτοια κριτήρια εἶχε ὁ Πλάτων. Ἀλλά, ἐπιπροσθέτως, πῶς μποροῦμε νὰ μαθηματικοποιήσουμε τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς πράξης καὶ νὰ τὸ χαρακτηρίσουμε ἀντικειμενικὰ μὲ (-5) ἢ μὲ (-3) ἢ μὲ (+4); Αὐτὸ εἶναι τὸ σοβαρότερο πρόβλημα. Δὲν εἶναι μῆλα ἀθροιζόμενα τὸ τελικὸ κόστος, ἡ βλάβη καὶ τὸ ὄφελος μιᾶς πράξης. Κι ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ἡ ἄγνοια γιὰ τὴν πρόβλεψη τῶν συνεπειῶν μιᾶς πράξης, πρὶν τὴν πραγματοποιήσουμε, γίνεται βεβαιότητα. Ἀλλὰ τότε τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπιλέγουμε νὰ πράξουμε κάτι ποὺ ἐπιθυμοῦμε καὶ τὸ ὁποῖο ἐν τέλει μᾶς βλάπτει δὲν ὀφείλεται στὴν ἠθελημένη ἄγνοιά μας (κι ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος γιὰ ἔρευνα) γιὰ τὰ πραγματικὰ καὶ ὄχι νομιζόμενα ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τῆς πράξης, ἀλλὰ στὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία μας νὰ ξέρουμε ἀπὸ πρὶν τὴν ἔκβαση, ἀναφορικὰ μὲ τὰ ὀφέλη-ἀπώλειες, μιᾶς πράξης. Καὶ τὸ πράγμα περιπλέκεται περισσότερο, ὅταν ἀντιληφθοῦμε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὄχι σπανίως ἀλλάζουν τὰ κριτήρια ὠφελιμότητας ποὺ ἔχουν κατὰ τὸ μεσοδιάστημα μεταξὺ τῆς ἔναρξης πραγματοποίησης καὶ τῆς ἐμφάνισης τῶν τελικῶν συνεπειῶν τῆς πράξης, δηλαδὴ ἐνῶ ξεκινοῦν νὰ πράξουν κάτι ἔχοντας συγκεκριμένα κριτήρια γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ ὀφέλιμο, στὴν πορεία αὐτὰ μπορεῖ νὰ ἀλλάζουν καί, ἔτσι, ἀκόμη κι ἂν ἡ ἀπόπειρα ἐπίτευξης ἑνὸς σκοποῦ στέφεται μὲ ἐπιτυχία, ὁ δράστης λυπᾶται καὶ νοιώθει ὅτι βλάπτεται ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση τῆς πράξης, ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπειδὴ ἄλλαξε τὰ κριτήρια περὶ ἀγαθοῦ καὶ βλάβης. (21/9/2008)
Επισκέψεις από Νοέμβριο 2008