
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ
α') αναρχισμός και κομμουνισμός-φασισμός.
Καταρχήν, πρέπει να γίνει αναφορά στην αντιπαράθεση μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν, μέσα στην Α' Διεθνή.
Ο Μπακούνιν κατηγορούσε τον Μαρξ ως οπαδό του αυταρχισμού και της θεωρίας του εργατικού κράτους. Ωστόσο ο Μαρξ ουδέποτε εισηγήθηκε μια τέτοια ιδέα και μάλιστα την κατέκρινε. Απλώς ο Μπακούνιν, όταν οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες εισηγήθηκαν την έννοια του κράτους των εργατών, νόμιζε πως αφού κι ο Μαρξ ήταν Γερμανός, την αποδεχόταν κι ο ίδιος κι έτσι τον κατηγόρησε ότι συνδυάζει σοσιαλισμό και κρατισμό. Γενικά οι κατηγορίες του Μπακούνιν στο θέμα του κρατισμού και αυταρχισμού του Μαρξ είναι εσφαλμένες. Ο Μαρξ δεχόταν το κράτος ως ένα μέσο προκειμένου να συντριβεί η αστική τάξη. Μόλις γινόταν αυτό, το κράτος ήταν περιττό· άρα σοσιαλισμός και κράτος ήταν για τον Μαρξ έννοιες αντίθετες. Ο Ένγκελς σε γράμμα του το 1875 στον Bebel γράφει ότι είναι καθαρή ανοησία να γίνεται λόγος για ένα ελεύθερο λαϊκό κράτος· ότι όσο το προλεταριάτο χρησιμοποιεί το κράτος, το χρησιμοποιεί για να καθυποτάξει τους εχθρούς του κι όχι υπέρ της ελευθερίας κι ότι, τέλος, όταν γίνεται λόγος για ελευθερία, το κράτος παύει να υπάρχει. Με το να υποστηρίζεται σήμερα, θετικά από τους λενινιστές-σταλινιστές, αρνητικά από τους αναρχικούς, ότι ο Μαρξ επεδίωκε εργατικό κράτος, στην πραγματικότητα εξυμνείται ή χτυπάται ένας αχυράνθρωπος.
Ο Μπακούνιν άλλωστε όντας ρατσιστής, θεωρούσε ότι ο αυταρχισμός του Μαρξ οφειλόταν στην φυλή του. «Όντας Γερμανός και Ιουδαίος, είναι απ’ το κεφάλι ώς τα νύχια αυταρχικός», γράφει στα 1872. Και τι να πει κανείς για την επιστολή που έστειλε ο Μπακούνιν στον Τσάρο, όταν ήταν φυλακισμένος από τον δεύτερο, στην οποία του ζητούσε συγγνώμη και τον παρακαλούσε να τεθεί (ο Τσάρος) επικεφαλής των Σλάβων, ως πατέρας και απελευθερωτής τους;
Ο Μπακούνιν κατήγγειλε, μεταξύ 1871-2, τις «αυταρχικές δομές» της Α’ Διεθνούς μόνο αφότου απέτυχε να περάσει τις απόψεις του. Στην πραγματικότητα μάλιστα και ο ίδιος και οι οπαδοί του είχαν προηγουμένως ψηφίσει υπέρ των δομών αυτών, τις οποίες δεν είχε εισηγηθεί ο Μαρξ. Είναι άξιο απορίας πάντως, γιατί ο «μη αυταρχικός» Μπακούνιν (κι όχι ο «αυταρχικός» Μαρξ) συνεργάστηκε με τον παρανοϊκό Νετσάγιεφ, ο οποίος – κατά το διάστημα της συνεργασίας του με τον Μπακούνιν – υποστήριζε την δημιουργία μιας κοινωνίας «μέσω της συγκέντρωσης όλων των μέσων της κοινωνικής ύπαρξης στα χέρια της Επιτροπής μας, και της διακήρυξης της υποχρεωτικής φυσικής εργασίας για όλους», της υποχρεωτικής συμβίωσης σε κοινόβια, κανόνες για τα ωράρια δουλειάς και άλλα τέτοια «αντεξουσιαστικά».
Είναι επίσης άξιο απορίας, πώς ο «αντιαυταρχικός» Μπακούνιν, που δεν ήθελε ούτε έμμεση δημοκρατία ούτε διαμεσολαβητές-καθοδηγητές ανάμεσα στην Επανάσταση και στο λαό, πρότεινε το 1869, μέσω των κανόνων της Διεθνούς Συμμαχίας του, την δημιουργία μιας επιτροπής «σοφών», εκατό «σοβαρών και αυστηρά ενωμένων επαναστατών», που θα είναι «ειλικρινείς, όχι φιλόδοξοι», για την «διαμεσολάβηση μεταξύ των επαναστατικών ιδεών και των λαϊκών ενστίκτων». Οι αναρχικοί, μέσα στην αντιμαρξική τους μανία είναι ικανοί να δεχτούν πως κάτι τέτοιες οργανώσεις μπακουνινικής έμπνευσης δεν θα ήταν εξουσιομανείς· το ίδιο πίστευαν, ασφαλώς, κι οι Μπολσεβίκοι το 1917, ότι ήταν οι άδολοι υπερασπιστές των επαναστατικών ιδεών. Η ιστορία είναι γνωστή, οι μεν κατηγορούν τους δε ότι είναι αρχομανείς και ανειλικρινείς, ενώ και οι δυο πρότειναν το ίδιο πράγμα, μυστικές επιτροπές «σοφών και ειλικρινών» επαναστατών. Από την άλλη η "έμπρακτη προπαγάνδα" που από το 1870 ο Μπακούνιν υποστήριζε όχι μόνο αναποτελεσματική είναι ως επαναστατική μέθοδος συγκρινόμενη με την προτεινόμενη μαρξιστική αλλά ακόμη κι οι ίδιοι οι κατοπινοί αναρχικοί (Κροπότκιν, κ.ά.) την θεωρούσαν αφελή μέθοδο.
Το παράδοξο είναι ότι είναι διαδεδομένη η αντίληψη πως ο Μπακούνιν «προέβλεψε», ως μέγας σοφός, τις εξουσιαστικές τάσεις του Μαρξ και του μαρξισμού κι επιβεβαιώθηκε από την λενινιστική και σταλινική αυταρχική κατάληξη της ΕΣΣΔ. Οι αποδεχόμενοι την παραπάνω αντίληψη δεν βλέπουν όμως ότι, ακόμη κι αν όντως η μαρξιστική θεωρία της μεταβατικής χρήσης, από το προλεταριάτο, του κράτους, εμπεριέχει εξουσιαστικούς κινδύνους, από την άλλη μεριά και η σκέψη του Μπακούνιν, πλήρης συνωμοσιολογιών, μυστικών εταιρειών και επιτροπών «σοφών, ειλικρινών επαναστατών» εμπεριέχει, επίσης δυνάμει, τον ίδιο κίνδυνο για εκτροπή προς τον ανορθολογισμό και τον αυταρχισμό. Ο Μπακούνιν βέβαια θεωρούσε «σοβαρό εμπόδιο» στην αρχομανία των εκατό «σοβαρών επαναστατών» το ότι αυτοί θα απαγορευόταν να κατέχουν επίσημη εξουσία (γράμμα του Μπακούνιν στον Albert Richard)· ωσάν να μην είναι γνωστό ότι και ο Στάλιν δεν κατείχε δημόσιο αξίωμα πριν το 1941 – άρα, κατά Μπακούνιν δεν θα ήταν εξουσιαστής, με βάση το κριτήριο αυτό. Ασφαλώς, ο Μπακούνιν, όταν έλεγε ότι η επιτροπή του, των σοφών επαναστατών, θα επενέβαινε πάντοτε για να εμποδίσει την επαναδημιουργία κυβερνήσεων και κρατών, δεν αντιλαμβανόταν ότι έτσι έδινε στην επιτροπή αυτή το δικαίωμα να επεμβαίνει όποτε έκρινε αποκλειστικά αυτή σωστό, δηλαδή να επεμβαίνει ως ηγεσία. Ακόμη κι αν ο Μπακούνιν δεν είχε ηθελημένα εξουσιαστικές τάσεις, άθελά του τις ενδυνάμωνε μέσω των μέτρων που πρότεινε· ωστόσο κατηγορούσε συνεχώς τον Μαρξ ότι είναι εξουσιαστής και μάλιστα ηθελημένα - και έχει μείνει κακώς η εντύπωση ότι ο Μαρξ κι όχι ο Μπακούνιν ήταν (κρυπτο)εξουσιαστής.
Ασφαλώς υπάρχει το αντεπιχείρημα ότι η επιρροή της επιτροπής των επαναστατών θα ήταν ανεπίσημη, "αόρατη", δηλαδή μόνο μέσω των λόγων κι όχι μέσω της βίας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή (η) κάθε επιτροπή συνιστά μειονότητα κι επειδή η διάκριση (μεταξύ μέλους της επιτροπής και μη μέλους της) θα συνιστούσε γεγονός ορατό στον καθένα, η εξουσία θα υπήρχε, μόνο που θα ήταν διανοητική εξουσία, δηλαδή ακόμη χειρότερη. Στο κάτω κάτω ο Μπακούνιν αντέφασκε με τον εαυτό του, γιατί από την μια αναφερόταν στο "σοσιαλιστικό ένστικτο" των εργατών και στο ότι το σοσιαλιστικό ιδανικό είναι αποτέλεσμα της ιστορικής εμπειρίας των ανθρώπων ενώ από την άλλη πρότεινε επιτροπές σοφών επαναστατών οι οποίοι θα υποδείκνυαν (έστω, δίχως βία ή αυθεντία) το Σωστό στους εργάτες. Ασφαλώς ο Μπακούνιν αναφερόταν στην μεταμόρφωση του σοσιαλιστικού ενστίκτου σε σκέψη με τη βοήθεια των αναρχικών (άρα, λεν οι υπερασπιστές του, δεν ήταν "πρωτοπορία" σαν τον Λένιν, ο οποίος θεωρούσε ότι ο σοσιαλισμός είναι έργο των επιστημόνων-θεωρητικών και μορφωμένων), θεωρώντας προφανώς ως δεδομένο ότι το λαϊκό ένστικτο αυτό συνεπάγεται και οδηγεί σε συγκεκριμένη σκέψη, την αναρχική σκέψη, την οποία τάχα - ως άλλοι Σωκράτηδες - απλώς εκμαιεύουν οι αναρχικοί ιδεολόγοι. Δεν είναι όμως απαραίτητα έτσι. Αντίστοιχες θεωρήσεις είχαν και οι Μπολσεβίκοι, που πίστευαν ότι εκφράζουν το λαό, τις ανάγκες του, τη θέλησή του και "έβγαζαν το καλύτερο" από τον τελευταίο. Είναι αδύνατο μια ομάδα (μαρξιστές, αναρχικοί) να μην είναι ιδεολογική πρωτοπορία (άρα να επιδιώκει διανοητική εξουσία), είτε το γνωρίζει είτε το αρνείται, εφόσον αναγνωρίζει τον εαυτό της ως ομάδα (σκέψης ή πολιτική), δηλαδή ως ξεχωριστή και αναγνωρίσιμη φράξια. (29/7/2007)
Ασφαλώς ο Μπακούνιν δεν μπορούσε να αρνηθεί την πειθαρχία. Αλλά αφελώς την περιέγραφε ως «εθελοντική» (Η γερμανική αυτοκρατορία και η κοινωνική επανάσταση), ωσάν να ήταν δυνατή ποτέ πλήρως, δηλαδή αποτελεσματικά, σε μεγάλη κλίμακα η «εθελοντική πειθαρχία». Η φαρσοκωμωδία της Ισπανίας, όπου οι αναρχικοί στρατοί είχαν καταργήσει τον στρατιωτικό χαιρετισμό και άλλα τέτοια.. απαίσια μιλιταριστικά χαρακτηριστικά, δείχνει πόσο αβάσιμη είναι η αντίληψη της πειθαρχίας ως εθελοντικής. Επιπλέον ο Μπακούνιν αποδεχόταν ως δίκαιη την ύπαρξη της "φυσικής" επιρροής από άνθρωπο σε άνθρωπο ("η φυσική επιρροή που οι άνθρωποι ασκούν ο ένας στον άλλον είναι μια ακόμη από τις συνθήκες της κοινωνικής ζωής, εναντίον στις οποίες η εξέγερση θα ήταν τόσο άχρηστη όσο και αδύνατη" (Η καθολική εκπαίδευση, III)). Δεν καταλάβαινε πως αυτή η επιρροή, η έστω δίχως φυσική βία επίδραση, συνιστά προσπάθεια επέκτασης της δικαιοδοσίας του ενός ανθρώπου στην ψυχή του άλλου ανθρώπου, δηλαδή πως η "φυσική" επίδραση και επιρροή δεν είναι απαλλαγμένη από εξουσιασμό (ακόμη κι αν αφαιρεθεί από αυτήν η επίδραση λόγω του πλούτου κ.λπ.), πόσο μάλλον όταν γνωρίζουμε ότι είναι διαφορετικές οι ψυχικές δυνάμεις των διαφόρων ανθρώπων, με αποτέλεσμα την άνιση επίδραση αναμεταξύ τους.
Άλλωστε δεν έχει και πολύ βάθος η αναρχική κριτική του 19ου και των αρχών του 20ού αι. στον δυνάμει μαρξιστικό και στον πράγμασι μπολσεβικικό εξουσιασμό, ότι η εξουσία καταλαμβάνεται από μία [κομμουνιστική] μειοψηφία δίχως την έγκριση της πλειοψηφίας. Και οι αναρχικοί θεωρητικοί είχαν έναν περίεργο και ασαφή ορισμό για την σημασία τού να είσαι μειοψηφία και ταυτόχρονα να κάνεις την επανάσταση: «αυτοί που ήταν μειοψηφία την παραμονή της επανάστασης, γίνονται η πιο ισχυρή δύναμη τη μέρα της επανάστασης, αν εκφράζουν αληθινά τις λαϊκές επιθυμίες», γράφει ο Κροπότκιν (Οι επαναστατικές μειοψηφίες). Δηλαδή δεν έχει και τόση σημασία, κατά τον Κροπότκιν, αν κάποιοι ήταν μειοψηφία πρίν την επανάσταση, αλλά ότι δικαίως γίνονται οι πιο ισχυροί αν αποδειχθεί έμπρακτα ότι εκφράζουν «τον λαό». Όμως βάσει της άποψης αυτής και οι Μπολσεβίκοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι εξέφραζαν αληθινά τις λαϊκές επιθυμίες, γι’ αυτό και είχαν το δικαίωμα να επικρατήσουν και γι’ αυτό επικράτησαν, ενώ οι άλλοι αριστεροί της Ρωσσίας μετά το 1917 στην πορεία «αποδείχτηκαν» ρεφορμιστές ή προδότες. Ποιος όμως θα κρίνει αντικειμενικά ποιοι «εκφράζουν αληθινά» τον λαό; Είναι δυνατόν να βγει συμπέρασμα; Αυτό που προκύπτει λοιπόν είναι ότι και οι αναρχικοί είχαν την ίδια αντίληψη με τους κομμουνιστές για τον τρόπο με τον οποίον μια επαναστατική μειοψηφία δικαίως [πρέπει να] επικρατεί. Αυτή η αντίληψη δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοκρατική με κανέναν τρόπο, όμως˙ ούτε προκύπτει ότι οι αναρχικοί είναι αντιεξουσιαστές ενώ οι μαρξιστές εξουσιαστές, διότι και οι δυο αποδέχονται την δυνατότητα μια μειοψηφία να εκφράζει την επανάσταση και την πλειοψηφία, και μάλιστα ο τρόπος απόδειξης ότι την εκφράζει είναι πολύ ασαφής. (17/7/2007)
Λανθασμένες είναι και οι κατηγορίες των αναρχικών για τον οικονομισμό του Μαρξ. Ο Ένγκελς, σε γράμμα του προς τον Γιόζεφ Μπλοκ, το Σεπτ. του 1890 γράφει «σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, το έσχατο ντετερμινιστικό στοιχείο στην ιστορία είναι η παραγωγή της πραγματικής ζωής. Πέρα από αυτό ούτε ο Μαρξ ούτε εγώ προσθέσαμε κάτι. Αν λοιπόν κάποιος διαστρέφει αυτό λέγοντας ότι το οικονομικό στοιχείο είναι το μόνο καθοριστικό, μετατρέπει την θέση μας σε μια ανόητη φράση». (21/6/2007)
Φαίνεται παράδοξο που οι αναρχικοί
κατηγορούν τους κομμουνιστές για ένα σωρό πράγματα. Κατηγορούν τους
λενινιστές-σταλινικούς οι αναρχικοί, επειδή οι πρώτοι τους έσφαξαν κάποιες
φορές, είτε στην Κροστάνδη είτε στην Ελλάδα είτε στην Ισπανία είτε αλλού.
Κατηγορώντας τους όμως, οι αναρχικοί αντιφάσκουν με τον εαυτό τους, αφού και οι
ίδιοι είναι υπέρ της βίας. Εάν θεωρούν ότι αυτοί, ως αναρχικοί, έχουν κάθε
δικαίωμα στη βία, ότι η βία είναι καλή όταν π.χ. τα σπαν και καιν αμάξια
μικροαστών, ενώ αντίστοιχα οι σταλινικοί δεν είχαν δικαίωμα στη βία, τότε
αντιφάσκουν και αυτοαναιρούν το «δικαίωμά» τους να διαμαρτύρονται για «την άδικη
σφαγή» τους. Από τη στιγμή που δέχονται το νόμο της ζούγκλας, τότε δεν έχουν
δικαίωμα να κλαψουρίζουν για το ξύλο και τις σφαγές που υπέστησαν από τους
μαρξιστές-σταλινικούς. Αν δεν πίστευαν στη βία, τότε ασφαλώς θα είχαν δικαίωμα
να κατηγορούν τους μαρξιστές-σταλινικούς. Εκτός
κι αν η βία είναι καλή όταν την εφαρμόζουν οι ίδιοι σε άλλους, αλλά κακή όταν
άλλοι την εφαρμόζουν στους ίδιους. Η εκλογίκευση-δικαιολόγηση της βίας κατά των
αναρχικών μπορεί να γίνει εξίσου καλά από τους σταλινικούς όσο και η
εκλογίκευση-δικαιολόγηση της βίας κατά του κράτους και των μικροαστών από τους
αναρχικούς. Δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθεί λύση στο «ποιος είχε το δικαίωμα να
σφάζει και να καίει, οι αναρχικοί (το κράτος και τους αστούς) ή οι σταλινικοί
(τους αναρχικούς και τους καπιταλιστές);» Απ’ τη στιγμή που κάποιος
αποδέχεται-χρησιμοποιεί τη βία ως τρόπο δράσης του και «απόδειξης» της αλήθειας
του, είναι αναγκασμένος να παραδεχτεί και το δικαίωμα του άλλου να κάνει το
ίδιο. Τότε η ισχύς δημιουργεί δίκαιο.
Τα γεγονότα στον εμφύλιο της Ισπανίας δείχνουν την αντιφατικότητα των κριτηρίων των αναρχικών. Οι αναρχικοί θεωρούν τους κομμουνιστές ως (κακούς) κρατιστές και το μαρξισμό ως, εν γένει, οπωσδήποτε αυταρχικό, ωστόσο οι ίδιοι έλαβαν μέρος στις επαναστατικές κυβερνήσεις της Ισπανίας· αλλά το γεγονός αυτό είτε υποβαθμίζεται ως «λάθος» από την μεριά τους είτε θεωρούνται οι συγκεκριμένοι αναρχικοί ως «μη πραγματικοί» αναρχικοί, και δεν θεωρείται ως (παρόμοια) απόδειξη ότι και ο αναρχισμός είναι δυνάμει αυταρχικός ή κρατιστικός.
Λάθος κάνουν οι αναρχικοί όταν
κατηγορούν τους κομμουνιστές της ΕΣΣΔ, ότι σπίλωσαν την σοσιαλιστική Ουτοπία
επειδή χρησιμοποίησαν βία εν ονόματί της. Καταρχήν οι αναρχικοί είναι
αντιφατικοί, διότι οι ίδιοι ασκούν βία απολογούμενοι πως την ασκούν εν ονόματι
της Ουτοπίας τους· άρα κατηγορούν τους κομ/στές για κάτι το οποίο διαπράττουν
και οι ίδιοι (οι διαφορές στις ποσότητες οφείλονται καθαρά στην ποσοτική διαφορά
του αναρχικού με το κομμουνιστικό κίνημα αναφορικά με την απήχηση του καθενός:
αν οι αναρχικοί ήταν τόσοι όσοι οι κομμουνιστές, θα ασκούσαν, περίπου, ισόποση
βία). Πέραν αυτού η βία η οποία ασκείται στο όνομα της Ουτοπίας μπορεί στην
πραγματικότητα κάλλιστα να ασκείται για λόγους άσχετους με την επιδίωξη της
Ουτοπίας· να ασκείται για λόγους πολιτικής ισχύος, ενώ η ίδια η πραγμάτωση της
Ουτοπίας να άφηνε στην πραγματικότητα αδιάφορους όσους ασκούσαν αυτήν τη βία εν
ονόματι της σοσιαλιστικής Ουτοπίας. Δεν έχουν δίκαιο οι αναρχικοί που αποδίδουν
τη βία που ασκήθηκε εκ μέρους της ηγεσίας της ΕΣΣΔ και των κομ/στικών
κυβερνήσεων της Αν. Ευρώπης στην προσπάθεια πραγματοποίησης της κομμουνιστικής
Ουτοπίας, ώστε να συμπεράνουν ότι η συγκεκριμένη Ουτοπία οδηγεί αναγκαστικά στη
βία.
Συγκεκριμένα: «η βίαιη κολλεκτιβοποίηση και η ραγδαία εκβιομηχάνιση στην πρώην Σοβιετική Ένωση, οι
οποίες συχνά μνημονεύονται ως η κορύφωση της ουτοπικής αναλγησίας και ωμότητας,
επιχειρήθηκαν – όπως άλλωστε προκύπτει από σαφείς και επανειλημμένες δηλώσεις
της τοτινής σοβιετικής ηγεσίας (βλ. π.χ. την ομιλία του Στάλιν στην Ολομέλεια
της ΚΕ του ΚΚΣΕ από 19.11.1928) – επειδή αναμενόταν, και δικαιολογημένα, ένας
μεγάλος πόλεμος· το εγχείρημα στηρίχθηκε δηλαδή στον νηφάλιο πολιτικό υπολογισμό
ότι χωρίς ισχυρή βαρειά βιομηχανία η Σοβιετική Ένωση δε θα είχε καμμία ελπίδα να
τα βγάλει πέρα με τους βιομηχανικά προηγμένους εχθρούς της. Όμως βαρειά
βιομηχανία δε σήμαινε απλώς παραγωγή αρμάτων μάχης και αεροπλάνων, αλλά εξ ίσου
δημιουργία ενός μαζικού στρατού ικανού να χειρισθεί κάθε είδους μηχανές και
συσκευές, πράγμα που προϋπέθετε πάλι τη συντριβή της αγροτικής κοινότητας του
χωριού και τον γρήγορο εισμό μεγάλων μαζών του πληθυσμού στη βιομηχανική
εργασία. Χωρίς καθόλου να αποσιωπήσει όσες φρικαλεότητες συνδέθηκαν μ’ αυτή
τη διαδικασία, ο απροκατάληπτος σημερινός ιστορικός μπορεί να διαπιστώσει ότι
μονάχα η ραγδαία εκβιομηχάνιση και η βίαιη κολλεκτιβοποίηση κατέστησαν δυνατή
στη δεδομένη στιγμή την κοσμοϊστορική νίκη της Σοβιετικής Ένωσης πάνω στην
εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία. Επί πλέον, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η
κεντρική υποδούλωση των εργαζομένων συνδεόταν στενά με τον σκοπό της εδραίωσης
του πολιτικού μονοπωλίου του Κόμματος έναντι κεντρόφυγων τάσεων μέσα στο
πολυεθνικό κράτος ή imperium
– και πάλι δηλαδή συνδεόταν μ’ έναν συγκεκριμένο σκοπό υπαγορευόμενο από την
πολιτική της ισχύος. (....) Το γεγονός ότι μέσα σ’ όλα αυτά η Ουτοπία δεν έπαψε
να επιστρατεύεται για να αναπτερώνει ή για να αφοπλίζει τις μάζες, ήταν απλώς
φυσικό και ηθελημένο· ωστόσο η δυναμική της απαιτητικής Ουτοπίας είχε εν τω
μεταξύ συρρικνωθεί στη στατική της νομιμοποιητικής ιδεολογίας». Με άλλα λόγια, η
βία που άσκησε το κομμουνιστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ μετά το 1921 θα μπορούσε να
ασκηθεί ομοίως και ισόποσα λ.χ. και από ένα τσαρικό καθεστώς, εάν αυτό επιβίωνε
των γεγονότων του 1917, εφόσον το τσαρικό αυτό καθεστώς ήθελε να εκβιομηχανίσει
την Ρωσσική Αυτοκρατορία προετοιμάζοντάς την για ενδεχόμενη επίθεση εκ Δυσμών
και εφόσον έπρεπε να συντρίψει τις διασπαστικές τάσεις στις ανατολικές επαρχίες
του. Η
επίκληση της μίας (κομμουνιστικής σοβιε
Έχουν βέβαια δίκαιο να αρνούνται την αυταρχικότητα του
σοβιετικού κομμουνισμού,
αλλά επειδή οι ίδιοι είναι ένα απερίγραπτο μπάχαλο (συν ότι πιστεύουν στη βία
και εφαρμόζουν εξουσιαστική βία αναμεταξύ τους) και συνεπώς δεν έχουν να
προτείνουν τίποτε εφαρμόσιμο, κι επειδή «το αποτέλεσμα μετράει» είναι καλύτερα
74 χρόνια αντικαπιταλιστικού μπαμπούλα της ΕΣΣΔ παρά 1,5 αιώνας ακίνδυνες για
τον καπιταλισμό βόμβες μολότωφ αναρχικών που κάνουν τους πάντες να γελούν.
Αναφορικά με την ιδεολογική διαμάχη καθεαυτή:
Α) Αναρχικοί και μαρξιστές
συμμετείχαν στην Α’ Διεθνή. Β) Σε αυτήν ο Μπακούνιν έστελνε
εξυμνητικές επιστολές στον Μαρξ (22/12/1868): «είσαι από τους κύριους θεμελιωτές
της [Πρώτης] Διεθνούς. Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ φίλε, ότι είμαι οπαδός σου και
είμαι γι’ αυτό περήφανος». Γ) Οι αναρχικοί συμμετείχαν στην
Οκτωβριανή Επανάσταση (αν και τους αρέσει να υπενθυμίζουν μόνο την Κροστάνδη,
αποκρύπτοντας τη συνολική συμμετοχή τους). Δ) Ο Κροπότκιν έστελνε
(21/12/1920) επιστολές στο Λένιν γράφοντας: «Παρ’ όλα τα σοβαρά μειονεκτήματά
της (που εγώ, καθώς ξέρεις, βλέπω καλά), η Ρωσσική Επανάσταση πραγματοποίησε
τρομερή πρόοδο. Έχει δείξει ότι η κοινωνική επανάσταση δεν είναι αδύνατη (...)
Και παρ’ όλες τις ατέλειές της κατευθύνει την πρόοδο προς την κατεύθυνση της
ισότητας, που δε θα διαβρωθεί από καμμία απόπειρα επιστροφής στο παρελθόν». «Όχι
μόνο οι εργάτες, αλλά και όλες οι προοδευτικές δυνάμεις του πολιτισμένου κόσμου
θα πρέπει να σταματήσουν την υποστήριξη που παρέχεται μέχρι τώρα στους εχθρούς
της Επανάστασης. (...) Να εμποδίσουμε την Επανάσταση; Παράλογο!» γράφει αλλού (Γράμμα
στους εργάτες της Δ. Ευρώπης, 28/4/1919), για την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Ε) Αναρχικοί και σταλινικοί συμπολέμησαν – και
σχημάτισαν κοινή ισπανική κυβέρνηση – στην Ισπανία, το 1936· όχι αναρχικοί και
φασίστες. ΣΤ) Οι αναρχικοί διαφωνούν
με τους μαρξιστές στο αν πρέπει το κράτος και οι «επιστήμονες» ή οι
«κοινότητες» να κάνουν κουμάντο μετά την Επανάσταση. Ακριβώς επειδή οι
ιδεολογικοί πρωτοπόροι του αναρχισμού όντας πλουσιόπαιδα, πρίγκιπες κ.ο.κ., που
από ανθρωπιστικό χόμπι ενδιαφέρονταν, που δεν σκάμπαζαν και πολλά από οικονομία
και πολιτική, δεν κάθισαν ποτέ να σοβαρευτούν, και αναγκαστικά έλαβαν έτοιμες
κάποιες βασικές απόψεις άλλων έστω κι αν τις παράλλαξαν κάπως.
Οι
έντονος αντι-διανοουμενισμός των αναρχικών, η υπερβολική φοβία τους για τον "εξουσιασμό"
οδήγησαν σε μέτριου επιπέδου θεωρητικές προσεγγίσεις της κοινωνίας. Παράδειγμα
οι απόψεις του Α. Μπέργκμαν, που και είχε δει την Ρωσσική
Επανάσταση (οπότε μπορούσε να κρίνει καλλίτερα σχετικά με τους αναρχικούς
θεωρητικούς του 19ου αι.) και ούτε στον 19ο αιώνα ζούσε· οι απόψεις του βρίσκονται στο βιβλίο του Αλφαβητάρι του
αναρχισμού. Από τη μια ο Μπέργκμαν υποστηρίζει ότι όλες οι δουλειές πρέπει
να αμοίβονται το ίδιο, ώστε να μην υπάρχει κοινωνική ανισότητα (σ. 43 της
ελληνικής έκδοσης και εξής: «"Μήπως αυτό σημαίνει ίση πληρωμή σε όλους;" Ναι,
αυτό σημαίνει», γράφει και το επεξηγεί), ενώ από την άλλη, όταν απαντά στην
ερώτηση «ποιος θα κάνει τις άχαρες ή βρώμικες δουλειές;» (ο Μπέργκμαν
προηγουμένως υποστηρίζει ότι όταν ο καθένας κάνει την δουλειά που ταιριάζει στα
ταλέντα και στη θέλησή του, δε θα υπάρχει τεμπελιά και νωθρότητα, αλλά
δραστηριότητα), τότε απαντά ότι «κι η πιο άχαρη δουλειά θα μπορούσε να γίνει
πιο ελαφριά αν βελτιωνόταν το περιβάλλον στο οποίο γίνεται. Πάρε για παράδειγμα
τον καθαρισμό των υπονόμων. Είναι βρώμικη δουλειά και κακοπληρωμένη. Έστω, όμως,
ότι θα έπαιρνες 20 δολ. αντί για 5. δολ αν το έκανες. Αμέσως θα την έβρισκες πιο
ελαφριά και πιο ευχάριστη. Αμέσως θα προθυμοποιούνταν περισσότεροι να κάνουν
αυτή τη δουλειά» (σελ. 49-50). Αδυνατεί να κατανοήσει πως η αμοιβή είναι
σχετική, ότι δηλαδή είτε 20 $ είτε 5 $ αμοίβεται κάποιος ως βοθροκαθαριστής, η
απροθυμία για ανάληψη τέτοιας δουλειάς θα παρέμενε η ίδια εάν όλες οι δουλειές
αμείβονταν 20 $ ή 5 $ αντίστοιχα. Δηλαδή η αύξηση της αμοιβής που προτείνει ο Μπέργκμαν, για να προσελκυστούν άνθρωποι σε
ανθυγιεινά επαγγέλματα,
είναι άνευ περιεχομένου και αναιρείται από τον ίδιο τον Μπέργκμαν, αφού γράφει
ότι όλοι οι άνθρωποι θα πληρώνονται, ανεξαρτήτως του επαγγέλματός τους, το ίδιο.
Εάν όμως υποτεθεί ότι κάποιος πληρώνεται το ίδιο, είτε είναι υπάλληλος γραφείου
είτε βοθροκαθαριστής, ποιο αναρχικό/αυτόνομο/αντιεξουσιαστικό κορόιδο θα
προτιμούσε να δουλέψει ως βοθροκαθαριστής αντί για υπάλληλος γραφείου; Κανείς.
Να πόση «αναρχική σοφία» υπάρχει στην ανάλυση των οικονομικών ζητημάτων.
Ζ) Οι
αναρχικοί τονίζουν ότι έχουν σε «απόλυτη προτεραιότητα» το ιδανικό της
«προσωπικής (κι όχι μόνο της προσωπικής) ελευθερίας», πάνω απ’ όλα, κι επομένως
δεν μπορούν να τσουβαλιαστούν με τους κομμουνιστές, οι οποίοι δε διστάζουν να
χρησιμοποιήσουν τη βία για την επίτευξη των (αγαθών) σκοπών τους. Ασφαλώς το
ζήτημα της «(προσωπικής) ελευθερίας» είναι απλώς ζήτημα ορισμού της
«Ελευθερίας», δηλαδή πώς ερμηνεύει ο καθένας την «ελευθερία» και τι θεωρεί
επιτρεπτό ή έλλογο σε αυτήν και στην παραβίασή της. Επιπλέον τόσο οι αναρχικοί
όσο και οι κομμουνιστές είναι υπέρ της χρήσης βίας, όταν απαιτείται. Είδαμε σε
άλλο άρθρο ότι οι αναρχικοί μπορούν επιδεικτικά να «σκίζουν τα ρούχα τους» από
ουμανιστική αγανάκτηση για την απαράδεκτη άσκηση βίας από τους άλλους ιδεολόγους
(η οποία προσβάλει την «ελευθερία» του «προσώπου»), την οποία θεωρούν εγγενή
στις αντίστοιχες ιδεολογίες, αλλά ταυτόχρονα να θεωρούν «αυτονόητα δίκαιη» τη
δική τους άσκηση βίας εναντίον άλλων ιδεολογιών. Δηλαδή: εάν
κάποιος αρνηθεί και πολεμήσει έμπρακτα ή θεωρητικά τις αναρχικές θεωρίες κι
αντιλήψεις, οι αναρχικοί θα εφαρμόσουν βία εναντίον του, ώστε να «γίνει αυτό που
ζητά η κοινωνία» (δλδ Επανάσταση ή ταξικός πόλεμος)· π.χ. θα του κάψουν το αμάξι
(εκτός κι αν αυτός είναι ο μπαμπάκας κανενός εξ
αυτών). Επομένως αυτές τις σπαραξικάρδιες
ρητορείες περί αναρχικού «σεβασμού» προς το «πρόσωπο» ή προς «την κοινωνία»
(«κοινωνία» άλλωστε είναι ό,τι τους συμφέρει, δηλαδή ό,τι δήθεν χειροκροτεί τις
ενέργειές τους), οι οποίες τάχα έρχονται σε αντίθεση με την «ωμότητα» της
πρακτικής του κομμουνισμού, οι αναρχικοί θα έπρεπε να τις αφήσουν κατά μέρους. Θ) Το
επιχείρημα για την ενότητα αναρχισμού-φασισμού άρα και την συνεπαγόμενη έλλειψη
ιδεολογικής ενότητας μεταξύ αναρχισμού και κομμουνισμού, σημαίνει ότι αφού αναρχικοί και φασίστες/ναζιστές έχουν την ίδια
ταξική προέλευση, την μικροαστική, είναι ένα πράγμα ή τουλάχιστον συγγενέστερες
ιδεολογίες απ’ ό,τι ο αναρχισμός και ο κομμουνισμός (οι οπαδοί του οποίου
προέρχονται από την εργατική κι όχι από την μικροαστική τάξη). Αυτό το
επιχείρημα, πέραν του ότι είναι ολοφάνερα μαρξιστικό (καθόσον θεωρεί τις
ιδεολογίες αντανάκλαση της ταξικής προέλευσης.
Οι αναρχικοί χρησιμοποιούν θεωρίες του Μαρξ, ώστε να αποδείξουν ότι δεν έχουν
επηρεαστεί από τον μαρξισμό), βασίζεται στο «αυτονόητο» ότι η αρχική
(οικογενειακή ή μετέπειτα) ταξική προέλευση καθορίζει τις μετέπειτα πολιτικές
προτιμήσεις και μάλιστα αυτό συμβαίνει ντετερμινιστικά και «γενικά» (για τους
περισσότερους). Μόνο «αυτονόητα» αληθές δεν είναι ωστόσο το «αυτονόητο» αυτό.
Δηλαδή τι λένε; Ότι άμα είσαι «μικροαστός», αποκλείεται να καταλήξεις
φιλελεύθερος ή δεξιός (ΝΔ) ή να είσαι κομμουνιστής ή κεντρώος. Πρέπει – σύμφωνα
με το επιχείρημα – σώνει και καλά (στατιστικώς, βέβαια) να καταλήξεις
φασίστας/ναζί ή αναρχικός. Και αντίστροφα: το επιχείρημα αυτό συνεπάγεται ότι
δεν υπήρξαν πλούσιοι (δηλ. αστοί) κομμουνιστές ή πλούσιοι φασίστες/ναζιστές ούτε
υπήρξαν εργάτες που κατέληξαν ναζιστές, φασίστες ή ΝΔ. Μόνο ένας άσχετος θα
μπέρδευε την κοινή μικροαστική ταξική προέλευση (ορισμένων) αναρχικών και
φασιστών/ναζιστών με τα όσα επαγγέλλεται ο αναρχισμός από τη μία και ο
φασισμός/ναζισμός από την άλλη. Διότι, ακόμη κι αν και οι δύο, οι (μετέπειτα ή
νυν) αναρχικοί και οι φασίστες/ναζιστές ήταν «ρομαντικοί» (όντας μικροαστοί),
αυτός ο «ρομαντισμός» οδήγησε τον καθένα (τους μετέπειτα αναρχικούς και τους
μετέπειτα φασίστες/ναζιστές) τους σε τελείως διαφορετικούς ιδεολογικούς στόχους.
Διαφορετικά αντιλήφθηκαν οι (δήθεν κοινής ταξικής προέλευσης) αναρχικοί και οι
φασίστες/ναζιστές τον (μικροαστικό) «ρομαντισμό», αν αυτός υπήρξε ποτέ. Όσοι
διαφωνούν με το παραπάνω συμπέρασμα, οφείλουν να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα.
1) Γιατί οι, «ομόψυχοι» των φασιστών/ναζιστών, αναρχικοί δεν λατρεύουν το Κράτος
(όπως το λατρεύουν οι φασίστες/ναζιστές), αλλά αντίθετα το μισούν ολόψυχα; Και
2) γιατί οι τάχα «ομόψυχοι» (λόγω μικροαστισμού) των αναρχικών,
φασίστες/ναζιστές σιχαίνονται ολοκληρωτικά τον «ατομικισμό» και το πάθος για
ατομική ελευθερία, ενώ οι αναρχικοί πολεμούν (και) γι’ αυτά; Μήπως από την πολλή
ιδεολογική (λόγω ταξικής ταύτισης) συγγένεια αναρχισμού και φασισμού/ναζισμού; Ι) Ειδικά ως προς το
παραπάνω επιχείρημα πρέπει να προσθέσουμε ότι πράγματι οι φασίστες
(περισσότερο) και οι ναζί (λιγότερο) εφάρμοσαν φιλολαϊκά μέτρα (όπως ο Μεταξάς
ίδρυσε το ΙΚΑ). Ωστόσο αυτό τους καθιστά λαϊκιστές και όχι συγγενείς των
αναρχικών και των εξισωτιστών. Όσο «ρομαντισμό» κι αν είχαν οι αναρχικοί, ήταν
παιδιά του Διαφωτισμού, αφού πολεμούσαν για την ισότητα, ενώ οι
φασίστες/ναζιστές δεν πολεμούσαν για την ισότητα. Συγκεκριμένα: οι αναρχικοί και
οι κομμουνιστές είναι ιδεολόγοι που πιστεύουν στην πλήρη οικονομική και
κοινωνική εξίσωση των ανθρώπων, είναι Αριστεροί. Αντίθετα οι φασίστες και οι
ναζιστές δεν πιστεύουν στην οικονομικοκοινωνική εξίσωση των ανθρώπων, δεν είναι
σε τελική ανάλυση, αυτό το «μεράκι» κι ο σκοπός τους, είναι Δεξιοί. Ο μόνος
λόγος που οι φασίστες/ναζιστές προέβαιναν σε φιλολαϊκά μέτρα (τα οποία θύμιζαν
Αριστερά) ήταν (εκτός της θέλησης να περιορίσουν την επιρροή των κομμουνιστών
στις λαϊκές μάζες) η τόνωση της εθνικής ενότητας και η αποφυγή διασπαστικών
τάσεων εντός του Έθνους. Γιατί είναι (ήταν στους φασίστες/ναζιστές ηγέτες) σαφές
ότι όση προπαγάνδα και να δέχεται ο μέσος πολίτης, εάν αυτή δεν συνοδευτεί από
μέτρα που θα τον κάνουν να μην πεινά κι έτσι να μην σκέφτεται πρώτιστα (ή μόνο)
τον εαυτούλη του (κι άρα όχι το Έθνος), τότε ο πολίτης θα το γράψει στα παλιά
του τα παπούτσια και το Έθνος και τα εθνικά ιδανικά. Γι’αυτό και οι φασίστες
έφτιαχναν «συντεχνίες» και εφάρμοζαν ψευτο-φιλοεργατικά μέτρα. Ο Χίτλερ είχε
κατορθώσει μάλιστα, χάρη στα δημόσια έργα (ό,τι έκαναν και οι πρόεδροι των ΗΠΑ
τότε) να μειώσει την ανεργία κι έτσι να τον ευγνωμονούν οι Γερμανοί. Αυτό όμως
είναι λαϊκισμός, γιατί ουδέποτε ήταν πραγματικά κυρίαρχες οι τάσεις κοινωνικής
ισότητας στο φασισμό/ναζισμό. Ίσως να υπήρχαν ορισμένες ακραίες και μικρές
πτέρυγες με τέτοιες απόψεις, αλλά πάντοτε έμεναν στο περιθώριο ενώ ταυτόχρονα
υπήρχε η ψευτοφιλολαϊκή πολιτική και φιλολαϊκή επίσημη ρητορεία των
φασιστικών/ναζιστικών ηγεσιών. Αλλά αυτά είναι λαϊκισμός, όχι σοβαρές προθέσεις
για εξισωτικές προσπάθειες· εφόσον απάλυναν την οξύτητα της «ταξικής πάλης», οι
φασίστες/ναζιστές δεν σκόπευαν ποτέ να προχωρήσουν σε πραγματικά «αντι-αστικά»
μέτρα. Οι μεγαλοβιομήχανοι σε φασιστική Ιταλία και εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία
ζούσαν και βασίλευαν. Φυσικά δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για την απόλυτη
διαφωνία μεταξύ αναρχικών και φασιστών/ναζιστών για το Έθνος και τη «Φυλή». Οι
μεν τα μισούν, οι δε τα λατρεύουν (κι εδώ φαίνεται πόσο μεγάλη διαφορά έχουν
στην αντίληψή τους, ο καθείς, για την ουσία και την έννοια της «κοινότητας»).
Για όσους θεωρούν ότι αναρχικοί και κομμουνιστές δεν ανήκουν σε ένα κοινό ρεύμα,
παραδόξως είναι οι κομμουνιστές που έχουν την ίδια άποψη για τα έθνη και τις
«φυλές».
Ασφαλώς αυτές οι παραπομπές αφορούν το παρελθόν· τότε που τα όρια μεταξύ
σοσιαλισμού και αναρχισμού ήταν συγκεχυμένα. Αλλά ακριβώς αυτό επιδιώχθηκε εδώ
να καταδειχθεί: η κοινή πηγή και ομοιότητα, παρά τις μεταγενέστερες διαφορές,
των δύο ρευμάτων.
β')Ζητήματα Κομμουνισμού:
-Αν η π.χ. αστική τάξη
ορίζεται από την κατοχή των μέσων παραγωγής κι όχι από τον πλούτο, τότε ένας
ιδιοκτήτης εργοστασίου που είναι φτωχός και κατέχει ελάχιστα μέσα παραγωγής,
είναι αστός ή πρέπει να έχει μη αστική συνείδηση; Αν γίνει επανάσταση κατά των
πλουσίων, με ποιους θα έπρεπε να ταχθεί; Αν η αστική τάξη
ορίζεται από τον πλούτο, τότε βλέποντας μια οποιαδήποτε οικονομική διαστρωμάτωση
μιας κοινωνίας, παρατηρούμε ότι οι γενικότητες "κατώτεροι-μεσαίοι-ανώτεροι" δεν
ισχύουν, διότι η κατανομή του πλούτου αυξάνει μεν από τους κατώτερους στους
ανώτερους, αλλά πώς ορίζεται το σημείο εκείνο στο οποίο ο κατώτερος γίνεται
μεσαίος ή ο μεσαίος ανώτερος; Έτσι καταλήγουμε σε διάσπαση και διαίρεση ακόμη
περισσότερο των τριών αυτών κατηγοριών. Π.χ.
λέμε για μικρομεσαίους, μικροαστούς,
κλπ. Αλλά αν προχωρούσαμε ακόμη περισσότερο θα βλέπαμε ότι και
αυτές οι μικρές
υποκατηγορίες είναι εξίσου ανεπαρκείς, αν θέλουμε να περιγράψουμε την κοινωνία:
στην πραγματικότητα υπάρχουν άπειρες διαστρωματώσεις πλούτου και κατοχής μέσων
παραγωγής. Γιατί λοιπόν οι "άπειρες" αυτές διαστρωματώσεις να θέλουν να
σχηματίσουν μόνο τρία στρώματα-τάξεις και να αισθάνονται ένα πράγμα στο
εσωτερικό καθενός από τα τρία αυτά στρώματα; Γιατί οι μικρομεσαίοι να
αισθάνονται μια τάξη με τους μεσαίους κι όχι με τους κατώτερους; Γιατί όχι με
τους ανώτερους; Άρα δεν υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες τάξεις, αλλά άπειρες
τάξεις, που κινούνται από τη θέληση για δύναμη, για απόκτηση ισχύος. Συνέπεια των παραπάνω:
ένας πλούσιος κομμουνιστής πώς μπορεί να υπάρχει; Πώς μπορεί να υπάρχει ένας
αστός κομμουνιστής; Δεν είναι αρκετά διαφωτισμένος ώστε να γνωρίζει
την υποτιθέμενη αντικειμενική και σταθερή ταξική του ταυτότητα; Θέλει να
αυτοκαταστραφεί γινόμενος κομμουνιστής ή αρχηγός των κομμουνιστών; Γιατί
υπάρχουν δεξιοί συνδικαλιστές στην ΓΣΕΕ; Κι αν
όλοι αυτοί έχουν διαφορετική ταξική συνείδηση από την υποτιθέμενη αντικειμενική
τους συνείδηση, εξαιτίας ανθρωπιστικών (π.χ. ο πλούσιος κομμουνιστής) ή άλλων
ιδεολογιών (π.χ. ο συντηρητικός εργάτης-αγρότης), τότε είναι ολοφάνερο ότι στην
ιστορία, εκτός από τον πλούτο, την κατοχή μέσων παραγωγής και τη θέληση για
δύναμη, παίζουν ρόλο εξίσου σημαντικό και άλλοι παράγοντες, κι όχι μόνο η ταξική
πάλη.
Η ταξική πάλη σίγουρα υπάρχει, αλλά συνοδεύεται από δεκάδες άλλες "υποταξικές"
πάλεις, με αποτέλεσμα κάθε υπερτίμησή της να είναι κακή για την κοινωνική
ανάλυση. Για παράδειγμα: σίγουρα ο Α' βιομήχανος θα ενώσει τη δύναμή του με τον
Β' και τον Γ' βιομήχανο, προκειμένου να δωθούν προνόμια στους βιομηχάνους, αλλά
αμέσως μετά είναι πρόθυμος να τσακίσει τον Β' και τον Γ' προκειμένου να
επεκτείνει την δική του βιομηχανία. Κι αυτό το τελευταίο δεν ισχύει μόνο για
περιόδους ύφεσης, όπου η "πίτα" της οικονομίας είναι μικρή, αλλά για κάθε
περίοδο της ιστορίας, διότι ο άνθρωπος είναι ακόρεστο και άπληστο ον, και εφόσον
μπορεί, επιδιώκει την συνεχόμενη επέκτασή του. Τα ίδια ισχύουν και για τους μη
κατέχοντες τα μέσα παραγωγής. Μπορεί ο περιπτεράς Α' να ενώσει τη φωνή του με
τον περιπτερά Β' που έχει περίπτερο 50 μέτρα παρακάτω, προκειμένου να δοθούν
οικονομικά προνόμια στους περιπτεράδες, αλλά αυτό καθόλου δε σημαίνει ότι κατά
βάθος ο περιπτεράς Α' δεν επιθυμεί να πάρει την πελατεία του περιπτερά Β'
εξαφανίζοντάς τον. Δηλαδή, η όποια τάξη (ισχύει για οποιαδήποτε ομάδα) νοιώθει
και δρά ως τάξη με κοινό συμφέρον από ένα σημείο ώς ένα άλλο. Ταυτόχρονα δεν δρα
ως τάξη αλλά ως 2 ή περισσότερες τάξεις.
-
Οι
απλοί εργάτες είναι ανίκανοι να οργανώσουν την παραγωγή ενός εργοστασίου.
Χρειάζονται επομένως επιστήμονες, ειδικοί που θα επιβλέπουν και θα
διαχειρίζονται την οργάνωση της παραγωγής. Με άλλα λόγια, αυτοί θα είναι η
πραγματική εξουσία, όχι οι απλοί αδαείς εργάτες. Η ίδια η "δικτατορία του
προλεταριάτου" θα είναι λοιπόν δικτατορία των ειδικών επιστημόνων που θα
χειρίζονται τις τύχες των μέσων παραγωγής και θα αποφασίζουν για την πορεία
τους. Διότι, δεν γίνεται να ψηφίζουν οι αδαείς για επιστημονικά ζητήματα π.χ.
μάνατζμεντ. Η εξουσία όμως διαφθείρει. Και η απόλυτη, συνεχής εξουσία των
"ειδικών" διαφθείρει απόλυτα.
γ') Ζητήματα της ΕΣΣΔ:
Δίχως
αμφιβολία η Οκτωβριανή Επανάσταση εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς. Τα
αποτελέσματα των μόνων ελεύθερων εκλογών το 1917 το αποδεικνύουν. Οι Μπολσεβίκοι
είχαν ψηφιστεί από το 23,5% ή 24% των ψηφοφόρων της πρώην Ρωσσικής Αυτοκρατορίας
(πρώτο κόμμα ήταν οι Σοσιαλιστές-Επαναστάτες με 41% ή 40,4%, τρίτο κόμμα οι
Συνταγματικοί Δημοκράτες (Καντέτ) με 4,8% ή 4,7% - τα διαφορετικά στοιχεία
οφείλονται σε διαφορετικές μελέτες). Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει την
κατάληψη της εξουσίας από τους Κομμουνιστές στην Ρωσσία με την κατάληψη της
εξουσίας από τους Εθνικοσοσιαλιστές το 1933, αφού οι τελευταίοι είχαν λάβει γύρω
στο 30% των ψήφων (37,3% τον Ιούλιο του 1932, 33,1% τον Νοέμβριο του 1932, το
43,9% τον Μάρτιο του 1933) - με τη διαφορά ότι στον Χίτλερ είχε δοθεί νομότυπα η
πρωθυπουργία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ενώ οι Κομμουνιστές έκαναν
πραξικόπημα εναντίον της πρώτης ελεύθερα εκλεγμένης ρωσσικής κυβέρνησης. Οι
κομμουνιστές απολογητές της ΕΣΣΔ αιτιολογούν το σοβιετικό μονοκομματικό σύστημα
υποστηρίζοντας ότι ο μονοκομματισμός δεν απαιτούνταν από την κομμουνιστική
θεωρία ή τη θέληση των τοτινών ηγετών, αλλά απλώς στάθηκε μια συνέπεια κάποιων
άλλων, τοτινών, περιστάσεων και γεγονότων. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι επειδή
τα άλλα κόμματα (Μενσεβίκοι, Σοσιαλιστές-Επαναστάτες κ.λπ.) έδρασαν εναντίον της
σοβιετικής εξουσίας, οργάνωσαν ένοπλες εξεγέρσεις σε κεντρικές πόλεις της
Ρωσσίας και ανέλαβαν δράση κατά των κομμουνιστών κι έτσι "αποκλείστηκαν από
μόνα τους από την πολιτική ζωή του έθνους", "αποσύρθηκαν από τον πολιτικό
στίβο, αφού είχαν εκτεθεί στα μάτια του λαού", κι άρα ο μονοκομματισμός της
ΕΣΣΔ "οφειλόταν στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες κάτω απ' τις οποίες
εξελίχθηκε η σοσιαλιστική επανάσταση, κι όχι επειδή οι Μπολσεβίκοι αντιτάσσονταν
- σαν θέμα αρχής - στο πολυκομματικό σύστημα" (οι απολογητές του
μονοκομματισμού στην ΕΣΣΔ επικαλούνται μάλιστα το γεγονός ότι στο Δεύτερο
Πανρωσσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι είχαν την πλειοψηφία, άρα είχαν
το δικαίωμα να έχουν μονοκομματική κυβέρνηση, λες και δεν είχε προηγηθεί μόλις
πριν η ένοπλη, βίαιη αμφισβήτηση της δημοκρατικής εξουσίας και δεν είχαν
αποχωρήσει από το 2ο Συνέδριο, την επόμενη, στις 26 Οκτωβρίου 1917, οι
εκπρόσωποι των άλλων κυριότερων κομμάτων, διαμαρτυρόμενοι για τα βίαια
γεγονότα). Είναι ασφαλώς ολοφάνερο ότι καμμία κυβέρνηση δεν ανέχεται την
αμφισβήτηση της εξουσίας της. Το ωραίο στην κομμουνιστική αυτήν
επιχειρηματολογία είναι ότι ενώ στην μια περίπτωση η ένοπλη εξέγερση κατά της
δημοκρατικής ρωσσικής κυβέρνησης θεωρείται απόλυτα νόμιμη, στην άλλη περίπτωση η
ένοπλη εξέγερση κατά της σοβιετικής κυβέρνησης θεωρείται απόλυτα παράνομη και
συνεπάγεται την ουσιαστική απαγόρευση των άλλων κομμάτων (ό,τι έγινε με το ΚΚΕ
το 1946). Όντως λοιπόν δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημοκρατία στην ΕΣΣΔ. Όμως
αρκεί αυτό για να περιγραφεί η ιδιαιτερότητα της σοβιετικής Ρωσσίας, για να
δεχτούμε ότι πρόκειται για μια πρωτοφανή σε έκταση δικτατορία πάνω σε έναν τόσο
πολιτισμένο λαό και, τέλος, για να δείξουμε την αιτία της κατάρρευσής της; Όχι,
κατά την άποψή μας. Πάντως: οι αιτιολογήσεις
των κομμουνιστών απολογητών ήταν στάχτη στα μάτια, ώστε να μην φαίνεται το
προφανές, ότι η ΕΣΣΔ ήταν διάδοχος της Ρωσσίας σε όλα, ειδικά κληρονόμος της
νοοτροπίας της Ρωσσικής Αυτοκρατορίας και, εάν δεν ήθελε να περιοριστεί η
Επανάσταση στην ευρωπαϊκή Ρωσσία, έπρεπε να κυβερνηθεί με σιδηρά πυγμή. Μπορεί
για τους πρώην ευρωκομμουνιστές και ανανεωτικούς και νυν εκσυγχρονιστές και αριστεροφιλέλευθερους φίλους των Αμερικάνων και "πολέμιους του ολοκληρωτισμού" η
συνοχή και επιβίωση της Ρωσσίας να είναι ζήτημα αδιάφορο ή δευτερεύουσας
σημασίας, ωστόσο
για τους τοτινούς Ρώσσους (και κομμουνιστές Ρώσσους) δεν ήταν καθόλου τέτοιο.
Πριν
σκεφτούμε ότι ο μονοκομματικός κομμουνισμός έβλαψε την Ρωσσία, πρέπει να
σκεφτούμε την περίπτωση στην οποία δεν θα επικρατούσαν το 1917 οι κομμουνιστές.
Στην περίπτωση που δεν επικρατούσαν οι Μπολσεβίκοι «μπορούμε να φτιάξουμε πολλά
πιθανά σενάρια γι’ αυτήν την κατάσταση, το πιο εύλογο από τα οποία είναι μια
ακραία εκδοχή αυτού που συνέβη στην πραγματικότητα –δηλαδή η απόσχιση των
περιφερειακών περιοχών της αυτοκρατορίας, εμφύλιος πόλεμος, και εγκαθίδρυση
διάφορων τοπικών και ασυντόνιστων μεταξύ τους καθεστώτων αντεπαναστατών
πολέμαρχων, κάποιος απ’ τους οποίους θα μπορούσε τελικά να αποκτήσει τον έλεγχο
της πρωτεύουσας και να αναλάβει την προσπάθεια να αναδειχθεί σε κεντρική
κυβέρνηση. Με δυο λόγια, η επιλογή ήταν ανάμεσα σε μια μπολσεβικική κυβέρνηση
και σε ακυβερνησία».
«Το
δίλημμα, το 1917, δεν ήταν, και δεν μπορούσε να είναι, μεταξύ μιας δημοκρατικής
και μιας δικτατορικής Ρωσίας, ήταν μεταξύ Ρωσίας και μη Ρωσίας. Στο σημείο αυτό
αποδείχθηκε καθοριστικής σημασίας η συγκεντρωτική δομή του Μπολσεβικικού
Κόμματος, ενός θεσμού φτιαγμένου για πειθαρχημένη δράση, και επομένως de facto
κατάλληλου για κρατική συγκρότηση, αν και με κόστος στις ελευθερίες μεγαλύτερο
από κείνο του Τσαρισμού. Όμως: αν δεν ήταν οι Μπολσεβίκοι, δεν θα ήταν κανείς.
Πραγματικά, ένα από τα επιτεύγματα των Μπολσεβίκων, που κανένας, ούτε και οι
εχθροί τους, δεν αρνείται, είναι ότι, σε αντίθεση με τις άλλες ηττημένες
πολυεθνικές αυτοκρατορίες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ρωσία δεν
κατακερματίστηκε. Διασώθηκε χάρη στην Οκτωβριανή Επανάσταση ως ένα πολυεθνικό
διηπειρωτικό κράτος. Υποτιμούμε μονίμως την έλξη που άσκησε η Σοβιετική Ρωσία
στους απολιτικούς, ή ακόμα και στους δεξιούς πατριώτες Ρώσους, τόσο κατά τη
διάρκεια όσο και μετά το τέλος του Εμφυλίου· αλλιώς πώς εξηγείται η παράξενη
επιστροφή λίγων αλλά σημαντικών Ρώσων εμιγκρέδων, πολιτών και στρατιωτικών, κατά
την περίοδο του Πεντάχρονου Πλάνου;» Είναι λογικό να συμφωνήσει κανείς με την
άποψη ότι η ΕΣΣΔ δεν ήταν δημοκρατική, είναι παράλογο όμως να πιστεύει ότι η
ΕΣΣΔ θα μπορούσε να είναι και δημοκρατική (ή... αναρχική) και πολυεθνική.
Ξεχνάται δηλαδή το γεγονός ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν είναι, αντικειμενικά,
συμφέρουσα για κάθε κράτος, ότι δηλαδή μπορεί για κράτη μεγέθους Γαλλίας ή
Ελλάδας να είναι δυνατό και πραγματοποιήσιμο το αίτημα για άμεση δημοκρατία,
ωστόσο για κράτη τύπου Κίνας ή Ρωσσίας, που επιπλέον είχαν αιώνες αυταρχικής
παράδοσης, ήταν αδύνατο να υπάρξει δημοκρατία δίχως διάλυση του κράτους.
Η Ρωσσία λοιπόν ήταν ένα κράτος που λόγω όχι μόνο της
έκτασής του αλλά και της μακραίωνης και απόλυτα κυρίαρχης σε αυτό πολιτικής
παράδοσης, του απολυταρχισμού, δεν γινόταν να κυβερνηθεί αλλιώς, δηλαδή (αμεσο)δημοκρατικά,
παρά εάν διαλυόταν σε διάφορα κράτη και κρατίδια, σε δυτικές αποικίες, σε Ουκρανίες και φτιαχτές Λευκο-Μωβ-Ροζρωσσίες, σε δεκάδες τουρκικά και τουρκογενή
σουλτανάτα ή εμιράτα και, τέλος, σε ένα τρισάθλιο ρωσσικό Δουκάτο της Μοσκοβίας
με όρια ώς τα Ουράλια το πολύ. Είναι πολύ βολικό, από τα γραφεία μας
σήμερα να νομίζουμε ότι η Ρωσσία ως τέτοια (ως απ' αιώνων απολυταρχική και ως
πολυεθνική καταπιεστική αυτοκρατορία) μπορούσε να μετατραπεί δια αγγίγματος του
μαγικού ραβδιού σε άμεση δημοκρατία ή σε αστική δημοκρατία. Μόνο αφελείς μπορούν
να πιστέψουν σε τέτοια δυνατότητα. Όσοι θρηνούν για τις Κροστάνδες τους δεν
αντιλαμβάνονται ότι ένα τέτοιο κράτος δεν θα κρατούσε πολύ ενωμένο εάν κάθε
"κοινότητα", αν ο καθένας έκανε του κεφαλιού του. Είναι βέβαιο λοιπόν ότι αν
κάποιος, καλώς ή κακώς, ήθελε να διατηρήσει τη συνοχή του, αυτό μπορούσε να το
κάνει, καλώς ή κακώς, μόνο με συγκεντρωτικές και αυταρχικές μεθόδους -
αδιάφορο πού θα χάραζε σε κάθε περίπτωση τη
διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε "αναπόδραστο" και "άσκοπο" καταναγκασμό.
Είναι
λάθος επίσης να μην γίνονται αντιληπτές οι αιτίες για τις οποίες έγινε η βίαιη
κολλεκτιβοποίηση επί σταλινισμού. Η συνήθης αποδιδόμενη αιτία, η "βαρβαρότητα
του σταλινισμού και του ολοκληρωτισμού" αγνοεί πολλά πράγματα σχετικά με τις
ιστορικές συνθήκες. "Η ραγδαία εκβιομηχάνιση από τα τέλη της δεκαετίας του 1920
επιχειρήθηκε σε πρώτη γραμμή επειδή αναμενόταν, και δικαιολογημένα, ένας νέος
μεγάλος πόλεμος, στον οποίο η Σοβιετική Ένωση θα βρισκόταν στο έλεος των
βιομηχανικά κατά πολύ υπέρτερων εχθρών της, αν μέσα σε συντομότατο χρονικό
διάστημα δεν κάλυπτε την καθυστέρησή της στον τομέα της βαριάς βιομηχανίας και
της παραγωγής σύγχρονου εξοπλισμού. Όμως η εκβιομηχάνιση δεν σήμαινε απλώς
άρματα μάχης και αεροπλάνα, αλλά και πολυάριθμους ανθρώπους ικανούς να
χειρισθούν μηχανές και σύγχρονες συσκευές γενικά (συμπεριλαμβανομένων όσων
χορήγησαν κατόπιν οι σύμμαχοι στη διάρκεια του πολέμου) - σήμαινε δηλ. σε
τελευταία ανάλυση καταστροφή της προβιομηχανικής κοινότητας του χωριού, στην
οποία ακόμα ζούσε η μεγάλη μάζα του λαού. Έχοντας πλήρη γνώση των βιαιοπραγιών
και των δεινών που συνεπέφεραν όλα αυτά, μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε
νηφάλια: χωρίς τη βίαιη κολλεκτιβοποίηση και τη ραγδαία εκβιομηχάνιση η
εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία θα είχε κερδίσει τον πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική
Ένωση. Οι ηθικολόγοι ας λύσουν, αν μπορούν, αυτόν τον γόρδιο δεσμό. Οι
μπολσεβίκοι ήσαν υποχρεωμένοι να τον κόψουν". "Μπορούμε να ισχυριστούμε πολύ
εύλογα, ότι υπήρχαν περιθώρια για πολύ μικρότερη σκληρότητα στο πρόγραμμα της
ταχείας εκβιομηχάνισης του σοβιετικού κρατικού σχεδιασμού, αλλ' ότι εφόσον η
ΕΣΣΔ ήθελε να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο πρόγραμμα, όσο μεγάλη κι αν ήταν η
αυθεντική πίστη εκατομμυρίων ανθρώπων σ' αυτό, δεν μπορούσε να γίνει δίχως ένα
μεγάλο βαθμό εξαναγκασμού, ακόμα κι αν στην εξουσία ήταν κάποιος λιγότερο
ανελέητος και ωμός από τον Στάλιν". Καλώς ή κακώς η ΕΣΣΔ έπρεπε να διανύσει σε
σύντομο διάστημα το δρόμο των αντιπάλων της, προκειμένου να επιβιώσει, εάν της
ξαναεπιτίθονταν.
Επιπλέον η κολλεκτιβοποίηση ήταν αναγκαία: για να διατηρηθεί σε
ύπαρξη το Σοβιετικό κράτος έπρεπε να έχει βαριά βιομηχανία. Για να έχει βαριά
βιομηχανία έπρεπε να υπάρξει εργατικό δυναμικό το οποίο να μεγαλώνει σε αριθμό
(ήταν ελάχιστο στην δεκαετία του 1920) και να πρέπει να εφοδιάζεται με αγροτικά
προϊόντα και τρόφιμα από την ύπαιθρο. Για να υπάρχει ομαλός εφοδιασμός σε
αγροτικά κ.ά. προϊόντα από την ύπαιθρο θα έπρεπε να εξαλειφθεί η μεγάλη αγροτική
ιδιοκτησία των κουλάκων, οι οποίοι ασφαλώς κερδοσκοπούσαν σε καιρούς ελλείψεως
τροφίμων, προκαλώντας έτσι αναστάτωση στην εργατική τάξη και στο οικοδόμημα της
ΕΣΣΔ, διότι κάθε άλλο παρά με κακό μάτι θα έβλεπαν την διάλυση της ΕΣΣΔ. Αν δεν
μπορούσε να εξασφαλιστεί ο ανεφοδιασμός των εργατών στις πόλεις σε σχετικά
χαμηλές τιμές, θα απειλούνταν τα ίδια τα θεμέλια της εξουσίας της ΕΣΣΔ. Οι
κουλάκοι αποτελούσαν το 5% του αγροτικού πληθυσμού, είχαν όμως αρκετές εκτάσεις,
ώστε να επηρεάζουν την οικονομική και πολιτική κατάσταση. Μόνο αυτοί βλάπτονταν
λοιπόν από την κολλεκτιβοποίηση, όχι οι εργάτες ούτε οι φτωχοί και μεσαίοι
αγρότες.
«Η Ρωσική Επανάσταση (...) έφερε τη Ρωσία στην κορυφή διεθνούς ισχύος και κύρους –πολύ πέρα απ’ οτιδήποτε είχε επιτευχθεί την εποχή των τσάρων· ο Στάλιν έχει σίγουρα μια θέση στη ρωσική ιστορία ανάλογη μ’ αυτή του Μέγα Πέτρου. Εκσυγχρόνισε σε μεγάλο βαθμό μια καθυστερημένη χώρα, παρότι όμως τα επιτεύγματά της υπήρξαν τιτάνια –μεταξύ των οποίων και η ικανότητά της να νικήσει τη Γερμανία στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο- το κόστος τους σε ανθρώπινες ζωές ήταν τεράστιο, η αδιέξοδη οικονομία της ήταν προορισμένη να μπλοκαριστεί και το πολιτικό της σύστημα να καταρρεύσει. Σίγουρα, για τους περισσότερους από τους κατοίκους της που μπορούν να θυμούνται, η παλιά σοβιετική εποχή φαντάζει πολύ καλύτερη απ’ αυτά που υφίστανται σήμερα οι πρώην σοβιετικοί λαοί, κι αυτό θα συνεχιστεί για πολύ καιρό». Μπορεί κανείς να το δείξει με στοιχεία: το ποσοστό της Ρωσσίας στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή το 1913 ήταν 4%, ενώ το 1975 ήταν 20%. Η βιομηχανική παραγωγή της Ρωσσίας το 1913 ήταν το 12,5% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 ήταν πάνω από 80%. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της Ρωσσίας το 1913 ήταν το 8% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 ήταν πάνω από 50%. Η εξόρυξη πετρελαίου της Ρωσσίας ήταν το 1913 το 27% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 ήταν το 120%. Η παραγωγή ατσαλιού της Ρωσσίας το 1913 ήταν το 15% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 το 128%. Η παραγωγή λιπασμάτων της Ρωσσίας ήταν το 1913 το 3% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 ήταν το 125%. Η παραγωγή τσιμέντου της Ρωσσίας το 1913 ήταν το 13% της παραγωγής των ΗΠΑ, ενώ το 1975 ήταν το 188%. Δύσκολα τέτοια πρόοδος θα κατορθωνόταν με τον Τσαρισμό ή με τους αφελείς Ρώσσους αναρχικούς. Χώρια που η πνευματική-οικονομική-κοινωνική-πολιτική-στρατιωτική επιρροή της ΕΣΣΔ τόσο στην Ευρώπη όσο και στις άλλες ηπείρους ούτε κατά διάνοια συγκρίνεται με την τσαρική επιρροή. Ο διεθνισμός της θεωρίας των Ρώσσων κομμουνιστών συντελούσε στην εξουδετέρωση των εθνικιστικών τάσεων των υποταγμένων στη Ρωσσία-ΕΣΣΔ εθνών, διότι οι διεθνιστικές και κοσμοπολιτικές θεωρίες πάνε γάντι σε αυτοκρατορικά έθνη και κράτη τα οποία κυριαρχούν παγκοσμίως.
Ο
Καστοριάδης πιστεύει ότι το κομμουνιστικό καθεστώς της ΕΣΣΔ ήταν «πολύ
καταπιεστικότερο από οποιοδήποτε ταξικό καθεστώς είχε γίνει γνωστό ώς τότε στην
ιστορία» (Καστοριάδης, Οι ομιλίες στην Ελλάδα, σ. 122).
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πιο εκτενή αναφορά τόσο στην γενοκτονία των κουλάκων, η οποία δήθεν έγινε χάριν της κολλεκτιβοποίησης, όσο και στον λιμό που ξέσπασε, πάλι εξαιτίας της κολλεκτιβοποίησης.
Ο Αμερικανός Κόνκουεστ (R. Conquest, Harvest of Sorrow, University of Alberta Press, 1986) ισχυριζόταν ότι εκτελέστηκαν 6,5 εκατομμύρια κουλάκοι κατά τη διάρκεια της κολλεκτιβοποίησης και μάλιστα 3,5 εξ αυτών εκτελέστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στην πραγματικότητα ο αριθμός αυτός των θυμάτων είναι υπερδιπλάσιος του αριθμού των εξόριστων κουλάκων, γράφει ο Γερμανός Μέρλ (St. Merl, Wie viele Opfer fordete die "Liquidierung des Kulaken als Klasse"?, Geschichte und Gesselschaft 14, 1988). Κατά τη διάρκεια της πιο βίαιης περιόδου της κολλεκτιβοποίησης, 1930-1, συνολικά εξορίστηκαν 1,804 εκ. περίπου κουλάκοι (μαζί με τις οικογένειές τους) και το 1932 βρίσκονται μετεγκατεστημένοι γύρω στα 1,317 εκ. κουλάκοι. Η διαφορά του 0,486 εκ. δεν οφείλεται κατ' ανάγκη σε εκτελέσεις. Κατά το 1932 0,207 εκ. από τα 1,317 εκ. κατόρθωσαν να διαφύγουν (Merl, ό.π.). Γύρω στις 100 χιλιάδες πέθαναν καθοδόν, λόγω του λιμού και των επιδημιών, οι οποίες κτυπούσαν εν γένει την ΕΣΣΔ τότε και οι οποίες εκείνη την εποχή προφανώς θανάτωναν και τους υπόλοιπους πληθυσμούς της ΕΣΣΔ οι οποίοι δεν είχαν εξοριστεί. Αυτοί οι θάνατοι επομένως δεν ήταν κατ' ανάγκη σχεδιασμένοι. Έτσι, σε έκθεσή του ένας σοβιετικός υπεύθυνος στρατοπέδου εργασίας παρατηρεί ότι η θνησιμότητα οφείλεται σε εγκληματική αμέλεια αναφορικά με τη συγκρότηση των ομάδων των εξόριστων και σε μη τήρηση των κανονισμών μετακίνησης (Ν. Werth, Goulag: les vrais chiffres, L' Histoire 169, 1993), τους οποίους προφανώς είχε θεσπίσει η σοβιετική εξουσία - όχι βέβαια για να εξοντώσει τους εξόριστους. Σύμφωνα με οδηγίες της σοβιετικής εξουσίας οι κουλάκοι είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, από τους οποίους μόνο ορισμένοι εκ της πρώτης ομάδας, η οποία είχε όριο τις 63 χιλιάδες οικογένειες πανσοβιετικά, όσοι δηλαδή ήταν οργανωτές σαμποτάζ κ.λπ. μπορούσαν να εκτελεστούν. Για τις άλλες κατηγορίες κουλάκων, την 2 (μέγιστος αριθμός 150 χλδ οικογενειών πανσοβιετικώς) και την 3 (400-800 χλδ οικογένειες), η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ είχε αποφασίσει το 1930 τη εξορία. Συνολικά μεταξύ 1932 και 1940 γύρω στους 200 χιλιάδες κουλάκους πέθαναν από φυσικά αίτια στα σοβιετικά στρατόπεδα εργασίας. Συγκρινόμενος ο αριθμός αυτός (0,2 εκ.) με τα 20 εκ. νεκρών Σοβιετικών κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (αλλά και με τον συνολικό αριθμό των 120-150 εκ. σοβιετικών πολιτών της εποχής εκείνης) δίνει μια εικόνα της σοβαρότητας των καταγγελιών για "γενοκτονία λόγω της σταλινικής κολλεκτιβοποίησης".
Υποστηρίζεται επίσης ότι η κολλεκτιβοποίηση της δεκαετίας του 1930 την οποία διέταξε ο Στάλιν και το ΚΚΣΕ επέφερε έναν τρομακτικό λιμό, ειδικά στην Ουκρανία, με αποτέλεσμα να πεθάνουν εκατομμύρια ανθρώπων κατά τα έτη 1932-4. Οι πηγές αυτού του ισχυρισμοί είναι διάφορες. Πρώτος ανέφερε την "γενοκτονία-λιμό" ένας Αμερικανός, ο Τ. Γουόκερ, τον Φεβρουάριο του 1935 στην εφημερίδα Chicago American κάνοντας λόγο για 6 εκ. νεκρούς. Ο Γουόκερ υποστήριξε ότι βρισκόταν στην Ουκρανία εκείνη την περίοδο και ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Κατά τον Αμερικανό Λούις Φίσερ (L. Fischer), δημοσιογράφο που εργαζόταν στη Μόσχα για την εφημερίδα The Nation εκείνη την εποχή, ένας άλλος Αμερικανός, ο Λίντσεϊ Πάροτ, ο οποίος βρέθηκε στην Ουκρανία στις αρχές του 1934, δεν παρατήρησε καμιά από τις επιπτώσεις του λιμού. Στην πραγματικότητα ο Γουόκερ, κατά τη διάρκεια δίκης εναντίον του στις ΗΠΑ παραδέχθηκε στο δικαστήριο ότι δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Ουκρανία. Ο Φίσερ επίσης υποστήριζε ότι ο Γουόκερ παρέμεινε για πέντε μέρες στη Μόσχα, ότι δεν είχε περάσει μέσω της Ουκρανίας στην ΕΣΣΔ κι ότι έφυγε μετά προς την Σιβηρία με τον Υπερσιβηρικό (L. Fischer, Hearst's Russian Famine, The Nation, 13/3/1935). Ότι ο Γουόκερ ήταν πλαστογράφος αποδεικνύεται εύκολα. Ο Γουόκερ είχε δημοσιεύσει μια φωτογραφία δύο σκελετωμένων παιδιών, την οποία τοποθετούσε στο έτος 1934, ωστόσο ο Καναδός Ντ. Τοτλ (Tottle, Fraud, Famine and Fascism, The Ukranian Genocide Myth from Hitler to Harvard, Progress Books, 1987. Το βιβλίο βρίσκεται ολόκληρο στη διεύθυνση: http://www.rationalrevolution.net/special/library/tottlefraud.pdf ) ανακάλυψε πως αυτή υπήρχε ήδη σε μια έκδοση για το λιμό του 1922 στη Ρωσσία. Μια άλλη φωτογραφία του Γουόκερ αναγνωρίστηκε ότι ανήκε σε στρατιώτη του αυστριακού ιππικού που στεκόταν δίπλα σ' ένα ψόφιο άλογο, και ότι είχε τραβηχτεί κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου. Παρόμοια εξαπάτηση διέπρατταν και οι Ναζί. Στο Muss Russland hungern? του Γερμανού Άμεντε υπάρχουν φωτογραφίες σκελετωμένων παιδιών, δήθεν από την Ουκρανία του 1933, οι οποίες ωστόσο έχουν βρεθεί οι ίδιες σε βιβλία για το λιμό του 1922 στη Ρωσσία. Ο ίδιος ο Άμεντε συμμετείχε σε εκστρατείες ανθρωπιστικής βοήθειας στη διάρκεια του λιμού του 1922 στη Ρωσσία, οπότε είχε άφθονο φωτογραφικό υλικό. Ο Άμεντε στη The New York Times το 1934 αναφέρεται σε 7,5 εκ. νεκρούς και ισχυρίζεται ότι τον Ιούλη πέθαιναν άνθρωποι στους δρόμους του Κιέβου. Μερικές μέρες αργότερα ο ανταποκριτής της ίδιας εφημερίδας, Χ. Ντένι, γράφει: "ο ανταποκριτής σας ήταν στο Κίεβο για αρκετές μέρες, τον περασμένο Ιούλη, τότε που υποτίθεται ότι πέθαιναν οι άνθρωποι, και ούτε στην πόλη ούτε στη γύρω ύπαιθρο υπήρχε λιμός" προσθέτοντας λίγες εβδομάδες αργότερα "Πουθενά δεν επικρατούσε πείνα. Πουθενά ο κόσμος δε φοβόταν την πείνα. Υπήρχαν τρόφιμα, ανάμεσα στα άλλα και ψωμί, στις τοπικές αγορές..". Εξαπάτηση διέπραξαν και οι πρώην Ουκρανοί συνεργάτες των Ναζί, οι οποίοι μετά τον Β' Π.Π. κατέφυγαν και έγιναν δεκτοί, ως αντικομμουνιστές, στις ΗΠΑ, στο βιβλίο Black Deeds of the Kremlin, του 1955. Έτσι λ.χ. στο βιβλίο αυτό υπάρχει φωτογραφία με τίτλο "μικρός κανίβαλος" (εννοείται λόγω του σταλινογενούς λιμού), η οποία είναι παρμένη από το περιοδικό Information, τ. 22, που δημοσιεύθηκε το 1922. Σε άλλη φωτογραφία τού ίδιου βιβλίου παρουσιάζονται τέσσερις στρατιώτες και ένας αξιωματικός οι οποίοι έχουν μόλις εκτελέσει κάποιους ανθρώπους. Ποιος είναι ο τίτλος που δόθηκε από τους Ουκρανούς αντικομμουνιστές στη φωτογραφία αυτήν; "Η εκτέλεση των κουλάκων". Λεπτομέρεια: οι στρατιώτες φορούν τη στολή του τσαρικού στρατού. Άλλη λεπτομέρεια είναι πως ένας εκ των συγγραφέων του ουκρανο-αμερικανικού αυτού βιβλίου, ο Αλεξάντρ Χάι-Χολόφκο διετέλεσε υπουργός Προπαγάνδας στην φιλοναζιστική κυβέρνηση των Ουκρανών εθνικιστών. Εξαπάτηση επιχειρήθηκε και μέσω του αμερικανικού κινηματογράφου, συγκεκριμένα της ταινίας Harvest of Dispair, του 1983, όπου εμφανίζεται η ουκρανική "γενοκτονία" και ο λιμός "εξαιτίας του κομμουνισμού" στην ΕΣΣΔ του 1930-4. Στην πραγματικότητα οι δημιουργοί της ταινίας χρησιμοποίησαν, για να αποδείξουν την "γενοκτονία-λιμό" τόσα πλάνα και επίκαιρα από την εποχή πριν το 1917, από τις ταινίες Ο τσαρικός λιμός, του 1922, και Οπλοστάσιο, του 1929, από την πολιορκία του Λένινγκραντ, ώστε ο υπεύθυνος της ταινίας, Μ. Κάρινικ, δήλωσε, έπειτα από τη γενική κατακραυγή: "κανένα από τα αποσπάσματα των κινηματογραφημένων αρχείων δεν χρονολογείται από τον ουκρανικό λιμό και πολύ λίγες φωτογραφίες του 1932-1933 δημοσιεύτηκαν, που να μπορεί να αποδειχθεί η αυθεντικότητά τους. Στο τέλος της ταινίας, μια δραματική σκηνή με ένα κατισχνο κοριτσάκι, που χρησιμοποιήθηκε επίσης για το διαφημιστικό υλικό της ταινίας, δε χρονολογείται από το λιμό του 1932-3 (...) είχα παρατηρήσει ότι τέτοιου είδους ανακρίβειες δεν επιτρέπονται, αλλά δεν θέλησαν να με ακούσουν".
Ο αριθμός των νεκρών από πείνα άλλοτε ανέρχεται σε 6,5 εκ. και άλλοτε σε 10 εκ. Σε μια εποχή όπου ο συνολικός ουκρανικός πληθυσμός ανερχόταν σε 25 εκ. κατοίκους. Ο αμερικανός καθηγητής Γ. Ντούσνικ στο Πενήντα χρόνια πριν: το ολοκαύτωμα από το λιμό στην Ουκρανία, το οποίο εκδόθηκε στις ΗΠΑ (πού αλλού) στα 1983, για να υπολογίσει τον αριθμό των νεκρών συγκρίνει τις απογραφές του ουκρανικού πληθυσμού πριν και μετά την κολλεκτιβοποίηση (1926 και 1939) βασιζόμενος στην μέση πληθυσμιακή αύξηση πριν την κολλεκτιβοποίηση, καταλήγοντας έτσι στον αριθμό των 7,5 νεκρών. Οι υπολογισμοί αυτοί είναι ανακριβείς, τόσο ως προς τις απογραφές όσο και ως προς τα ποσοστά πληθυσμιακής αύξησης λόγω των εμφυλίων πολέμων, του Α' Π.Π., του λιμού μεταξύ 1920-1922, των ελεύθερων αμβλώσεων κατά τη δεκαετία του 1930, της αλλαγής συνόρων της Ουκρανίας από το 1926 ώς το 1939. Λ.χ. οι Κοζάκοι του Κουμπάν, 2-3 εκ. άνθρωποι είχαν απογραφεί ως Ουκρανοί το 1926, αλλά καταχωρίστηκαν ως Ρώσσοι στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Στις εθνικές απογραφές πληθυσμών προστίθετο από διάφορους "ερευνητές" μια υποτιθέμενη αύξηση πληθυσμών χωρίς να ληφθεί υπόψιν η κατάσταση στη χώρα. Κατ' αυτό τον τρόπο προέκυπταν συμπεράσματα ως προς πόσους ανθρώπους όφειλε να έχει η ΕΣΣΔ και κάθε σοβιετική δημοκρατία στο τέλος των δεδομένων ετών. Οι άνθρωποι που "έλειπαν" θεωρήθηκαν ότι έχουν πεθάνει ή ήταν έγκλειστοι λόγω των σταλινικών διώξεων. Στην πραγματικότητα οι αιτίες του λιμού, ο οποίος κόστισε τη ζωή σε 1-2 εκ. ανθρώπους είναι πρώτον η δολιοφθορά που οι κουλάκοι προξενούσαν στη γεωργία και την κτηνοτροφία, δολιοφθορά την οποία παραδέχονται όχι μόνο σοβιετικοί κομμουνιστές, αλλά και ουκρανοί εθνικιστές όπως ο Ι. Μαζέπα (αναφέρεται, στα 1934, σε "συστηματική παρεμπόδιση των σχεδίων των μπολσεβίκων για σπορά και συγκομιδή") και ολλανδοί καθηγητές που ταξίδεψαν εκείνη την εποχή στην Ουκρανία, όπως ο Φ. Σούμαν (στα 1957, όπου αναφέρει πως "η αντίσταση των κουλάκων έπαιρνε στην αρχή τη μορφή της σφαγής των ζώων, προκειμένου να αποτραπεί η κολλεκτιβοποίησή τους...ορισμένοι κουλάκοι δολοφόνησαν ανώτερους υπαλλήλους, πυρπόλησαν τα συνεταιριστικά τους αγροκτήματα και έκαψαν ακόμα και τη δική τους σοδειά και τους σπόρους τους. Μεγαλύτερος ακόμη αριθμός αρνήθηκε να σπείρει και να θερίσει, ίσως με την πεποίθηση πως οι αρχές θα έκαναν παραχωρήσεις και θα τους εξασφάλιζαν έτσι κι αλλιώς τη διατροφή. Ό,τι επακολούθησε ήταν ο "λιμός" του 1932-1933.."). Δεύτερο αίτιο του λιμού ήταν η ξηρασία που έπληξε μεγάλα μέρη της Ουκρανίας μεταξύ 1930-1932, την οποία παραδέχονται ως γεγονός ουκρανοί εθνικιστές όπως ο Μ. Χρουσέφσκι στο Ιστορία της Ουκρανίας, άνθρωποι που πολέμησαν κατά των κομμουνιστών στον εμφύλιο ρωσσικό πόλεμο, όπως ο καθηγητής Μ. Φλορίνσκι (το 1930 και το 1931 έντονες ξηρασίες, ειδικά στην Ουκρανία, επιδείνωσαν την κατάσταση της γεωργίας και δημιούργησαν καταστάσεις που πλησιάζουν τα όρια του λιμού"), καθηγητές του Χάρβαρντ, όπως ο Ν. Ριασνόφσκι κ.ά. Τρίτο αίτιο μια επιδημία τύφου στην Ουκρανία και τον β. Καύκασο, για την οποία ο Χ. Γκαντ, ο οποίος κάνει λόγο για 15 εκ. νεκρούς από το λιμό, γράφει: "το αποκορύφωμα της επιδημίας τύφου συνέπεσε με το λιμό... είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς ποιο από τα δύο αίτια υπήρξε το πιο καθοριστικό για τον αριθμό των θυμάτων". Τέταρτο αίτιο είναι η αποδιοργάνωση λόγω της μεταρρύθμισης της γεωργικής παραγωγής από ιδιωτική σε κολλεκτιβιστική, λόγω έλλειψης πείρας, αυτοσχεδιασμών, ελλιπούς προετοιμασίας, κ.ά. λόγων. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απόδοση ευθυνών αποκλειστικά ή κύρια στο σοβιετικό καθεστώς για τον λιμό είναι εσφαλμένη αν όχι σκόπιμη, όπως εσφαλμένος ή σκόπιμος είναι ο διπλασιασμός ή τριπλασιασμός και τετραπλασιασμός των θυμάτων του λιμού. (7/8/2007)
Άλλο ζήτημα που τίθεται για την σταλινική περίοδο είναι η "μεγάλη εκκαθάριση" κατά τα έτη 1937-1938. Συνήθως παρουσιάζεται ως αιτία γι' αυτήν η εξάλειψη των παλαιών μπολσεβίκων που ήταν ανταγωνιστές του Στάλιν, ο οποίος εκκαθαρίζοντάς τους εδραίωνε την παντοδυναμία του. Επίσης θεωρείται δεδομένη η παράνοια της εκκαθάρισης και των ανυπόστατο των κατηγοριών για προδοσία εναντίον όσων καταδικάστηκαν στα έτη αυτά, διότι "δεδηλωμένοι μπολσεβίκοι και μάλιστα παλαιοί δεν θα προέβαιναν σε αντισοβιετικές ή αντικαθεστωτικές ενέργειες". Το 1917 υπήρχαν 30 χιλιάδες μέλη του μπολσεβικικού κόμματος, το 1921 σχεδόν 0,6 εκ., το 1929 1,5 εκ., το 1932 2,5 εκ. Δεδομένο ήταν λοιπόν ότι στις τάξεις του μπολσεβικικού κόμματος έμπαιναν και άτομα τα οποία δεν ήταν απαραίτητα κομμουνιστές, αλλά απλώς είχαν προσελκυστεί από την δύναμη της σοβιετικής εξουσίας ή ήταν και συνειδητοί αντιμπολσεβίκοι που πίστευαν ότι μέσω της εγγραφής τους θα προστατεύονταν και θα δρούσαν ανενόχλητοι (βλ. παρακάτω). Από την άλλη το 1934 υπήρχαν 182 χιλιάδες κομματικά μέλη τα οποία είχαν εγγραφεί ώς και το 1920, ενώ το 1939, μετά την "μεγάλη εκκαθάριση", είχαν απομείνει 129 χιλιάδες εξ αυτών. Άρα η πλειοψηφία των παλαιομπολσεβίκων (το 69%) δεν εκκαθαρίστηκε κατά τις σταλινικές διώξεις κι επομένως ως κύρια αιτία των διώξεων δεν πρέπει να θεωρηθεί η φοβία του Στάλιν. Επίσης από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η κατηγορία για σταλινική αλλοίωση του λενινισμού (στην οποία αντιτάχθηκαν ενιαία οι παλαιομπολσεβίκοι και γι' αυτό εκτελέστηκαν-εκτοπίστηκαν) δεν φαίνεται να ισχύει. Άλλωστε η θέση ότι οι βετεράνοι παλαιομπολσεβίκοι με τη στάση τους αποδείκνυαν την αντίθεσή τους στην κολλεκτιβοποίηση είναι εσφαλμένη. Έτσι, λ.χ. οι θέσεις των παλαιομπολσεβίκων βετεράνων Ζηνόβιεφ και Καμένεφ ήταν αντιδιαμετρικά αντίθετες προς εκείνες των άλλων βετεράνων παλαιομπολσεβίκων Στάλιν, Κίροφ, Μολότοφ, Καγκάνοβιτς και Ζντάνοφ. Ένα άλλο στοιχείο για το μέγεθος της εκκαθάρισης είναι ο αριθμός των διαγραφών και ο αριθμός των αποδεκτών ενστάσεων κατά των διαγραφών. Σύμφωνα με τον ούγγρο Rittersporn (Simplifications staliniennes et complications sovietiques, Παρίσι 1988) το 1937-8 έγιναν 278 χιλιάδες διαγραφές, ενώ το 1933 854 χιλιάδες, το 1934 342 χιλιάδες, το 1935 281 χιλιάδες, το 1936 95 χιλιάδες. Σύμφωνα με τον καθηγητή Α. Getty (Origins of the Great Purge, Cambridge 1985) στο διάστημα 11/1936-3/1939 έγιναν λιγότερες των 180 χιλιάδων διαγραφές. Ώς τον 8/1938 είχαν γίνει από το μπολσεβικικό κόμμα δεκτές τουλάχιστον το 25% των 154 χιλιάδων ενστάσεων κατά διαγραφών (Getty, ό.π.). Από την άλλη η ύπαρξη συνωμοτών, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τους ηττημένους του ρωσσικού εμφύλιου ή τους μη μπολσεβίκους κομμουνιστές, οι οποίοι επέλεξαν να διεισδύσουν συνειδητά στο μπολσεβικικό κυβερνόν κόμμα ώστε να το πολεμήσουν από τα μέσα - αφού άλλα κόμματα απαγορεύονταν να υπάρχουν - δεν είναι κάτι το απίθανο. Η παραδοχή της ύπαρξης τέτοιων συνωμοτών γίνεται από τους ίδιους τους συνωμότες και μάλιστα όχι μόνο όσους πιάστηκαν, δικάστηκαν και εκτελέστηκαν από το σταλινικό καθεστώς αλλά και από όσους έφυγαν εκτός ΕΣΣΔ, στη Δύση, όπως ο Μπ. Μπαζάνοφ (Bajanov, Avec Staline dans le Kremlin, Παρίσι 1930), ο οποίος είχε διοριστεί βοηθός του Στάλιν (γράφει "Οι μπολσεβίκοι καταλαμβάνουν το Κίεβο το 1919.. το να τους φώναζα κατάμουτρα την απέχθειά μου, δεν θα μου είχε στοιχίσει παρά δέκα σφαίρες στο κορμί. Πήρα άλλη απόφαση. Για να σώσω την ελίτ της πόλης μου, φόρεσα το προσωπείο της κομμουνιστικής ιδεολογίας"), ο Γκ. Σολομόν (G. Solomon, Parmi des maitres rouges, Παρίσι 1930), μέλος του μπολ. κόμματος από το 1918, ο οποίος υποστηρίζοντας τον αντιλενινιστικό σκοπό της μη άμεσης πραγμάτωσης του κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ γράφει ότι "καταλήξαμε στην απόφαση να μπούμε στην υπηρεσία των σοβιέτ", ο Ζινόβιεφ (Zinoviev, Les confessions d' un homme en trop, 1990), ο οποίος ενώ γράφει "θεωρούσα τον εαυτό μου νεοαναρχικό", λέει πως "δεν είχα πρόθεση να εκφράσω ανοικτά τις πεποιθήσεις μου. ..Ήθελα να είμαι ένας επαναστάτης που θα αγωνιζόταν κατά της νέας κοινωνίας. Αποφάσισα λοιπόν να προσποιηθώ για λίγο καιρό και να κρύψω την πραγματική μου φύση. ... Μελετήσαμε όλες τις δυνατότητες μιας απόπειρας..". Από την άλλη η ύπαρξη στρατιωτικών οι οποίοι επεδίωκαν πραξικόπημα ούτε απίθανο φαίνεται (ο νικητής των Γερμανών στον Α' Π.Π. γάλλος στρατηγός Πεταίν συνεργάστηκε μαζί τους κατά τον Β' Π.Π.) αλλά κι επιβεβαιώνεται από διάφορες ετερόκλητες πηγές, από τον αμερικανό πρέσβη στην ΕΣΣΔ J. Davies ώς τροτσκιστές αντισταλινικούς όπως ο I. Deutscher (Staline, 1973: "όλες οι μη σταλινικές εκδοχές συμφωνούν σε ένα σημείο: κάποιοι στρατηγοί σχεδίαζαν πραγματικά πραξικόπημα. Το έκαναν για προσωπικούς λόγους και με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς να έχουν συνεννοηθεί με κάποια ξένη δύναμη") - κι άλλωστε το παράδειγμα του σοβιετικού στρατηγού Βλάσοφ, ο οποίος παραδόθηκε το 1942 και συνεργάστηκε έκτοτε με τους Ναζί εισβολείς, ή οι επιτελάρχες στρατιωτικοί του Κόκκινου Στρατού Τρούχιν, Μαλίσκιν, Ζάκουτνι, Μπλαγκοβεστσένσκι, Σαποβάλοφ κ.ά. που επίσης συνεργάστηκαν, δείχνουν του λόγου το αληθές. Ούτε η κατηγορία πως η αιτία των εκκαθαρίσεων βρίσκεται στη ραδιουργία του ίδιου του Στάλιν, ο οποίος δολοφονώντας τον νο 2 του σταλινικού καθεστώτος, Κίροφ, βρήκε το άλλοθι που έψαχνε, αφού αντισταλινικοί οι οποίοι είχαν σχηματίσει αντικαθεστωτικές ομάδες και αργότερα διέφυγαν εκτός της ΕΣΣΔ, όπως ο Τοκάγεφ (Tokaev, Comrade X, Λονδίνο 1956) βεβαιώνουν ότι η δολοφονία ήταν έργο αντικαθεστωτικών. Επιπλέον παραγνωρίζεται το γεγονός ότι μη κομμουνιστές Αμερικάνοι μηχανικοί κ.λπ. οι οποίοι εργάζονταν κατά το 1930 στην ΕΣΣΔ, όπως ο Littlepage (A la recherche des mines d'or de Siberie, 1928-1937, Παρίσι 1939) και ο J. Scott (Au-dela de l' Oural, Λωζάνη 1945), αναφέρουν την ύπαρξη οργανωμένου, ευρέως βιομηχανικού σαμποτάζ στην ΕΣΣΔ. Κατά της υπερβολικής εκκαθάρισης είχε ταχθεί ο Στάλιν το 3/1937 ("ο απλουστευτικός τρόπος εκτίμησης των ανθρώπων δεν μπορεί παρά να βλάψει τον αγώνα κατά των πραγματικών τροτσκιστών δολιοφθορέων και κατασκόπων") και το 11/1938 ("..και η Κεντρική Επιτροπή αποφασίζουν.. την απαγόρευση στα όργανα του ΛΕΕ και της δικαιοσύνης να πραγματοποιούν κάθε επιχείρηση μαζικών συλλήψεων και εκτοπισμών"). Ακόμη και αντισταλινικοί όπως ο Τοκάγεφ γράφουν "Ο φόβος μήπως θεωρηθούν ύποπτοι για έλλειψη επαγρύπνησης έσπρωχνε φανατικά τοπικά στελέχη να καταγγέλλουν όχι μόνο μπουχαρινικούς, αλλά ... ακόμα και σταλινικούς. Βέβαια δεν είναι απίθανο να σμπρώχτηκαν να ενεργήσουν έτσι από παράνομους αντιπολιτευομένους!". Οι ομολογίες των καταδικασθέντων ηγετικών στελεχών θεωρείται ότι αποσπάσθηκαν με βασανιστήρια της σοβιετικής αστυνομίας. Ωστόσο λ.χ. για τη δίκη του Μπουχάριν τόσο ο τοτινός πρέσβης των ΗΠΑ (J. Davies, Mission a Moscou, Μοντρεάλ 1944), ο οποίος παρακολούθησε τη δίκη, όσο και ο Τοκάγεφ βεβαιώνουν αντίστοιχα για το αληθές και εύλογο των κατηγοριών εναντίον του Μπουχάριν και για την ανυπαρξία βασανιστηρίων εις βάρος του. Ασφαλώς εδώ δεν κρίνεται αν ήταν σωστή και δίκαιη ή λανθασμένη και άδικη η αντιμπολσεβικική συνωμοσία και πρακτική των διάφορων ατόμων και ομάδων στην ΕΣΣΔ του μεσοπολέμου. Ωστόσο η ύπαρξή της δεν μπορεί να είναι απλώς αποκύημα των σταλινικών μαριονέτων προκειμένου να εξοντωθούν, κατά το διάστημα 1937-9, δίχως λόγο όσοι δεν ήταν υπάκουοι δούλοι του Στάλιν και του μπολσεβικικού κόμματος. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Επίσης είναι γεγονός ότι δίχως τις εκκαθαρίσεις μη πιστών στο σοβιετικό καθεστώς οι νεκροί σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες θα ήταν πολύ περισσότεροι κατά τον Β' Π.Π. διότι στις ηγετικές τάξεις του μπολσεβικικού κόμματος και του Κόκκινου Στρατού θα υπήρχαν φιλογερμανοί, ηττοπαθείς και φιλόδοξοι.
Πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στον αριθμό των κρατούμενων στα Γκουλάγκ. Βέβαια ο Σολζενίτσιν (ο οποίος το 1975 υποστήριζε νέα εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ) αναφέρει έως και 60 εκ. θύματα από τις εκτελέσεις και εν γένει από την παραμονή στα Γκουλάγκ, ενώ ο Κόνκουεστ αναφέρει έως και 12 εκ. δολοφονημένους ή νεκρούς στα Γκουλάγκ μεταξύ 1939 και 1953, ωστόσο τα μόνα έγκυρα στοιχεία ήλθαν στο φως από ρώσους και αμερικανούς ιστορικούς μετά το 1991 δείχνουν αριθμούς πολύ μικρότερους των παραπάνω. Στην έρευνα των Getty, Zemskov κ.ά. που δημοσιεύτηκε στο American Historical Review (οι πίνακες βρίσκονται στη διεύθυνση: http://www.geocities.com/essd1917/psemata.htm ), το 1939 υπάρχουν 1,317 έγκλειστοι στα Γκουλάγκ, εξ αυτών 0,454 εκ. πολιτικοί κρατούμενοι, και ο μέγιστος αριθμός, το 1953 (λόγω των προδοτών που δικάστηκαν μετά τον Β΄ ΠΠ) 1,727 εκ., ενώ ο Κόνκουεστ κάνει λόγο για 9 εκ. κρατούμενους. Το ποσοστό των αντιφρονούντων στα Γκουλάγκ μεταξύ 1934-1953, με την εξαίρεση των μεταπολεμικών ετών 1945-6 κυμαινόταν μεταξύ 13-35%, συνεπώς οι υπόλοιποι κρατούμενοι ήταν κοινοί εγκληματίες και όχι αντισταλινικοί ή αντικομμουνιστές. Επίσης ο Κόνκουεστ κάνει λόγο για 2 εκ. θανάτους για τα έτη 1937-8, ενώ τα σοβιετικά αρχεία κάνουν λόγο για 115 χιλιάδες. Σύμφωνα με το American Historical Review ο συνολικός αριθμός θανάτων στα Γκουλάγκ μεταξύ 1934-1953 ήταν 1,053 εκ. Το ποσοστό των θανάτων στα Γκουλάγκ σε κάθε έτος μεταξύ 1934-1953 δεν ξεπέρασε (αν εξαιρέσει κανείς τα έτη 1942-3) το 9% του συνόλου των κρατούμενων. Ακόμη κι αν διπλασιάζονταν, λόγω σοβιετικής αμέλειας στην τήρηση των αρχείων, οι νεκροί και οι έγκλειστοι, πάλι προκύπτει ότι έχει δημιουργηθεί πολλή φασαρία για το τίποτα. Οι στατιστικές του American Historical Review παρουσιάζουν τα εξής. Οι κοινοί εγκληματίες το 1936 έλαβαν καταδίκες μέχρι 5 έτη: 82.4%˙ μεταξύ 5-10 ετών: 17.6%. Δέκα έτη ήταν η μέγιστη ποινή φυλάκισης πριν από το 1937. Οι πολιτικοί κρατούμενοι που καταδικάστηκαν σε πολιτικά δικαστήρια της ΕΣΣΔ το 1936 έλαβαν ποινές μέχρι 5 έτη: 44.2%˙ μεταξύ 5-10 ετών 50.7%. Όσον αφορά σε εκείνους που καταδικάστηκαν σε ποινές στα Γκουλάγκ, όπου οι πιο μακροχρόνιες ποινές εκτίονταν, οι στατιστικές του 1940 δείχνουν ότι εκείνοι που εξέτιαν μέχρι 5 έτη ήταν 56.8% και εκείνοι μεταξύ 5-10 ετών 42.2%. Μόνο 1% καταδικάστηκαν σε πάνω από 10 έτη. Για το 1939 έχουμε τις στατιστικές που προέρχονται από τα σοβιετικά δικαστήρια. Η διασπορά των ετών φυλάκισης είναι η ακόλουθη: μέχρι 5 έτη: 95.9% από 5-10 έτη: 4% πάνω από 10 έτη: 0,1%. Η υποτιθέμενη αιωνιότητα των ποινών φυλάκισης στην ΕΣΣΔ ειδικά τα χρόνια εκείνα είναι μάλλον ένας μύθος. Επιπλέον ο αριθμός των κρατούμενων στις σοβιετικές φυλακές και Γκουλάγκ κατά τα έτη εκείνα κυμαινόταν γύρω στο 2,5% του συνολικού σοβιετικού τοτινού πληθυσμού, το οποίο συγκρινόμενο με το αντίστοιχο 2,8% του συνολικού αμερικανικού πληθυσμού (5,5 εκ. φυλακισμένοι στις ΗΠΑ) το 1996 δείχνει, για όσους δεν εμπλέκονται άμεσα ή καθόλου σε έναν φιλοκομμουνιστικό ή αντικομμουνιστικό αγώνα, ότι μάλλον έχει δημιουργηθεί πολλή φασαρία για το τίποτα. (19/8/2007).
Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν μπορεί να αποδοθεί στην αδυναμία
πραγμάτωσης της κομμουνιστικής Ουτοπίας και τη σύνεση του καπιταλιστικού
"ρεαλισμού". Η αδυναμία πραγμάτωσης, εδώ και τώρα, της Ουτοπίας δεν συνεπάγεται
κατάρρευση των φορέων της. Εάν αυτό ήταν το ιστορικό κριτήριο, με βάση το οποίο
θα κατέρρεαν οι φορείς των ουτοπικών αντιλήψεων, τότε θα έπρεπε να είχε
εξαφανιστεί ή καταρρεύσει ο Χριστιανισμός επειδή δεν κατάφερε να πραγματώσει την
χριστιανική Ουτοπία της αγάπης προς τον πλησίον στα προηγούμενα 2000 χρόνια -
ωστόσο υπάρχει και είναι κυρίαρχος σχετικά ακόμη. Δεν είναι δηλαδή ειδικά η
ουτοπική οπτική του κομμουνισμού η αιτία της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ.
Είναι προτιμότερο να θεωρήσουμε ότι απλώς η, μόνη της (δίχως
συμμάχους), φτωχότερη και "εκ γενετής" (= κουβαλώντας ως κληρονομιά την
μικρότερη, χρονικά και ποσοτικά, βιομηχανική ανάπτυξη της Τσαρικής Ρωσσίας) πιο
υπανάπτυκτη Ρωσσία-ΕΣΣΔ, έχοντας να διανύσει σε τόσο σύντομο διάστημα (30-40
χρόνια) το δρόμο που διάνυσαν οι Δυτικοί αντίπαλοί της σε 200 χρόνια, ώστε να
εξισωθεί μ' αυτούς, νικήθηκε από τις πλουσιότερες,
αριθμητικά υπέρτερες και παραγωγικότερες Δυτικές
χώρες. Στο κάτω-κάτω, μπορούμε να αμφιβάλλουμε ότι λ.χ. η ελεύθερη οικονομία σ' ένα
πολιτικά ανεξάρτητο Πακιστάν θα υπερφαλάγγιζε ποτέ μια σχεδιασμένη οικονομία σε
μια πολιτικά ανεξάρτητη Γερμανία. Η αθλιότητα των λατινοαμερικανικών,
αφρικανικών και ασιατικών χωρών που ακολουθούν την ελεύθερη οικονομία δείχνει
ότι καθεαυτή η "ελεύθερη οικονομία" δεν είναι το κλειδί για την κατανόηση ειδικά
της αποτυχίας της ΕΣΣΔ.
Είναι λάθος επίσης η άποψη ότι η ΕΣΣΔ κατέρρευσε λόγω της
προηγούμενης κατάρρευσης της σοβιετικής, κρατικά σχεδιαζόμενης, οικονομίας.
Ακριβώς επειδή στην ΕΣΣΔ η οικονομία υποτασσόταν στην πολιτική και στο κράτος κι
όχι το αντίθετο, ήταν ο πολιτικός φορέας αυτός που αρχικά υπέστη ανασφάλεια ή
κλονισμό και τελικά αποσύνθεση και, γι' αυτό, έπειτα προκλήθηκε το οικονομικό
χάος.
Επιπλέον το σοβιετικό-σταλινικό πολιτικό σύστημα ήταν έτσι δομημένο,
ώστε υπήρχαν κάποια όρια στις προσπάθειες μεταρρύθμισής του, τα οποία αν
παραβιαζόταν, θα επερχόταν - και επήλθε - πολιτική κατάρρευση με συνέπεια και
την οικονομική κατάρρευση. Όπως είπαμε παραπάνω, αναγκαστικά ένα κράτος
πολυεθνικό, της έκτασης και της πολιτικής παράδοσης της Ρωσσίας, δεν μπορούσε
παρά να είναι αυταρχικό. Όταν η μεταρρυθμιστική προσπάθεια στο χώρο της
πολιτικής υπερέβη αυτά τα πανάρχαια όρια, αμέσως άρχισαν τάσεις διάλυσης στο
τεράστιο αυτό οικοδόμημα.
Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν η μεταρρυθμιστική διαδικασία στη
Σοβιετική Ένωση εγκαινιάσθηκε λόγω αφόρητων εμπραγμάτων πιέσεων ή με μιαν
υποκειμενική απόφαση, η οποία είχε τεράστιες συνέπειες ακριβώς επειδή εξαιτίας
της ιεραρχικής δομής του συστήματος αποφάσεις λαμβανόμενες στην κορυφή
διαπερνούσαν το κοινωνικό σύνολο απ' άκρη σ' άκρη. Πιθανότατα το τέλος του
κομμουνισμού στην ΕΣΣΔ δεν ήταν αποτέλεσμα τέτοιας οικονομικής αναγκαιότητας.
Δηλαδή, μπορεί μεν να ήταν χάλια η οικονομική κατάσταση, αλλά όχι τόσο χάλια
ώστε να έπρεπε να γίνουν άμεσα πολιτικές ή οικονομικές μεταρρυθμίσεις πέρα
από το ανεκτό για την συνοχή της ΕΣΣΔ όριο. (28/12/2006)
Είναι πράγματι παράδοξο το ειρωνικό επιχείρημα των αναρχικών και των νεοφιλελεύθερων, ότι εντέλει οι σοβιετικοί κομμουνιστές έφτιαχναν εργοστάσια και υποδομή χάριν των σημερινών καπιταλιστών της Ρωσσίας, δηλαδή τζάμπα θυσίες, είτε επειδή ήταν εξαρχής ανέφικτο (κατά τους νεοφιλελεύθερους) είτε επειδή η ΕΣΣΔ παρεκτράπη προς την «τυραννία» αντί να πορευτεί προς την αναρχία (αναρχικοί). Καταρχήν, όπως προείπαμε, είναι απίθανο μια μετατσαρική αστική ή αναρχική Ρωσσία να γινόταν Υπερδύναμη. Κατά δεύτερον το επιχείρημα του εξαγιασμού του Τώρα και της καταδίκης του Τότε με βάση τα τωρινά κριτήρια είναι εσφαλμένο. Δηλαδή η Γαλλική Επανάσταση δεν έπρεπε να γίνει, αφού σήμερα η Γαλλία είναι μια αστική συγκεντρωτική δημοκρατία· επίσης η Επανάσταση του 1821, πάλι σύμφωνα με την εσωτερική λογική του άνωθι αντισοβιετικού επιχειρήματος, δεν θα έπρεπε να γίνει, επειδή σήμερα οι ελλαδικές πολιτικές ηγεσίες χαριεντίζονται με τους κεμαλικούς πασάδες. Αν είναι έτσι στις δυο αυτές περιπτώσεις, τότε όντως δεν έπρεπε να γίνει ό,τι έγινε τον Οκτώβριο του 1917, γιατί σήμερα έχει αποτύχει. Πράγματι εντυπωσιάζει η βαθύτητα της ιστοριογνωσίας και της απαίτησης για μελλοντολογικές προβλέψεις, την οποία έχουν οι νεοφιλελεύθεροι και οι αναρχικοί. Πάντως, αυτή η ιστοριογνωσία-μελλοντογνωσία θα πρέπει να τους χρησιμεύει πάρα πολύ, όταν πετάν τις τρομερές τους μολότωφ, αφού χάρη σ’ αυτήν θα γνωρίζουν ότι ο αγώνας τους δεν πάει χαμένος.
δ') Καλύτερος-Χειρότερος;
Πολλὲς φορὲς τίθεται τὸ θέμα ἐὰν ὁ ὑπαρκτὸς κομμουνισμὸς τῆς Ἀν. Εὐρώπης ἦταν καλύτερος ἢ χειρότερος ἀπὸ τὴν δυτικὴ δημοκρατία. Βέβαια, ἕνα τέτοιο ζήτημα εἶναι τεράστιο καὶ ἡ τοποθέτηση σ' αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὴν κατοχὴ ἑνὸς τεράστιου πλήθους δεδομένων γιὰ κάθε εὐρωπαϊκὴ χώρα, λ.χ. τόσο τὴν Ἰταλία καὶ τὴν Ἀγγλία ὅσο καὶ τὴν Ἑλλάδα, τόσο τὴν Ἀλβανία, ὅσο καὶ τὴν Ρουμανία, τὴν Οὐγγαρία ἢ τὴν ΕΣΣΔ. Ἡ θέση ποὺ διατυπώνεται ἐδῶ βασίζεται στὰ ἐμπειρικὰ δεδομένα τῆς Ἑλλάδας, δεχόμαστε ὅμως ὅτι ἀπὸ χώρα σὲ χώρα ἡ σύγκριση δίνει διαφορετικὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι διαφορετικὴ ἡ σύγκριση Ἀλβανίας-Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδας-ΕΣΣΔ. Ἐπίσης πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ περίοδος σύγκρισης 1945-1990 εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη καὶ μπορεῖ νὰ ὑποδιαιρεθεῖ, ὁπότε ἴσως προκύπτουν διαφορετικὰ συμπεράσματα ἀνὰ περίοδο. Μὲ βάση τὰ δεδομένα τῆς Ἑλλάδας ὑποστηρίζω ὅτι δὲν ὑπῆρχε σημαντικὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν Ἑλλάδα καὶ σὲ μιὰ ἀντίστοιχη χώρα π.χ. Βουλγαρία ἢ Οὐγγαρία. Ἔτσι:
Ὑπάρχουν πολλὲς ὁμοιότητες μεταξὺ τῶν δυὸ καθεστώτων. Στὴν μετεμφυλιακὴ Ἑλλάδα ὅσοι ἀντιτίθεντο στὸ καθεστὼς καὶ δὲν ὑπέγραφαν τὶς δηλώσεις φρονημάτων, δὲν μποροῦσαν νὰ σπουδάσουν καὶ εἶχαν διάφορα προβλήματα στὴν κοινωνικὴ ζωή τους. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ στὰ ἀνατολικὰ καθεστῶτα: ὅσοι ἀποδοκίμαζαν τὸν μαρξισμὸ δὲν μποροῦσαν νὰ σπουδάσουν καὶ ἐργάζονταν σὲ χειρότερες δουλειές. Μιὰ ἄλλη ὁμοιότητα ἀφορᾶ τὸ φαινόμενο τῆς μετανάστευσης. Πολλοὶ ἀντικομμουνιστὲς θεωροῦν ἀπόδειξη γιὰ τὴν ὀρθότητα τοῦ ἀντικομμουνισμοῦ τὸ ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν πρῶην κομμουνιστικῶν κρατῶν κατέληξαν σε σημαντικὸ ποσοστὸ πρόσφυγες, εἰδικὰ στὴν Ἑλλάδα. Ξεχνοῦν ὅτι καὶ ἡ μὴ κομμουνιστικὴ μετεμφυλιακὴ Ἑλλάδα γνώρισε τὴ μετανάστευση ἀπὸ τὸ 1950 ὣς τὸ 1970. Ἁπλῶς ὅ,τι ὑπέστη ἡ Ἑλλάδα, τὴν ἐρήμωση/ἀφαίμαξη τοῦ πληθυσμοῦ, τὴν ὑπέστη λ.χ. καὶ ἡ Βουλγαρία. Μπορεῖ, λοιπόν, κάποιος νὰ ὑποθέσει ὅτι εἴτε κομμουνιστικὴ εἴτε καπιταλιστική, ἡ Ἑλλάδα θὰ ὑπέφερε ἀπὸ τὴ μετανάστευση τῶν Ἑλλήνων. Μιὰ τρίτη ὁμοιότητα ἀφορᾶ στὸν πολυκομματισμό. Στὴν κομμουνιστικὴ Εὐρώπη ὑπῆρχαν μονοκομματικὰ καθεστῶτα ποὺ λάμβαναν 90% τῶν ψήφων στὶς "ἐκλογές" τους ἐνῶ ταυτόχρονα ὑπῆρχαν καί, σὲ μερικὲς κομ/κὲς χῶρες, ὁρισμένα νόμιμα κόμματα-βιτρίνες τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνταν εἴτε γιὰ ἐκτόνωση τῆς λαϊκῆς δυσφορίας εἴτε ἦταν φτιαγμένα ἀπὸ πράκτορες τοῦ καθεστῶτος, καὶ τὰ ὁποῖα λάμβαναν μηδαμινὰ ποσοστά. Στὴν Ἑλλάδα, χάρη στὰ τερατώδη μὴ ἀναλογικὰ ἐκλογικὰ συστήματα καθὼς καὶ χάρη στὴν πλύση ἐγκεφάλου τῆς ὑποτιθέμενα "ἐλεύθερης" ἐκλογῆς (τὰ κυρίαρχα ΜΜΕ διαφημίζουν μόνο ἢ κατὰ βάση τὰ δύο κόμματα), καταλήγουμε νὰ ὑπάρχουν δύο μεγάλα κόμματα, ποὺ συγκεντρώνουν τὸ 80% τῶν ψήφων καὶ ποὺ ἔχουν περίπου τὶς ἴδιες ἀπόψεις γιὰ τὰ βασικότερα ζητήματα, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ 80% νὰ φαίνεται ὅτι ψηφίζει ὄχι δύο ἀλλὰ ἕνα κόμμα, ὅπως στὰ ἀνατολικοευρωπαϊκὰ καθεστῶτα.
Βέβαια, στὴν ἀνατολικὴ Εὐρώπη δὲν ὑπῆρχε ἡ ἐλευθερία τῆς διαδήλωσης ἐνάντια στὸ καθεστώς. Ἀλλά, πρακτικῶς, τὸ δικαίωμα τῆς διαδήλωσης στὴν μὴ κομμουνιστικὴ μετεμφυλιακὴ Ἑλλάδα δὲν ἀπέδωσε κάποια ἐπιπλέον δικαιώματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ οἱ ἐπικυρίαρχοι τῆς Ἑλλάδας παραχωροῦσαν. Ἁπλῶς ἀπορροφῶνται οἱ ἐντάσεις (π.χ. μὲ βανδαλισμοὺς κατὰ τὶς διαδηλώσεις) καὶ στὴ συνέχεια τίποτε δὲν ἀλλάζει ἐκτὸς ἀπὸ ὅ,τι καθορίζουν οἱ κρατοῦντες. Τόσο στὴν ἐμμεσοδημοκρατικῆ ὅσο καὶ στὴν ὑπαρκτὴ κομμουνιστικὴ τάξη πραγμάτων ἀποκλειόταν ἡ ἄμεση δημοκρατία, καὶ πάντα κυριαρχοῦσε μιὰ ἐλίτ τῶν ἴδιων προσώπων ἢ κλικῶν. Τὸ ὅτι στὴν ἔμμεση καπιταλιστικὴ δημοκρατία ὑπάρχει θεωρητικὰ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου δὲν σημαίνει ὅτι ὑπάρχει ἰσηγορία ἢ ἀκούγονται οἱ φωνὲς τῶν μικρότερων: δίχως οἰκονομικοὺς πόρους δὲν ὑπάρχει δικαίωμα στὴν ἔκφραση τῆς γνώμης, καὶ τὰ κυρίαρχα ΜΜΕ δὲν ἔχουν κανένα λόγο νὰ προωθοῦν τὸν πλουραλισμό. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μὲ τὴν μονοκρατορία τῶν κομμουνιστῶν στὴν Ἀν. Εὐρώπη, ἀλλὰ καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις οἱ πραγματικὰ ἀντίθετες στὸ σύστημα φωνὲς φιμώνονται.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη τονίζεται, ὑπὲρ τῶν μὴ κομμουνιστικῶν καθεστώτων, ὅτι ὑπάρχει ἀνώτερο ἐπίπεδο διαβίωσης σὲ αὐτά, λ.χ. μεγαλύτερη ποικιλία ἐκλογῆς σὲ διάφορα ἀγαθά ὅπως κέτσαπ ἢ αὐτοκίνητα (ἀνταγωνισμός), ὑψηλότερος μ.ὅ. ζωῆς κ.ο.κ. Γιὰ τὸ θέμα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τοῦ οἰκονομικοῦ σχεδιασμοῦ καὶ τῆς δῆθεν προσήλωσης τοῦ καπιταλισμοῦ σὲ ὀρθολογικὲς οἰκονομικὲς ἀρχές, γίνεται λόγος παρακάτω στὸ ἄρθρο "Νεοφιλελεύθερα". Πέραν αὐτοῦ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ καπιταλιστικὰ εὐρωπαϊκὰ καθεστῶτα τὰ ἄτομα τρῶνε κατὰ μ.ὅ. περισσότερη ποσότητα κρέατος ἢ ἐπιλέγουν μεταξύ διαφορετικῶν αὐτοκινήτων δὲν καθιστᾶ τὸ ἐπίπεδο διαβίωσης ἀνώτερο: πράγματι, ἔχει αὐξηθεῖ ἡ κατανάλωση μπιφτεκιοῦ ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχει αὐξηθεῖ ὅσο ποτὲ ἄλλοτε καὶ ἡ κατανάλωση ψυχοφαρμάκων. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Ἰάπωνες ζοῦν περισσότερο ἀπ' ὅ,τι ζοῦσαν οἱ σοβιετικοὶ πολίτες, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστηριχτεῖ ὅτι οἱ Ἰάπωνες δὲν ζοῦν σὰν ρομποτάκια προορισμένα νὰ δουλεύουν καὶ νὰ κοιμοῦνται, κι ἄρα ζοῦν καλύτερα ἀπὸ τοὺς σοβιετικούς.
Ἐπιπλέον, εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀμφίβολο ἂν ἡ μετεμφυλιακὴ ὀργάνωση τῆς μὴ κομμουνιστικῆς Ἑλλάδας ἦταν ἀνώτερη αὐτῆς τῆς Βουλγαρίας. Γιὰ παράδειγμα, χάρη στὸν καπιταλιστικὸ=βασισμένο στὴ μεγιστοποίηση τοῦ κέρδους μετεμφυλιακὸ ἑλληνικὸ σχεδιασμό (ἀντιπαροχή), ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδας συγκεντρώθηκε στὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Θεσσαλονίκη (ἡ ἐπαρχία μετανάστευσε καὶ στὸ ἐξωτερικό). Ἡ ζωὴ σὲ μιὰ πόλη 4,5 ἑκ. εἶναι προφανῶς χαμηλῆς ποιότητας. Ἀντίθετα, σὲ μιὰ φανταστικὴ κομμουνιστικὴ Ἑλλάδα ἐνδεχομένως νὰ προωθεῖτο ἡ δημιουργία πανελλαδικὰ 10-15 πόλεων μὲ 300-400 χλδ. πληθυσμὸ ἡ καθεμιά. Αὐτὸ εἶναι ὑπόθεση, ὡστόσο οὔτε ἡ Βουλγαρία οὔτε ἡ Ρουμανία οὔτε ἡ Γιουγκοσλαβία οὔτε ἡ Πολωνία οὔτε ἡ Οὐγγαρία συγκέντρωσαν τὸν μισὸ πληθυσμό τους στὶς πρωτεύουσές τους.
Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπικαλεστεῖ τὸ 1989 ὥστε νὰ θεωρήσει ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἦταν τυχερὴ ποὺ ἔπεσε στὴν πλευρὰ τῶν νικητῶν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι δὲν θὰ κατέρρεε τόσο ἡ κοινωνία καὶ ἡ οἰκονομία, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης γεγονὸς ὅτι μεταξὺ 1945-1989 ἡ Ἑλλάδα γνώρισε τεράστια οἰκονομικὴ διαφθορὰ (πιθανὸν ἰσόποση μιᾶς κομμουνιστικῆς), ὑπέστη μιὰ στρατιωτικὴ ἥττα (στὴν Κύπρο) καὶ ἕναν πολιτικὸ βιασμό (1949-1974). Ἐπίσης οἱ πλούσιοι ἔγιναν πλουσιότεροι καὶ οἱ φτωχοὶ φτωχότεροι, ἡ ἀνισότητα δηλαδὴ κυριαρχοῦσε καὶ διευρυνόταν, ὅπως εἶναι τὸ φυσιολογικὸ σὲ καπιταλιστικὰ οἰκονομικὰ συστήματα. Τὸ τίμημα, μὲ ἄλλα λόγια, δὲν εἶναι τόσο μικρὸ ὥστε δίχως δεύτερη κουβέντα -σὰν νὰ ἤμασταν Ἰταλία ἢ Γαλλία- νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ τύχη μας ἦταν ἡ πλέον εὐνοϊκή, ὅταν ζυγίζουμε τὰ θετικὰ καὶ τὰ ἀρνητικά.
Τὰ παραπάνω δὲν σημαίνουν ὅτι τὰ δύο καθεστῶτα γιὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦταν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Ὡστόσο πρέπει νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἂν σὲ μιὰ κομμουνιστικὴ μετεμφυλιακὴ Ἑλλάδα θὰ κυριαρχοῦσε ὁ "λαὸς" ἢ ἕνας Γεώργιος Παπαδόπουλος ὁ ὁποῖος θὰ δήλωνε πίστη στὸν σοσιαλισμὸ καὶ στὴν ὑπεράσπιστη τῆς "λαοκρατίας". (21/10/2009). Ὑπάρχει, φυσικά, ἡ ἔνσταση ὅτι ἦταν καλύτερα γιὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ ὅτι αὐτὴ βρέθηκε τὸ 1989 στὸ στρατόπεδο τῶν νικητῶν κι ὄχι τῶν ἡττημένων-διαλυμένων. Ὡστόσο, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐξαιτίας τῆς κατάρρευσης τῆς ΕΣΣΔ ἦταν ἡ Ἑλλάδα αὐτὴ ποὺ ζημιώθηκε περισσότερο (ἢ μόνο) ἀπὸ ὅλα τὰ νατοϊκὰ κράτη (μετανάστευση, πόλεμοι στὴν περιοχή της κ.λπ.). Ἐπίσης ἦταν γεγονός ὅτι ἐπειδή, μεταξὺ 1952-1989, Ἑλλάδα καὶ Τουρκία βρίσκονταν στὸ ἴδιο στρατόπεδο συμμαχιῶν, τὰ συμφέροντα τῆς πρώτης ἔπρεπε νὰ ὑποτάσσονται στὰ συμφέροντα τῆς δεύτερης, ἡ ὁποία ἀξιολογεῖτο ἀπὸ τὶς ΗΠΑ ὡς σημαντικότερη σύμμαχος. Ἔτσι, λόγω τῆς συμμετοχῆς μας στὸ δυτικὸ στρατόπεδο μπορεῖ νὰ ἀποφύγαμε, ὡς Ἑλλάδα, τὸ νὰ βρεθοῦμε στὰ 1991 στὴν πλευρὰ τῶν ἡττημένων, ὡστόσο τὸ τίμημα γι' αὐτὸ ἦταν ἀφενὸς ὣς τὸ 1989 νὰ ὑποτάσσουμε τὸ ἑλληνικὸ συμφέρον στὸ τουρκικό, ὥστε νὰ μὴν δημιουργοῦνται προστριβὲς καὶ ρήξη στὸ ΝΑΤΟ, ἀφετέρου μετὰ τὸ 1989 ἤμασταν καὶ παραμένουμε ἡ μόνη νατοϊκὴ χώρα ποὺ ὑφίσταται τὴν λαθρομετανάστευση καὶ τὴν ἀμφισβήτηση τῶν συνόρων της. Κι ἔχουμε ἀναφερθεῖ στὴν ἀλλοπρόσαλλη κοινωνικὴ-οἰκονομικὴ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τῶν φιλοδυτικῶν κομμάτων μεταξὺ 1946-1989. Συνεπῶς: ἂν ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα "ποῦ συνέφερε, κρίνοντας ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἐνταχθεῖ μεταπολεμικὰ ἡ Ἑλλάδα;" εἶναι "ἡ Δύση", αὐτὴ ἡ ἀπάντηση διόλου δὲν συνιστᾶ λόγο δικαίωσης καὶ πανηγυρισμῶν γιὰ τοὺς Δεξιοὺς (λαϊκοὺς καὶ φιλελεύθερους) ἢ τοὺς ἀνανήψαντες Ἀριστερούς, γιατὶ τὸ κόστος ἦταν πολὺ μεγάλο καὶ τὸ κέρδος μικρὸ ἢ ὁριακό. Κι ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι μικρό, ἡ κατάφαση στὸν δυτικοευρωπαϊκὸ προσανατολισμὸ δὲν μπορεῖ νὰ προκαλεῖ εὐφορία ἀλλὰ πάντα γίνεται ἀποδεκτὴ μὲ βαριὰ καρδιά. (21/12/2009)
* * *
ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ- ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ
Έρχεται
το λεωφορείο στη στάση. Οι υποψήφιοι επιβάτες γρήγορα τρέχουν να πιάσουν μια
καλή θέση, απ’ την οποία εύκολα και πρώτοι θα πηδήξουν στο λεωφορείο, ώστε
πρώτοι να ακυρώσουν το εισιτήριό τους, ώστε πρώτοι να ψάξουν για κενές θέσεις. Ο
οδηγός το ξέρει και κάνει κόλπα: εκεί που φαίνεται πως σταματάει πάει πέντε
μέτρα πιο μπροστά˙ εκεί που φαίνεται να περιμένει να φύγει το επόμενο αστικό,
που είναι μπροστά του, ανοίγει τις πόρτες, ώστε οι τυχεροί γίνονται άτυχοι, και
οι άτυχοι – αυτοί που ήταν μακριά από τα πιθανά σημεία που θα ήταν κοντά στις
πόρτες – γίνονται οι τυχεροί. Σχεδόν βλέπω τον οδηγό να κρυφογελά, ενώ το ράδιο
παίζει τα γνωστά αγαπημένα τραγούδια του «αχ τι μού κανες, κακούργα» και
«βαρέθηκα να βαριέμαι να κλαίω».
Ο κόσμος μπουκάρει και σπρώχνεται να ακυρώσει πρώτος το εισιτήριο,
και να πρωτοχυμήξει στις άδειες θέσεις, αν υπάρχουν τέτοιες. Βρωμόγεροι και
μαμελούκοι φοιτητές κοιτούν άπληστα τις νεοεισελθούσες (ξε)ντυμένες νέες
φοιτήτριες, οι οποίες κουνούν απότομα το κεφάλι και φτιάχνουν με τα χέρια τους
τα μαλλιά τους, ώστε να αρέσουν, αν και δεν καταδέχονται να κάτσουν δίπλα σε
γέρους ή αλλοδαπούς˙ ξεπουπουλιασμένες σαραντάρες και άνω, που νομίζουν ότι
περνά ακόμα η μπογιά τους, κοιτούν με κρυφό καμάρι και πόθο τα παλικάρια, επίσης
φτιάχνοντας τα μαλλιά τους. Τελικά οι νέοι κάθονται – προς μεγάλη θλίψη των
γέρων – δίπλα τους, και οι νέες μαζί με τις ξεπουπουλιασμένες. Συμβαίνει και το
αντίθετο, οι νέοι με εξωτερικά αφανή εκνευρισμό να βλέπουν τις φοιτητριούλες να
κάθονται μαζί με τις γιαγιάδες και τσουπ, τους έρχεται ένας ασθμαίνων
εβδομηντάρης άπλυτος παππούς δίπλα τους. Όλοι οι συνδυασμοί, δηλαδή.
Να μια θέση άδεια. Να και δύο αντίζηλοι. Το ξέρουν κι οι δυο, πως
όποιος προλάβει, θα αράξει και θα βλέπει καλύτερα το θέαμα των όρθιων επιβατών
που, ως ουρακοτάγκοι κρέμονται. Ο πιο γρήγορος κι ο πιο έξυπνος να κάνει την
διάσημη ερώτηση του λεωφορείου:
«-Μήπως
θελετε να καθίσετε», ρωτά ο ένας με ευγενικό χαμόγελο ουμανισμού.
«-Ο..οχι,
ευχαριστώ», απαντά ο έτερος, δυστυχής. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να πει,
εγωιστικά, εγωπαθώς, «ΝΑΙ, ΡΕ, ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΣΩ, κι εσύ αν λειώνεις όρθιος, δε με
νοιάζει!» ενώ τον ακούνε όλοι οι συνεπιβάτες; Αδύνατο. Όποιος έκανε την ερώτηση,
αυτός κερδίζει και τη θέση, αφού ο άλλος θα γίνει δακτυλοδειχτούμενος, αν πει
«ναι», ενώ ο πρώτος χειροκροτείται μέσα στα μυαλά των συνεπιβατών, ως ο
ουμανιστής. Έπειτα, με ένα χαμόγελο αυτοθυσίας και ανιδιοτέλειας, κάθεται στο
λάφυρό του.
Υπάρχει κι η περίπτωση, βέβαια ο αντίζηλος να είναι γέρος. Τότε τα
λόγια είναι περιττά και η βιασύνη απαραίτητη. Μέχρι να συρθεί ο γέρος, εσύ,
κάνοντας πως δεν είδες κανέναν, κάθεσαι. Φυσικά, δε θα έρθει να σου τη ζητήσει˙
από μέσα του θα ρίξει κανένα διαολόσταλμα, αλλά σκασίλα σου.
Μόνο όταν κάθεσαι απ’ την έξω πλευρά, είσαι το θύμα. Όλο και κάποιος
γέρος, όλο και κάποιος ανάπηρος ή με εγκεφαλικό ή σπαστικό παιδί ή βρέφος με τη
μαμά του θα παρελάσουν από μπροστά σου – και ουαί, αν κάθεσαι κοντά στην μεσαία
πόρτα – οπότε θες δε θες, θα σηκωθείς. Αν κοιτάς στο παράθυρο, ίσως τη γλιτώσεις
κολλώντας τα μούτρα σου στο τζάμι, κοιτώντας περίεργα, λες και βλέπεις για πρώτη
φορά, το κτίριο απέναντι.
Αλλιώς
αποχαιρέτα την καρέκλα που χάνεις. Δεν ήτανε για σε γραφτό ξεκούραστος σπίτι να
γυρίσεις. Εκείνη τη στιγμή, αφού σηκωθείς ως ατυχής κατάδικος, ο οδηγός κάνει
ρηλάξ τις πατούσες του και πατάει – στα φανάρια – για μισό δεπτερόλεπτο εναλλάξ
γκάζι και φρένο, ώστε να κάνεις εσύ μπράτσα. Ίσως είναι κρυφό κόλπο, ώστε να
πέφτουν πάνω στους όρθιους οι όρθιες – ίσως, με άλλα λόγια, ο οδηγός έχει
γραφείο συνοικεσίων και θέλει να δημιουργήσει καταστάσεις έλξης.
Οι πρώην
συγκαθούμενοί σου φαίνεται να το διασκεδάζουν. Κοιτούν με αγωνία μην φταρνίστηκε
κανείς, μη σκόνταψε κανείς, τίνος τα ψώνια έπεσαν, ποια είπε «αχ καλέ σιγά».
Έπειτα ξαναβυθίζονται είτε στις σκέψεις τους είτε στο αποκαλυπτικό ένδυμα της
νεανίδος μπροστά τους. Επίσης παρατηρεί κανείς την νιρβάνα και το πνεύμα
μετριοπάθειας στα βλέμματα των καθισμένων, όταν το λεωφορείο γεμίζει και
κυράτσες ή γέροι κάνουν σκηνές τύπου «προχώρα, κυρά μου». Τότε ίσως αρχίσει η
«βουλή του λεωφορείου». Κάποιος, κυρίως γέρος, θα αναλύσει στον διπλανό του
μεσήλικα τα προβλήματα των αστικών συγκοινωνιών, έπειτα τα κόμματα, έπειτα τα
νιάτα του και στο τέλος θα σκυλοβρίσει τους νέους που όλο σπουδάζουν και δε
δουλεύουν. Παραδόξως στο ίδιο συμπέρασμα μπορεί να καταλήξουν και οι συζητήσεις
μεταξύ πλούσια βαμμένων πενηντάρισσων για τους «νέους που κουράζονται οι
καημένοι» και «κάθονται».
Στο
λεωφορείο βλέπεις και τα καλλιτεχνικά γούστα των συνεπιβατών. Ο διπλανός θα έχει
τα ακουστικά του φορητού σιντοπαίχτη του ως μεγάφωνα, ώστε κι εσύ να
σιγοτραγουδάς ή να σιγοχτυπάς τα πόδια σου. Δε θα λείπουν και οι υπέροχες
κουλτουριάρες που θα κρατάνε ένα βιβλίο 500 σελίδων, το οποίο διαβάζουν με
θρησκευτική προσήλωση, είτε σφάζονται οι άλλοι για τις θέσεις δίπλα τους είτε το
λεωφορείο αργεί 70 ώρες.
Υπάρχει όμως και ο κίνδυνος να σε κατασκοπεύουν οι μυστικοί
πράκτορες. Τα πρόσωπα που βλέπεις ξανά και ξανά στο λεωφορείο, στο γυρισμό. Τα
κοιτάς με φθόνο και φόβο σα να τους λες «αφήστε με ήσυχο»˙ τους ξανακοιτάς
έντονα, ώσπου να σε φοβηθούν και να παίρνουν στο εξής το επόμενο αστικό.
Αλλά έφτασε η ώρα να κατέβεις. Έφτασε η ώρα να αποχαιρετήσεις το τσίρκο αυτό. Αν έπαιξες καλά το ρόλο σου, αν ήσουν ουμανιστής όπως θά πρεπε, ώστε να μην έχεις τύψεις, αν ήσουν ξύπνιος και κάθισες πρώτος, ώστε να μην έχεις τύψεις βρίζοντας τον εαυτό σου που δεν κάθισες, αυτά θα τα σκεφτείς άνετα πλέον, σχεδιάζοντας την επόμενη διαδρομή στο μυαλό σου.
* * *
ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΛΙΤ
Πάντοτε, σε κάθε κοινωνία, οι ελίτ κυριαρχούν, επιβάλλουν, με μικρές διακοπές, τη θέλησή τους, εκτός κι αν ανατρέπονται από μέρος των πολλών οι οποίοι (το μέρος τους) γίνονται ελίτ στη θέση των ελίτ. Πάντοτε θα υπάρχουν ελίτ, ασφαλώς πιο μορφωμένες, πιο εκλεπτυσμένες, πιο "έξυπνες" (καθόσον έχουν τόσα εφόδια και δεν σκάβουν ούτε οργώνουν), οι οποίες ενδεχομένως να αλλάζουν, να ανατρέπονται από "απελευθερωτές", να αυτομετασχηματίζονται για να ξεγελάν τον κόσμο, ωστόσο πάντα θα υπάρχουν και θα κινούν τον κόσμο σχεδόν όπως θέλουν. Ασφαλώς υπάρχουν αντιμαχόμενες ελίτ, ορισμένες από τις οποίες υποστηρίζουν το λαό, συμμερίζονται τις απόψεις του (περισσότερο), τον εκμεταλλεύονται προκειμένου να ανατρέψουν τις κυρίαρχες ελίτ ή να παραμερίσουν τις αντίπαλές τους ελίτ από την εξουσία. Στη συνέχεια γίνονται οι ίδιες χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη και καταπιέζουν τον λαό, λιγότερο ή περισσότερο από ό,τι η προηγούμενη ελίτ. Συνήθως δίνουν κάποια προνόμια στο λαό, τα οποία δεν έδινε η προηγούμενη ελίτ, ώστε ο λαός να ικανοποιηθεί με αυτά και να υπακούει πρόθυμα.
Ασφαλώς αυτό δε σημαίνει ότι ο λαός είναι αμέτοχος στην ιστορία. Μπορεί ορισμένες φορές να ανατρέπει την ελίτ εγκαθιστώντας νέα ελίτ ή το παραγκωνισμένο τμήμα της παλιάς ή να γεννά από τα σπλάγχνα του μια εντελώς νέα ελίτ. Επιπλέον δεν είναι διόλου βέβαιο ότι ο λαός διαφωνεί πάντα με τις επιλογές της ελίτ του. Οι άγγλοι εργάτες ενέκριναν τις εξωαγγλικές επιλογές της ελίτ τους και πολεμούσαν σε όλη τη γη για όφελος του αγγλικού ιμπεριαλισμού διότι πίστευαν ότι είχαν κι αυτοί οφέλη. Επιπλέον πάντα υπάρχουν συμπάθειες σε τμήματα της ελίτ για ορισμένες απόψεις του λαού. Ότι γενικότερα υπάρχει σχέση εξουσιασμού δε συνεπάγεται ότι ο λαός πάντοτε άγεται και φέρεται δίχως να συμφωνεί κι ο ίδιος ειλικρινά ή δίχως να εγκρίνει και να ενισχύει έμπρακτα ορισμένες επιλογές της ελίτ, τις οποίες θεωρεί συμφέρουσες και για τον ίδιο.
Όταν λέμε ελίτ δεν πρέπει να έχουμε κατά νου μια κλειστή κάστα. Αυτό ήταν γεγονός για αιώνες, ωστόσο πάντοτε υπήρχε τρόπος εισδοχής νέων μελών, ακόμη και από τον λαό. Έτσι, έχουμε περιπτώσεις όπου, κατά τη διάρκεια της λαϊκής εξέγερσης εναντίον της ελίτ, αυθόρμητα αναδεικνύονται οι πιο τολμηροί, οι πιο ικανοί ρήτορες, οι πιο αποτελεσματικοί ηγέτες ή ξύπνιοι πνευματικοί καθοδηγητές, οι οποίοι γίνονται αποδεκτοί αυθόρμητα ως λαϊκοί ηγέτες, θεσμοθετημένα ή άτυπα. Έτσι όμως δημιουργείται μια αντι-ελίτ, σάρξ εκ της σαρκός του λαού, η οποία υπερασπίζεται το λαό γινόμενη ηγέτης του. Αν επικρατήσει η λαϊκή εξέγερση, οι λαϊκοί ηγέτες γίνονται ελίτ στη θέση της παλαιάς ελίτ και, σταδιακά, διαχωρίζονται από το λαό, αυτή τη φορά για χάρη, προς εξυπηρέτηση του λαού. Μπορεί βέβαια κάποιοι, τη στιγμή της νίκης να αρπάξουν "από το στόμα" την εξουσία από τους λαϊκούς ηγέτες και να παρουσιαστούν ως αυθεντικοί συνεχιστές τους και ερμηνευτές της λαϊκής εξέγερσης. Και στις δυο περιπτώσεις πάντα καταλήγουμε σε σχηματισμό νέας ελίτ, στην οποία ενδέχεται να προσχωρήσουν κάποια μέλη της παλαιάς. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η μια (ή η σημερινή) ελίτ είναι χειρότερη ή καλλίτερη από την προηγούμενη ή επόμενή της χρονικά, καθόσον η κρίση αυτή είναι αξιολογική και πάντοτε υποκειμενική. Από την διαπίστωση ότι πάντα θα υπάρχουν ελίτ καθώς και από την διαπίστωση της υποκειμενικότητας κάθε αξιολογικής κρίσης (ποια εξουσία, ποια ελίτ είναι η καλλίτερη) προκύπτει ότι οι εναντιωμένοι στην κυριαρχούσα ελίτ δεν διέπονται από αντιελιτισμό τόσο όσο οι ίδιοι νομίζουν, αλλά ότι συνιστούν δυνάμει μια νέα ελίτ, η οποία, αν επικρατούσε, θα φέρονταν όπως φέρεται πάντα μια ελίτ σε μια κοινωνία που πάντα διαχωρίζεται σε άρχοντες και αρχόμενους. Λίγο καλλίτερα ή χειρότερα, ίσως. Πάντως πάντα μέσα στα όρια της σχέσης εξουσιαστή κι εξουσιαζόμενου.
Οι ελίτ δεν έχουν πέσει από τον ουρανό. Είναι τα "τυχερά παιδιά" του λαού. Το σάρκωμά τους είναι απλώς μεγέθυνση του σαρκώματος του λαού, η οίησή τους μεγέθυνση της οίησης του λαού ("ξέρεις ποιος είμαι εγώ;"). Ο μεγαλοβιομήχανος που ρυπαίνει δεν το κάνει μόνο επειδή δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, αλλά και επειδή η λαϊκή νοοτροπία είναι της αδιαφορίας για το συνάνθρωπο, π.χ. τα σκουπίδια σε δρόμους, πάρκα, παραλίες. Η βλακεία των ελίτ είναι αντανάκλαση της βλακείας του κοσμάκη, ο οποίος "ξέρει τι του γίνεται" και "δεν κοροϊδεύεται από τους πολιτικάντηδες". Η διαφθορά, πάλι, των ελίτ είναι μεγέθυνση της διαφθοράς του κοσμάκη. Απλώς ο λαός μπορεί να αποκρύψει το εξοχικό του ή να διοριστεί με μέσο στο Δημόσιο, ενώ η ελίτ μπορεί να ληστέψει εκατομμύρια ευρώ. Η καταγγελία των ελίτ δίχως την αντίστοιχη καταγγελία του λαού είναι λαϊκιστική και άστοχη, στηριζόμενη μόνο στο γεγονός ότι ο λαός δεν μπορεί - όχι ότι δε θέλει - να κλέψει και να εξαπατήσει τόσο όσο ένας πολιτικός, ένας τραγουδιστής ή ένας επιχειρηματίας. Άλλωστε ένας λαός ο οποίος υβρίζει αυτούς τους οποίους ψηφίζει αδιάκοπα, είναι άξιος περιφρόνησης - δίχως αυτό να καθιστά τις ελίτ ανώτερές του. Ακριβώς επειδή ο λαός ήταν και είναι τόσο έξυπνος και αξιοπρεπής, ώστε να δίνει την ("δημοκρατική" εξουσία του) σε ορκισμένους εχθρούς και αυτής της ελάχιστης λαϊκής ελευθερίας, δείχνει πόσο σοβαρά είναι τα περί καλού λαού που τον εξαπατούν οι διεφθαρμένες κακές ελίτ. Μια δικαιολογία για τις πράξεις του λαού είναι ότι οφείλονται σε ιστορικές επιλογές σε δεδομένες στιγμές (π.χ. Μεσοπόλεμος). Όμως βάσει του συλλογιστικού αυτού και η τυφλή δουλικότητα των μαζών στα πρότυπα και τις επιλογές των σημερινών ελίτ είναι θέμα ιστορικών επιλογών και αναγκών. Άρα η αντιελιτιστική κριτική είναι μάταιη, αφού τα πράγματα θα αλλάξουν με την αλλαγή του ιστορικού πλαισίου.
Υπάρχουν ασφαλώς διανοούμενοι οι οποίοι καθυβρίζουν το λαό, είτε με σκοπό να εξυμνήσουν την κυρίαρχη ελίτ είτε με σκοπό να παίξουν το ρόλο καθοδηγητή του λαού. Αντίπαλοί τους είναι οι φιλολαϊκοί διανοούμενοι. Όμως τόσο οι φιλολαϊκοί όσο και οι αντιλαϊκοί επιδιώκουν ρόλο καθοδηγητή, δηλαδή ρόλο εξουσιαστή. Γιατί ξέροντας το καλό του λαού, είτε αυτό συνεπάγεται ριζική αλλαγή συνηθειών του λαού είτε την ανάδειξη της κρυμμένης αξίας και αρετής του, ορίζουν τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, πώς πρέπει οι πολλοί να συμπεριφέρονται. Είτε κανείς το κάνει από τη σκοπιά της λαϊκής εξουσίας είτε από τη σκοπιά της ελίτ η οποία ζητά από το λαό να "εκπολιτισθεί", συμπεριφέρεται με αξιώσεις πνευματικού εξουσιασμού.
Συνεπής στάση, ακριβώς επειδή μεταξύ λαού και ελίτ δεν υπάρχει έλλειψη κινητικότητας, θα ήταν η απόδοση ανάλογων ευθυνών. Τόσο στο λαό, ο οποίος είτε μιμείται την ελίτ είτε την ψηφίζει καθυβρίζοντάς την ταυτόχρονα, όσο και στην ελίτ η οποία μεγεθύνει τα λαϊκά ελαττώματα. Αλλά αυτή η συνεπής στάση συνεπάγεται ακριβώς την αξίωση του αριστερού ή μεταμοντέρνου "διαφωτιστή", την καρικατούρα του οποίου επικρίνουν οι φιλολαϊκοί αντι-ελίτ. H ικανότητα εξήγησης ενός φαινόμενου, της σχέσης λαού-ελίτ, δε συνεπάγεται αξίωση για ικανότητα θεραπείας του ή αλλαγής των δεδομένων στη σχέση αυτή ή στη συμπεριφορά λαού κι ελίτ. Γιατί μόνο όποιος καταγγέλλει υποσχόμενος να θεραπεύσει, ανεβάζει έμπρακτα τον εαυτό του σε σχέση με τις τωρινές ελίτ αλλά και τον λαό. Αλλά, αυτή καθεαυτή, η ικανότητα εξήγησης δεν είναι κάτι τόσο αδύνατο. Αυτό φαίνεται από τις ερμηνείες των φιλολαϊκών αντι-ελίτ, οι οποίες είναι ικανές (κατ' αυτούς να εξηγούν και να ερμηνεύουν το λαό.
Μπορούμε να μιλήσουμε για το λαό ως σύνολο, να πούμε ότι αυτός είναι διεφθαρμένος, ηλίθιος ή, πάλι, αξιοπρεπής; Υπάρχει πάντοτε μια συνισταμένη των ατομικών περιπτώσεων μέσα στο λαό. Ασφαλώς κάθε άτομο έχει διαφορετική επιρροή και ισχύ στην κοινωνία. Αν μπορούσαμε να μαθηματικοποιήσουμε τα πράγματα, τότε η συνιστώσα ενός ατόμου αξιοπρεπούς και με μεγαλύτερη ισχύ είναι μεγαλύτερη από τη συνιστώσα ενός ατόμου αναξιοπρεπούς και με μικρότερη ισχύ/επιρροή. Η συνισταμένη των ατομικών συνιστωσών, οι οποίες είναι ανόμοιες, δίνει και την συλλογική αξιοπρέπεια, δουλοπρέπεια κ.λπ. ενός λαού σε μια στιγμή. (8/4/2008)
* * *
ΛΟΓΙΚΗ ΚΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ:
Δεχόμαστε
την παρακάτω φράση ως αληθινή: "το ότι το Χ για να υπάρξει απαιτείται να
προϋπάρχει το Υ, δεν σημαίνει ότι εάν προϋπάρχει το Υ σίγουρα υπάρχει το Χ". Η
λογική σκέψη μας, από μόνη της δεν θα μπορούσε να αποδείξει πως το ότι
προϋπάρχει το Υ δεν σημαίνει ότι σίγουρα υπάρχει το Χ. Η εμπειρία μας, μάς
βεβαιώνει ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου εμφανίστηκε το Υ δίχως όμως να υπάρχει
και το Χ. Αν δεν είχαμε τέτοιου είδους εμπειρία, δεν θα λέγαμε ότι "η ύπαρξη
του Υ δεν σημαίνει ότι υπάρχει σίγουρα και το Χ". Θα λέγαμε "όπου υπάρχει το Υ
εκεί υπάρχει σίγουρα και το Χ". Δίχως την ανάλογη εμπειρία η λογική θα ήταν
ανίκανη να καθορίσει τους κανόνες της. Πρώτα λοιπόν έρχεται η εμπειρία και
ύστερα η ταξινόμηση και λογική ανάλυση που πραγματοποιεί η λογική μας. Δίχως την
εμπειρία, οι όποιοι κανόνες με τους οποίους η λογική αναλύει και ταξινομεί τον
κόσμο είναι λόγια του αέρα, είναι αναπόδεικτοι. Εάν στην εμπειρική
πραγματικότητα λ.χ. δεν ίσχυε η αρχή της ταυτότητας, τότε δεν θα ίσχυε και στη
λογική.
Λογικό-πραγματικό-ντετερμινισμός:
ισχύει ή όχι το "ό,τι είναι πραγματικό είναι και
λογικό (= λογικά εξηγήσιμο)", κι αν ναι, κατά πόσο η απόλυτη ισχύς των λογικών
νόμων οδηγεί στον ντετερμινισμό; Το πιο παράξενο πράγμα είναι να μην υπάρχει
αιτία σε ένα γεγονός. Η συνείδηση του πράγματος αυτού, του πόσο παράδοξο είναι
γεγονός δίχως αιτία, δεν μάς κάνει να πιστεύουμε πως υπάρχουν γεγονότα δίχως
αιτία βέβαια. Εξακολουθούμε να ψάχνουμε για λογικό σε γεγονότα που λέμε τυχαία,
είτε γιατί πιστεύουμε πως οι ερευνητικές μέθοδοί μας δεν ήταν αρκετά ακριβείς
είτε γιατί το "τυχαίο" δεν είναι παρά ένας παράξενος συνδυασμός διαφορετικών και
πολλών αιτίων. Οπότε ψάχνουμε τον λόγο του συγκεκριμένου συνδυασμού των γνωστών
και μη αιτιών. Πράγματι, αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να ονομάσουμε τύχη, αυτό
είναι όχι η ανυπαρξία ορατής λογικής αλληλουχίας του "τυχαίου γεγονότος", αλλά ο
συνδυασμός των επί μέρους λογικών πράξεων οι οποίες τυχαία συνυπάρχουν. Αυτός
όμως ο συνδυασμός δεν είναι ούτε παράλογος ούτε ανεξήγητος: οι συνδυασμοί είναι
πάντα τυχαίοι και πάντα άπειροι σε αριθμό. Η όλη τυχαιότητα της ύπαρξης του
συγκεκριμένου συνδυασμού λογικά εξηγήσιμων πράξεων ( ο οποίος συνδυασμός
προκάλεσε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ) οφείλεται σε κάθε μια και σε όλες τις
λογικά εξηγήσιμες πράξεις οι οποίες το προκαλούν. Αν αλλάξει ένας παράγοντας,
αλλάζει και το αποτέλεσμα, εφόσον η αλλαγή αυτή βρίσκεται εντός του χρονικού
εύρους ή του "εύρους επίδρασης" ( της δυνατότητας και του βαθμού επιρροής επί
του συνολικού γίγνεσθαι ) του μεμονωμένου αυτού παράγοντα.
Αν
εξηγήσουμε έτσι την εμφάνιση τυχαίων γεγονότων, τότε παύει να έχει ταυτόχρονα
κάθε ουσιαστικό νόημα τόσο η "χαοτική άλογη τυχαιότητα", όσο κι ο
ντετερμινισμός. Όταν για την πραγματοποίηση ενός γεγονότος απαιτούνται Χ
παράγοντες και υπάρχει σχεδόν άπειρο εύρος, χρονικό ή "επίδρασης", ή τέλος
πάντων τεράστιο εύρος, δεν έχει νόημα να μιλάμε για ντετερμινισμό, με την έννοια
πως τα πράγματα οδεύουν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που δεν αλλάζει.
Λογική μία:
όταν
πολλοί λεν ότι η τάδε σκέψη βασίζεται στην Λογική, μάλλον εννοούν ότι βασίζεται
είτε στη συνήθεια είτε στην εμπειρία της καθημερινότητας. Η "Λογική" δεν είναι
μία, όπως στα μαθηματικά, και συνεπώς, όταν ακούμε για την "λογική στη
φιλοσοφία" σε αντίθεση με τις "προλήψεις των πολλών και τις προλήψεις της
θρησκείας", τότε ακούμε ασυναρτησίες. Αν υπήρχε μία λογική, τότε όλοι οι
φιλόσοφοι θα κατέληγαν στα ίδια συμπεράσματα. Ακόμη και οι σκεπτόμενοι άνθρωποι
έχουν κάποια πράγματα δεδομένα, κάποια πράγματα αυθαίρετα θεωρημένα αυτονόητα,
κι από εκεί και πέρα προχωρούν σε λογική επεξεργασία των φαινομένων του κόσμου.
* * *
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ:
Υπάρχουν
διάφορες πλευρές του ζητήματος «μετανάστες», σε ορισμένες από τις οποίες
προσπαθώ να αναφερθώ.
Το ζήτημα μετανάστες και εγκληματικότητα. Δεν είναι σωστό να φορτώνονται οι μετανάστες όλη την αύξηση της εγκληματικότητας, αλλά είναι γεγονός ότι δίχως αυτούς η αύξησή της θα ήταν μικρότερη. Αυτό όμως δεν λέει κάτι για τους μετανάστες ως σύνολο ούτε για την απόδοση εγκληματικών τάσεων ειδικά σε συγκεκριμένες εθνότητες. Κατά πρώτον πρέπει να διαχωρίσουμε από τη μια την πλειοψηφία των ξένων οικονομικών μεταναστών που δεν είναι εγκληματίες, κι από την άλλη το ποσοστό των εγκληματιών που έρχονται στη χώρα μας για να επιδίδονται σε εγκληματικές ενέργειες, και να συμπεριφερθούμε στην κάθε μιά πλευρά αναλόγως. Οι μετανάστες που δεν εγκληματούν, που συμπεριφέρονται σωστά και δε δημιουργούν προβλήματα (και οι οποίοι είναι η μεγάλη πλειοψηφία των μεταναστών), είναι ολοφάνερα άδικο να υφίστανται τη μεταχείριση που υφίστανται οι εγκληματίες μετανάστες, τόσο από την πολιτεία όσο και από την κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ κ.λπ. Ενώ λ.χ. συνεχώς τα ΜΜΕ μάς παρουσιάζουν εγκληματίες μετανάστες, διόλου δεν παρουσιάζουν την πραγματικότητα των υπολοίπων, περισσότερων μεταναστών που δεν εγκληματούν ούτε ενοχλούν κανέναν. Επίσης η πολιτεία συχνά φέρεται εκδικητικά («επιχειρήσεις σκούπα») στους μετανάστες για πράξεις ομοεθνών τους, λες και στην Ελλάδα ισχύει η συλλογική ευθύνη. Κατά δεύτερον, πρέπει να προσέξουμε πριν αποδώσουμε στους Αλβανούς, Γεωργιανούς κ.λπ. κάποιο «εγκληματικό γονίδιο». Η επιβεβαιωμένη ιστορική αλήθεια δείχνει ότι εγκληματική συμπεριφορά αντίστοιχη με των αλλοδαπών στην Ελλάδα μετά το 1991 είχαν επιδείξει πολλοί Έλληνες μετανάστες στις αρχές του εικοστού αιώνα στις ΗΠΑ συμβάλλοντας στο να θεωρείται εκεί – ώς τον ελληνοϊταλικό πόλεμο – το όνομα «Έλληνας» όπως θεωρείται εδώ το όνομα «Αλβανός». Από το «Culture Conflict and Delinquency» (Νέα Υόρκη, 1938) του Thorsten Sellin, προκύπτει για τους Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ πρώτον, ότι στα 1929 αυτοί ήταν η πρώτη σε εγκληματικότητα εθνότητα μεταναστών, στην κατάταξη που αφορά τους εγκληματίες που συνελήφθησαν από την αστυνομία ή προσάχθηκαν στα δικαστήρια, ανά 10.000 κατοίκους της ίδιας κατηγορίας πληθυσμού, σε 31 πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 στις ΗΠΑ (1929-30), και δεύτερον η δεύτερη σε εγκληματικότητα εθνότητα μεταναστών με βάση το κριτήριο των ανδρών άνω των 20 ετών ανά 100.000 άνδρες της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για έγκλημα στο Σικάγο (1925 -1929). Εάν εκείνα τα χρόνια στις ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τους Έλληνες ως «φύσει εγκληματίες» κι έχοντες το «εγκληματικό γονίδιο», αυτό οπωσδήποτε ήταν ανακριβές και θα ήταν λάθος να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι κακούργοι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα μετά το 1991 ήρθαν όχι μόνο βιοπαλαιστές αλλά και ήδη σεσημασμένοι στις χώρες τους εγκληματίες· αλλά το ίδιο γινόταν και για τους Έλληνες των ΗΠΑ: ήταν συνηθισμένο, στις αρχές του 20ού αι. να στέλνονται οι ελλαδίτες κατάδικοι και ληστές της υπαίθρου στην Αμερική, αντί να εκτίουν εδώ την ποινή τους, έπειτα από σιωπηρή συμφωνία με την ελλαδική κυβέρνηση, με τον όρο να μη ξαναγυρίσουν. Αυτό το μέτρο (το οποίο εφάρμοσε κι ο Μουσολίνι για τους Ιταλούς μαφιόζους) ξεκίνησε από την κυβέρνηση Θεοτόκη (1908) και συνεχίστηκε μέχρι το 1924, οπότε άρχισε η ελεγχόμενη μετανάστευση και μπήκαν φραγμοί στην είσοδο ατόμων στις ΗΠΑ. Πάντως τα γεγονότα αυτά αποτυπώθηκαν στη λαϊκή μνήμη, ακόμα και μέσα από ρεμπέτικα τραγούδια (π.χ. "Για την αγάπη σου", Π. Τούντα -1934). Φυσικά οι μεταπολεμικοί Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ ήταν σαφώς ανώτερου επιπέδου. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το πολιτισμικό επίπεδο των σημερινών αλλοδαπών (εγκληματιών) στην Ελλάδα είναι ίσο με αυτό των πριν έναν αιώνα Ελλήνων (εγκληματιών) στις ΗΠΑ, αλλά αυτό ούτε αφορά τη μεγαλύτερη μερίδα των εν Ελλάδι μεταναστών και είναι ανεπίτρεπτο να πιστεύεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανύψωση του επιπέδου. Πάντως είναι εξίσου λανθασμένη η αντίληψη που όλα τα συγχωρεί στους αλλοδαπούς εγκληματίες θεωρώντας αποτέλεσμα κοινωνικών ή εργασιακών αιτίων την εγκληματικότητά τους: αυτή η μονομερή αντίληψη δεν μπορεί να εξηγήσει την διαφορά στη νοοτροπία μεταξύ αυτών των ξένων που το έχουν εύκολο να σκοτώσουν, για να πλουτίσουν, κι αυτών των μεταναστών που ήρθαν εδώ και δουλεύουν σκληρά για να ζήσουν και να βοηθήσουν τους συγγενείς τους στις χώρος τους. Είναι δύσκολο να παρουσιάζονται εμμέσως πλην σαφώς λ.χ. οι φόνοι ανυπεράσπιστων παππούδων στα χωριά/διαμερίσματά τους από Αλβανούς ή άλλους για μερικά ευρώ ως ζήτημα και προϊόν της κοινωνικής αδικίας που «μόνο με την κατάργηση του καπιταλισμού θα αρθεί». Δηλαδή ώς τότε, ώς την έλευση της αταξικής κοινωνίας, οι φόνοι αυτοί θα μένουν ατιμώρητοι ή δεν θα υπάρχει προσπάθεια για μείωσή τους, σύμφωνα με αυτήν την «εσχατολογική» αντίληψη; Γι’ αυτό η καλυτέρευση της αστυνόμευσης αναγκαστικά είναι ένα από τα μέτρα για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταναστών-Ελλήνων, αρκεί να μην αντιμετωπίζεται ο κάθε μετανάστης ως υποψήφιος εγκληματίας, πράγμα αρκετά δύσκολο ωστόσο λόγω της ρατσιστικής προδιάθεσης των αστυνομικών κ.ά.
Ασφαλώς το ότι και οι Έλληνες μετανάστες στις αρχές του 20ού αι. εγκληματούσαν
δε συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει πρόβλημα επειδή ορισμένοι μετανάστες στην Ελλάδα
Η άρνηση της δαιμονοποίησης και θυματοποίησης των μεταναστών δε συνεπάγεται οπωσδήποτε ούτε τη λογική των ανοιχτών συνόρων ούτε την εξιδανίκευση του φαινομένου της μετανάστευσης και την άποψη ότι αυτή είναι η λύση στα προβλήματα των χωρών προέλευσης των μεταναστών ούτε την εναντίωση στην καλύτερη αστυνόμευση και την αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων μας. Το αντίθετο του να κατηγορούνται οι μετανάστες δεν είναι το να ωραιοποιείται η ιδέα της μετανάστευσης. Τέτοια λογική τύπου διαμάχης μεταξύ κοσμοπολίτικης αριστεράς/ακροαριστεράς, από τη μια, και ακροδεξιάς, από την άλλη, είναι μανιχαϊστική και οπωσδήποτε δεν είναι το μόνο δυνατό δίπολο εναλλακτικών λύσεων.
Ασφαλώς είναι λάθος να εξιδανικεύεται η μετανάστευση. Κανείς δεν έγινε
μετανάστης για λόγους πολυπολιτισμικούς ή τουριστικούς. Αλλά κατηγορώντας τους
μετανάστες παραγνωρίζεται η αιτία της μετανάστευσης: η απαίτηση των εργοδοτών
για χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό. Αυτή είναι και η αιτία για την οποία οι
εργοδότες είτε μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους στον τρίτο κόσμο είτε επιδιώκουν
την είσοδο χαμηλόμισθων εργαζομένων από τον τρίτο κόσμο στη Δύση. Γι' αυτό
κατηγορώντας τους μετανάστες (ή πυροβολώντας τους ή απελαύνοντάς τους αδιακρίτως
ή στιγματίζοντάς τους ως εγκληματίες κ.ο.κ.) δεν εξαλείφεται η μετανάστευση.
Το ζήτημα
αριθμός των μεταναστών που μπορεί να αντέξει η Ελλάδα. Καταρχήν δεν είναι
δυνατόν να ευσταθεί η άποψη ότι πρέπει ελεύθερα να διακινούνται οι άνθρωποι. Εάν
έρχονταν 7 εκατομμύρια μετανάστες στην Ελλάδα ή 60 εκατομμύρια στη Γερμανία,
είναι ανόητος όποιος δεν αντιλαμβάνεται την τρομερή αναταραχή που θα
δημιουργούνταν. Τέτοια φιλομεταναστευτική αντίληψη ξεκινά από αντικρατικά και
ανθρωπιστικά συναισθήματα, ωστόσο θα
συντελούσε τελικά στη διάλυση των εθνών-κρατών, δηλαδή των μόνων που μπορούν να
αντισταθούν στον ιμπεριαλισμό της παγκοσμοποίησης και της πολτοποίησης,
εξυπηρετεί δηλαδή ακριβώς και αποκλειστικά τα συμφέροντα άλλων κι όχι των
μεταναστών. Γιατί μια ομοιογενής κοινωνία αντιστέκεται πολύ καλλίτερα στη
μαζοποίηση από ό,τι μια πρόσφατα διαμορφωμένη κοινωνία 140 εκατομμυρίων λ.χ. 80
εκ. Γερμανών και 60 εκ. μεταναστών. Και μια νεόδμητη κοινωνία «μειώνει» τον πήχη
του αποδεκτού επιπέδου. Άρα είναι σωστό να υπάρχει όριο. Κατά δεύτερον πρέπει να
συνυπολογίσουμε ότι δεν παραμένουν σε μια χώρα όλοι οι μετανάστες που υπάρχουν
σε μια δεδομένη στιγμή. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το περιοδικό «Ενημέρωση»
(Μάρτιος 2004) του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, το 45% των μεταναστών μένουν στη χώρα για
διάστημα από ένα έως τέσσερα χρόνια μόνο. Κατά τρίτο, ο αριθμός των μεταναστών
είναι συνάρτηση της ικανότητας για ενσωμάτωση. Κι αυτή έχει σχέση τόσο με την
δυνατότητα απασχόλησης των μεταναστών όσο και με την πολιτισμική εγγύτητά τους
με τους Έλληνες. Για το θέμα της απασχόλησης μιλάμε παρακάτω. Για το θέμα της
πολιτισμικής εγγύτητας, συμφέρει να υπάρχουν στην Ελλάδα άτομα από χώρες που
πληρούν τα εξής κριτήρια: δεν συνορεύουν με την Ελλάδα και είναι πολιτισμικά ή
θρησκευτικά συγγενείς με αυτήν. Πάντως: η Ελλάδα δεν πρέπει, με κάθε νόμιμο μέσο
εκτός από τα ακραία, ούτε λόγω ανθρωπισμού ούτε λόγω διεθνισμού, να επιτρέπει την
παράνομη είσοδο συνεχώς νέων μεταναστών. Δεν συμφέρει ούτε αυτήν ούτε αυτούς.
Το ζήτημα
αφομοίωση ή ένταξη. Ο όρος «ένταξη» ταιριάζει πιο πολύ στο μοντέλο της
πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ενώ ο όρος «αφομοίωση» πιο πολύ στην απορρόφηση, σε
μεγάλο ή μικρό βαθμό, των νεοεισερχόμενων στην κοινωνία. Πολυπολιτισμικές
κοινωνίες γίνεται να είναι δίχως πρόβλημα μόνο όσες ήταν πρώην αυτοκρατορίες.
Επίσης οι πολυφυλετικές ΗΠΑ-Αυστραλία κ.λπ. είναι χώρες στις οποίες καμμιά
εθνική ομάδα η οποία κατοικεί τώρα εκεί δεν έχει ανάμνηση κυριότητας των εδαφών
αυτών: όλες οι εθνικές ομάδες είναι νεοφερμένες και δεν έχουν μέσα τους την
αντίληψη πως τα εδάφη αυτά ανήκουν μόνο σε αυτούς. Επιπλέον παρ’ όλο που
υπάρχουν ένα σωρό πολιτισμικές και εθνικές ομάδες στα αγγλοσαξωνικά αυτά κράτη,
βλέπουμε πως υπάρχει ουσιαστικά ένας κυρίαρχος πολιτισμός: ο αγγλοσαξωνικός και,
συνεπώς, παρ’ όλο που καμμιάς εθνικής ομάδας δεν εμποδίζεται η έκφραση του
πολιτισμού της, κυρίαρχη είναι η αγγλική κουλτούρα. Παρ’ όλο λοιπόν που δεν
πρέπει να εμποδίζεται η έκφραση των πολιτισμών των μεταναστών, η Ελλάδα είναι
πολύ μικρή χώρα για τέτοιες πρακτικές. Ας μη ξεχνάμε ότι πολύ συχνά ο
πολυπολιτισμός συνεπάγεται πρακτικά και λόγω της ίδιας της πίστης του στην
«ετερότητα» την γκετοποίηση, με ό,τι αυτή σημαίνει για την ενότητα της
κοινωνίας. Έτσι, η Ελλάδα δεν μπορεί παρά να επιδιώκει την πολιτισμική αφομοίωση
εκείνων των μεταναστών που σκοπεύουν να μείνουν για μια ζωή εδώ. Με αυτή την
οπτική είναι λανθασμένο να γίνεται λόγος για «διαπολιτισμική εκπαίδευση», δηλαδή
για προσπάθεια μη αφομοίωσης των ξένων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η
Ελλάδα είναι πολύ μικρή χώρα για να έχει γκέτο κι εθνικιστές Άραβες, Βαλκάνιους
κ.ά. Εδώ ίσως κάποιοι αναφερθούν στους Έλληνες της Γερμανίας και των ΗΠΑ
αναρωτώμενοι αν θα ήθελα επίσης την αφομοίωσή τους από τους
Γερμανούς/Αμερικανούς μέσω του σχολείου. Εδώ κάνουν λάθος. Οι Έλληνες της
Γερμανίας πήγαν στη Γερμανία έπειτα από επίσημη αίτηση της τελευταίας, σύμφωνα
με τις ανάγκες της, ως εργατικό δυναμικό. Δεν μπούκαραν στα σύνορα. Παρομοίως οι
πρόγονοι των σημερινών Ελληνοαμερικανών δεν μπήκαν στις ΗΠΑ με το «έτσι θέλω»,
αλλά επιλέχθηκαν – και ναι, οι Ελληνοαμερικάνοι εξαμερικανίστηκαν στο melting
pot. Οι αναλογίες είναι διαφορετικές λοιπόν κι όσοι το ξεχνούν δείχνουν την
περιφρόνησή τους στην ιστορική πραγματικότητα.
Προς το
παρόν οι μετανάστες χρησιμοποιούνται ως δούλοι και η χρήση τους αυτή έχει
αποτελέσματα, τα οποία είναι προφανές ποιον συμφέρουν. Το πρώτο αποτέλεσμα είναι
η πτώση των μισθών των Ελλήνων, αφού οι τελευταίοι πρέπει να ανταγωνιστούν
μισθωτούς που δέχονται να δουλέψουν με πολύ μικρότερες αμοιβές. Η μη παροχή ίσων
εργασιακών δικαιωμάτων στους ξένους συνεπάγεται αυτήν την ανισότητα στους
μισθούς/ημερομίσθια. Η ανισότητα αυτή συμφέρει αποκλειστικά τους εργοδότες, οι
οποίοι έχουν κάθε λόγο να την διαιωνίζουν, ώστε να έχουν μικρότερο εργατικό
κόστος αλλά και να μειώνουν τους μισθούς/ημερομίσθια των Ελλήνων. Οι Έλληνες από
την άλλη, (αυτο)αποπροσανατολίζονται και ενώ δεν βλέπουν ότι το ουσιαστικό
πρόβλημα είναι οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές, τις οποίες θεωρούν αναπόφευκτες ή
αναγκαίες, νομίζουν ότι φταίνε οι ξένοι μετανάστες για την ανεργία. Ο διχασμός
αυτός εξυπηρετεί όχι μόνο οικονομικά αλλά και ιδεολογικά τους εργοδότες, αφού η
διαμάχη μετατίθεται από τους εργαζόμενους και τους εργοδότες στους Έλληνες
εργαζόμενους και ξένους εργαζόμενους, με αποτέλεσμα να μη διαμαρτύρεται κανείς
για τις πρακτικές των εργοδοτών. Πράγματι, με μια πρώτη ματιά η ανεργία των
Ελλήνων οφείλεται ώς ένα βαθμό στους μετανάστες εργάτες οι οποίοι παίρνουν τις
δουλειές. Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να οδηγήσει απαραίτητα στο συμπέρασμα ότι
πρέπει να εκδιωχθούν οι μετανάστες. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι εάν οι ξένοι
εργάτες είχαν τα ίδια εργασιακά δικαιώματα (αμοιβές, ασφάλιση), τότε de facto δε
θα υπήρχε λόγος να προτιμηθούν αυτοί κι όχι οι Έλληνες για την ίδια εργασία. Το
πρόβλημα λοιπόν δεν είναι οι μετανάστες και η εδώ παρουσία τους αλλά η άνιση
μεταχείρισή τους. Αλλά ακριβώς αυτοί που είναι υπαίτιοι για την άνιση
μεταχείριση και οι οποίοι επωφελούνται από την άνιση μεταχείρισή τους, είναι οι
ίδιοι που (έχουν τα μέσα αλλά) δεν θα επιτρέψουν ποτέ τον τερματισμό της, με
σκοπό να φορτώνονται σε άλλους (στους μετανάστες) τα δικά τους τεχνάσματα.
Οι μετανάστες χάρη στην δική τους κακοπληρωμένη, σκληρή και ανασφάλιστη εργασία έκαναν πολύ ευκολότερη την ένταξη στην ΟΝΕ· χάρη σε αυτούς οφείλεται η άνθιση ή και η επιβίωση τομέων της οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία, βιοτεχνία) αλλά και η κάλυψη σε μεγάλο βαθμό των αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες τις οποίες δεν παρέχει το κράτος (οικιακή φροντίδα, φύλαξη γερόντων-ασθενών κ.λπ.). Το πώς γίνονταν πριν το 1991 οι εργασίες αυτές κι από ποιους, όπως αναρωτιούνται ρητορικά οι ακροδεξιοί, είναι προφανές για όποιον θυμάται: κανείς Έλληνας νέος δεν γινόταν βοσκός ούτε μάζευε πορτοκάλια για ένα πιάτο φαΐ, σε μια χώρα γεμάτη πτυχιούχους.
Η δήθεν
φιλοεργατική ακροδεξιά ένσταση λοιπόν ότι οι μετανάστες φταίνε μεταθέτει την
υπευθυνότητα αλλού. Γιατί οι Έλληνες εργάτες και τα συνδικάτα, εάν είχαν μυαλό,
θα έπρεπε να ζητούν εδώ και τώρα την άμεση και έμπρακτη (μη έμπρακτη θα σήμαινε
συνέχιση της εισροής ξένων, συνέχιση της μείωσης των μισθών και του εκβιασμού
των εργοδοτών) εργασιακή εξίσωση των μεταναστών ώστε να πάψει ο άνισος
ανταγωνισμός με αυτούς και η αισχροκέρδεια των εργοδοτών που έτσι μειώνουν τους
μισθούς. Επίσης παράλληλα θα έπρεπε οι Έλληνες εργάτες/τα ελληνικά συνδικάτα να
ζητούν την άμεση νομιμοποίηση όλων (κι όχι μέρους τους) όσων τώρα εργάζονται
και τώρα μένουν μόνιμα στη χώρα μας, ώστε να μην απολύονται οι
νομιμοποιημένοι και εξισωμένοι μετανάστες εργάτες χάριν των παρανόμων κι έτσι
διαιωνίζεται η εκμετάλλευση των μεταναστών και η μείωση των μισθών· γιατί
διαφορετικά αυτό συμβαίνει: μετά λ.χ. τη νομιμοποίηση, παλαιότερα, η οποία αφορούσε μόνο τμήμα
των μεταναστών και δεν συνεπαγόταν εργασιακή εξίσωση, προκλήθηκε μεγάλο κύμα
απολύσεων των μεταναστών που νομιμοποιήθηκαν, καθώς οι εργοδότες προτιμούσαν να
απασχολούν μη νόμιμους – ανασφάλιστους, υπάκουους και φθηνότερους – αλλοδαπούς
εργάτες. Η νομιμοποίηση όλων
των μεταναστών θα είχε τα εξής αποτελέσματα: πρώτον, οι μετανάστες δεν θα
υφίσταντο εκμετάλλευση. Δεύτερον, οι Έλληνες εργαζομένων θα ανταγωνίζονταν
ισότιμα τους ξένους. Οι μισθοί των Ελλήνων εργαζομένων δεν θα
συμπαρασύρονταν προς τα κάτω, αφού θα ίσχυε το ίδιο μισθολόγιο. Οι ακροδεξιοί θα έχαναν τη δικαιολογία-αποπροσανατολιστικό επιχείρημα ότι φταιν οι
ξένοι για την ανεργία. Οι εργοδότες δεν θα μπορούσαν να προκαλούν ενδοεργατική
ρήξη μεταξύ ξένων και Ελλήνων. Ο ρατσισμός θα
περιοριζόταν, αφού το κυριότερο έρεισμά του, η χρησιμοποίηση ξένων εις βάρος των
Ελλήνων, θα έπαυε να υφίσταται και μάλιστα ο αριθμός των ξένων θα
σταθεροποιούνταν, αφού δε θα υπήρχε ανάγκη για εισαγωγή νέου φθηνότερου
εργατικού δυναμικού.
Ασφαλώς δεν συμφέρει τους εργοδότες (οι οποίοι χρηματοδοτούν τα κόμματα εξουσίας επηρεάζοντας έτσι τις αποφάσεις τους) κάτι τέτοιο. Δεν είναι λοιπόν αυτοί που θα το επιδιώξουν, αφού χάρη στον διαχωρισμό ξένων-Ελλήνων εργαζομένων και στον διαχωρισμό νομιμοποιημένων-παρανόμων ξένων έχουν τεράστια κέρδη. Ίσα-ίσα τους συμφέρει να μην νομιμοποιηθούν/εξισωθούν οι μετανάστες· ή αν νομιμοποιηθούν/εξισωθούν, αυτό να γίνει για τμήμα τους κι όχι για όλους· ή, αν η νομιμοποίηση/εξίσωση γίνει για όλους, να μην εφαρμόζεται στην πράξη (να μην υπάρχουν/διεξάγονται π.χ. έλεγχοι εργασίας). Τέτοια αιτήματα μπορούν να τα εκφέρουν μόνο οι Έλληνες εργαζόμενοι, αρκεί να δουν ότι αυτό συμφέρει και τους ίδιους και τους μετανάστες κι αρκεί να μην αποκοιμίζονται από τα ΜΜΕ.
Βέβαια, υπάρχει
Πρέπει εν τέλει οι μετανάστες να αποκτήσουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα; Το ερώτημα, αν αφορά το σύνολό τους, πρέπει να απαντηθεί αρνητικά. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε πολύ μικρή χώρα για κάτι τέτοιο, γιατί μπορεί αύριο μεθαύριο σε έναν πόλεμο να χρειαστούμε την ανάγκη των μεταναστών, οι οποίοι φυσικά θα αδιαφορήσουν εάν δεν αισθάνονται δεμένοι με την Ελλάδα. Και το δέσιμο αυτό γίνεται όχι μόνο εάν τους φερόμαστε καλά (εργασιακή εξίσωση/νομιμοποίηση) αλλά και αν έχουν αντικειμενικούς, πολιτισμικούς λόγους για να υπερασπιστούν την Ελλάδα ή αν αισθάνονται σχεδόν Έλληνες κι οι ίδιοι. Μόνον εφόσον υπάρχει δυνατότητα πολιτισμικής εγγύτητας και ταύτισης με εμάς, είναι συμφέρον για εμάς να δοθεί η ιθαγένεια. Εάν είναι ανώδυνο και ίσως συμφέρον για την Ελλάδα να δίνει, στο απώτερο ή απώτατο μέλλον, πλήρη πολιτικά δικαιώματα, θα πρέπει να τα δίνει σε άτομα που ταξινομούνται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια για τα οποία ισχύει η φθίνουσα σειρά (δηλαδή το πρώτο είναι το ισχυρότερο, το δεύτερο λιγότερο ισχυρότερο κ.ο.κ.): 1) Οι καλύτεροι (στον τομέα τους, καθώς και οι ταλαντούχοι γενικώς) ανεξαρτήτως καταγωγής ή θρησκείας. 2) Οι ελληνικής καταγωγής και οι κάτοικοι ανατολικοευρωπαϊκών ορθόδοξων χωρών που δε συνορεύουν με την Ελλάδα. 3) Οι κάτοικοι των συνορευόντων με το κράτος μας βαλκανικών χωρών, εφόσον έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά/παντρευτεί Έλληνες, με την ίδια προτεραιότητα και οι μη μουσουλμάνοι Αφρικανοί. 4) Οι μουσουλμανικής αλλά μη Αραβικής καταγωγής που δεν είναι από χώρες της ευρύτερης (Μ. Ανατολή, Καύκασος, Βαλκάνια) γειτονιάς μας, και που έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά (δηλ. από την παιδική ηλικία έμαθαν και τα ελληνικά), κατά προτεραιότητα μεταξύ αυτών όσοι παντρεύτηκαν Έλληνες πολίτες. 5) Οι μουσουλμανικής καταγωγής Άραβες που έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά, με την ίδια προτεραιότητα. Είναι προφανές ότι, επειδή η απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων θα γίνει σε λίγους, κυρίως οι δύο πρώτες κατηγορίες πρέπει να ευνοηθούν, εάν επιθυμούμε τη διατήρηση της συνειδησιακής ενότητας του πληθυσμού εντός της χώρας. (7/1/2007). Πρέπει να γίνει σαφές πως η προτεινόμενη λύση της νομιμοποίησης/εργασιακής εξίσωσης (παράλληλα με άλλα κοινωνικά δικαιώματα) πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως. Αν απλώς γίνει αποδεκτή στα χαρτιά, τότε θα ζημιωθούν και οι νομιμοποιημένοι ξένοι και οι Έλληνες. Αν μείνει στα χαρτιά, τότε είναι πολύ καλύτερο να διατηρηθεί η τωρινή κατάσταση.
Προφανώς, λόγω των ραγδαίων εξελίξεων στο ζήτημα αυτό (νέος νόμος για ιθαγένεια) χρειάζεται επιπλέον ανάλυση. Η οποία, εκ μέρους μου, έχει ως εξής, σε 19 σημεία:
1) Δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε την Ελλάδα με τα άλλα Δ/Ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να επιλέξουμε παρόμοιο με αυτά κώδικα Ιθαγένειας. Τα κράτη αυτά διαφέρουν με την Ελλάδα στα εξής, και οι διαφορές τους είναι τόσο σημαντικές ώστε να πρέπει να βρούμε αλλά κράτη ως παράδειγμα:
α) τα περισσότερα από αυτά είναι αποικιοκρατικά κράτη, δηλ. έχουν ιστορική ευθύνη για την καταστροφή στο παρελθόν, του τρίτου κόσμου.
β) επίσης έχουν ευθύνη για την τωρινή καταστροφή του, ως μεγάλες οικονομικές δυνάμεις, τα περισσότερα.
γ) τα κράτη αυτά δεν απειλούνται από κανέναν όσον αφόρα την εθνική κυριαρχία τους.
Άρα θα πρέπει να ψάξουμε για δυτικά Ευρωπαϊκά κράτη που είτε υφίστανται απειλή της κυριαρχίας τους, είτε δεν είναι αποικιοκρατικά και δεν ευθύνονται, τώρα ή στο παρελθόν, για την σημερινή μετανάστευση και διάλυση των χώρων του Γ' κόσμου, είτε και τα δύο – και η Ελλάδα είναι ακριβώς μια από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που πληροί αυτά τα 2 κριτήρια.
2) Υπάρχει η άποψη ότι Ελλάδα είναι κι αυτή “μικρομεσαία” δύναμη με τάσεις οικονομικού επεκτατισμού και “ανερχόμενη” οικονομία, είναι λογικό να αντιμετωπίζει και αυτό το θέμα (της μετανάστευσης). Μικρομεσαία η Ελλάδα; Τη στιγμή που περνάμε την χειρότερη κρίση της μεταπολίτευσης (εν έτει 2010); Είναι ανεξήγητο με ποια κριτήρια αποδεικνύεται ότι είμαστε σε φάση επέκτασης, και μάλιστα εις βάρος των χωρών προέλευσης των (λαθρο)μεταναστών, ή είμαστε ανερχόμενη οικονομία. Υπεύθυνοι για την έλευση των μεταναστών δεν είναι οι Έλληνες, αλλά οι χώρες που προκαλούν πολέμους. Αντίθετα, η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία “τιμωρείται” με τη μετατροπή της σε αποθήκη ανεπιθύμητων για τις παραπάνω χώρες μεταναστών.
Ασφαλώς οι προσκλήσεις που διάφοροι εθνικόφρονες στις αρχές του 1990 απηύθυναν στους Αλβανούς να εισέλθουν στην Ελλάδα ήταν απαράδεκτες, ωστόσο δεν εξέφραζαν την πολιτική βούληση της Ελλάδας. Τέτοιου είδους πολιτική κρατική βούληση εξέφραζε λ.χ. η επιθυμία της Δ. Γερμανίας μετά τον Β' Π.Π. για είσοδο μεταναστών -και Ελλήνων- ως εργατικό δυναμικό, και οι διακρατικές συμφωνίες της και με την Ελλάδα.
3) Το ζήτημα της ένταξης δεν είναι ζήτημα ανθρωπισμού, καλών προθέσεων, χριστιανισμού κοκ. Δεν υφίσταται κανένας προβληματισμός για το όριο εκείνο μεταναστών που μπορεί να αφομοιώσει/εντάξει η Ελλάδα. Δηλαδή υπάρχει (έστω ασυνείδητα) η άποψη ότι όσοι λαθρομετανάστες και να έρθουν, θα αφομοιώνονται εάν υπάρχει η καλή θέληση και όλα τα σχετικά νομοθετικά μέτρα. Δηλαδή, ότι το ελληνικό κράτος μπορεί -θεωρητικά- να συμπεριλάβει τους πάντες (ή έστω πολύ περισσότερους και άσχετους) δίχως να πάψει να υφίσταται ως κράτος, δηλαδή χωρίς να γίνει ξέφραγο αμπέλι. Είναι όμως προφανές ότι όσο περισσότεροι έρχονται, τόσο λιγότερο ενδιαφέρονται να ενταχθούν, δηλαδή να γίνουν όπως όλοι οι άλλοι Έλληνες. Σε ένα γκέτο Σομαλών η γνώση της ελληνικής γλώσσας (δεν χρειάζεται να γίνει λόγος για ιστορία, συνείδηση εντοπιότητας κοκ, αφού αυτά ήδη στους Έλληνες σπανίζουν) είναι άχρηστη. Θα μπορούσε κανείς να μιλά σπαστά ελληνικά, να μην έχει καμμία γνώση ελληνικής ιστορίας/εχθρών/φίλων/συμφερόντων και να ψηφίζει, να ζει στο γκέτο του κοκ. Αντίθετα, αν οι ποσότητες είναι λίγες, τότε εκ των πραγμάτων αναγκάζεται ο νομιμοποιημένος (λαθρο)μετανάστης να υιοθετήσει αντιλήψεις και τρόπο ζωής παρόμοιο με τον ελληνικό.
4) Αν είναι να σκεφτούμε πάνω στο 2ο μέρος του δίπολου κοσμοπολίτες-ακροδεξιοί, τότε πρέπει να δούμε ότι και στις δύο παρακάτω περιπτώσεις η άνοδος της Ακροδεξιάς πρέπει να είναι αναμενόμενη. Είχε γίνει σε ορισμένα ιστολόγια σταχυολόγηση "αντιρατσιστικών" απόψεων στο opengov, οι φορείς των οποίων λίγο-πολύ ελπίζουν ότι χάρη στην είσοδο 800 χλδ. ψηφοφόρων τα ακροδεξιά κόμματα θα πάψουν να μπαίνουν στη βουλή. Βέβαια, αν μέγιστος στόχος είναι η μη είσοδος της Ακροδεξιάς στο Κοινοβούλιο, τότε ας έρθουν 20 εκατομμύρια μετανάστες, ώστε να αποκλειστεί δια παντός το ενδεχόμενο αυτό! Αποσιωπάται ότι ταυτόχρονα θα αυξηθούν τα ποσοστά των ακροδεξιών κομμάτων, λόγω της προφανούς δυσπιστίας προς τους ισλαμιστές μετανάστες και της διόγκωσης περιστατικών αντεστραμμένου μεταναστευτικού ρατσισμού (γκέτο κ.λπ.). Στο βαθμό που οι ελληνοποιημένοι μετανάστες δεν θα ενδιαφέρονται να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία ακόμη κι αν επιδιώκουν τη μόνιμη διαμονή σε αυτήν, διότι θα βρίσκονται εν Ελλάδι ή εν Αθήναις σε τέτοια πληθυσμιακά μεγέθη ώστε να είναι δυνατή η (νόμιμη) διαβίωση δίχως κάποιον ουσιαστικό εξελληνισμό, αναπόφευκτα θα καταντήσουν κράτος/κράτη εν ελληνικώ κράτει. Ορισμένοι από αυτούς αναπόφευκτα θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν αλλά και να επιβάλουν τα πολιτισμικά/θρησκευτικά πρότυπα των χωρών προέλευσής τους όχι βέβαια, προς το παρόν, σε όλη τη χώρα αλλά στις γειτονιές όπου θα συγκεντρώνονται και θα ομαδοποιούνται ανά χρώμα δέρματος ή ανά θρησκεία. Έτσι, από τη μια θα υπάρξει εκλογική άνοδος της ακροδεξιάς ή στροφή μεγάλων κομμάτων προς την ακροδεξιά, ενώ από την άλλη οι ελληνοποιηθέντες θα είναι (όχι για πάντα) ένας υπάκουος εκλογικός στρατός και η αντιρατσιστική Αριστερά που νομίζει ότι θα ισχυροποιηθεί το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο θα απομείνει με το στόμα ανοιχτό άδικα περιμένοντας ψήφους, γιατί ο καιρός που είχε απήχηση στους Άραβες η αριστερά/ο "σοσιαλισμός" έχει παρέλθει. Το πιο τραγικό ή κωμικό βέβαια θα συμβεί όταν στα Εξάρχεια θα εμφανιστούν Ισλαμιστές, πράγμα το οποίο αξίζει να συμβεί γρήγορα για να έχουμε ακόμη ένα σουρεαλιστικό συμβάν στην νεοελληνική ιστορία. Δυστυχώς κι όταν συμβεί αυτό ή άλλα παρόμοια ευτράπελα, π.χ. με Ισλαμιστές να συμβουλεύουν τους μη συντηρητικούς Έλληνες να μην πίνουν μπύρες ή τις ελληνίδες γυναίκες να μην κυκλοφορούν ασυνόδευτες τα βράδια, οι αντιεθνικιστές πάλι θα βρουν έναν τρόπο και μια δικαιολογία να στρουθοκαμηλίσουν. Οπότε τίθεται το ζήτημα: άραγε η Ακροδεξιά θα ισχυροποιηθεί περισσότερο ή λιγότερο μεταξύ των σημερινών Ελλήνων, με τέτοιου είδους ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις;
Σε σύγκριση με σήμερα, όπου υπάρχει ένας ρατσισμός εθνοτικός (Αλβανοί-Έλληνες), χάρη στον αντιρατσισμό θα υπάρξει ένας ρατσισμός δέρματος (Έλληνες+άλλοι Ανατολικοευρωπαίοι ή παλαιοί μετανάστες, εναντίον μαύρων ή ασιατών ή μουσουλμάνων). Θα υπάρξει, δηλαδή, μετάλλαξη του υφιστάμενου τύπου ρατσισμού σε αμερικανικό/δυτικοευρωπαϊκό. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Ούτε έχει προκαλέσει την κρίση/εξαθλίωση των τριτοκοσμικών χωρών στο παρελθόν και πρόσφατα, και η εθνική κυριαρχία της αμφισβητείται. Επιπλέον ο νέος νόμος δεν θέτει κάποιο σοβαρό τρόπο ελέγχου των μεταναστών. Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εμποδίζει την εισροή (λαθρο)μεταναστών μέσω Τουρκίας. Μια και σκοπός της είναι η νομιμοποίηση όλων, αφού δεν επιδιώκει την εκδίωξη των λαθρομεταναστών και δεν έχει σαφή κριτήρια, ανθρωπιστικά αλλά και εθνικά/ωφελιμιστικά-ποσοτικά, για το ποιοι μπορούν να παραμείνουν, είναι σαφές ότι σε λίγες δεκαετίες θα έρθουν τα πάνω-κάτω. Οποιοσδήποτε θα έρχεται στην Ελλάδα να γεννήσει παιδί, το οποίο φοιτώντας ώς την στ' δημοτικού (ή την γ' λυκείου, το ίδιο είναι) θα έχει αποκτήσει στα 18 την ιθαγένεια, ακόμη κι αν έχει μείνει μόνο τρία στην Ελλάδα. Όταν λέμε "θα έρχεται στην Ελλάδα κλπ" δεν έχουμε κατά νου κάποια συνωμοσία, αλλά ότι προφανώς όλοι ζητούν το καλύτερο ατομικά. Αν ο κοντινότερος ευρωπαϊκός τόπος προορισμού είναι η Ελλάδα, τότε θα επιλέξουν την Ελλάδα για κάτι τέτοιο. Καθεαυτό το κριτήριο της φοίτησης στο σχολείο είναι τραγελαφικό: δίνεται τέτοια αξία στο σημερινό ελληνικό σχολείο ως διαμορφωτή ελληνικής συνείδησης ωσαν να μιλούσε κανείς για τη φοίτηση στην Ακαδημία του Πλάτωνα, ή την Μεγάλη του Γένους Σχολή. Εδώ ούτε καν οι ίδιοι οι Έλληνες έχοντας φοιτήσει 12 χρόνια σε ελληνικά σχολεία θυμούνται κάτι από την ελληνική παιδεία και ιστορία, π.χ. δεν ξέρουν τι έγινε την 25η Μαρτίου, και διακηρύσσεται επίσημα από την κυβέρνηση ότι με 6 τάξεις δημοτικού κάποιος (λαθρο)μετανάστης αισθάνεται Έλληνας. Ακόμη κι αν κάποιοι θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα για πάντα, είναι αμφίβολο:
α. αν θέλουν να μείνουν γινόμενοι όπως και οι σημερινοί Έλληνες, ειδικά όταν μέσα στα γκέτο-γειτονιές τους τίποτε δεν θα τους παρακινεί σε κάτι τέτοιο.
β. αν μπορούν να εγκαταλείψουν αντιλήψεις (πολιτικές τουλάχιστον) που τους είναι δεύτερη φύση και εγγενές στοιχείο τους (αφού μεγάλωσαν σε τέτοια ασιατικά-αφρικανικά περιβάλλοντα) ειδικά όταν τέτοια εγκατάλειψη δεν θα τίθεται ως προαπαιτούμενο από τους σημερινούς Έλληνες και το ελληνικό κράτος για την ελληνοποίησή τους. ασφαλώς, αν οι μετανάστες/ελληνοποιημένοι είναι λίγοι, πρόθυμα και "αναγκαστικά" ενστερνίζονται τις αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. δεν είναι δηλαδή, ζήτημα τόσο φυλετικό/θρησκευτικό, αλλά κυρίως ποσοτικό, θεωρώ το αν οι μετανάστες θέλουν ή δε θέλουν να "γίνουν Έλληνες".
Τα κριτήρια τύπου άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, γνώση της ελληνικής ιστορίας, στοιχειώδεις γνώσεις του πολιτειακού, πολιτικού και δικαιϊκού συστήματος και κυρίως των αντίστοιχων κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται και προστατεύονται μέσω αυτών, μη συμμετοχή σε παραβατικές/εγκληματικές πράξεις, καθώς και δέσμευση εκπλήρωσης των βασικών υποχρεώσεων ενός Έλληνα πολίτη, προφανώς θα εκπληρώνονται όλο και δυσκολότερα και από λιγότερους μετανάστες (από αυτούς που θα εισέρχονται πλέον): Για ποιον λόγο να ενδιαφερθεί κάποιος να μάθει άριστα τα ελληνικά, την ιστορία, να υιοθετήσει/εσωτερικεύσει τον ευρωπαϊκό αντί του σημερινού ισλαμικού πολιτισμού, αν μπορεί να ζήσει και δίχως αυτά εδώ, ως Έλληνας πολίτης; Το παράδειγμα των μουσουλμάνων της Θράκης δείχνει ότι είναι δυνατόν να έχουν τα δικαιώματα της Ελληνικής Ιθαγένειας δίχως να ενδιαφέρονται καθόλου για την Ελλάδα και τις ελληνικές υποθέσεις. Όλο το θέμα της χορήγησης για λόγους ανθρωπιστικούς τής Ελληνικής Ιθαγένειας στα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ είναι αφελές. Θα αρκούσε η χορήγηση, από τη γέννησή τους κι εφόσον έχουν φοιτήσει και στις 12 τάξεις ή τις 9, της άδειας παραμονής, ώστε να μην κινδυνεύουν με απέλαση τα παιδιά των νόμιμων μεταναστών. Κι αυτό θα αρκούσε. Η σύγχυση μεταξύ του ανθρωπισμού και της χορήγησης ιθαγένειας μάλλον οφείλεται τόσο σε σκοπιμότητα όσο και σε πραγματική σύγχυση των εννοιών.
5) Σύμφωνα με τον Ιό της Ελευθεροτυπίας “…εδώ και δυο περίπου δεκαετίες ζούμε μια ιστορική -και μη αναστρέψιμη- μεταβολή στη σύνθεση του ελλαδικού πληθυσμού. Της εργατικής κυρίως τάξης της χώρας, με τη διαμόρφωση ενός πολυεθνικού «μητροπολιτικού» προλεταριάτου, αλλά και των μικροαστικών στρωμάτων…”. Οι άνθρωποι του Ιού ζουν σε κάποιον φανταστικό κόσμο. Νομίζουν/κρυφοελπίζουν ότι θα δημιουργηθεί κάποιο προλεταριάτο που θα δυναμώσει το εργατικό κίνημα. Δεν έχουν ακουστά ότι στην αρχαία Αθήνα (και Ελλάδα) οι δούλοι αδυνατούσαν να “επαναστατήσουν” (ό,τι κι αν σήμαινε αυτό τότε) επειδή κατάγονταν από πολλές περιοχές;
6) Ο Ιός επίσης έχει υποστηρίξει έμμεσα πλην σαφώς ότι όποιος δεν θέλει την άμεση πολιτογράφηση όλων των (τρομάρα μας/τους) “νόμιμων” μεταναστών είναι ακροδεξιός, αφού μοιάζει στους μοναρχικούς της δεκαετίας του 1920. Πρώτα απ’ όλα οι τοτινοί πρόσφυγες δεν είναι ίδιο με τους σημερινούς. Ακόμη κι αν για διάφορους λόγους οι πρόσφυγες του ‘23 ήταν ανεπιθύμητοι, δεν ήταν ανεπιθύμητοι ως Τούρκοι ή Ιταλοί. Παρ’ όλη την ρητορεία περί "τουρκόσπορων", οι τελευταίοι δεν θεωρούνταν αλλοεθνείς. Σήμερα δεν υπάρχει κάποιο κομματικό μίσος ως κύρια αιτία εναντίωσης στην “πολιτογράφηση με το τσουβάλι”.
Επίσης ο Ιός έχει γράψει: “το κυριότερο (αν όχι το μοναδικό) «εθνικό ζήτημα» του καιρού μας: την όσο το δυνατόν πιο ομαλή, ισότιμη κι ολοκληρωμένη ένταξη στην ελληνική κοινωνία (και -προοπτικά- το ελληνικό έθνος) εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που το μόνο που τους εμποδίζει να νιώσουν πατρίδα τον τόπο που μεγάλωσαν, πήγαν σχολείο, έκαναν φίλους, ερωτεύτηκαν, μίσησαν, δούλεψαν, απολύθηκαν, (ενδεχομένως) απήργησαν ή διαδήλωσαν και (κατά κανόνα) φορολογήθηκαν”. Αναρωτιέται κανείς:
Μιλάνε σοβαρά οι άνθρωποι; ερωτεύτηκαν, απολύθηκαν ή φορολογήθηκαν ποιοι; Πότε πρόλαβαν; Του αρέσει να τσουβαλιάζει όλους τους (λαθρο)μετανάστες ως ένα πράγμα; Μα αυτό ακριβώς κάνει η ακροδεξιά, “οι μετανάστες είναι όλοι ίδιοι”, καλοί-κακοί, νεοφερμένοι-παλαιοφερμένοι, εγκληματίες-άκακοι κι εργατικοί, μουσουλμάνοι της Αλβανίας-μουσουλμάνοι του Αφγανιστάν, όλοι είναι το ίδιο. Τα ίδια και με τον Ιό, όπως και το “είμαστε όλοι μετανάστες” δεν διαφέρει από το “είμαστε όλοι Ελ-ληνες”, όλη η ανθρωπότητα, όπως λένε οι Εψιλονιστές, ο Δαυλός παλιά (ακόμη και για τους Εβραίους). Είναι η ίδια απολύτως αντίληψη, με αντεστραμμένα τα πρόσημα (Έλληνες-μετανάστες, καλό-κακό). Ο Ιός ξεχνά ότι οι πρόσφυγες του 1922 (εκτός του ότι δεν ήταν αλλοεθνείς) ήταν δεδομένοι, 1,5 εκ. ήρθαν, αφομοιώθηκαν – ξεμπέρδεψε το ζήτημα. Δεν έρχονταν και ξαναέρχονταν +1,5 εκ. + 1,5 εκ. +….
Δηλαδή, η Ακροδεξιά και ο Ιός και οι ομοϊδεάτες του έχουν την αντίληψη ότι οι μετανάστες (λαθραίοι και μη) είναι όλοι το ίδιο πράγμα και συνεπώς η συμπεριφορά μας προς αυτούς, είτε αφορά την νομιμοποίηση είτε την χορήγηση Ελληνικής Ιθαγένειας είτε την απέλαση, πρέπει να αφορά στο σύνολό τους.
Πώς είναι σίγουρος ο κάθε "αντιρατσιστής" ότι δεν πρόκειται να έρθουν δίχως σταματημό τα εκατομμύρια; Μήπως θα σταματήσουν σε 10 χρόνια τα αίτια (νεοφιλελευθερισμός και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις) που προκαλούν την μετανάστευση από τον Τρίτο Κόσμο;
Και βέβαια, αφού ο Ιός θίγει ένα θέμα ανθρωπιστικό, το θέμα του έρωτα, μπορεί να υποστηριχτεί το εξής. Οι μικτοί γάμοι Ελλήνων-μεταναστών, εφόσον αυτοί συνεπάγονται συμβίωση (σε κοινή στέγη) σε ελληνικό έδαφος για πάνω από ένα χρονικό διάστημα (λ.χ. 10 χρόνια), ή εφόσον θα είχαν αποτέλεσμα την γέννηση τέκνων (λ.χ. μετά το 5ο-6ο έτος από τη γέννηση του τέκνου) τα οποία αναθρέφονται ελληνικά, σε ελληνικά σχολεία κ.ο.κ., θα μπορούσαν να επιτρέψουν σε τέτοιους μετανάστες (που παντρεύτηκαν Έλληνες και ζουν μαζί μόνιμα στην Ελλάδα) να αποκτήσουν την Ελληνική Ιθαγένεια.
7) Συνεχώς (για ποιον λόγο άραγε;) συγχέεται ο ανθρωπισμός με την απόδοση Ελληνικής Ιθαγένειας, από όσους είναι υπέρ του νομοσχεδίου, σύγχυση η οποία είναι απολύτως λανθασμένη. Το πρόβλημα που τίθεται με την παραμονή ανήλικων τέκνων νομίμων μεταναστών είναι ανθρωπιστικό και επιλύεται πάρα πολύ απλά, με την παραχώρηση άδειας παραμονής στα παιδιά αυτά – ανεξάρτητα από το αν τελείωσαν τις σπουδές τους. Δεν υπάρχει ούτε ανάγκη να επιλυθεί μέσω της απόδοσης της Ε.Ι. ούτε συνιστά υποχρέωση κανενός κράτους να παρέχει την ιθαγένειά του (φυσικά όλοι αυτοί οι 1,5-2+ εκ. πρόσφυγες δεν είναι ανιθαγενείς ούτε πολιτικοί πρόσφυγες, οπότε θα ήταν όντως ζήτημα ανθρωπιστικό). Είναι αντιεθνολαϊκιστικό άραγε να λέει ο πρωθυπουργός ότι ο νέος νόμος για απόδοση Ε.Ι. στα παιδιά των μεταναστών εναρμονίζεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και έπειτα να έρχεται ο (μη εθνικιστής/ρατσιστής κοκ) Συνήγορος του Πολίτη και να διαβεβαιώνει ότι ούτε υποχρεωτικό βάσει των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η απόδοση Ε.Ι. ούτε υποχρεούται το κράτος να αναφέρει για ποιον λόγο δεν επιθυμεί να δώσει την Ελληνική Ιθαγένεια; Είναι δείγμα σοβαρότητας ενός κράτους αυτό, να αυτογελοιοποιείται παριστάνοντας τον υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Η απόδοση ελληνικής ιθαγένειας δεν είναι ανθρωπιστικό καθήκον ούτε η κτήση της ανθρώπινο δικαίωμα. Άλλο τα ανθρώπινα, άλλο τα πολιτικά δικαιώματα τέτοιου τύπου.
8) Ορισμένοι αναρωτιούνται αν συνιστά εκδήλωση αγάπης και πατριωτισμού η άρνηση απόδοσης Ελληνικής Ιθαγένειας σε όσα παιδιά γεννήθηκαν στην Ελλάδα και δεν γνώρισαν την πατρίδα τους. Κατ’ αρχήν αυτή η άποψη είναι τόσο ρατσιστική όσο και η άποψη ότι τα παιδιά Ελλήνων που γεννήθηκαν σε άλλες χώρες δεν είναι Έλληνες. Επίσης με την λογική που θεωρείται εκδήλωση αγάπης/πατριωτισμού, δηλαδή την απόδοση Ιθαγένειας και ταυτόχρονα την απουσία ορίου πέρα από το οποίο είναι αδύνατο να ζουν λαθραία/ζουν νόμιμα/αποκτούντην Ελ. Ιθαγένεια, ουσιαστικά οδηγείται στην διάλυση το κράτος από το οποίο ζητείται η εκδήλωση της αγάπης και του πατριωτισμού μέσω της απεριόριστης απόδοσης της Ε.Ι. για όλον τον κόσμο που έρχεται στην Ελλάδα λαθραία κι αργότερα νομιμοποιείται - και τότε απλώς δεν θα υπάρχει Κράτος ώστε να παράσχει την "αγάπη".
Εκτός κι αν πιστεύουμε ότι μπορούν να έρθουν 5 εκ και 8 εκ. (λαθρο)μετανάστες και να εξακολουθεί να υφίσταται ελληνικό (ΕΛΛΗΝΙΚΟ) κράτος, με υλικές υποδομές που θα δίνουν την δυνατότητα να αφομοιωθούν ορισμένοι μετανάστες. Όταν (εφόσον κανείς από όσους υποστηρίζουν το νόμο δεν τάσσεται υπέρ ενός ορίου ούτε -και ταυτόχρονα μιλάνε για νομιμότητα- υπέρ της τήρησης των νόμων σχετικά και με την απέλαση των λαθραίων) το ελληνικό έδαφος γίνει Νιγηρία, με υποδομές και ανάμικτο πληθυσμό Νιγηρίας, Αφγανιστάν (είπαμε, δεν θέτουν κανένα όριο στην “αγάπη” οι υπέρμαχοι του νέου νόμου), τότε θα δούμε ποιος θα δώσει την "αγάπη"/ανθρωπισμό: Ακριβώς όπως την δίνουν στη Νιγηρία και στο Σουδάν. Συνεπώς το να ροκανίζεται το κλαδί στο οποίο καθόμαστε στο τέλος δεν θα ωφελήσει κανέναν, ούτε αυτούς που θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε, ως κράτος, με διαφορετικούς τρόπους.
9) Δεν πείθουν καθόλου όσοι υποστηρίζουν ότι ζητήματα σωματεμπορίας και μαύρης εργασίας λύνονται με την απόδοση της Ιθαγένειας. Αντίθετα, η άποψη ότι αν η Ρουμάνα ή Αφρικάνα που δουλεύει στο μπαρ ή ο Αλβανός που δουλεύει στην οικοδομή πάρει την Ελληνική Ιθαγένεια, θα εξισωθούν μισθολογικά και δεν θα υφίστανται την εκμετάλλευση του σώματός τους, είναι α φ ε λ ή ς. Όταν π.χ. για μια διαφορά όπως του δέρματος μεταξύ λευκών και μαύρων στις ΗΠΑ πέρασαν 100-120 χρόνια μεταξύ της πολιτικής και της πραγματικής ισότητας (λέμε τώρα: αφού πάλι οι μαύροι είναι β’ κατηγορίας, για να μην μιλήσουμε για τους ισπανόφωνους ή τους ινδιάνους), και όταν οι Αρβανίτες, Βλάχοι κ.ά. έκαναν (αν ξεκινήσουμε από τον 11ο) κάποιους αιώνες για να αφομοιωθούν (δίχως βία) και να λογίζονται ως ίδιοι με τους Ρωμιούς (το παραδέχεται κι ο Ιός άλλωστε), τότε μόνο αφέλεια συνιστά η άποψη ότι για ανθρωπιστικά ή εργατικά ζητήματα η λύση είναι η πολιτογράφηση με το τσουβάλι.
10) Σχετικά με το αν η ελληνική γη κάνει κάποιον Έλληνα. Όχι, δεν είναι η γη αυτή που κάνει κάποιον Έλληνα. Αυτά είναι φασιστικά-ρομαντικά, που υιοθετούνται από τους αντιρατσιστές. Η Ιωνία σήμερα δεν κάνει τους Τούρκους Ίωνες, ούτε στα 1920 ούτε όταν πρωτοήρθαν ως μπουλούκια στα 1081 στη Σμύρνη. Ούτε έκανε Έλληνες τους Γιουρούκους του μακεδονικού κάμπου και τους Κόνιαρους του θεσσαλικού κάμπου ο εποικισμός εκ μέρους τους της Μακεδονίας/Θεσσαλίας. Το ότι κάποιος μένει στην Ελλάδα, δεν σημαίνει ότι είναι Έλληνας. Οι Έλληνες της Γερμανίας δεν είναι Γερμανοί. Η γερμανικότητα, η ελληνικότητα κ.ά. δεν είναι απλώς ζήτημα βούλησης. Όπως και για τους Αρβανίτες και τους Βλάχους: είναι ζήτημα δεκαετιών και αιώνων διαδικασίας φιλικής ενσωμάτωσης, κοινών εχθρών, (εν μέρει) κοινών αξιών κοκ. Όχι ζήτημα που 20 χρονάκια επιλύουν.
Η Ελλάδα (και οποιαδήποτε χώρα) δεν είναι χώρος, είναι χώρα. Δεν είναι γη κενή ανθρώπων και πολιτισμού, παρθένα γη την οποία ο οποιοσδήποτε νέου τύπου Αγγλοσάξωνας (εδώ: μετανάστης) μπορεί να ιδιοποιηθεί περιθωριοποιώντας τους κατοίκους της, που ήδη ζουν σε αυτήν, ενάντια στη βούλησή τους.
11) Για το αν με όσα λέμε συνδέουμε την ιθαγένεια με το θρήσκευμα ("μη μουσουλμάνος"). Εν μέρει η συνθήκη της Λωζάνης τα συνέδεσε. Τώρα, υπάρχει Ισλάμ και Ισλάμ. Το Ισλάμ των Αφγανοπακιστανών, Νιγηρία κ.ο.κ. είναι βάρβαρο, είναι επεκτατικό, οι φορείς του πολύ θα το θέλανε να εξισλαμίσουν την οικουμένη κοκ. Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο Ισλάμ διάφορων χωρών και πολιτισμών δεν είναι αυθαίρετη αντίληψη: Μπορεί κάποιου να μην του αρέσουν οι μιναρέδες και το Κοράνι, ή να του αρέσουν, αλλά είναι άλλο πράγμα το Ισλάμ και τα τζαμιά στη Θράκη των γηγενών μουσουλμάνων της συνθήκης της Λωζάνης, και άλλο το Ισλάμ ημινομαδικών χωρών. Το οποίο δεν θέλει κανείς να υφίσταται στη χώρα μας, διότι δεν αφομοιώνεται (παρά όταν οι οπαδοί του είναι ελάχιστοι), δεν ενδιαφέρεται να “μοιάσει” με τους λοιπούς Έλληνες (εκτός φυσικά από τη θρησκεία), αργά ή γρήγορα θα θεωρεί προσβολή άξια θανάτου το να περπατάν στις γειτονιές του μόνες οι γυναίκες ή άντρες με ένα μπουκάλι μπύρα κοκ. Δεν είναι ενιαίο το Ισλάμ. Ποιος θα αντιδρούσε ή θα φοβόταν, αν έρχονταν και πολιτογραφούνταν αντιφρονούντες του Ιράν, μουσουλμάνοι βέβαια, οι οποίοι αντιπαθούν το πολιτικό Ισλάμ και μοιάζουν κάπως με εμάς; Και, φυσικά, μόνο αν μιλάμε για τα εσωτερικά τίποτε παλαιοημερολογίτικων μοναστηριών μπορεί να γίνει σύγκριση με το χριστιανισμό όπως αυτός είναι σήμερα. Γιατί οι φανατικοί του στην Ελλάδα θα κάψουν κανένα βιβλίο ή θα ασπρίσουν κάποιες “άσεμνες” αφίσες. Αλλά ώς εκεί -στο πρακτικό επίπεδο: όχι αγριεμένες παροτρύνσεις για τη γυναικεία εμφάνιση κ.ο.κ.
12) Σχετικά με τα δημοψηφίσματα. Ασφαλώς, είναι σωστή η εναντίωση σε δημοψήφισμα που θα προτείνουν οι Ακροδεξιοί, όχι γιατί αυτό το δημοψήφισμα είναι εσφαλμένο καθεαυτό, αλλά γιατί οι Ακροδεξιοί επιδιώκουν να καπελώνουν την αντίδραση στον νέο νόμο. Τα δημοψηφίσματα είναι καλό για κάθε ζήτημα, όχι μόνο περιορισμένα όπως προβλέπεται συνταγματικά σήμερα - και ασφαλώς με την δυνατότητα ισηγορίας, οπωσδήποτε όχι δημοψηφίσματα για το αν θα ισχύουν στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα (η απόδοση Ιθαγένειας, φυσικά, δεν είναι ανθρώπινο δικαίωμα). Το αίτημα για δημοψήφισμα θεωρείται συχνά ως "εθνολαϊκιστικό". Είναι έτσι, όμως;
Η μόδα των εξωθεσμικών δημοψηφισμάτων δεν είναι «εθνολαϊκιστική». Ο Γ. Παπανδρέου: «Ο λαός πρέπει να εκφράσει την άποψή του στο θέμα των σχέσεων Κράτους – Πολιτείας, δήλωσε ο Γιώργος Παπανδρέου. Στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Ζάππειο, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ τόνισε ότι όλοι οι θεσμοί είναι πάνω από πρόσωπα και κατεστημένα» (Δημοψήφισμα για τη σχέση Πολιτείας – Εκκλησίας προτείνει ο Γιώργος Παπανδρέου http://www.in.gr/innews/article.asp?lngEntityID=602435). Συνεπώς δεν έχει πρόβλημα με τα εξωθεσμικά δημοψηφίσματα ως ένδειξη λαϊκισμού. Εξάλλου: «Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Λοβέρδος είπε ότι η κυβέρνηση αρνείται το δημοψήφισμα, γιατί κατ’ ουσίαν φοβάται. “Ο λαός, το 70%-80%, λέει όχι στο ασφαλιστικό σχέδιο νόμου. Ζητά την απόσυρσή του. Αυτό είναι που φοβάστε, κυρίες και κύριοι της Νέας Δημοκρατίας”, τόνισε χαρακτηριστικά. Πρόσθεσε ακόμη ότι το ΠΑΣΟΚ από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στήριξε σταθερά το δικαίωμα του λαού στα δημοψηφίσματα, σε αντίθεση με τη Νέα Δημοκρατία που το αρνήθηκε» (εφ. Μακεδονία 2 Απριλίου 2008: http://www.makthes.gr/index.php?name=News&file=article&sid=15103&theme=Printer). Όπου λοιπόν αρέσει στους ενάντιους στον "λαϊκισμό" είναι καλά τα δημοψηφίσματα ακόμη και όταν δεν προβλέπονται αυτά (σχέση Πολιτείας – Εκκλησίας [εννοείται ότι θα συμφωνούσαμε και με αυτή την πρόταση]), δηλαδή όταν είναι «εξωθεσμικά», δηλ. δεν προβλέπονται από το Σύνταγμα;
Κατά δεύτερον ασφαλώς απέναντι στους νόμους μπορεί κάποιος είτε να επιδιώκει την αλλαγή τους είτε την απόλυτη συμμόρφωση με αυτούς. Και, υπάρχει και μια τρίτη, μέση στάση, να συμμορφώνεται μεν αλλά να επιδιώκει αργότερα την αλλαγή τους. Η απαίτηση για δημοψηφίσματα (με την προϋπόθεση της ισηγορίας κοκ για κάθε υπαρκτή άποψη ή τουλάχιστον «ομάδες» κοινών αντιλήψεων) είναι σωστή(όπως και η άποψη για περισσότερο αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς) ανεξάρτητα από το αν προέκυπτε θέμα για τους (λαθρο)μετανάστες. Αν είναι να τηρούμε πιστά τους νόμους και να αρνούμαστε τα δημοψηφίσματα επειδή κάποιοι τα ζητάν με υπογραφές (για λόγους εντυπωσιασμού προφανώς αυτό με τις υπογραφές, αλλά πώς αλλιώς θα γινόταν γνωστή η θέληση τόσων ανθρώπων; ), τότε υπάρχει νόμος για την άμεση απέλαση όσων παράνομα έχουν εισέλθει στη χώρα και ζουν στη Χώρα, καθώς και για την απομάκρυνση από την ελληνική επικράτεια (σε θάλασσα, ξηρά, αέρα) όσων επιχειρούν παράνομα επιχειρούν να εισέλθουν σε αυτήν, τη στιγμή που το επιχειρούν. Όσοι αρνούνται για θεσμικούς λόγους τα δημοψηφίσματα (λόγω των υπογραφών ή επειδή δεν τα αναφέρει το Σύνταγμα), παρά το ότι το ΠΑΣΟΚ συμφωνούσε (και καλά έκανε!) ως αντιπολίτευση, προσφάτως, με αυτά, θα δεχτούν την άμεση εφαρμογή του νόμου για την παράνομη είσοδο στη Χώρα;
Δηλαδή:
η Δημοκρατία είναι καλή μόνο όταν ο λαός συμφωνεί με εμάς ή οι νόμοι είναι καλοί
μόνο όταν το περιεχόμενό τους συμφωνεί με τις χ, ψ ανθρωπιστικές ή άλλες
ιδεολογικές προσωπικές μας αντιλήψεις; Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τα δημοψηφίσματα,
καλώς ή κακώς η ολιγαρχική δομή του πολιτεύματος (τα πάντα μέσω κομμάτων) δεν
επιτρέπει παρά μόνο με υπογραφές την εκδήλωση της αντίθεσης. Είναι προφανές ότι
η συγκέντρωση μιας ποσότητας υπογραφών δεν αναγκάζει, με το παρόν πλαίσιο, τα
κόμματα ή τον ΠτΔ να προκηρύξουν δημοψήφισμα – αυτό από την άλλη δείχνει πόσο
υπέρ της άμεσης δημοκρατίας τώρα ή στο μέλλον είναι όλοι αυτοί. Ωστόσο η θέληση
των πολιτών, όπως άλλωστε το έχει προτείνει παλιά ο σημερινός πρωθυπουργός, που
είναι υπέρ της πιο συμμετοχικής δημοκρατίας, θα έπρεπε, έστω κι αν προς το παρόν
δεν είναι θεσμικά αυτό, να λαμβάνουν υπόψη τους τη θέληση του λαού. Όσον αφορά
σε δημοψήφισμα για τις πολιτικές ή θρησκευτικές ελευθερίες, δημοψήφισμα για έναν
νόμο δεν συνιστά δημοψήφισμα για τις θρησκευτικες ελευθερίες ή κατά της
ελευθερίας του λόγου.
13) Επειδή κάνουμε λόγο για ανομοιότητα αξιών μεταξύ Ισλάμ και Ελλάδας, τίθεται το ερώτημα πώς έλυναν το πρόβλημα των αξιών όταν πολιτογραφούνταν λίγοι ξένοι.
Είναι πολύ απλό: οι λίγοι αφομοιώνονται, όταν είναι λίγοι. Αναγκάζονται να ασπαστούν, έστω και φαινομενικά τους τρόπους των άλλων (οι τρόποι βέβαια υποδηλώνουν και μια αντίληψη), αν και αυτό μετά από λίγο καιρό γίνεται δεύτερη φύση, κι επέρχεται η αφομοίωση.
14) Επίσης τίθεται το θέμα πώς θα διαπιστώνεται η αποδοχή των αξιών μας από τους μετανάστες.
Όταν μιλάμε για αξίες δεν ανιχνεύουμε την ύπαρξή τους με ερωτηματολόγιο. Κι όταν στα 1821 οι Επαναστάτες έλεγαν ότι «Έλληνες είναι οι εις Χριστόν πιστεύοντες» δεν ρώταγαν πόσες φορές εκκλησιάζονταν ή κοινωνούσαν ή νήστευαν: αστειότητες. Εννοούσαν ότι υπάρχει ένα κοινό πολιτισμικό κλίμα, «ατμόσφαιρα», η οποία δεν υπήρχε π.χ. με τους τοτινούς Μουσουλμάνους. Ακριβώς το ίδιο κι εδώ. Δεν θα εξετάσουμε πόσο φανατικοί ή μη είναι «από μέσα τους». Αυτό φαίνεται, κι αν δεν φαίνεται αμέσως, φαίνεται αργότερα, πάντως δεν κρατιέται για πάντα μυστικό – γι’ αυτό και η βιασύνη στο να πολιτογραφούμε είναι επικίνδυνη. Άλλωστε, καλώς ή κακώς θεσμικά υπάρχουν μυστικές υπηρεσίες. Πριν αποδεχτούμε κάποιον ως ίσο με εμάς, ως πολίτη, θα έπρεπε να έχουν ελέγξει τόσο τι έκανε κατά τη διάρκεια της παραμονής του, το πώς μπήκε, όσο και το τι έκανε πριν (αν είναι δυνατόν). Άλλωστε το τελευταίο γίνεται (με τον έλεγχο του φακέλου του στα ξένα κράτη) και για τους λίγους που ώς τώρα πολιτογραφούνταν. Αυτά όλα δεν είναι μυστήριοι και απροσδιόριστοι παράγοντες και αδιαφάνεια κ.ο.κ. Είναι γεγονότα και διαδικασίες.
15) Περί αφομοίωσης-ενσωμάτωσης (ξανά ορισμένα):
Η ενσωμάτωση ή μη δεν είναι ακριβώς θέμα απλής ή έμπρακτης βούλησης. Είναι κυρίως θέμα χρόνου. Για την ακρίβεια δεκαετιών ή και αιώνων. Τα παραδείγματα είναι πολλά στον ελλαδικό χώρο: οι χριστιανοί Αρβανίτες έποικοι της ν. Ελλάδας και οι Βλάχοι. Χρειάστηκαν αιώνες (όχι ώς το 1821 αλλά αιώνες αν μετράμε από τον 11ο αιώνα) ώστε να ενσωματωθούν με τους άλλους.
Τα περί αγάπης και ανθρωπισμού είναι υψηλές διακηρύξεις, όπως και τα ανθρώπινα δικαιώματα του ΟΗΕ. Στα λόγια όλοι είναι ανθρωπιστές και χριστιανοί. Όταν βρεθούν με τον ισλαμιστή δίπλα τους, τότε η ιδέα ότι θα του διδάξουν με υπομονή την άποψη για κοσμικό κράτος ή για αγάπη πάει για φούντο. Κανένας δεν αντιλέγει να βοηθάμε τους πολιτικούς πρόσφυγες – αλλά απ’ την άλλη όλος ο τρίτος κόσμος γεμάτος δικτατορίες είναι, θα έρθει όλος αυτός ο κόσμος στην Ελλάδα;
Η αφομοίωση έχει σχέση και με την ποσότητα. Ο κορεσμός και η έλλειψη αφομοίωσης δεν είναι μόνο φυσικό φαινόμενο αλλά και κοινωνικό. Όσο περισσότεροι έρχονται τόσο λιγότερους λόγους έχουν να αφομοιωθούν. Γιατί να αφομοιωθούν σε μια γειτονιά όπου όλοι είναι ομοεθνείς τους ή ομόθρησκοι; Θα την μετατρέψουν σε «ανεξάρτητο γκέτο». Τα περί σχολείου που θα τους εξελληνίσει είναι αστεία, αν φανταστούμε τις ιστορικές γνώσεις που έχει κρατήσει από το σχολείο στα 25 ένας Έλληνας. Κανένα σχολείο δεν έχει τη δύναμη των ΜΜΕ (άλλωστε υπάρχει και η δορυφορική για τους αλλοεθνείς) ή –για ημινομαδικούς λαούς– τη δύναμη της οικογένειας και της γειτονιάς. Με δεδομένο ότι οι περισσότεροι υπέρ των μεταναστών δεν θέλουν να εφαρμόζεται ο νόμος κατά της λαθρομετανάστευσης, θα έρχονται όλο και περισσότεροι, κι έτσι η αφομοίωση-ενσωμάτωση θα γίνεται ακόμη δυσκολότερη.
16) Για το ζήτημα της ενσωμάτωσης σε σχέση με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των εν Ελλάδι μεταναστών:
Παρά το ότι η “υλικότητα” των πτυχών της μετανάστευσης και της διαδικασίας με την οποία ενσωματώνεται/αφομοιώνεται μια ξένη ομάδα σε μια άλλη κοινότητα είναι δεδομένη και προφανής, και παρά την προφανή αιτία που κάνει ορισμένους να απορρίπτουν τις άλλες πτυχές (την αντίδραση στη μεταφυσική έννοια του έθνους, δηλαδή ότι πρέπει να υπάρχει απλώς μια κοινότητα αξιών), ωστόσο αυτές υπάρχουν: Ακόμη κι αν τρώγαμε και πίναμε όλοι καλά και το ίδιο, δεν θα ήταν αυτός ο σοβαρότερος λόγος ενσωμάτωσης/αφομοίωσης. Και μάλιστα ούτε ικανή ούτε αναγκαία συνθήκη αποτελεί η ισότητα "μάσας" και δικαιωμάτων για την ενσωμάτωση/αφομοίωση, παρά απλώς μία σοβαρή παράμετρο-συνθήκη. Καλά και ωραία τρων και οι Σαουδάραβες. Δηλαδή οι πλούσιοι Σαουδάραβες θα ήταν αφομοιώσιμοι στην Ελλάδα, ως ανωτέρου βιοτικού επιπέδου; Μα ακριβώς αυτοί στηρίζουν παντού το Ισλάμ χρηματοδοτώντας την πλέον «σκληρή» εκδοχή του.
17) Σχετικά με την φύλαξη των συνόρων: Καμμία πολιτική ενσωμάτωσης δεν μπορεί να τελεσφορήσει με ανοιχτά σύνορα. Όσο συνιστά ακροδεξιά πολιτική το να ζητάται αποκλειστικά η απέλαση των λαθραίων μεταναστών και η στεγανοποίηση των συνόρων, άλλο τόσο απάτη (ή δολιότητα) συνιστά η αποσιώπηση ότι πρέπει να τηρείται και ο νόμος κατά της λαθρομετανάστευσης, με κάθε νόμιμο (και βίαιο ακόμη) μέσο. Δεν εννοούμε να βασανίζονται οι λαθρομετανάστες που συλλαμβάνονται κ.ο.κ., ασφαλώς, όπως βλακωδώς θα νομίσουν οι αντιρατσιστές. Εννοούμε ότι πάση θυσία δεν πρέπει να τους επιτρέπεται να εισέρχονται σε ελληνικό, θαλάσσιο ή χερσαίο χώρο. Και ότι όσοι συλλαμβάνονται θα πρέπει άμεσα και δίχως δεύτερη κουβέντα να απελαύνονται, είτε στις πατρίδες τους είτε (κι αυτό αφορά επίσης όσους έχουν καταφέρει να εισέλθουν στη Χώρα αλλά ζουν παρανόμως)- αφού γίνει μια συμφωνία με βορειοαφρικανικές ή άλλες χώρες - σε τρίτη αραβική ή ισλαμική χώρα (αν πρόκειται για Ασιάτες και Αφρικανούς - τα αντίστοιχα για Ευρωπαίους). Η άποψη ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα σύνορά μας είναι αφελής, τη στιγμή που υφίστανται τόσα δορυφορικά συστήματα παρακολούθησης. (12/2/2010)
18) Η γραφικότητα των κάθε λογής και βαθμού αντιεξουσιαστών τούς οδηγεί, ενώ είναι ενάντιοι σε κάθε έννοια του Κράτους, ψηφοφόρου, πολίτη κ.ο.κ., ενώ αρνούνται τη συμμετοχή στις εκλογές κ.λπ., να ζητάνε πολιτικά δικαιώματα για τους λαθρο-μετανάστες. Οι άνθρωποι οι οποίοι θα ήθελαν να διαλυθεί κάθε κράτος, ακόμη και το ελληνικό, θέλουν να γίνουν υπήκοοί του οι μετανάστες.
19) Αξίζει να αναλυθεί το πώς έβλεπε ο Κοραής το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων των γηγενών Μουσουλμάνων και Ιουδαίων της (νότιας) Ελλάδας, ώστε να σκεφτούμε πώς θα έβλεπε το ζήτημα των πολιτικών δικαιωμάτων νεοεισελθόντων, ξένων, στην Ελληνική Πολιτεία.
Στις Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους (στα 1822) ο Κοραής χωρίζει τους γηγενείς Μουσουλμάνους (Τούρκους) και Ιουδαίους σε τέσσερεις κατηγορίες:
α. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν όσοι Τούρκοι-Ιουδαίοι ζουν εκείνη τη στιγμή στην Ελλάδα. Αυτοί, σύμφωνα με τον Κοραή δεν πρέπει να έχουν κανένα πολιτικό δικαίωμα "παρά την προστασίαν των νόμων εις την φυλακήν της ζωής και των κτημάτων, και την άδειαν ν' αποκτώσι τα προς την ζωήν αναγκαία". Μόνο αστικά και περιουσιακά δικαιώματα, λοιπόν.
β. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα παιδιά των ενήλικων Τούρκων και Ιουδαίων, από 1 έως 10 χρόνων. Σε αυτά "συγχωρείται να ενεργώσι πλην του Βουλευτικού, Εκτελεστικού και Δικαστικού, και των υπουργούντων αμέσως τα τρία ταύτα επαγγέλματα (οίον Λειτουργών, Πρέσβεων, γραμματέων, δικολόγων και τοιούτων), όλα τάλλα πολιτικά υπουργήματα" εάν οι γονείς τους τα έστελναν σε ελληνικά σχολεία "δια να γράφωσι και να λαώσιν ακωλύτως και απραλάκτως, ως οι Γραικοί, των Γραικών την συνήθη κοινήν γλώσσαν". Δηλαδή, τα παιδιά Μουσουλμάνων-Ιουδαίων δεν έχουν το δικαίωμα να εκλέγονται στην νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία.
γ. Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν τα τέκνα όσων ανήκουν στην β' κατηγορία, δηλαδή οι παππούδες των τωρινών (στα 1822) ενήλικων αλλόθρησκων: "Εις τούτων δε μόνα, τα μέλλοντα τέκνα συγχωρείται παρά ταύτα τα πολιτικά υπουργήματα, και να γίνωνται εκλέκτορες, ήγουν να δίδωσι ψήφον εις την εκλογήν των Βουλευτών και εις άλλας εκλογάς, όσαι γίνονται από τους πολίτας, και να υπηρετώσιν εις το Βουλευτικόν, το Εκτελεστικόν και Δικαστικόν επάγγελμα τας υπηρεσίας όλας (πλην Λειτουργών και Πρέσβεων)", εάν φοιτήσουν σε ελληνικά σχολεία, όπως οι γονείς τους.
δ. Ο Κοραής δίνει πλήρη πολιτικά δικαιώματα μόνον στους αλλόθρησκους της τρίτης γενιάς (των ενηλίκων ζώντων του 1822), δηλαδή χονδρικά σε όσους θα γεννιόνταν στα 1812+75=1887. Αλλά με μια πολύ σοβαρή προϋπόθεση. "Τελευταίον, εις την τρίτην γενεάν, ήγουν εις εκείνους, όσων οι πατέρες και οι πάπποι εδιδάχθησαν εις χριστιανικά σχολεία τα κοινώς εκεί παραδεδομένα μαθήματα, συγχωρείται η απόλαυσις όλων χωρίς εξαίρεσιν των πολιτικών δικαίων, αν παρά την κοινήν των Γραικών γλώσσαν γνωρίζουσι και την παλαιάν Ελληνικήν". Δηλαδή για την απόδοση όλων των πολιτικών δικαιωμάτων σε γηγενείς (κι όχι νεοεισερχόμενους) Μουσουλμάνους θα έπρεπε, για τον Κοραή, να περάσουν τρεις γενιές και η τρίτη γενιά Μουσουλμάνων, η οποία θα αποκτούσε όλα τα δικαιώματα του πολίτη, θα έπρεπε να γνωρίζει όχι απλώς Νεοελληνικά αλλά Αρχαία Ελληνικά.
Ασφαλώς οι γηγενείς Μουσουλμάνοι έφυγαν ή διώχτηκαν μετά τα 1822 από την ανεξάρτητη νότια Ελλάδα, κι έτσι όσα πρότεινε ο Κοραής έμειναν ανεφάρμοστα. Ωστόσο, καταλαβαίνει κανείς ότι εάν για γηγενείς Μουσουλμάνους θα έπρεπε -πάντα κατά τον Κοραή- να ίσχυαν τόσο αυστηρές διατάξεις, πόσο αυστηρότερες θα έπρεπε να ήταν οι διατάξεις για νεοεισερχόμενους Μουσουλμάνους στην ελληνική επικράτεια. (25/2/2010)
* * *
ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ:
Ως μηδενισμό μπορούμε να ορίσουμε την άποψη που υποστηρίζει ότι κάθε αξία είναι
υποκειμενική και συνεπώς ότι όλες οι αξίες είναι σχετικές και μη αντικειμενικές.
Η έννοια του μηδενισμού έχει ταυτιστεί την απόπειρα της καταστροφής του κόσμου ή
της θέλησης για καταστροφή του κόσμου. Επειδή μια τέτοια απόπειρα αντιβαίνει
στον παραπάνω ορισμό, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ τριών ειδών μηδενισμού.
Ο πρώτος
τύπος μηδενισμού συνίσταται στην άποψη ότι ο κόσμος (κοινωνία και φύση), οι
αξίες του, η τάξη του κ.λπ. πρέπει να καταστραφεί. Αυτός ο τύπος μηδενισμού
είναι διπλός (συμπεριλαμβάνει τον ή συγχέεται με τον δεύτερο τύπο μηδενισμού).
Δηλαδή είτε πρόκειται για την απλή χαρά της ολοκληρωτικής εκμηδένισης του
κόσμου δίχως άλλο σκοπό (ο πρώτος τύπος), γεγονός που καθιστά κοινωνικά
περιθωριακό φαινόμενο τον μηδενισμό αυτόν, είτε για την καταστροφή του κόσμου
αυτού όχι ολοκληρωτικά, αλλά χάριν της επαναδημιουργίας του,
δηλαδή της δημιουργίας ενός νέου και «καλύτερου» κόσμου (ο δεύτερος τύπος). Ο
όρος «καλύτερος» είτε υποδηλώνεται ρητά είτε υπονοείται από τον μηδενιστή του
δεύτερου τύπου. Γιατί είναι λογικά σαφές ότι όποιος επιδιώκει να καταστρέψει τον
σημερινό κόσμο επειδή (δηλώνει ή τού φαίνεται ότι ο κόσμος) αυτός είναι «κακός»,
ήδη έχει κατά νου μια αντιδιαστολή ανάμεσα στο Τώρα-Κακό και στο Μέλλον-Καλό.
Δηλαδή η έννοια «κακό» και η (ρητή ή εξυπονοούμενη) αντίληψη του κόσμου ως
«κακού» στέκεται μόνο βάσει μιας αντικειμενικής αντιδιαστολής του προς κάτι το
οποίο θεωρείται (από τον μηδενιστή δεύτερου τύπου) «καλό», ανεξάρτητα από το αν
το «καλό» αυτό υπάρχει μόνο στο μέλλον και είναι ιδανικό, δηλαδή φανταστικό. Ο
τύπος αυτός μηδενισμού είναι ο κυρίαρχος. Οι περισσότεροι άνθρωποι οι οποίοι
αισθάνθηκαν και αυθορίστηκαν ως μηδενιστές επιδίωκαν την καταστροφή του τωρινού
υπαρκτού κόσμου, όχι για την χαρά της καταστροφής καθεαυτής, αλλά για τη
δημιουργία ενός νέου καλού κόσμου. Όποιος όμως έχει κατά νου ένα ιδανικό και μια
ιδέα περί καλού και κακού, αυτός πιστεύει και στην ύπαρξη αντικειμενικώς «καλών»
και «κακών» αξιών, κόσμων κ.λπ., αφού δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση του τωρινού
κόσμου ως καλού ή κακού δίχως μια (αντικειμενική) κλίμακα αξιών. Με άλλα λόγια
δεν είναι οπαδός της σχετικότητας και υποκειμενικότητας όλων των ανθρώπινων
αξιών και του κόσμου, αλλά – όσο κι αν δεν το παραδέχεται ή δεν το γνωρίζει –
οπαδός της αντικειμενικότητας ορισμένων αξιών.
Η ιστορία βεβαίως δείχνει ότι οι εκάστοτε ιδεολόγοι κατηγορούν τους αντιπάλους τους ως μηδενιστές, με την έννοια ότι οι ιδεολογίες των δεύτερων οδηγούν στην καταστροφή του κόσμου, είτε αυτοί που τις έχουν το γνωρίζουν είτε δεν το γνωρίζουν. Βεβαίως τις κατηγορίες που εξαπολύει η μία πλευρά τις εξαπολύει και η άλλη εναντίον της πρώτης: αλληλοκατηγορούνται δηλαδή ως τρελλοί καταστροφείς ή αγαθοί-αφελείς μα επικίνδυνοι ιδεολόγοι. Ταυτόχρονα οι ιδεολογίες αυτοπροβάλλονται καθεμιά ως το μόνο αντικειμενικό σύστημα αξιών το οποίο, όντας αντικειμενικό, μπορεί να εγγυηθεί την διατήρηση και πρόοδο της ζωής και του κόσμου. Γίνεται πάντως φανερό ότι ως μηδενιστές κατηγορούνται άνθρωποι οι οποίοι απλώς έχουν κανονιστικές αρχές, παραπλήσιες ή αντίθετες προς αυτές των κατήγορών τους και οι οποίοι διόλου δεν αντιτίθενται στην ύπαρξη ορισμένων αντικειμενικών αξιών ή στην αξία της ύπαρξης του κόσμου εν γένει.
Ο τρίτος
τύπος μηδενισμού, ο πλέον περιθωριακός, είναι αυτός που θεωρεί ότι όλες οι αξίες
είναι σχετικές και μη αντικειμενικές, ωστόσο δεν αποπειράται να καταστρέψει τον
κόσμο, ακριβώς γιατί πιστεύει ότι εάν επιδίωκε την καταστροφή του κόσμου, θα την
επιδίωκε μόνο βασιζόμενος σε μια (ηθική) «αξία» η οποία θα είχε αντικειμενικό
χαρακτήρα: την αξία της καταστροφής (έστω και την αξία της καταστροφής για την
καταστροφή). Ωστόσο, θα ήταν αντιφατικό από τη μία να ανακηρύσσονται όλες
οι αξίες υποκειμενικές, δηλαδή σχετικές, και από την άλλη να
ανακηρύσσεται ως (μόνη) αντικειμενική αξία η αξία της καταστροφής (για την
καταστροφή). Ώστε λοιπόν η διαφορά μεταξύ του μηδενιστή δεύτερου και τρίτου
τύπου είναι ακριβώς ότι ο μηδενιστής τρίτου τύπου δεν αναγνωρίζει δικαιώματα
αντικειμενικότητας (άρα και απόπειρας πραγμάτωσής της) στην αξία ή ηθικό δέον
της καταστροφής, ενώ ο μηδενιστής δεύτερου τύπου τής τα αναγνωρίζει. Γιατί το
πρόσταγμα της καταστροφής του κόσμου μπορεί να δικαιολογηθεί θεωρητικά μόνον εάν
η καταστροφή ως πράξη συνιστά (ηθική) αξία καθεαυτή ή εάν πρόκειται διαμέσου της
καταστροφής να πραγματωθούν κάποιες ανώτερες, δηλ. αντικειμενικές αξίες. Εάν δεν
συνιστά ούτε αξία ούτε απαξία, τότε η καταστροφή δεν συνάδει με τον μηδενισμό.
Η ένσταση
που έρχεται λογικά είναι ότι ο μηδενιστής τρίτου τύπου αναπόφευκτα οδηγείται
στην αποσταθεροποίηση και διάλυση της ταυτότητάς του κι επομένως πρακτικά, εν
τέλει, καθίσταται ανίκανος προς επιβίωση. Αυτή η ένσταση συγχέει το επίπεδο της
θεωρίας με το επίπεδο της πράξης. Γιατί από την διαπίστωση ότι οι αξίες είναι
υποκειμενικές, δηλαδή όχι αιώνιες, μπορεί να συναχθούν πρακτικές και τρόποι ζωής
αντιδιαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους. Μπορεί να συναχθεί η πρακτική της
απάθειας, της αδράνειας και της μοιρολατρίας ή μπορεί να συναχθεί η πρακτική της
επίτασης της δράσης («τώρα που μπορούμε»). Μπορεί πρακτικά να συναχθεί η
συμπόνια και η αλληλοανοχή, αφού όλο είμαστε δυστυχισμένοι θνητοί σε έναν κόσμο
δίχως αντικειμενική αξία και δίχως αιώνιες αξίες, αλλά μπορεί πρακτικά να
συναχθεί και την επίταση της ανταγωνιστικής ορμής και της μισαλλοδοξίας χάριν
του πρόσκαιρου ιδιοτελούς οφέλους και ηδονής του μηδενιστή. Άλλη πιθανή ένσταση κατά του
μηδενιστή γ’ τύπου είναι ότι άθελα αλλά κατά βέβαιο τρόπο βοηθά εμμέσως στην
καταστροφή ή αποσάθρωση του κόσμου, μη αναγνωρίζοντάς του αξία. Και αυτή η
ένσταση είναι αβάσιμη, γιατί η αδιαφορία προϋποθέτει μια αρνητική αξιολόγηση,
δηλαδή όχι απλώς άρνηση απόδοσης αξίας στον κόσμο, αλλά απόδοση απαξίας στον
κόσμο.
Γενικά η κατηγορία για μηδενισμό είναι ένα είδος σκιάχτρου που εξαπολύεται προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Αν α’) αφήσουμε κατά μέρους τους μηδενιστές πρώτου τύπου, οι οποίοι συχνότατα είναι μηδενιστές δεύτερου τύπου, διότι η δήθεν τάση τους για την καταστροφή χάριν της καταστροφής είναι αποτέλεσμα (οριστικής και αμετάκλητης) απογοήτευσης από τον τωρινό κόσμο, απογοήτευσης η οποία λογικά προϋποθέτει αξιολόγηση (δηλ. οριστική καταδίκη, δίχως καμμία ελπίδα βελτίωσης) του τωρινού κόσμου βάσει μιας υπόρρητης αλλά αντικειμενικής κλίμακας αξιών (το υπόλοιπο τμήμα των μηδενιστών α’ τύπου είναι είτε φρενοβλαβείς είτε – κατά παράδοξο τρόπο – οπαδοί της ταύτισης Είναι και Δέοντος που, όπως ο Ντε Σαντ, θεωρούν το έγκλημα/καταστροφή ως έμπρακτη συμμόρφωση με την Φύση: το αίτημα της «επιστροφής στη Φύση» δεν μπορεί παρά να είναι ηθικό, δηλαδή να βασίζεται σε μια αξιολόγηση, η οποία βρίσκει «κανονιστικές» αξίες στη Φύση και η οποία αξιολόγηση δήθεν ριζώνει στη Φύση) και αν β’) κατανοήσουμε ότι οι οπαδοί των κανονιστικών κοσμοθεωριών (στους οποίους ανήκουν και οι μηδενιστές δεύτερου τύπου, οι οποίοι απλώς δεν το γνωρίζουν), μολονότι δεν αυτοαποκαλούνται μηδενιστές, στην πραγματικότητα, από λογικής άποψης (δλδ κρινόμενοι βάσει της αποδοχής εκ μέρους τους τής αντικειμενικότητας ορισμένων αξιών) βρίσκονται στην ίδια κατηγορία τόσο με όσους και αυτοαποκαλούνται μηδενιστές και είναι μηδενιστές δεύτερου τύπου, όσο και με όσους κατηγορούνται (από τους οπαδούς των κανονιστικών κοσμοθεωριών) ως μηδενιστές, τότε πρέπει να συμπεράνουμε ότι η κατηγορία για «μηδενισμό» και απόπειρα καταστροφή της τάξης, του κόσμου κ.λπ. είναι πολύ ασαφής και λογικά σαθρή. Γιατί (ακριβώς επειδή και οι – αυτοαποκαλούμενοι ή μη – μηδενιστές β’ τύπου και οι οπαδοί των κανονιστικών ανήκουν στην ίδια κατηγορία) ώς τώρα στην ιστορία οι μεγαλύτερες καταστροφές και συμφορές προκλήθηκαν από ηθικιστές (οπαδοί κανονιστικών θεωριών και μηδενιστές β’ τύπου) στο όνομα της επίτευξης ηθικών στόχων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί διακήρυσσαν ότι οι ηθικοί στόχοι θα επιτευχθούν δια της καταστροφής του παλαιού κόσμου ή «ειρηνικά». Γιατί, ακόμη και στην περίπτωση της διακήρυξης της «ειρηνικής» πραγμάτωσης των ηθικών σκοπών, η ιστορία έχει αποδείξει ότι η προσπάθεια πραγμάτωσής τους κατά κύριο λόγο δεν γίνεται ειρηνικά. Πάντως και οι μηδενιστές γ' τύπου, όσο κι αν το αρνούνται, είναι προϊόντα απογοήτευσης και προέρχονται από τους μηδενιστές β' τύπου (τους οπαδούς κανονιστικών θεωριών), μόνο που αντί να γίνουν μηδενιστές α' τύπου, έγιναν γ' τύπου.
Μια
τέτοια διάκριση μεταξύ των τύπων μηδενισμού έχει το πλεονέκτημα ότι αποσαφηνίζει
την ασαφή χρήση του όρου λ.χ. από τους ρώσσους μηδενιστές ή από τον Νίτσε ο
οποίος άλλοτε προφητεύει θριαμβευτικά τον μηδενισμό και άλλοτε αποκαλεί τους
Χριστιανούς απαξιωτικά «μηδενιστές».
Όπως και να ‘χει ο μηδενισμός, ειδικά του α’ και γ’ τύπου, κερδίζει οπαδούς όταν οι παλιές αξίες είναι ετοιμόρροπες ή αντιμετωπίζουν κρίση. Αν το δούμε αντικειμενικά, στην Ιστορία, την κρίση της προηγούμενης δογματικής βασιλείας τερματίζει, έπειτα από την σύντομη μεσοβασιλεία του σχετικισμού-μηδενισμού, μια καινούργια δογματική βασιλεία η οποία επιβάλλει τις απόψεις της είτε δια της βίας είτε τρομοκρατώντας ψυχολογικά την πλειοψηφία των ανθρώπων με τον κίνδυνο της εξάλειψης της κοινωνίας και της ζωής. Η νέα βασιλεία μπορεί να είναι παραπλήσια ή μη της προηγούμενης, γεγονός είναι όμως ότι η επικράτηση του μηδενισμού γ’ τύπου είναι αδύνατη, διότι η άρνηση της αντικειμενικότητας των αξιών (όποιες κι αν είναι αυτές) συνεπάγεται την άρνηση του νοήματος της ζωής και, έτσι, αντιτίθεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης των ανθρώπων. Όμως το ένστικτο αυτό είναι πάντοτε ισχυρότερο. (21/4/2007)
Μηδενισμὸς καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀλήθειας
Στὸ ἐρώτημα ἂν ὁ μηδενισμὸς ἀποφεύγει τὸ ζήτημα τῆς ἀλήθειας καὶ τί προτείνει ὡς ἀπάντηση στὸ "γιατί νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια ὅταν μὲ συμφέρει νὰ πῶ ψέματα;" μποροῦν νὰ δοθοῦν ἀπαντήσεις ποὺ διαφέρουν ἀνάλογα μὲ τὸ εἶδος τοῦ μηδενισμοῦ. Ὅμως ἀξίζει νὰ τονιστεῖ ὅτι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ οἱ κανονιστικὲς-ἠθικιστικὲς κοσμοθεωρήσεις (συμπεριλαμβανομένων τῶν μηδενισμῶν α καὶ β τύπου) ἔχουν προσπαθήσει νὰ ἀπαντήσουν ἐπικαλούμενες ὡς ἐπιχείρημα πάντοτε κάποιον ἐπίγειο ἢ μεταθανάτιο ὠφελιμισμό (ἀμοιβὲς καὶ τιμωρίες), ὁ ὁποῖος πάντοτε ἔρχεται σὲ λογικὴ ἀντίθεση μὲ τὴ διακήρυξή τους ὅτι εἶναι ὑπεράνω κάθε χρησιμοθηρίας καὶ ὠφελιμισμοῦ. Πάντοτε οἱ κήρυκες τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἀλλου ἠθικισμοῦ διατρανώνουν τὰ ὀφέλη ποὺ συνεπάγεται γιὰ τὸ ἄτομο καὶ τὴν κοινωνία ἡ υἱοθέτηση τῶν συγκεκριμένων ἠθικῶν ἀξιῶν ἰσχυριζόμενοι ὅτι αὐτὲς ἀνταποκρίνονται στὴν ὀρθὴ ἀνάλυση τοῦ κόσμου καὶ τῆς πραγματικότητας. Ἀξίες οἱ ὁποῖες δὲν θὰ "καλλιτέρευαν" τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ δὲ θὰ τοὺς ἦταν χρήσιμες μὲ τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη ἔννοια, δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀποδεκτές.
Ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας δὲν ξεφεύγει ἀπὸ τὸν μὴ ἠθικιστικὸ μηδενισμό. Τὸ ἀντίθετο, ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καθίσταται δευτερεύσας σημασίας ἀκριβῶς ὅταν ἐπιθυμοῦμε πάση θυσίᾳ τὴ διασύνδεση ἀλήθειας-εὐτυχίας-ἠθικῆς (ἀξιῶν), ὅταν δηλαδὴ πιστεύουμε ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ἠθικὴ καὶ ὁδηγεῖ στὴν εὐτυχία ἢ ἐμπεριέχει κάποιο ἀντικειμενικὸ ἠθικὸ νόημα ἡ διερεύνηση τῆς πραγματικότητας. Εἶναι ἀπὸ τὶς κανονιστικὲς κοσμοθεωρήσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες ξεφεύγει ἡ οὐσία τῆς ἀναζήτησης τῆς ἀλήθειας, ἡ ὁποία (ἡ ἀναζήτηση) καταλήγει νὰ γίνεται ἀποκούμπι συμβουλῶν γιὰ τὴν πράξη καὶ διαβεβαιώσεων για τὴν ἐπίγεια ἢ μεταθανάτια εὐτυχία. Ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Πλάτωνα, ὁ ὁποῖος ἀναγκάστηκε νὰ "ἀποδείξει" ὅτι οἱ κακοὶ τιμωροῦνται μεταθανάτια, καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἐπίκουρου καὶ τῆς ἐπίγειας ὠφέλειας τῆς ἀξίας τῆς ἡδονῆς, οἱ στοχοθεσίες τῶν κανονιστικῶν κοσμοεικόνων δὲν ὑπερβαίνουν τὸν ὠφελιμισμό. Δίχως κάποια ἐπίγεια ἢ ἐπουράνια ἀπειλὴ καμμιὰ κανονιστικὴ κοσμοεικόνα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει στὸ "γιατί νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια ὅταν μπορῶ νὰ πῶ ψέματα;" Ἀντίθετα ὁ μηδενισμός, ἐκτὸς κι ἂν εἶναι γνωσιακὸς σκεπτικισμός, ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν σώζει ἀπαραίτητα, ὅτι δὲν ὑπάρχει κάποια σύνδεση ἀλήθειας κι εὐτυχίας ἢ ἡδονῆς ἢ ἠθικῶν ἀξιῶν καί, ὅταν θέτει τὸ ζήτημα τῆς ἀλήθειας, τὸ θέτει μὲ σκοπὸ τὴν ἀλήθεια κι ὄχι τὴν παροχή καθησυχαστικῶν διαβεβαιώσεων γιὰ τὴ σύνδεση ἠθικοῦ δέοντος, εὐτυχίας καὶ πραγματικότητας. Ἀσφαλῶς δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἱκανοποιητικὴ συνηγορία ὑπὲρ τῆς ἄποψης ὅτι πρέπει νὰ λεχθεῖ ἡ ἀλήθεια ἀκόμη κι ὅταν αὐτὴ μπορεῖ ἢ καὶ πρέπει νὰ ἀποκρυβεῖ - δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ἱκανοποιητικὴ συνηγορία ὑπὲρ τῆς ἀντίθετης ἄποψης. Γιατὶ μόνο μὲ γὴινες ἢ μεταθανάτιες τιμωρίες καὶ ἀνταμοιβὲς θὰ μποροῦσε νὰ πεισθεῖ κάποιος στὸ ζήτημα αὐτό. (29/1/2009)
ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ:
Αρχικά
πρέπει να δοθεί ο λόγος της ομαδοποίησής τους ή μάλλον πρώτα το χαρακτηριστικό
τους. Το χαρακτηριστικό είναι ότι είναι αντιδυτικοί Ορθόδοξοι. Ο αντιδυτικισμός
έχει φυσικά διάφορους βαθμούς, αλλά είναι βασικό στοιχείο της σκέψης τους. Από
μόνος του όμως δεν κάνει κάποιον να λέγεται Νεοορθόδοξος, αφού υπάρχουν και οι
αντιδυτικοί αρχαιολάτρες ή εθνικιστές. Πρέπει να υπάρχει και η Ορθοδοξία,
λοιπόν. Γιατί η ομαδοποίηση; Διότι πρώτον είναι αδύνατον να μην ομαδοποιήσεις
διάφορες συμπεριφορές που έχουν κάτι κοινό, αν θες να μάθεις κάποια πράγματα και
να αναλύσεις την κατάσταση, δεύτερον και αυτοί ομαδοποιούν τους αντιπάλους τους:
τους δυτικιστές ή δυτικόφιλους. Τρίτον, διότι όντως φαίνονται ως συγκεκριμένη
ομάδα σκέψης, όσο κι αν έχουν διαφορετική αντίληψη περί έθνους ή αντιμετώπισης
των εθνικών θεμάτων. Η ύπαρξη πέντε, δέκα, πενήντα διαφορετικών απόψεων για
ορισμένα υποζητήματα δεν καθιστά λανθασμένη την ομαδοποίηση. Τα παρακάτω
χαρακτηριστικά λοιπόν δεν αφορούν οπωσδήποτε όλους. Αλλά καλύπτουν την ποικιλία
απόψεων και τάσεων, η οποία υπάρχει γύρω από τον αντιδυτικό ορθόδοξο πυρήνα.
Ποιοι
είναι συνήθως Νεοορθόδοξοι; Κατά κύριο λόγο οι αριστεροί και κατά δεύτερον οι
δεξιοί. Οι πρώην μαρξιστές, που είτε πριν το 1989 είτε μετά το 1989,
απογοητεύτηκαν από το μαρξισμό και προσπαθούν να συνταιριάσουν κομμουνισμό,
κοινωνική αγωνιστικότητα, με τον χριστιανισμό. Πρώην αναρχικοί που
απογοητεύτηκαν και προσπαθούν να συνταιριάσουν αναρχισμό και χριστιανισμό,
ταυτίζοντας στο μυαλό τους το κοινόβιο ή την κοινότητα των άθεων αναρχικών του
19ου και 20ού αι. με τη σύναξη των πιστών της ενορίας (είναι προφανές ότι
αναφέρομαι γενικά σε μαρξιστο-αναρχικούς, παρ' όλες τις άπειρες ομάδες που
ενυπάρχουν στα δύο αυτά ρεύματα, αδιαφορώντας για τις ενδιαφέρουσες, αλλά
άσχετες εδώ, διαφορετικές απόψεις στους λ.χ. στο αν θα πρέπει να υπάρχει κράτος,
ιδιοκτησία ή όχι). Τέλος, οι ελληνοχριστιανοί, που κατ' ανάγκη, αφού οι
ευρωπαϊστές δεξιοί ανέλαβαν την ηγεσία της δεξιάς, σκέφτηκαν να βρουν καταφύγιο
στην παράδοση, η οποία (ως παράδοση, δηλαδή κάτι με το οποίο πρέπει να
ταυτιστούν ή να επανασυνδεθούν) όντας στοιχείο του παρελθόντος, τους γοητεύει.
Και οι τρεις ομάδες αυτές, ειδικά οι αριστεροί, δεν θέλουν να αποσυνδεθούν
εντελώς από το παρελθόν τους. Έτσι κάνουν, μεταστρεφόμενοι στην Ορθοδοξία, αυτό
για το οποίο καταγγέλλει ο Ζουράρις τους πρώτους Δυτικούς κομμουνιστές του 19ου
αι. (τούς λέει ότι είναι αιρετικοί χριστιανοί, που, από νοσταλγία για το
χριστιανισμό, κράτησαν ορισμένα χριστιανικά παραδείγματα και αντιλήψεις,
μεταμφιεσμένες ), απ' την ανάποδη: για παράδειγμα αλλάζουν τις αριστερές
σημασίες των λέξεων-συμβόλων, ώστε να νοιώθουν ότι "δεν πρόδωσαν" την αριστερή
(μαρξιστική ή αναρχική) ιδεολογία τους, αλλά συνεχίζουν το Εγώ τους, δίχως
καμμία ρήξη (και η "ψευδοβλάσφημη ευσέβεια" σ' αυτό οφείλεται). Αυτό γίνεται
ίσως ασυναίσθητα εκ μέρους τους, ωστόσο γίνεται και σ’ αυτήν την περίπτωση (δεν
είναι οι μόνοι). Έτσι, η λέξη Επανάσταση, που σημαίνει-στο περίπου- ανατροπή
βίαιη της κοινωνικής και οικονομικοπολιτικής κατάστασης, εγκαθίδρυση δικτατορίας
του προλεταριάτου ή των αναρχικών κοινοτήτων, μετατρέπεται, δια μαγείας, σε "Επ-Ανάσταση"
και τελικά σε "Ανάσταση", δηλαδή την Ανάσταση του Χριστού, των σωμάτων, την
εσχατολογική ελπίδα, και γενικά ό,τι -εντελώς διαφορετικό απ' την υλιστική
αριστερή αντίληψη- ορθόδοξο κουβαλά η λέξη "Ανάσταση". Ή πάλι η λέξη Έρωτας, που
άλλο σημαίνει στους μη Χριστιανούς, ήτοι τον "ελεύθερο έρωτα", την απελευθέρωση
από τα ιουδαιοχριστιανικά σεξουαλικά ταμπού και άλλα παρόμοια (εντελώς υλιστικά
και αμοραλιστικά), γίνεται "θείος Έρωτας" ή "έκσταση προς το άλλο πρόσωπο",
δηλαδή χάνει αυτό το ζωώδες και μετακινείται "επί το πνευματικότερον", δίνοντας
σημασία κατά πρώτον στην ψυχική σχέση. Είναι δεδομένη η αφέλεια των (πρώην)
μαρξιστών και αναρχικών, ότι μπορούν να συνδυάσουν το μαρξισμό ή τον αναρχισμό
με το χριστιανισμό (οι ελληνοχριστιανοί είναι ήδη σίγουροι γι' αυτό). Δεν
καταλαβαίνουν πως συνδυάζοντας δύο τόσο ανόμοια, από πλευράς κοσμοαντίληψης και
κοινωνικής πρακτικής, πράγματα, είναι αναγκασμένοι να υποτάξουν είτε τον
μαρξισμό/αναρχισμό στο χριστιανισμό είτε τον χριστιανισμό στον
μαρξισμό/αναρχισμό, ως προς τα θέματα στα οποία υπάρχει διαφορά μεταξύ
χριστιανισμού-μαρξισμού και χριστιανισμού-αναρχισμού. Δηλαδή, είτε πρέπει να
παραμείνουν υλιστές είτε πρέπει να παραδεχτούν πως υπάρχει Θεός, δημιουργός,
έγινε ανάσταση του Χριστού κ.λπ. Είτε πρέπει να πιστεύουν στη βία (ως
μαρξιστές/αναρχικοί) είτε να την αρνηθούν (ως χριστιανοί). Και τα δύο δεν μπορεί
κανείς να τα κάνει, σε κάθε περίπτωση. Όσο αυταπατάται κανείς ότι μπορεί να
είναι και το ένα και το άλλο, νομίζοντας ότι τάχα δεν αναιρεί πολλές (όχι
απαραίτητα όλες, αλλά αυτό ελάχιστη σημασία έχει) από τις πλευρές της μιας ή της
άλλης ιδεολογίας, τόσο περισσότερη ιδεολογική σύγχυση θα παράγεται. Αντί λοιπόν
για σύγχυση και αγχώδη προσπάθεια να πεισθεί το υποκείμενο ότι συνεχίζει να
βαδίζει στον ίδιο δρόμο, καλύτερα θα ήταν να κατανοήσει ότι ο
χριστιανοκομμουνισμός ή ο αναρχοχριστιανισμός του δεν είναι ούτε κομμουνισμός
ούτε χριστιανισμός ούτε αναρχισμός, αλλά κάτι εντελώς καινούργιο, εκτός κι αν
υποτάσσει στο χριστιανισμό τα εναπομείναντα (όσα δεν αναιρούν το χριστιανισμό)
κομμουνιστικά ή αναρχικά στοιχεία, οπότε είναι ένας πιο προοδευτικός
Χριστιανισμός κι όχι αναρχοχριστιανισμός ή χριστιανοκομμουνισμός. Δηλαδή είτε θα
είναι ένας λειψός μαρξισμός/αναρχισμός είτε ένας λειψός (άρα ψευδής)
Χριστιανισμός. Είτε λ.χ. η αναρχική κοινότητα είναι αθεϊστική, αχριστιανική,
βασισμένη κατά πρώτον στον «ουμανισμό» και στην οικονομική ισότητα κ.λπ
(εδώ να τονίσουμε ότι ο Χριστιανισμός, όπως και κάθε ιδεολογία, μπορεί άνετα,
όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά, να προσαρμοστεί σε καπιταλισμό, φεουδαρχία,
αυτοκρατορία, δημοκρατία, θεοκρατία, δίχως να παύσει να είναι γνήσια
Χριστιανικός, δηλαδή «μη αναρχοχριστιανικός», όπως θα νόμιζαν οι
αναρχοχριστιανοί – κι αντίστοιχα οι χριστιανοκομμουνιστές) είτε θα είναι «η
σύναξη των πιστών της ενορίας», βασισμένη κατά πρώτον «στην πίστη στον
Ιησού Χριστό». Άλλο πράγμα το ένα, άλλο το άλλο. Και είναι άλλο, διότι έχει
σημασία, ποια είναι η ιδεολογική βάση της «κοινότητας»: διότι, όταν λ.χ. η
«κοινότητα» συγκροτείται βάσει της πίστης στον Ιησού Χριστό, τότε αν χαθεί η
πίστη αυτή, η «κοινότητα» παύει να υφίσταται· αντίθετα, όταν η «κοινότητα»
συγκροτείται κατά κύριο λόγο βάσει του ουμανισμού ή της οικονομικής ισότητας, ως
κοινότητα λ.χ. διαφωτισμένων αναρχικών, τότε ακόμη κι αν χαθεί η χριστιανική
πίστη (αν υπήρχε σε αρκετά μέλη), η «κοινότητα» εξακολουθεί να υφίσταται. Δηλαδή
στην α’ περίπτωση η «κοινότητα» θα συνεχίσει να υφίσταται και δίχως οικονομική
ισότητα/κατάργηση της ιδιοκτησίας (ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι είχε τεθεί ως
στόχος η ισότητα), ενώ στη β’ περίπτωση η κοινότητα θα υφίσταται και δίχως να
απαιτείται να είναι τα μέλη της Χριστιανοί. Έτσι, δεν υπάρχει «αναρχοχριστιανισμός»,
αφού ούτε η χριστιανική «κοινότητα» ήταν ποτέ απολύτως δίχως οικονομικές
ανισότητες, αλλά ούτε και η αναρχική «κοινότητα» ήταν ποτέ σύναξη πιστών
Χριστιανών (τα ίδια ισχύουν και για τον «χριστιανοκομμουνισμό»), και βέβαια σε
έναν υποθετικά πραγματοποιημένο «αναρχοχριστιανισμό», δεν θα μπορούσε και να
είναι και να μην είναι βάση της "κοινότητας" λ.χ. "η πίστη στο Χριστό": μια απ'
τις δύο πιθανότητες θα ίσχυε μόνον εκτός κι αν ο Μπακούνιν και οι Μαρξ-Ενγκελς
ήταν χριστιανοί. Έτσι, η αναφορά στους δεδηλωμένους «χριστιανούς αναρχικούς» της
Δύσης (ο αντιδυτικισμός έκανε φτερά τώρα), οι οποίοι και μεταγενέστεροι ήταν
(των γνωστών μορφών του αναρχισμού ή κομμουνισμού) και ελάχιστοι ποσοτικά
(σχετικά με τους αναρχικούς των κυριότερων ομάδων) και γενικά μικρή επιρροή
έχουν (είδε κανείς ποτέ αναρχικά συνθήματα, «χριστιανών αναρχικών» στους
τοίχους; Και τι ποσοστό των αναρχικών συνθημάτων ήταν; Τι ποσοστό στα συνολικά
άρθρα του χώρου;) στο αναρχικό ρεύμα, σημαίνει ότι δεν τίθεται θέμα «αναρχικού
χριστιανισμού», όπως ασφαλώς δεν τίθεται θέμα ο αναρχισμός να είναι φασιστικός,
απλώς επειδή μια μικρή φράξια δηλώνουν «εθνικο-αναρχικοί» (κατά το εθνικο-σοσιαλιστές)
και όπως η ύπαρξη gay christians δεν συνεπάγεται ότι οι λοιποί Χριστιανοί τους
θεωρούν χριστιανούς ή ότι ο χριστιανισμός είναι gay κίνημα ή ότι θα έπρεπε να
δεχτούμε ως χριστιανικό ό,τι κατέβει του καθενός άσχετου. Τα ίδια παθαίνουν και
οι ελληνοχριστιανοί (δεν ξέρουν ότι αναγκαστικά κάτι έρχεται πρώτο και ακολουθεί
το δεύτερο), μόνο που αυτοί έχουν μια παράδοση 16-17 αιώνων σύνθεσης (κι όχι
λίγων δεκαετιών, όπως οι «αναρχοχριστιανοί» και οι «χριστιανοκομμουνιστές») και
δικαιούνται «να ομιλούν». Θα ήταν λοιπόν δικαίωμα του καθενός να κάνει ό,τι
θέλει και να συνδυάζει ό,τι θέλει όπως θέλει, αρκεί να μην αυτοεξαπατάται.
Τα λάθη τους.
Οι
πολιτικές τους αναζητήσεις, από ορθόδοξα τόξα, από Βυζάντια και καθ' ημάς
Ανατολές, που από πολιτειακής άποψης δε λένε τίποτα (όσο κι αν από
πολιτισμικής μου λένε). Είτε θα προτείνουν στα φανερά κάποιο κοινοτισμό (παλιομοδίτες,
αφού αυτά δεν λέν τίποτα για τα ερημωμένα πλέον χωριά) είτε θα προτείνουν κι
αυτοί άμεση δημοκρατία επειδή είναι αρχαιοελληνικό επίτευγμα (εθνικιστές, είτε
σε εξάρσεις ζήλου θα οραματίζονται ορθόδοξο μονάρχη (ή δημοκρατία έστω) με
πανορθόδοξο κράτος. Πράγμα δηλαδή, που μπορεί για το 1800 και πριν να ήταν το
σωστό για τα ορθόδοξα βαλκάνια, αλλά όχι πια.
Ο «κοινοτισμός», τον οποίο εξιδανικεύουν και στον οποίο θέλουν να επιστρέψουμε.
Είναι αλήθεια ότι η κοινότητα στις συνθήκες της Τουρκοκρατίας, μέσα σε μια
μεγάλη, εχθρική αυτοκρατορία, ήταν η καλύτερη δυνατή λύση. Απουσίαζε ένα ισχυρό
ελληνικό κράτος, που θα αναλάμβανε να προστατεύσει τους Έλληνες, να ενδιαφερθεί
για την εκπαίδευσή τους, για την υγεία τους, για την οικονομική ανάπτυξή τους.
Είναι όμως αλήθεια ότι ο κοινοτισμός αυτός δεν ήταν, τις περισσότερες φορές,
διόλου δημοκρατικός: μέσα στις κοινότητες κουμάντο έκαναν όχι ο λαός αλλά οι
κοτζαμπάσηδες, οι ισχυρές οικογένειες, οι δημογέροντες. Από τόπο σε τόπο
υπήρχαν, φυσικά, διακυμάνσεις στη δημοκρατική ή ολιγαρχική μορφή διακυβέρνησης
των κοινοτήτων. Αλλού ο λαός εξέλεγε τους πρόκριτους, αλλού η λαϊκή συμμετοχή
ήταν τυπική. Και υπήρχαν περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο λαός αποφάσιζε, ιδίως
για οικονομικά ζητήματα, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο «αμεσοδημοκρατικά», όσο
νομίζουν οι σημερινοί. Η κοινότητα της Τουρκοκρατίας στην καλύτερη περίπτωση
είχε οικονομική αυτάρκεια (με τη βοήθεια και των ξενιτεμένων της), μπορούσε να
φτιάξει δρόμους, να φτιάξει ορφανοτροφείο, παρθεναγωγείο, να συντηρήσει σχολείο,
γυμνάσιο και λύκειο. Η σημερινή κοινότητα (συνοικία πόλης, προάστιο, δήμος,
χωριό) δεν παρέχει την ψυχική ενότητα (π.χ. όταν μετακομίζει ο καθένας, ενώ
παλιά έμεναν όλη τους τη ζωή στο χωριό τους) ούτε την οικονομική αυτάρκεια για
τίποτε από αυτά και κυρίως δεν (μπορεί να) διαθέτει το ήθος του χωριού του 18ου
ή του α’ μισού του 20ού αι, του οποίου οι κάτοικοι ήξεραν τι γινόταν
μόνο σε ακτίνα 3 ημερών δρόμου. Άλλο ένας σύγχρονος συνδυασμός άμεσης και
έμμεσης δημοκρατίας κι άλλο η εξιδανίκευση του παρελθόντος του «κοινοτισμού».
«Η ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία αλλά ψυχοθεραπευτική μέθοδος˙ η θρησκεία είναι
αρρώστια». Είναι βασικά ένα ιδεολόγημα που προέκυψε από την ανάγκη να αμυνθούν
έναντι της αρνητικής προδιάθεσης προς τις θρησκείες στη Δύση, έπειτα από την
εποχή του Διαφωτισμού και του 19ου αι. Έτσι, από τότε και ύστερα, αν
κάποιος πει ότι ανήκει σε μια θρησκεία (ειδικά το Χριστιανισμό), αν μιλήσει για
θρησκεία, τον θεωρούν ανορθολογιστή κ.λπ. Αυτό που επικράτησε ως λύση είναι η
αποφυγή του όρου «θρησκεία»˙ αυτό χαροποίησε πολύ τους Νεορθόδοξους που
φοβόνταν/ντρέπονταν να πουν ότι η Ορθοδοξία είναι θρησκεία, ώστε οι διαφωτιστές
νεοέλληνες να μην τους περιφρονούν. Τα ίδια κάνουν και άλλες θρησκείες,
νεοφανείς, που προτιμούν να λέγονται «φιλοσοφικές εταιρίες» κι όχι «θρησκείες».
Η μόδα ξεκίνησε από έναν θεολόγο, τον π. Ι. Ρωμανίδη και, φυσικά, οι νεορθόδοξοι
βρήκαν τη χαρά τους με το σοφιστικό αυτό τέχνασμα: εάν η λέξη θρησκεία έχει
πλέον πάρει λίγο-πολύ αρνητική χροιά για τον πολύ κόσμο, τότε είναι καλό να
εμφανιστούμε όχι ως θρησκεία (μη σουφρώσουν ειρωνικά τη μύτη τους οι αθεϊστές)
αλλά ως «θεραπεία» νεύρων και ψυχής. Φυσικά αυτό είναι νεοεποχίτικης επιρροής˙
παλιότερα κανείς δεν ντρεπόταν να πει ότι είναι θρησκεία, απλά το νεοορθδόδοξο
κόμπλεξ τους είναι ενοχλητικό.
Η μονομανία τους να πιστεύουν στα σοβαρά ότι ο σημερινός δυτικός πολιτισμός
είναι αποτέλεσμα του Σχίσματος του 1054 κι ότι λόγω της διαφθοράς της δυτικής
εκκλησίας εξ αντιδράσεως προέκυψε ο αθεϊσμός και ο Διαφωτισμός του 17ου
κ.ε. αιώνων. Ώς ένα σημείο η άποψή τους είναι σωστή. Ο αθεϊσμός του 1600
οφείλεται στην απέχθεια για τους θρησκευτικούς πολέμους στην Δυτική Ευρώπη. Κι ο
Διαφωτισμός εν μέρει συνιστά αντίδραση στην καταπίεση της δυτικής εκκλησίας.
Όμως δεν εξαντλείται ούτε ο πρώιμος αθεϊσμός ούτε ο Διαφωτισμός ούτε ο αθεϊσμός
του 19ου αι. σε αυτές τις αιτίες. Καινούργιες οικονομικές συνθήκες,
μεγαλύτερη υλική ευημερία, εγγενής αδιαφορία για τη θρησκεία/χριστιανισμό λόγω
της ψυχοσύνθεσης των λαών αυτών, ενδιαφέρον για την προχριστιανική αρχαιότητα,
όλα αυτά είναι αρκετά σοβαροί λόγοι για την ανάπτυξη του Διαφωτισμού και του
αθεϊσμού και δεν οφείλονται ούτε στο Σχίσμα ούτε στο Σχολαστικισμό. «Αν δεν
υπήρχε η δυτική μεταφυσική, ο σχολαστικισμός, δεν θα προέκυπτε ο αθεϊσμός και ο
Διαφωτισμός» λεν οι νεοορθόδοξοι. Αυτά δεν υπήρξαν ούτε στο Ισλάμ κι όμως δεν
κατέληξε το Ισλάμ στην εκκοσμίκευση. Αυτά δεν υπήρχαν ούτε στον κινεζικό, τον
ινδικό, τον ιαπωνικό πολιτισμό, κι όμως δεν κατέληξαν στην εκκοσμίκευση. Ας μην
είναι σίγουροι οι νεορθόδοξοι για τη σημασία του Σχίσματος. Κανείς δεν ξέρει αν
θα ακολουθούσε αντίστοιχες διαδικασίες αποχριστιανισμού η ελληνική Ανατολή, αν
δεν υπήρχε η Τουρανική επίθεση και οι Σταυροφορίες, μεταξύ 11ου και
15ου αι. Περισσότερο βέβαιο ήταν ότι δεν θα γινόταν ακριβώς σαν την
εκκοσμικευμένη Δύση, αλλά δεν αποκλείεται. Απλώς τα ισχυρίζονται αυτά για να
δείξουν ότι «είμαστε ανώτεροι, αν όχι ως άτομα, αν όχι ως λαός, αν όχι ως
επίπεδο πολιτισμού, ως πρόταση πολιτισμού».
Οι Νεορθόδοξοι κάνουν σα να μην υπήρξαν οι πρώτοι 10 χριστιανικοί αιώνες στη
Δύση. Τους δέκα ή εφτά αυτούς πρώτους αιώνες τους διαγράφουν εντελώς αυθαίρετα,
δεν τους συνυπολογίζουν, όταν προσπαθούν να βρουν γιατί έγινε η Δύση αυτή που
είναι τώρα. Τους βολεύει η παράλογη θεωρία ότι ξαφνικά, από τον 10ο
αιώνα εμφανίζεται κάτι καινούργιο στη Δύση, άσχετο με τους προηγούμενους εννιά
αιώνες. Η αλήθεια είναι ότι οι ρίζες αυτού του πράγματος υπήρχαν ήδη από τον 3ο
και τον 4ο αιώνα, αλλά οι Έλληνες ούτε το γνωρίζαμε ούτε το είχαμε
αντιληφθεί (π.χ. ολόκληρη η δικανική αντίληψη διάφορων Λατίνων ή ο απόλυτος
προκαθορισμός του Αυγουστίνου ουδέποτε υπέπεσαν στη γνώση των Ελλήνων, επειδή
αγνοούσαν τα λατινικά) κι αργότερα (π.χ. 8ο αι.) ήταν αδύνατο να
επιβάλει την θέλησή της η Ανατολή στη Δύση. Εδώ εννοώ ότι , ακόμη κι αν οι
Ανατολικοί Έλληνες Πατέρες πολέμησαν τον μανιχαϊσμό, τον απόλυτο
προορισμό-φαταλισμό, την δικανική αντίληψη σωτηρίας, ωστόσο δεν κατήγγειλαν ως
αιρετικούς τους σύγχρονούς τους Δυτικούς Χριστιανούς του πέμπτου κ.ε. αιώνα
(μάλλον ή προφανώς επειδή δεν γνώριζαν λατινικά). Ωστόσο, ενώ αυτά τα πράγματα
υπήρξαν σχεδόν εξ αρχής στη Δύση, οι Νεορθόδοξοι αντιδυτικοί δεν κάνουν λόγο
για τους 9-10 πρώτους αιώνες χριστιανοσύνης στη Δύση. Γιατί, αν έκαναν, είτε θα
έπρεπε να καταλήξουν ότι δεν ήταν αιρετικοί οι Δυτικοί τους πρώτους 9 αιώνες
(πράγμα που τους χαλά την ερμηνεία της κακής Δύσης και τους επιβάλλει να
εξηγήσουν πώς ξαφνικά έγιναν αιρετικοί) είτε ότι ήταν εξ αρχής αιρετικοί, πράγμα
που θα τους οδηγούσε στο να παραδεχτούν ότι οι τοτινοί Έλληνες ήταν απρόσεχτοι
αναφορικά με τα από τον 4ο αι. αιρετικά μεταφυσικά δόγματα των
(τυπικώς μη σχισματικών τότε ακόμη) Δυτικών.
Το "κόλλημα" με τη λέξη Ρωμηός-Ρωμαίος. Ενώ έχουν δίκαιο ότι η λέξη αυτή είναι,
ιστορικά, το αυθεντικό μας όνομα κι ενώ θα συμφωνούσε κανείς ότι πρέπει να
αντικατασταθεί η ορολογία Βυζαντινός/Βυζαντινό/Βυζάντιο από το Ρωμηός/Ρωμαίικο/Ρωμανία,
κι ενώ έχουν δίκαιο για τη διαμάχη για το όνομα αυτό, είναι τόσο κολλημένοι,
ώστε ξεχνούν ότι τα ονόματα είναι απλώς ανθρώπινες επινοήσεις κι όχι
ουρανοκατέβατα και ότι η ονοματομαχία αυτή, τύπου "Έλληνας ή Ρωμηός", δεν έχει
κανένα νόημα κι ότι δε ζούμε ούτε στον 19ο ούτε στον 14ο αι. Οι ίδιοι οι Ρωμηοί, του Βυζαντίου/Ρωμανίας, από τον 14ο αι. είχαν αρχίσει να
χρησιμοποιούν το Έλληνας, ο ιδρυτής της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας ονόμαζε το
κράτος του Ελλάδα. Δεν έθεσαν ποτέ το ζήτημα "πώς να λεγόμαστε, Έλληνες ή Ρωμηοί",
διότι δεν είχαν κανένα αντιδυτικό κόμπλεξ. Θα έλεγε κανείς πως κατά τον
13ο-14ο-15ο αι., όσο πιο αντιδυτικοί γίνονταν οι Βυζαντινοί, τόσο συχνότερα
χρησιμοποιούσαν το Έλληνας δίχως να νοιάζονται που οι "κακοί Δυτικοί" θα τούς
έκλεβαν το "Ρωμαίος". Το αντίθετο κάνουν οι αντιδυτικοί Νεορθόδοξοι. Όσο πιο
αντιδυτικοί γίνονται τόσο πιο πολύ εγκαταλείπουν το "Έλληνας" (όχι βέβαια ότι
αντικειμενικά έχει καμμιά σχέση η προτίμηση του ενός ή του άλλου ονόματος με τον
αντιδυτικισμό).
Εκτός της ανούσιας διαμάχης, βιάζουν δίχως επίγνωση την έννοια της λέξης Ρωμηός.
Την κάνουν καλογερίστικη, όλη μέρα γύρω απ' το μοναστήρι. Κάνουν σα να μην έχουν
διαβάσει τους Ρωμηούς/Βυζαντινούς χρονικογράφους, ώστε να δουν τα ήθη και τη
συμπεριφορά του λαού ή των αρχόντων. Ξεχνούν τη διάκριση (άλλη βιασμένη λέξη)
μεταξύ του βυζαντινού "ιδανικού" και της βυζαντινής πραγματικότητας (όχι βέβαια
ότι αυτή η διάκριση συνεπάγεται "υποκρισία") και κάνουν ωσάν η πραγματικότητα να
ήταν σύμφωνη με το ιδανικό. Γι' αυτό και σήμερα έχουν κάνει τη λέξη Ρωμηός
σχεδόν του κατηχητικού (όσο κι αν το αποκηρύσσουν ως "ευσεβιστικό"-προτεσταντικό:
καθότι όσο πιο πολύ το αποκηρύσσεις, τόσο πιο πολύ το εφαρμόζεις, με ένα άλλο
νόημα, του αντιευσεβισμού, της ψευδοβλάσφημης ευσέβειας κ.ά. "ξεψαρωτικά" για
όσους έχουν ανάγκη το ξεψάρωμα). Νομίζουν ότι στην Κωνσταντινούπολη
κυκλοφορούσαν χιλιάδες στάρετς. Νομίζουν ότι αν π.χ. έπιανες έναν
Κωνσταντινοπολίτη του 10ου αι. και τον ρώταγες για τις "άκτιστες ενέργειες" του
Θεού, για το "πρόσωπο", θα στα έλεγε όλα ακριβώς όπως τα λένε οι Νεοορθόδοξοι
ιδεολόγοι πρωτοπόροι. Καθένας που έχει ασχοληθεί, πρέπει να τους πληροφορήσει
ότι ακριβώς το αντίθετο γινόταν. Δηλαδή έχουμε φτάσει σε κωμικές καταστάσεις.
Και εδώ πρέπει να αναφερθούμε στην ιδεολογία περί «πρόσωπου», την οποία τάχα οι
Βυζαντινοί κι εν γένει οι Χριστιανοί είχαν, και μάλιστα εξαιτίας αυτής άντεξαν
και δεν κατέρρευσαν μετά τον 5ο αιώνα. Έχουμε ήδει αναφέρει ότι αυτά
τα πράγματα ήταν πρότυπο, όχι πραγματωμένες καταστάσεις. Εδώ θα μας αναφέρουν τα
του μοναστηριού. Φυσικά, ακόμη και εδώ έχουν μερικό δίκαιο, διότι τα μοναστήρια,
συνήθως τα πλούσια, ήταν τόποι που μόνο με το άκτιστο φως δεν ασχολούνταν οι
καλόγεροί τους: ασχολούνταν με το να αντιγράφουν χειρόγραφα ή να παίρνουν το
φόρο που δικαιούνταν. Και θα συμφωνήσουμε με τον Μπεκ, που λέει ότι τα
μοναστήρια για το μέσο Βυζαντινό ήταν απλώς ένα πρότυπο, άπιαστο, που γι’ αυτόν
ακριβώς το λόγο προκαλούσε στον μέσο πολίτη θαυμασμό. Τίποτε παραπάνω. Επομένως
πρέπει να αναρωτηθούμε: πού βρίσκεται αυτό το «πρόσωπο»; Σε ποια χαράδρα του
Σινά; Σε ποιες ερήμους της Μ. Ασίας; Και κατά πόσο επηρεάζει η έρημος την
Αυτοκρατορία; Απάντηση: ελάχιστα. Γι’ αυτό άλλωστε και η Ρωμανία ήταν ένα (για
την εποχή εκείνη) κοσμικό κράτος. Ούτε από πρόσωπο σκάμπαζαν οι πολίτες της ούτε
από αγαπητικές σχέσεις ούτε από "ύπαρξη=σχέση" ούτε από τίποτα. Ήταν γνήσια
παιδιά της ειδωλολατρικής ελληνορωμαϊκής εποχής. Ακόμη και ο ειλικρινής
Χριστιανισμός τους στο σημείο αυτό δε συνεπάγεται τίποτα. Να λέμε ότι η πατερική
κοσμοθεωρία διαχέονταν στα πλήθη σαν μύρο ή λιβάνι κι όλο συναντούσες δια
Χριστόν σαλούς στα τρίστρατα και τα φόρα (forum) μιας τεράστιας πόλης ενός
εκατομμυρίου ανθρώπων, είναι σα να περιμένουμε από το μέσο δεισιδαίμονα
Πολυθεϊστή, αστό ή χωριάτη, του 5ου και 4ου π.Χ. αι. να
σκαμπάζει από αυτά που έλεγε ο Σωκράτης ή ο Πλάτων στους διαλόγους του. Αυτά τα
ελιτιστικά είναι πάντα για τους λίγους, ειδικά σε εποχές αναλφαβητισμού. Αυτή η
ωραιοποίηση όμως, τι γοητευτική που είναι για τους Νεοορθόδοξους. Είναι ο γλυκός
κρυφός κήπος τους, όπου η ιστορία γραφόταν από κοκκινοσκουφίτσες και γελαστούς
στάρετς. Φυσικά λοιπόν δεν είναι το «πρόσωπο» η αιτία που δεν κατέρρευσε η
ελληνορωμαϊκή Οικουμένη. Διότι είναι πολλές οι περιπτώσεις στον 4ο
(Γότθοι), τον 5ο (Ούννοι), τον 6ο( Διάφοροι), τον 7ο
(Άβαροι), τον 8ο αι (Αραβες) που γλίτωσε κυριολεκτικά στο τσακ η Πόλη
και μαζί της ο πολιτισμός. Και φυσικά δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η αγαπητική
τριαδική σχέση των θουκυδίδειων εταίρων-«προσώπων» γλίτωσε τον κόσμο από τη
βαρβαρότητα.
Ζιάκας
Κατὰ τὸ Ζιάκα, ἀναφορικὰ μὲ τὸ πρόβλημα τῆς μετάφρασης τῆς Π. Διαθήκης καὶ τῆς ἐπιλογῆς μεταξὺ τῶν Ο’ καὶ τῆς μετάφρασης ἀπὸ τὸ ἑβραϊκὸ «ἐνῶ ἡ παλιὰ μετάφραση, ἀπευθυνόμενη στοὺς Ἑβραίους, ποὺ εἶχαν χάσει τὴ γλώσσα τους, τοὺς ἐξελλήνιζε, ἡ νέα μετάφραση, ἀπευθυνόμενη στοὺς Ἕλληνες, ποὺ ἔχουν χάσει τὸ ἀνθρωπολογικὸ βάθος τῆς γλώσσας τους, τοὺς ἐξουδαΐζει!» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 130). Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὸ ἂν τὸ nephesh πρέπῃ νὰ μεταφράζεται ὡς ψυχὴ ἢ ζωή. Εἶναι ἐθνικιστικὸ ἐπιχείρημα.
Κατὰ τὸν Ζιἀκα «ὁ ἑλληνικὸς κολεκτιβισμός, ὁ ἑλληνικὸς ἀτομικισμὸς καὶ τὸ ἑλληνικὸ Πρόσωπο, ὡς τύποι προτυποκεντρικοί, διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ἀντίστοιχους δυτικούς, ποὺ εἶναι ἀντιπροτυποκεντρικοί, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνατολικούς, ποὺ εἶναι ἀντιεπιθυμητικοί» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 60). Εἶναι σφάλμα νὰ νομίζουμε ὅτι ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς, κολλεκτιβιστικὸς καὶ ἀτομοκεντρικός, δὲν εἶχε καὶ δὲν ἔχει πρότυπα. Ἀφενὸς πρότυπο τοῦ κολλεκτιβιστικοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ἦταν ὁ πιστός, ὁ ἱππότης, ὁ κληρικός, ἀφετέρου πρότυπο τοῦ ἀτομικιστικοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ (ἂν δὲν λάβουμε ὑπόψη μας τὸν ἔμπορο, τὸν διανοητὴ καθὼς καὶ τὸν καλλιτέχνη-ἐπιστήμονα) εἶναι ἡ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ Λόγο καὶ τὴ Φύση (κατὰ τὶς ἀπόψεις τῶν Διαφωτιστῶν), τὰ ὁποῖα ἔχουν σαφῶς κανονιστικὴ ἔννοια (τουλάχιστον ὣς τὸν 20ὸ αἰ.) καὶ συνεπαγόταν συμπεριφορὰ ἡ ὁποία ἂν καὶ ἄφηνε μεγάλα περιθώρια ἐλευθερίας, σήμαινε τὴν ἀποδοχὴ ὁρισμένων (ἀστικῶν) ἀξιῶν. Καὶ πῶς ἀποκαλεῖται ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς ἀντιπροτυποκεντρικός, τὴ στιγμὴ ποὺ παρακάτω (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 70) διαβάζουμε «Ἕνας Ἀμερικανὸς θὰ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὸν Φραγκλίνο Ροῦσβελτ, ἂν ὄχι γιὰ ἕναν στὰρ τοῦ Χόλλυγουντ [ὡς πρότυπα]»;
Ὁ Ζιάκας κάνει λόγο γιὰ τὸν περίφημο ἀραβικὸ πολιτισμὸ καὶ θεωρεῖ μάλιστα πὼς «ἂν τὸ Ἰσλὰμ χάσει τὸ σπαθί του καὶ ὑπάρξει μιὰ ὁρισμένη διευθέτηση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων, οἱ μάζες μᾶλλον θὰ ὑποστοῦν ραγδαῖο θρησκευτικὸ ἀποχρωματισμό» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 195). Ἡ ἀντιδυτικὴ ὡραιοποίηση μιᾶς θρησκείας ποὺ ἔπαψε νὰ εἶναι ἀπειλὴ μόνον ὅταν ἡ πολεμική της ὁρμὴ ἔπαψε. Παραδόξως στὴν ἐποχὴ τῆς πολιτιστικῆς ἀκμῆς τοῦ Ἰσλὰμ δὲν ἐπῆλθε κανένας θρησκευτικὸς ἀποχρωματισμός, ἀντίθετα ἐπικράτησαν οἱ νομοδιδάσκαλοι καὶ ὄχι οἱ falasaf (=φιλόσοφοι, ἀριστοτελικοὶ καὶ μυστικιστὲς διανοητές), λ.χ. ὁ ἀριστοτελικὸς μονιστὴς Ἀβερρόης διώχθηκε. Δὲν ἀποχρωματίστηκε θρησκευτικᾶ ὁ ἀραβικὸς κόσμος, ὅταν ἦταν ὑπερδύναμη. Μάλιστα ο Ζιάκας φαίνεται να συμφωνεί με την άποψη ότι η παρακμή του ισλαμικού πολιτισμού οφείλεται στις Σταυροφορίες. Ωστόσο το αραβικό, δηλαδή πολιτισμένο, Ισλάμ παρήκμασε όχι τόσο από τις Σταυροφορίες που επικεντρώνονταν αποκλειστικά στην Παλαιστίνη, όσο από τους βάρβαρους (Τούρκους, Μογγόλους) που ήδη είχαν αρχίσει να εισβάλλουν στην Μ. Ανατολή από τον 10ο αι. συντελώντας στον εκβαρβαρισμό και την περιθωριοποίηση του αραβικού στοιχείου.
Ἡ ἔννοια τῆς Προόδου στὴ Δύση δὲν διαπραγματεύεται σωστὰ. Ὁ Ζιάκας πιστεύει ὅτι «ἡ κεντρικὴ ἰδέα τῶν κλασικῶν νεωτερικῶν θεωριῶν γιὰ τὴν Πρόοδο εἶναι ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀγαθὴ ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία τείνει ἀπὸ μόνη της νὰ ἀναπτύσσεται προς τὸ καλό» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 222· βλ. καὶ σ. 120). Θεωρεῖ μάλιστα ὅτι κι ὁ Μὰρξ τέτοια ἰδέα εἶχε. Ὡστόσο αὐτὴ εἶναι μόνο μία ἰδέα τῆς νεωτερικότητας γιὰ τὴν Πρόοδο. Ἡ ἄλλη ἰδέα, διόλου μὴ κεντρική, εἶναι αὐτὴ τῆς ἑτερογονίας τῶν σκοπῶν. Ὅτι, ἀνεξάρτητα τοῦ ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἠθικὰ καλός, ἀκόμη καὶ τὸ ἐπιμέρους κακὸ χρησιμοποιεῖται πρὸς ὄφελος τοῦ συνολικοῦ καλοῦ καὶ συνολικᾶ ἡ κοινωνία καλλιτερεύει. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ὑπῆρχε πρὶν τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση. Ἐπιπλέον ἡ ὔπαρξη κἀμποσων μηδενιστῶν Διαφωτιστῶν ποὺ θεωροῦσαν τὸν ἄνθρωπο κτῆνος εἶναι γνωστή.
Ὁ Ζιάκας ἰσχυρίζεται πὼς «ἡ ἄποψη ὅτι τὸ Πρόσωπο εἶναι μετάλλαξη τοῦ ἑλληνικοὺ Ἀτόμου δικαιολογεῖται ἰδίως ἀπὸ τὴ θέση τῆς δικαιοσύνης, διότι τὸ ἰδεῶδες ἑλληνικὸ Ἄτομο εἶχε πάντα ὡς κέντρο του τὴ δικαιοσύνη» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 276). Κεντρικὴ ἰδέα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ δικαιοσύνη, ἐνῶ κεντρικὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἡ ἀμείλικτη καὶ ἀπρόσωπη κοσμικὴ Δίκη καὶ ὄχι ἡ ἀγάπη. Γιὰ μετάλλαξη δὲν μπορεῖ νὰ γίνεται λόγος, ἀκριβῶς διότι ὄχι σπάνια, ἀκόμη καὶ στὸ Χριστιανισμό, ἡ δικαιοσύνη (οἱ ἔνοχοι τιμωροῦνται, δὲν ὑπάρχει συγγνώμη κ.λπ.) καταστρατηγεῖται χάριν τῆς ἀγάπης (συγχώρεση κ.λπ.).
Κατὰ τὸ Ζιάκα «οἱ κάτοικοι τοῦ Ὀλύμπου ἦταν Ἄτομα, διαφορετικῆς ἰσχύος, ἀλλὰ τὸ καθένα μὲ τὸν δικό του ζωτικὸ χῶρο καὶ τὴ δική του ἐπικράτεια. Ἡ κοινότητά τους δὲν ἦταν κολλεκτιβιστική» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 231). Ἡ Ἰλιάδα, ὡστόσο μᾶς δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς Δία-δικτάτορα, τὸν ὁποῖον μισοῦν καὶ τρέμουν οἱ λοιποὶ θεοί. Ἀκριβῶς ὅ,τι ταιριάζει στὴν περιγραφὴ τοῦ κολλεκτιβιστικοῦ προτύπου ὅπως τὸ περιγράφει ὁ Ζιάκας, μὲ δεσπότη (Δίας, ἔστω κι ἂν φοβᾶται μὴν ἐκθρονιστεῖ: ἀκριβῶς κι αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸ ἀναφέρει ὁ Ζιάκας, γιὰ νὰ δείξει ὅτι ὁ κολλεκτιβιστὴς ἡγεμόνας εἶναι δοῦλος), δούλους (θεοὶ) καὶ κατώτερους δούλους (ἄνθρωποι). Βέβαια ὁ Ζιάκας ἰσχυρίζεται τὴν ἀτομικότητα τῶν ὀλύμπιων θεῶν, ἁπλῶς προκειμένου νά καταδείξει ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦταν Ἄτομα.
Κατὰ τὸ Ζιάκα «Ἡ νεώτερη πίστη ὅτι ὁ φυσικὸς νόμος εἶναι ἀπαραβίαστος κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἄποψη πάνω στὴν ὁποία θεμελιώθηκε ἡ νεωτερικὴ ἐπιστήμη, ἔχει εὐθεία τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὸν καθολικὸ-κολεκτιβιστικὸ χριστιανισμὸ καὶ τὴν ταλμουδικὴ νομοκρατία» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 252). Στὴν πραγματικότητα ἡ πίστη αὐτὴ ἦταν ἁπλῶς πολεμικὴ ἀντιστροφὴ (ἐκ μέρους ἀνθρωπιστῶν καὶ ἐπιστημόνων) τῆς ἄποψης ὅλου τοῦ Χριστιανισμοῦ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὑπεράνω τῶν φυσικῶν νόμων. Π.χ. στὸ Βυζάντιο οἱ μυστικοὶ πίστευαν ὅτι μὲ τὴν Πτώση τοῦ Ἀδάμ ἄλλαξαν οἱ φυσικοὶ νόμοι. Δὲν πρέπει νὰ συγχέεται ἡ θρησκευτικὴ νομοκρατία μὲ τὴν ἐπιστημονική, γιατὶ, ὅπως βλέπουμε ὁ «καθολικὸς-κολλεκτιβιστικὸς χριστιανισμὸς» καὶ δεχόταν ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ (π.χ. θαύματα) νὰ ἀλλάζει τοὺς φυσικοὺς νόμους καὶ ὅτι δὲν ἀλλάζει τὶς ἠθικὲς ἐντολὲς του.
Ὁ Ζιάκας δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει πῶς ὁ ἀτομοκεντρισμὸς δὲν νικήθηκε ἀπὸ τὸν κολλεκτιβισμὸ στὴ Δύση ἢ δὲν αὐτοδιαλύθηκε, ὅπως συνέβη στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἐπίσης ὑποπίπτει σὲ ντετερμινισμό, ἀφοῦ θεωρεὶ τὴν κατάρρευση τοῦ (ἀρχαιοελληνικοῦ) Ἄτόμου ἀναπόφευκτη ἅπαξ καὶ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἐξατομίκευση. Ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ Ἀλέξανδρος, οἱ Ἐπίγονοι καὶ οἱ Ρωμαῖοι, ποιὰ θὰ ἦταν ἡ μοίρα τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ Ἄτόμου.
Ὁ Ζιάκας ἀναφέρει ὅτι στὸν προσωποκεντρικὸ πολιτισμὸ ἔχουμε «κοινότητα φίλων», ὅπως στὸν ἀτομοκεντρικὸ πολιτισμὸ ἔχουμε «δημοκρατία». Παραδόξως ὅμως, στὸ Βυζάντιο ὅπου τὸ Πρόσωπο εἶχε ἐμφανισθεῖ σὲ ἀξιοσημείωτη ἔκταση (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 278. Βέβαια ὁ Ζιάκας κάνει λόγο γιὰ τοὺς προβυζαντινοὺς καὶ πρωτοχριστιανικοὺς αἰῶνες, ἄλλα τὸ ἴδιο θὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς βυζαντινούς, ἀλλιῶς εἶναι ἄξιο ἀπορίας, ἀπὸ τὴ δική του σκοπιὰ πάντα, πῶς ἐπικρατοῦσε σὲ κολλεκτιβιστικὸ περιβάλλον, πῶς δηλ., ἐνῶ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Προσώπου «σὲ ἀξιοσημείωτη ἔκταση» κάνει τὸ κυρίαρχο πρότυπο προσωποκεντρικό, ἡ ἐπανεμφάνιση τοῦ κολλεκτιβισμοῦ ἀνθρώπου «σὲ ἀξιοσημείωτη ἔκταση» [κι ὁ ἑξανατολισμὸς μεγάλων ἑλληνικῶν πληθυσμῶν» κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή: Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 297] δὲν κάνει κυρίαρχο πρότυπο τὸ κολλεκτιβιστικὸ) δὲν ὑπῆρχε τέτοιο «πολίτευμα», ἀλλὰ ἀντίθετα ὑπῆρχε δεσποτικό. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν τὸν προβληματίζει. Μάλιστα ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ Πρόσωπο ἀντιτίθεται στὴν μοναρχία καὶ τὸν ἐξουσιασμὸ βασιζόμενος σὲ ἕνα μόνο ἐδάφιο τῆς Π. Διαθήκης (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 258-9) καὶ ἀγνοῶντας τὰ παύλεια ἢ ἰησουητικὰ ἐδάφια, τὰ ὁποῖα δὲν μποροῦν νὰ ἑρμηνευτοῦν μονοσήμαντα. Ὅμως ἡ σωστὴ ὑπόθεση εἶναι, ἀφοῦ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἱστορικότητα τῶν ἀνθρωπολογικῶν τύπων, ὄχι ὅτι δὲν ἐφαρμόστηκε καλᾶ ἢ κοινωνικᾶ ἐπαρκῶς τὸ προσωποκεντρικὸ πρότυπο (πῶς γινόταν αὐτὸ, μὲ τόσα πολλὰ Πρόσωπα περιφερόμενα ἐντὸς τοῦ Βυζαντίου;), ἀλλὰ ὅτι (καὶ) ὁ ἀνατολικὸς Χριστιανισμὸς συνδυάζεται μιὰ χαρὰ μὲ ὁποιοδήποτε πολίτευμα, χωρὶς θεωρητικὲς ἀντιφάσεις, κι ἑπομένως ὅτι δὲν ὑπάρχει συγκεκριμένο πολίτευμα («κοινότητα φίλων») ποὺ νὰ ἁρμόζει στὸ Πρόσωπο. Οἱ θεωρητικοὶ θεολόγοι τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ μποροῦσαν νὰ τὰ συνδυάσουν, Πρόσωπο καὶ δεσποτεία (ἡ βυζαντινὴ θεωρία γιὰ τὴ συνάφεια πολυθεϊσμοῦ-πολυαρχίας-ἀνομίας καὶ μονοθεϊσμοῦ-μοναρχίας-τάξης εἶναι χαρακτηριστικὴ καί, ἀσφαλῶς, δὲν ἔγινε ἀποδεκτὴ μόνο ἀπὸ τὸν ἀρειανὸ Εὐσέβιο). Ἀσφαλῶς δὲν ἀνέχονταν τὴν θεοποίηση τοῦ Καίσαρα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μετὰ ἡ μοναρχία τοὺς φαινόταν συμβιβάσιμη μὲ τὸ Πρόσωπο. Πῶς γίνεται ἕνας τόσο προσωποκεντρικὸς πολιτισμὸς νὰ ἀγνοεῖ τὶς πολιτικὲς σχέσεις; Ἀσφαλῶς δὲν τὶς ἀγνοοῦσε. Ὁ Ζιάκας ἀποδίδει τὸν βυζαντινὸ συνδυασμὸ Προσώπου-Δεσποτείας στὸ ὅτι «οἱ αἰτίες τοῦ κακοῦ εἶναι κατὰ βάθος πνευματικές» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 312), ὁπότε ἀρκοῦσε η μετοχὴ τῶν βυζαντινῶν ἀνθρώπων «τῆς πολιτικῆς πιάτσας» στὸ Προσωποκεντρικὸ ἰδανικό. Κάτι τέτοιο εἶναι ὑπεραπλούστευση ὅμοια μὲ τὴν μαρξιστική ποὺ ἀνάγει τὰ πάντα στὴν λύση τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, καὶ ἐπιπλέον δὲν πείθει γιατί ἱστορικᾶ δὲν ἔγινε ποτὲ λόγος γιὰ δημοκρατία ἢ κατάργηση τῆς δεσποτείας στὸ Βυζάντιο. Ἀσφαλῶς τὸ Βυζάντιο ἦταν μὴ δημοκρατικό, διότι ἁπλούστατα συνέχιζε τὴν μὴ δημοκρατικὴ παγανιστικὴ Ρώμη.
Ὁ Ζιάκας γράφει ὅτι στὴν Ἀ. καὶ Ν. Ὀρθόδοξη Εὐρώπη ὑπάρχει κολεκτιβιστική, ἀτομοκεντρική (ἀρχαιοελληνική) καὶ προσωποκεντρικὴ λαϊκὴ κουλτούρα. «Ὁ κολεκτιβισμὸς εἶναι λατινικὸς – εἰσαγόμενος, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλες συνιστῶσες. Προνεωτερικὴ ἀτομοκεντρικὴ κουλτούρα ἔχει βέβαια μόνο ὁ ἑλληνικὸς λαός (κληροδοτημένη ἀπὸ τὸ ἑλληνιστικὸ παρελθόν του). Προσωποκεντρικὴ κουλτούρα ἔχουν ὅμως ὅλοι οἱ κληρονόμοι τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 334). Ὅμως ἡ λατινικὴ ἐπίδραση στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ἦταν μηδενική. Ἀπὸ ποῦ λοιπὸν προκύπτει ὅτι ὁ σλαβορθόδοξος κολεκτιβισμὸς ἔχει λατινικὲς ρίζες; Οἱ προσπάθειες τοῦ Μεγάλου Πέτρου ἢ τὰ.. λατινικὰ τῶν θεολογικῶν σεμιναρίων δὲν συνιστοῦν λόγο νὰ θεωροῦμε τὸν βαθὺ κολλεκτιβισμὸ τῶν Σλάβων λατινογενή. Αὐτὸ θὰ ἦταν, γιὰ μιὰ ἀκομη φορά, ἀντιδυτικισμός. Ἱστορικὰ μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ ὅτι ὁ κολλεκτιβισμὸς τῶν Σλαβορθόδοξων εἶναι ἐγγενὲς σλαβικὸ στοιχεῖο: ἀκόμη καὶ τὰ σλαβοκαθολικὰ ἔθνη δὲν ἀνέπτυξαν κάποιον νεωτερικὸ ἀτομοκεντρικὸ πολιτισμὸ οὔτε συμμετεῖχαν στὶς διεργασίες τῆς γένεσής του. Ἐπιπλέον οἱ ὀρθόδοξοι Σλάβοι, εἰδικᾶ οἱ Ρῶσσοι, εἶναι μεσσιανιστὲς λαοὶ συγκριτικὰ μὲ τοὺς ὀρθόδοξους Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότερο ἀδιάφοροι στὴν ἐσχατολογικὴ-μεσσιανικὴ ἔκφανση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ πιὸ φιλόκοσμοι. Ἐπίσης μποροῦμε νὰ ἀποδόσουμε ἕνα τμῆμα τοῦ σλαβικοῦ προτυπιακοῦ κολλεκτιβισμοῦ στὶν ταταρικὴ κατοχὴ τεσσάρων αιώνων, κατ’ ἀντιστοιχία μὲ τὴν Τουρκοκρατία. Ἄλλη ἀπορία ποὺ δημιουργεῖται εἶναι, πῶς, ἐνῶ γνωρίζουμε, κατὰ Ζιάκα, ὅτι τὸ Πρόσωπο προϋποθέτει τὸ Ἄτομο, ἡ σλαβορθόδοξη λαϊκὴ κουλτούρα εἶναι προσωποκεντρικὴ δίχως νὰ ἔχει ἀτομοκεντρικὸ πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο; Εἴτε μπορεῖ νὰ ὑπάρξει προσωποκεντρικὴ κουλτούρα δίχως ἀτομοκεντρικὴ κουλτούρα και Πρόσωπο δίχως Ἄτομο εἴτε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει προσωποκεντρικὴ κουλτούρα καὶ Πρόσωπο δίχως ἀτομοκεντρικὴ κουλτούρα καὶ Ἄτομο ἀντίστοιχα. Ἑπομένως εἴτε οἱ Ρῶσσοι ἔχουν, ἰσοτίμως καὶ ἴσα ποιοτικὰ, προσωποκεντρικὴ κουλτούρα εἴτε οἱ Ἕλληνες ἔχουν καὶ αὐτὴν τὴν ἀποκλειστικότητα. Στὴ δεύτερη περίπτωση ὅμως τὸ χριστανικὸ πρότυπο ἔρχεται σὲ δεύτερη θέση, ἀφοῦ κύρια σημασία ἔχει τὸ ἑλληνοκλασσικὸ παρελθόν.
Ὁ Ζιάκας (Ἡ ἔκλειψη τοῦ ὑποκειμένου, σ. 22) κάνει λόγο γιὰ τὴ χρεωκοπία τοῦ σοσιαλισμοῦ: «Στὸ ἐπίπεδο τῶν μαζῶν ἡ ἔννοια τοῦ σοσιαλισμοῦ ταυτίστηκε ἀνέκκλητα μὲ τὸν αὐτονομημένο κρατικὸ σχεδιασμό. Δὲν μπορεῖ πλέον νὰ γίνει πιστευτὸ πὼς αὐτὸ ποὺ χρεωκόπησε ἦταν μόνο μιὰ διαστρέβλωση τοῦ "αὐθεντικοῦ" σοσιαλισμοῦ, ὤστε νὰ ἐπανακτήσει ὁ σοσιαλισμὸς τὴν ἀκτινοβολία του. Ὁ σοσιαλισμός, ὡς ἰδέα ριζοσπαστικοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς καπιταλιστικῆς κοινωνίας, ἔχει ξεπεραστεῖ». Ὅπως φαίνεται ἔχει κατὰ νοῦ μιὰ ὁριστικὴ ἑτυμηγορία τῆς Ἱστορίας, εἰδικᾶ καὶ τῶν μαζῶν, γιὰ τὸ ἂν ξεπεράστηκε ὁ σοσιαλισμός. Δεκτὸ καὶ σεβαστὸ αὐτό, ἀλλὰ δείχνει μόνο τὴν διπλὴ μέθοδό του ὅταν ἀναφέρεται στὸ Πρόσωπο καὶ στὴν ἱστορική του ἐποχή, τὸ Βυζάντιο. Στὴν περίπτωση αὐτὴν γιὰ τὸ Ζιάκα δὲν ἔχει καμμία σημασία γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Προσώπου α) ἂν στὰ μάτια τῶν μαζῶν τὸ προσωποκεντρικό του πρότυπο ἔχει ταυτιστεῖ ἀμετάκλητα μὲ τὰ λοῦσα τῶν δεσποτῶν καὶ τὴν βυζαντινὴ ἀπολυταρχία καὶ ἰσχὺ καὶ β) ἂν (στὰ μάτια τῶν μαζῶν) τὸ Βυζἀντιο ἡττήθηκε ἱστορικὰ (ὅπως ἡ ΕΣΣΔ ἡττήθηκε ὁριστικά). Δὲν γίνεται ὅμως γιὰ τὶς ἕτερες περιπτώσεις νὰ ἀκολουθεῖται τὸ «ἱστορικὸ» κριτήριο, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἡμέτερη περίπτωση νὰ μὴν παίζει κανένα ρόλο ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια. Δὲν γίνεται ἀπὸ τὴ μιὰ τὸ πρότυπο (ὁ σοσιαλισμὸς) νὰ φταίει γιὰ τὶς ἀποτυχίες, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ μὴ φταίει αὐτό, ἀλλὰ οἱ ἐνσαρκωτές του.
Κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Ζιάκα μιὰ θεωρία εἶναι κριτικὴ ἂν «ὑπόκειται σὲ
διυποκειμενικὴ ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση καὶ διεύρυνση. Ἡ διυποκειμενικὴ σχέση
προηγεῖται κάθε λογικῆς ἐκφορᾶς καὶ κάθε παράστασης, καὶ ἑπομένως μόνο στὸ
ἐπίπεδό της εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ ἐπαλήθευση» (Ἡ ἔκλειψη τοῦ
ὑποκειμένου, σ. 42). Τί συνιστᾶ ἐμπειρία ἐδῶ θεωρεῖται δεδομένο, λὲς καὶ δὲν
ἀντιλαμβάνονται ἐμπειρικῶς διαφορετικὰ οἱ διάφορες παραδόσεις τὰ ἴδια γεγονότα.
Ἐπιπλέον ἡ ἐξιδανίκευση τῆς σχέσης εἶναι λανθασμένη, γιατὶ ἀπὸ τὸ Εἶναι της δὲν
ἐξάγεται κανένα Δέον. Ἡ σχέση ὡς τέτοια δὲν λέει τί εἶναι ὀρθὸ ἢ σωστό.
Προϋποτίθενται οἱ ὁρισμοὶ τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ ὀρθοῦ, οἱ ὁποῖοι προφανῶς δὲν
ὑπάρχουν σὲ μιὰ «γυμνὴ» σχέση καθεαυτήν. Ὁ Ζιάκας ἐπεξηγεῖ τὴ θέση του γράφοντας
«Ἡ τριαδικότητα «ἀποκαλύπτεται» ὡς «καλὴ ἀλλοίωση» τοῦ ὑποκειμένου, ἄμεσα ὁρατὴ
στὶς σχέσεις του. Ἔχει ἐπίσης μιὰν ἐξαιρετικὰ «νατουραλιστικὴ» κοινωνικὴ
ἐπαλήθευση. Εἶναι ὁ κοινοτισμός, ὡς ὑπέρβαση τῆς πόλωσης μεταξὺ
ἀτομοκεντρισμοῦ καὶ κολλεκτιβισμοῦ» (Ἡ ἔκλειψη τοῦ ὑποκειμένου, σ. 46).
Καταρχὴν ὁ κοινοτισμὸς ἐξιδανικεύεται. Ξεχνᾶται ὅτι λειτούργησε μιὰ χαρὰ ὡς
φοροεισπρακτικὸς μηχανισμὸς ἑνὸς κολλεκτιβιστικοῦ κράτους. Ξεχνῶνται οἱ (προφανεῖς
γιὰ ὅποιον ἔχει ζήσει σὲ χωριὸ) «ἀδιαπραγμάτευτες σχέσεις» φαγωμάρας, φθόνου,
κουτσομπολιοῦ, ἀήθειας κ.λπ., οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦν πάντοτε σὲ μιὰ μικρὴ
κοινότητα. Ἡ κοινότητα δὲν εἶναι προσωποκεντρικὸ μέγεθος, ὥστε νὰ ἐπιβεβαιώνει
τὴν «ἀλήθεια τοῦ Προσώπου», χώρια ποὺ ἐπιβεβαιώνει, ὅπως εἴπαμε, τὸ ἀντίθετο.
Ἐπιπλέον τὸ κακὸ καὶ τὸ καλὸ ὁρίζονται διαφορετικὰ σὲ κάθε παράδοση καὶ ἔτσι τὰ
ἴδια πράγματα ἢ συμπεριφορὲς φαίνονται ἀπὸ ἄλλους ὡς καλὴ ἀλλοίωση κι ἀπὸ ἄλλους
ὡς κακὴ ἀλλοίωση ἢ μὴ-ἀλλοίωση. Βέβαια ὁ Ζιάκας θέλοντας νὰ προωθήσει τὴ δική του
κοσμοθεώρηση, κρίνει τὰ ἀποτελέσματά της μὲ τὰ ἴδια της τὰ
κριτήρια. (20/4/2007)
Ο Ζιάκας, ενώ έχουμε δείξει ότι η έννοια του Προσώπου ήταν πολύ διαφορετική στην βυζαντινή εποχή (σήμαινε την μάσκα), έχει εξηγήσει ότι «Πρόσωπο» σημαίνει τον άγιο, τον μάρτυρα, τον ήρωα κ.ο.κ. Εδώ βέβαια τίθεται ένα πρόβλημα για την ελληνικότητα του Προσώπου και την ευρεσιτεχνία του. Γιατί, ήρωες και μάρτυρες (και άγιοι ακόμη, μ.Χ.), υπάρχουν και υπήρχαν σε όλες τις εποχές, πριν την πατερική φιλοσοφία και κοσμοθεώρηση, δίχως να έχουν καμμία σχέση με ελληνικότητα. Είναι προβληματική η χρήση ενός θεολογικού όρου (ο οποίος δεν σήμαινε τότε στην κοινή γλώσσα ό,τι θέλουν να σημαίνει) του 4ου αι., προκειμένου να οριστεί μια πανανθρώπινη «αλτρουιστική» συμπεριφορά, η οποία στο κάτω κάτω μπορεί να οφείλεται και σε κολλεκτιβιστικά κριτήρια. Πράγματι θυσιαζόμενος εθελούσια για το καλό της «Κοινότητας» δεν χρειάζεται να είμαι ούτε «άτομο» ούτε «πρόσωπο»· εκτός κι αν μας πει κανείς ότι δεν υπήρξαν ανθρώπινα όντα που θυσιάζονταν οικειοθελώς για την ασιατική «Κολλεκτίβα» τους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει διάκριση κινήτρων μεταξύ «προσώπου» και «κολλεκτιβιστικού ατόμου», όταν αυτά θυσιάζονται για την κοινότητά τους, το καθένα. Επομένως το «Πρόσωπο» δεν είναι διόλου σαφές εννοιακά ούτε χρησιμεύει σε κατάταξη πολιτισμών. (25/2/2007)
Ο Ζιάκας αναρωτιέται γιατί να είναι ανέφικτος ο τύπος του αγίου – αφού έχει ταυτίσει το Πρόσωπο με τον άγιο. Αναφέρεται στο «νέφος μαρτύρων» (αγίων), οι οποίοι ήταν, σημειωτέον, απλοί-κοινοί άνθρωποι, χωρίς κανενός είδους σπάνια χαρίσματα» (Άρδην, τ. 19-20). Το «νέφος» αυτό βέβαια είναι μια σταγόνα στον ωκεανό, συγκρινόμενο με τον πληθυσμό της Αυτοκρατορίας. Αλλά και αργότερα, στο Βυζάντιο, για το οποίο γράφει ο Ζιάκας «μπορεί να μην έχουμε τόσο πολλούς «αγίους, αλλά όλοι ήθελαν να αγιάσουν, ακόμα και πολλοί αυτοκράτορες. Η πίστη στην εφικτότητα του επιθυμητού δεν είχε χαθεί» (ό.π.), δεν βλέπουμε τέτοια επιθυμία παρεκτός κι αν πιστέψουμε στην καθεστωτική προπαγάνδα του καιρού εκείνου. Αντιθέτως, εκείνο που βλέπουμε είναι όλοι να θέλουν να γίνουν αυτοκράτορες, όλοι να συνωμοτούν εναντίον όλων για να ανέβουν στο Παλάτι, όλοι να θέλουν τη δόξα, τα λεφτά, τις γαίες, τις γυναίκες και το πιοτό, οι ευνούχοι να κυβερνήσουν, οι λόγιοι να κυβερνήσουν, οι στρατιωτικοί να κυβερνήσουν κ.ο.κ. Ο Ζιάκας θέλει να δεχτούμε την αυτοκατανόηση των συγγραφέων των συναξαριών ως την αυτοκατανόηση και ως την πραγματικότητα της ζωής των περισσότερων Βυζαντινών. Αλλά τα ίδια τα κείμενα των Πατέρων, ήδη στον 4ο αιώνα (π.χ. Χρυσόστομος) οι οποίοι είναι έξαλλοι με το εκκλησίασμά τους, το οποίο προτιμά τον Ιππόδρομο και τα «σατανικά άσματα» από τον εκκλησιασμό, άλλο δείχνουν· οι ίδιες οι εκκλησιαστικές Σύνοδοι οι οποίες απαγορεύουν και ξανααπαγορεύουν συνεχώς τα καρναβάλια και τα θέατρα και τους χορούς και τις «άσεμνες ζωγραφιές» στις ιδιωτικές οικίες, δείχνουν ότι ο ειλικρινέστατος χριστιανισμός των Βυζαντινών είχε τα όριά του, τα οποία ήταν μάλλον παρόμοια με τα τωρινά: απλώς τότε δεν υπήρχε εναλλακτικό ανθρωπολογικό πρότυπο, διότι κάθε τι ανταγωνιστικό του Προσώπου ήταν (από ένα ποιοτικό σημείο και μετά) απαγορευμένο, οπότε απέμεναν τα «θυμελικά» και οι «ορχήσεις». Μπορεί κάλλιστα λοιπόν, κάποιος (άτομο ή κοινωνία) να θέλει στα λόγια να γίνει «Πρόσωπο», αλλά αυτό δεν κάνει το Βυζάντιο προσωποκεντρικό πολιτισμό ούτε μάς κάνει να παίρνουμε στα σοβαρά τους ισχυρισμούς των συγγραφέων συναξαριών, εκτός κι αν κάνουμε λόγο για συλλογική υποκρισία. Ίσα-ίσα, μπορούμε να δούμε σε πάμπολλα συναξάρια το κοσμικό φρόνημα των πολλών και αμαρτωλών (οι οποίοι τιμωρούνται ή ελεούνται), το οποίο ασφαλώς δεν μπορούσε να εξαφανιστεί με αυτοκρατορικά διατάγματα. Έτσι, ενώ κυριαρχούσε η θεωρία του Προσώπου στους λίγους μορφωμένους, ο λαός ζούσε όπως και τώρα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι στο Βυζάντιο «ο καϋμός των ανθρώπων του ήταν ν’ αγιάσουν»(ό.π.)· δεν έχει κανέναν καημό κανείς, όταν τρέχει καθημερινά στον Ιππόδρομο για να αγιάσει. Το πολύ-πολύ να τον θεωρήσουμε διχασμένη προσωπικότητα, ως αυτοεξαπατώμενο, αλλά όχι «οπαδό» του Προσώπου. Και μόνο ως αστεία μπορούμε να δεχτούμε τον ισχυρισμό ότι «και οι αυτοκράτορες ήθελαν να αγιάσουν».
Η ταύτιση Προσώπου και ήρωα/μάρτυρα/αγίου από το Ζιάκα είναι προβληματική. Άραγε οι αιρετικοί Προτεστάντες που καίγονταν ως μάρτυρες στις καθολικές πυρές ήταν Πρόσωπα; Καλύτερο λοιπόν θα ήταν να ταυτίσουμε το Πρόσωπο με τον άγιο αποκλειστικά, εάν δεν θέλουμε να αρχίσουμε διακρίσεις μεταξύ αληθινού και ψεύτικου Προσώπου. Έτσι όμως από τη μια ορίζονται (από τον Ζιάκα) ως Πρόσωπα οι άγιοι, οι μάρτυρες (οι οποίοι, κατά Ζιάκα, δεν είχαν σπάνια χαρίσματα) ενώ από την άλλη ο Ζιάκας γράφει «Η Ορθόδοξη παράδοση και γραμματεία ορίζουν σαφώς ότι υπάρχει δυνατότητα ανθρωπολογικής εξελίξεως και ότι αυτή έχει τρεις βαθμίδες. Τρεις είναι «οι τάξεις των σωζομένων»: οι δούλοι του Θεού, οι εργάτες του Θεού και οι φίλοι του Θεού. Οι πρώτοι κάνουν το καλό από φόβο. Οι δεύτεροι γιατί υπολογίζουν σε μισθό. Και οι τρίτοι κάνουν το καλό από αγάπη. Κολεκτιβιστικός άνθρωπος – Άτομο – Πρόσωπο. Η νοηματοδότηση είναι, λοιπόν, σαφέστατη» (ό.π.). Από αυτό εξάγεται ότι μόνο η τρίτη τάξη των σωζομένων, οι φίλοι του Θεού, είναι Πρόσωπα· οι άλλοι είναι Άτομα (εργάτες του Θεού) και Κ.Α. (δούλοι του Θεού). Ωστόσο δεν μπορεί ταυτόχρονα να θεωρούνται Πρόσωπα όλοι οι άγιοι και μάρτυρες (ακόμη κι αν δεν έχουν δηλαδή εξαιρετικά χαρίσματα), ενώ από την άλλη να θεωρούνται Πρόσωπα μόνον τα μέλη μίας από τις τάξεις των αγίων, «οι φίλοι του Θεού» (διότι άγιοι είναι και οι «δούλοι του Θεού» καθώς και οι μάρτυρες «δίχως σπάνια χαρίσματα»· μπορεί λ.χ. να προτιμάς τα λιοντάρια από το να θυσιάσεις στα είδωλα, διότι φοβάσαι την αιώνια κόλαση). Υπάρχει λοιπόν μια αντίφαση στον ορισμό του Προσώπου, διότι από τη μια απαιτούνται ειδικά χαρίσματα για να είσαι Πρόσωπο, ενώ από την άλλη δεν απαιτούνται απαραιτήτως αυτά.
Ο Ζιάκας, όπως τουλάχιστον μπορούμε να δούμε στο Άρδην τ. 27 («Η κριτική στο Διαφωτισμό»), φαίνεται να είναι οπαδός της θεωρίας των κλειστών πολιτισμικών κύκλων, σύμφωνα με την οποία όλοι οι πολιτισμοί γεννιούνται και πεθαίνουν αναπόφευκτα. «κάθε τι που υπάρχει είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Μέσα στο Γίγνεσθαι τίποτα δεν είναι αιώνιο. Όλα υπόκεινται στην κριτική του θανάτου. Γιατί όχι και η νεωτερικότητα; (…) Τελικά όμως οι δυνάμεις της καταστροφής κερδίζουν αναπόφευκτα το παιγνίδι. Σπάνια το τέλος ενός πολιτισμού είναι αποτέλεσμα εξωτερικών καταστρεπτικών δυνάμεων». Εάν ισχύει αυτή η θεωρία, τότε η προσπάθεια «όσων ψάχνουν για μετανεωτερική διέξοδο» είναι κι αυτή καταδικασμένη. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «γιατί όχι και η κοινωνία του Προσώπου;» Αν όμως και η κοινωνία του Προσώπου είναι κι αυτή καταδικασμένη να πεθάνει, τότε δεν αποτελεί έξοδο από την κρίση. Το παράδειγμα του Βυζαντίου, το οποίο ήταν για τον Ζιάκα προσωποκεντρικό, δείχνει ότι ούτε το Πρόσωπο είναι αυτό που πρέπει να αναζητήσουμε. Αφού το Βυζάντιο διαλύθηκε, γιατί να θεωρήσουμε το Πρόσωπο διέξοδο μετανεωτερική; Εδώ βέβαια μπορεί κανείς να αναφέρει τις «εξωτερικές καταστρεπτικές δυνάμεις» λέγοντας ότι αυτές κυρίως ευθύνονται. Όμως ακόμη κι αυτή η προσέγγιση είναι ενδεικτική της αποτυχίας του Προσώπου: το Πρόσωπο δεν υπερνίκησε τη φθορά. Πράγματι, μπορεί κανείς να πει ότι έφταιξε που στο Βυζάντιο «δεν πραγματώθηκε το Πρόσωπο σε ικανό βαθμό, αν και ήταν προσωποκεντρική η κοινωνία». Αυτή η άποψη είναι φυγή στην ουτοπία. Διότι τα ίδια μπορεί να πει κι ο κομμουνιστής (π.χ. ότι η ΕΣΣΔ κατέρρευσε επειδή δεν εφαρμόστηκαν σωστά οι μαρξιστικές αρχές) κι ο φιλελεύθερος (π.χ. ότι αιτία δυσαρμονίας σήμερα είναι ότι εφαρμόζεται μερικώς κι όχι πλήρως το πρόγραμμα του Διαφωτισμού), ωστόσο οι δικοί μας διόλου δεν θα συμμεριζόταν την άποψη των κομμουνιστών/φιλελεύθερων· δεν βλέπουν όμως ότι την ίδια σοφιστική ρητορική χρησιμοποιούν κι οι ίδιοι: δικαιολογούν τη βυζαντινή κατάρρευση βάσει της μη πραγματοποίησης του βυζαντινού προτύπου. Έτσι κάνουν όλοι οι ιδεολόγοι, κομμουνιστές, φιλελεύθεροι: αποδίδουν τα κακά όχι στο πρότυπό τους, αλλά στην μη πραγμάτωσή του. Γιατί ωστόσο να πιστέψουμε τη αιτιολόγηση των βυζαντινών δεινών αλλά όχι την κομμουνιστική και την φιλελεύθερη αιτιολόγηση; Και γιατί να πρέπει να δεχόμαστε τις, αναπόδεικτες έτσι κι αλλιώς, απόψεις του κάθε ιδεολόγου, ότι «δεν φταίει η ιδεολογία μου, αλλά η λανθασμένη και μερική εφαρμογή της»; Μήπως θα είναι κάποτε σε θέση μερικοί να παρουσιάσουν την κατ’ αυτούς ιδανική προσωποκεντρική κοινωνία, ώστε βάσει αυτής να αποδειχθεί ότι το Πρόσωπο είναι ο ιδανικός ανθρωπολογικός τύπος; Ασφαλώς ποτέ δε θα είναι – όπως ποτέ δεν ήταν οι μαρξιστές κι οι Διαφωτιστές. Γι’ αυτό και υποστηρίζουν (αναπόδεικτα) για το πρότυπό τους αυτό που αρνούνται για τα πρότυπα των άλλων (της Δύσης). Πάντως: αφού η βυζαντινή προσωποκεντρική κοινωνία κατέρρευσε και αφού ισχύει η θεωρία των κλειστών πολιτισμικών κύκλων, δεν υπάρχει λόγος να βλέπουμε το Πρόσωπο ως την καλύτερη διέξοδο. Με άλλα λόγια, ο Ζιάκας μάς λέει, όσο κι αν δεν το αντιλαμβάνεται: «ελάτε στο Πρόσωπο, είναι η σειρά του να κυριαρχήσει ή είναι η ελπίδα μας για το Μετά της Δύσης. Βέβαια κι αυτό, όπως και το Άτομο, είναι μέρος του κύκλου και σύντομα θα καταρρεύσει όπως κατέρρευσε παταγωδώς 600-800 χρόνια πριν. Αλλά τι πειράζει;». Πόσο όμως διαφέρει ο «σοφιστικός σχετικισμός» που αντιμάχεται ο Ζιάκας από την παραδοχή ότι δεν υπάρχει πρόοδος (η θεωρία των κλειστών πολιτισμικών κύκλων αποκλείει την πρόοδο); Και πόσο συνταιριάζεται η παραδοχή ότι κάθε τι, άρα και ο προσωποκεντρικός πολιτισμός, έχει ημερομηνία λήξης, με ρητορικές ερωτήσεις τύπου «γιατί το ανθρωπολογικό αυτό [βυζαντινό, πατερικό] πρότυπο ενώ παρήγαγε πολιτισμό (π.χ. υψηλή τέχνη) ικανό να διαμορφώσει οικουμένη (εντός αλλά και εκτός των συνόρων του: Ρωσία κ.λπ.), δεν κατόρθωσε να ενσαρκωθεί στο πολιτειακό πεδίο. Τι έφταιξε και δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί πολιτειακά ο ελληνικός προσωποκεντρικός πολιτισμός. Αυτό είναι το πρόβλημα και πρέπει να διερευνηθεί σε συνάρτηση με τον ιστορικό του χαρακτήρα, που έχει τις καταβολές του στην ιδιοτυπία της ελληνικής εξατομίκευσης και στα ειδικά χαρακτηριστικά της κρίσης της, καθώς βεβαίως και στη γενική σύνθεση των ιστορικών συνθηκών, που καθόρισαν την πρόσδεση των Ελλήνων στον πολιτειακό δεσποτισμό. Δηλαδή την «προδοσία», εκ μέρους τους, τόσο του κλασικού όσο και του αποστολικού πολιτειακού ιδεώδους» (Άρδην, τ. 27, σ. 50); Όταν η Ειμαρμένη συνίσταται στην καταστροφή κάθε πολιτισμού και στην αντικατάστασή του με άλλον, τότε τα «γιατί» και οι «αναλύσεις» περιττεύουν· ειδικά οι αναλύσεις οι οποίες απαλλάσσουν το πρότυπο και κατηγορούν αυτούς που το εφάρμοσαν.
Ένα λάθος του Ζιάκα είναι, όπως είπαμε σε άλλο άρθρο, ότι θεωρεί το Δυτικό άτομο αυτοαναφορικό και κατά συνέπεια να προσάπτει στους Διαφωτιστές την κατηγορία του μηδενισμού. Καταρχήν η ένσταση ότι το δυτικό Άτομο δίνει λόγο στον εαυτό του, ενώ ο Κ.Α. στην Κοινότητα, είναι εσφαλμένη: διότι τελικός κριτής είναι πάντα το άτομο, κολλεκτιβιστικό ή όχι, ανεξάρτητα του αν το Κ.Α. αποδέχεται την γνώμη της Κοινότητας (άραγε το πατερικό Πρόσωπο το οποίο αποδέχεται τη γνώμη του εξομολόγου και της Εκκλησίας, είναι κολλεκτιβιστικό ή δίνει λόγο στον εαυτό του; Ασφαλώς και αυτό, όπως και το Άτομο και ο Κ.Α. δίνουν λόγο στον εαυτό τους). Το Δυτικό άτομο διόλου αυτοαναφορικό δεν ήταν. Δεν μπορούσε «να κάνει ό,τι θέλει». Έπρεπε, κατά τους Διαφωτιστές, το νεωτερικό άτομο να συμμορφωθεί με ορισμένες κανονιστικές αρχές, οι οποίες κατά τους Διαφωτιστές πηγάζουν από τη Φύση ή την κοινωνία. Αυτές οι αρχές ήταν λοιπόν εκτός του ατόμου, δεν τις δημιουργούσε το ίδιο· ασφαλώς μπορούσε να τις απορρίψει και να ζήσει στο «σκοταδισμό», όπως και ο κατά Χριστιανισμό «αμαρτωλός» μπορεί και απορρίπτει το Πρόσωπο. Γι’ αυτό και ο Καστοριάδης τονίζει την ετερονομία του Διαφωτισμού, ότι δηλαδή ο τελευταίος επικαλούνταν τη Φύση για να νομιμοποιήσει τις αρχές που (ο Διαφωτισμός) πρέσβευε· δηλαδή κατηγορεί τον Διαφωτισμό ότι προγραμματικά δεν ήταν αυτοαναφορικός και αυτόνομος, αλλά φυσιο-αναφορικός. Όταν λοιπόν ο Ζιάκας λέει ότι «το αρχαιοελληνικό Άτομο είναι κοσμοαναφορικό (αναφέρεται σε έναν Λόγο Κοινό, που είναι κοσμικός), ενώ το νεωτερικό Άτομο είναι αυτό-αναφορικό» (Άρδην, τ. 27, σ. 51), δείχνει ότι αγνοεί, αφενός ότι και το νεωτερικό Άτομο αναφέρεται σε έναν Λόγο, ο οποίος είναι κοινός και πηγάζει από τη Φύση, αφετέρου ότι ο Λόγος των Διαφωτιστών δεν ήταν ο εργαλειακός, αλλά (όπως και η Φύση των Διαφωτιστών) ο κανονιστικός. Βέβαια όπως ξέρουμε, ο Λόγος, η Λογική, είναι μόνον εργαλειακός και όχι κανονιστικός (παρά τις αντίθετες απόψεις και των σημερινών επιγόνων του Διαφωτισμού)· ωστόσο, οι κατηγορίες ότι ο Διαφωτισμός αντιλαμβάνεται τον Λόγο (του) εργαλειακά και τυπικά, τάχα σε αντίθεση με τον κοσμικό (και κανονιστικό) αρχαιοελληνικό Λόγο, είναι εσφαλμένες και προέρχονται από την άκριτη υιοθέτηση των ρομαντικών προκαταλήψεων του 19ου αι. για τον Διαφωτισμό ως «ξηρό ορθολογισμό». Αυτές είναι κατηγορίες βασισμένες στη ρομαντική μυθολογία και σε συμπεράσματα για τον Διαφωτισμό τα οποία έχουν πλέον αναιρεθεί. Οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν εξίσου λογικοί και παράλογοι, σε θεωρία και πράξη, όσο οι Δυτικοί. Άλλο αν η άμεση δημοκρατία ή άλλα χαρακτηριστικά των πρώτων διέφεραν από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά των δεύτερων. Θα ήταν τόσο εσφαλμένο να εντοπίσουμε διαφορά στα επίπεδα του Ατόμου και του Λόγου μεταξύ Δύσης και αρχαίας Ελλάδας απλώς επειδή η δημοκρατία δεν είναι άμεση στη Δύση κι επειδή η Δύση είναι μια κοινωνία «μαζών», όσο εσφαλμένο θα ήταν να εντοπίζαμε διαφορά μεταξύ Βυζαντίου και αρχαίας Ελλάδας επειδή δεν υπήρχε δημοκρατία στο πρώτο κι επειδή τα πληθυσμιακά μεγέθη ή και πρότυπα («άγιος») του Βυζαντίου ήταν ανύπαρκτα στην αρχαία Ελλάδα. Μια αμεσότητα αρχαιοελληνική ήταν αδύνατη για αντικειμενικούς λόγους λοιπόν στη Δύση, αλλά οι διαφορές μεταξύ Δυτικού και Αρχαιοελληνικού ατόμου είναι τυπικές-αντικειμενικές, οφειλόμενες στις διαφορετικές συνθήκες, κι όχι διαφορές στην ουσία της πίστης στο Λόγο.
Ο Ζιάκας αντιμάχεται την ψευδώνυμη ταύτιση δυτικού και ελληνοχριστιανικού πολιτισμού (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 39). Πράγματι δεν ισχύει ότι οι Δυτικοί συνέχισαν τον ελληνικό πολιτισμό όπως αυτός ήταν στην ακμή ή κατά την ρωμαιοκρατία. Τον μεθερμήνευσαν μέσω του σχολαστικισμού, της μεσαιωνικής ιστορίας και της φυλετικής ιδιοσυγκρασίας τους. Ωστόσο ούτε μπορούμε να πούμε ότι ο πολιτισμός που οι μεσαιωνικοί Έλληνες δημιούργησαν είναι ταυτισμένος με τον αρχαιοελληνικό, διότι οι μεσαιωνικοί πρόγονοί μας πετσόκοψαν όσα μέρη της Αρχαιότητας έκριναν ως βλαβερά ή περιττά, βάσει της χριστιανικής κοσμοθεώρησής τους. Τόσο αυτή η ενέργεια όσο και η νεωτερική μεθερμηνεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού δεν είναι ούτε κάτι εξαντικειμένου κακό ούτε σφαλερό. Είναι απλώς αναγκαίο και φυσιολογικό, διότι δεν επικρατούσαν οι ίδιες συνθήκες παντού και διότι υπήρχαν διαφορετικές ανάγκες σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Λανθασμένη πάντως είναι η έμφαση στο ότι τάχα ο «κόσμος» δεν ήταν «σωρός πραγμάτων», αλλά «ζωντανό πρότυπο» για τους Αρχαίους, σε αντίθεση με την δυτική αντίληψη. Καταρχήν αυτός που θεώρησε τον κόσμο «σωρό πραγμάτων» ήταν ένας Αρχαίος κι όχι Δυτικός, ο Ηράκλειτος· άρα θα έπρεπε να αναρωτηθούμε μήπως δεν ήταν Αρχαίος αλλά… «φραγκεμένος». Η Φύση, για τους Διαφωτιστές ήταν πηγή των κανονιστικών αξιών ακριβώς επειδή, στα μάτια τους, συνιστούσε ένα αυτάρκες Όλο το οποίο είχε έλλογη δομή. Η θέαση της Φύσης ως μηχανής είναι μία μόνο από τις δυτικές αναγνώσεις της. Κυρίαρχη ανάγνωση της Φύσης στο Διαφωτισμό ήταν και αυτή της προσωποποίησής της και θεοποίησής της ακόμα.
Οι κατηγορίες του Ζιάκα περί μηδενισμού και μηδενιστικών εξισώσεων της Νεωτερικότητας («ο μηδενισμός της αυθυπερβατικής διάστασης του ανθρώπου (θεός = 0), ο μηδενισμός της αυτονομίας του συλλογικού υποκειμένου έναντι του ατόμου (η συλλογική ταυτότητα = 0) και ο μηδενισμός της οντολογικής σημασίας των ενεργειών (ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τη «φύση» του: φιλαυτία, πλεονεξία, εριστικότητα κ.λπ.)» Άρδην, τ. 19-20) δείχνουν ότι θέλει να ταυτίσει την μηδενιστική πτέρυγα του Διαφωτισμού με την κυρίαρχη, πλειοψηφούσα κανονιστική πτέρυγά του, αν όχι με τον Διαφωτισμό τον ίδιο. Η κυρίαρχη κανονιστική πτέρυγα του Διαφωτισμού είχε εξαρχής (από τον 16ο αι., κι όχι χάρη στον ρομαντισμό του 19ου αι.) αντιταχθεί στον μηδενισμό των μηδενιστών Διαφωτιστών, κι έτσι όφειλε να κάνει, τουλάχιστον για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς τής τότε πανίσχυρης Εκκλησίας ότι προάγει την αθεΐα και τον μηδενισμό – και, ως γνωστόν, καμμία ιδεολογία δεν μπορεί να πετύχει την κοινωνική κυριαρχία εάν αποδέχεται τον μηδενισμό των αξιών. Ήδη ο Λοκ αναφερόταν περιφρονητικά στην νόηση-αναλυτική σκέψη λέγοντας ότι είναι ανίκανη να συλλάβει τις πρώτες αρχές. Από την άλλη, ο Διαφωτισμός στη θέση του Θεού έβαλε τη Φύση, ακριβώς για να αποφύγει τον μηδενισμό, οπότε κατηγορίες για προγραμματικό μηδενισμό της αυθυπερβατικής διάστασης του ανθρώπου εκ μέρους του Διαφωτισμού είναι λανθασμένες, διότι οι Διαφωτιστές καλούσαν τον άνθρωπο να συμμορφωθεί με τον ιδεατό Άνθρωπο υπακούοντας στις επιταγές της κανονιστικής Φύσης και υπερβαίνοντας την τωρινή, «μη φυσική» κατάστασή του. Όσο για τον «μηδενισμό της οντολογικής σημασίας των ενεργειών», εκτός από την λανθασμένη προϋποτιθέμενη ταύτιση μηδενιστών Διαφωτιστών και κανονιστικού Διαφωτισμού, ο τελευταίος ουδόλως διακήρυττε, ως σύνολο, «κάντε ό,τι θέλετε, δεν μπορεί να αλλάξει η τωρινή φύση σας», διότι τέτοια διακήρυξη θα σήμαινε παραίτηση των Διαφωτιστών από το διαφωτιστικό έργο τής εκπαίδευσης και «συμμόρφωσης» των ανθρώπων με την κανονιστική Φύση και τον Λόγο.
Ο Ζιάκας θεωρεί ότι «Ο Διαφωτισμός θεμελιώνει κοινωνία στον μηδενισμό, επειδή η οντολογία του είναι φυσιοκεντρική-κλειστή. Φυσιοκεντρισμός μέσα στο Γίγνεσθαι, όπου τα πάντα ρει, σημαίνει αναγόρευση του θανάτου σε μοναδική οντολογική πραγματικότητα. ΄ένας κόσμος νομοτελής, δεσποζόμενος από τον θάνατο, δεν αφήνει χώρο στην ύπαρξη κλειστής ταυτότητας» (Άρδην, τ. 27, σ. 53). Ο Διαφωτισμός αδιαφόρησε για το πρόβλημα της οντολογίας και ασχολήθηκε κυρίως με την γνωσιολογία. Από τη στιγμή που η Φύση θεωρήθηκε αυτάρκες Όλον, ο μηδενισμός αντιμετωπίστηκε από τους Διαφωτιστές με την άποψη ότι η Φύση είναι πηγή των κανονιστικών αξιών κι όχι μια απρόσωπη μηχανή. Μηδενισμό, δηλαδή άρνηση της αντικειμενικότητας των αξιών, θα προκαλούσε η προγραμματική διακήρυξη αντικατάστασης του Θεού από μία απρόσωπη μηχανιστική Φύση· αλλά κάτι τέτοιο μόνο οι μηδενιστές υλιστές Διαφωτιστές το έκαναν. Τόσο οι θεϊστές όσο και οι αισιόδοξοι υλιστές, δέχτηκαν τη Φύση ως πηγή των αξιών προκειμένου να αποκρούσουν τον μηδενισμό. Το πρόβλημα του μηδενισμού πάντως, δεν επιλύεται οριστικά με την αντικειμενική κατοχύρωση των αξιών. Ούτε το πρόβλημα του θανάτου και του κακού απομακρύνεται, με δυιστικές λύσεις τύπου Εντεύθεν-Εκείθεν ή με την υπόθεση ότι «Μπορεί ο σύγχρονος άνθρωπος να σωθεί, αν αποδεχθεί τον έτσι κι αλλιώς αναπόφευκτο θάνατο του Εγώ του και τον "μεθοδεύσει" συνειδητά. Αν αναγνωρίσει τη μηδενικότητά του και αναγεννηθεί στο επίπεδο της σχέσης-αυτοπαράδοσης στον Άλλο» (Άρδην, τ. 27, σ. 53). Γιατί ήδη υπάρχει κι εδώ η παραδοχή της κυριαρχίας του θανάτου, ενώ τα ιδεολογήματα περί παράδοσης στον Άλλον είναι άλογα, αφού όταν παν κι οι δυο να αυτοπαραδοθούν, ο ένας στον άλλον, συμβαίνει η κωμική εκείνη κατάσταση όπου λόγω ευγένειας ο ένας προτρέπει στον άλλον «περάστε εσείς πρώτα» και λογομαχούν ποιος θα περάσει δεύτερος· χώρια που ο θάνατος καταργεί τη σχέση ούτως ή άλλως, δηλαδή αυτή δεν συνιστά αναγέννηση. Μια σχέση εν τη απουσία δεν είναι σχέση, είναι φθαρμένες αναμνήσεις ή παρερμηνείες του ενός εκ των δύο ανθρώπου. Όπως και να ‘χει: όταν προϋποτίθεται η άποψη ότι ο Λόγος των Διαφωτιστών είναι εργαλειακός και όχι κανονιστικός, τότε είναι φυσικό να υποστηρίζεται ότι «Το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ, δεν είναι ξένα προς την ουσία του Διαφωτισμού. Είναι η ενσάρκωσή της» (Ζιάκας, Άρδην, τ. 27, σ. 53). Όμως το ότι οι Διαφωτιστές αυταπατήθηκαν εν αγνοία τους νομίζοντας ότι ο Λόγος μπορεί να είναι (και) κανονιστικός, δεν συνεπάγεται ότι ο κανονιστικός Λόγος του Διαφωτισμού είναι απαραίτητα ομοούσιος με το Άουσβιτς· η ιδεολογική εντιμότητα θα έπρεπε να οδηγήσει τους αντιδυτικούς στην παραδοχή (αυτήν που κάνει κι ο φιλοδυτικός Καστοριάδης) ότι υπάρχουν λογιώ λογιώ δυτικές παραδόσεις (κι ο Καστοριάδης τονίζοντάς το δηλώνει έπειτα «εμείς εκλέγουμε την ουμανιστική κι όχι το Άουσβιτς» κ.ο.κ.). Το τσουβάλιασμα είναι προτιμότερο. Είναι προτιμότερο να καταδειχθεί ο εγγενής μηδενισμός του Διαφωτισμού από το να διακριθούν οι διάφορες πτέρυγές τους και η αντίληψη έκαστης περί Φύσης και Λόγου.
Ο Ζιάκας είναι αναμενόμενο να αποκαλεί «αυτισμό» την αυτοαναφορικότητα (Άρδην, τ. 19-20), διότι νομίζει ότι έτσι κτυπά το δυτικό νεωτερικό Άτομο. Έτσι όμως κτυπά αχυράνθρωπους. Το δυτικό Άτομο ήθελε να συμμορφωθεί ελεύθερα στις κανονιστικές επιταγές της Φύσης, αναφερόμενο σε αυτήν, το ίδιο όπως το βυζαντινό άτομο ήθελε να συμμορφωθεί ελεύθερα στις κανονιστικές επιταγές του Προσώπου αναφερόμενο σε αυτό.
Άλλη άποψη του Ζιάκα, προς αντιμετώπιση του ισχυρισμού του Ράμφου ότι οι Έλληνες δεν είναι άτομα, είναι, όταν ο Ράμφος παρατηρεί ότι ναι μεν οι Έλληνες είναι εγωπαθή τέρατα, αλλά και οι ανατολίτες του Ισλάμ είναι τέτοιοι επίσης, κι επομένως η εγωπάθεια δεν συνιστά απόδειξη ότι «είμαστε Άτομα», ότι «Στο μέτρο που μας βάζει στο ίδιο τσουβάλι με το Ισλαμ το επιχείρημα δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν για αστείο. Βεβαίως άτομα υπάρχουν και στο Ισλάμ, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι αν το άτομο, ως τύπος ανθρώπου, είναι ο άξονας του συγκεκριμένου πολιτισμού» (Άρδην, τ. 19-20). Αλλά πόσο αστεία είναι η ιδέα ότι οι (Νέοι) Έλληνες είναι στο ίδιο τσουβάλι με το Ισλάμ, ότι με άλλα λόγια είναι (ειδικά η νότια-ανατολική πτέρυγά τους) τουρκοποιημένοι και αραβοποιημένοι, τουρκοραγιάδες, τη στιγμή που ο μισός Ελληνισμός έζησε υπό ισλαμοκρατία 9 αιώνων κι ο άλλος μισός 4,5 αιώνων; Δεν προκάλεσε, άραγε, αυτή η υποταγή και αλλαγή προτύπων, συνηθειών; Πώς γίνεται να «αλλοτριωνόμαστε» και να εκδυτικιζόμαστε από τη Δύση (χάρη στην Βαυαροκρατία κ.λπ.), αλλά να μένουμε αμόλυντοι (ως λαός, ως άτομα και αναφορικά με το ανθρωπολογικό πρότυπο που υιοθετούμε) από το κολλεκτιβιστικό Ισλάμ; Προφανώς δεν γίνεται. Απλώς μερικοί προσέχουν τη Δύση και τον εκδυτικισμό λόγω της υποταγής σε αυτήν, αλλά αρνούνται τον «εξισλαμισμό» και εξασιατισμό μας λόγω της υποταγής στο Ισλάμ· τον βρίσκουν «αστείο» μάλιστα. Δεν είναι ο Νεοέλληνας ήρωας, ο Καραγκιόζης, χαρακτηριστικό παράδειγμα Ασιάτη, γλείφτη και σφογγοκωλάριου που υποκλίνεται και εξαπατάει κουτοπόνηρα τους ανώτερούς και ισχυροτέρους του, ίσα-ίσα για να επιβιώσει; Αυτό δεν είναι «κολλεκτιβισμός» άραγε; Μήπως, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Ζιάκας, τέτοια παραδείγματα (κολλεκτιβιστικών ατόμων στη νεώτερη Ελλάδα και ατομικιστών ατόμων στο Ισλάμ) είναι εξαιρέσεις; Μάλλον όχι. Όμως ένα «ανθρωπολογικό πρότυπο» το οποίο, στην νεώτερη Ελλάδα, έχει κοινωνική απήχηση μηδενική σχεδόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο νεοελληνικό, τη στιγμή που το νεοελληνικό πρότυπο, ο Καραγκιόζης, είναι κολλεκτιβιστής, δηλαδή δούλος.
Αν δεχτούμε ότι και το δυτικό και το αρχαιοελληνικό άτομο ήταν λογοκρατούμενα κι ότι όπως ο Δυτικός είχε τη Φύση, έτσι ο Αρχαιοέλληνας είχε τους προγόνους, τους ήρωες της πόλης και τους θεούς, τότε πρέπει να αφήσουμε όλα αυτά και να κοιτάξουμε την υπαρκτή διαφορά ανάμεσα στον Αρχαιοέλληνα και στον Δυτικό. Ο Αρχαιοέλληνας ήταν τίποτε δίχως την πόλη, δεν ήταν ολοκληρωμένο Άτομο. Ο Αλκιβιάδης, τον οποίο ο Ζιάκας αναφέρει («ο σεβασμός του προς την πόλι δεν είναι άνευ όρων. Άμα τον αδικήσει η πόλις η σύμβαση λύεται. Το παράδειγμα του Σωκράτη είναι λαμπρό, γιατί αποτελεί την εξαίρεση. Ο Αχιλλέας απέχει από τις κοινοτικές του υποχρεώσεις και προσεύχεται στον Δία να καταστρέψει τους συμπατριώτες του, που τον αδίκησαν στη μοιρασιά», Άρδην, τ. 19-20) είναι η εξαίρεση στην Αρχαία Πόλη. Αν δούμε τους όρους εισδοχής στην πόλη, βλέπουμε την απαίτηση για απόλυτη υποταγή στο καλό της Κοινότητας. Η εξορία από την Κοινότητα όταν το άτομο επαναστατούσε εναντίον της, η οποία διόλου σπάνια ήταν, δείχνει τον περιορισμένο ή μηδαμινό βαθμό ατομικότητας. Όσο η Κοινότητα αφορίζει (π.χ. η Εκκλησία) ή εξορίζει (ο Δήμος), κι όσο η αποκοπή από την Κοινότητα συνεπάγεται αναπόφευκτα την καταστροφή του ατόμου (σε αντίθεση με το Δυτικό Άτομο, το οποίο μπορεί να ζήσει αδιαφορώντας για τη γνώμη των γειτόνων του, αλλά δεν πρέπει να ζήσει ενάντια στη Φύση, την μόνη που θεμελιώνει ικανοποιητικά τις αξίες) και λογιζόταν ως το φοβερότερο πράγμα, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για Άτομο. Με αυτήν την έννοια οι Αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν Άτομα. (9/3/2007)
Ο Ζιάκας, εκτός από την κριτική του στον Καστοριάδη ασκεί κριτική και στον Κονδύλη. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι είναι γνώστης σε ένα βαθμό των απόψεων του Κονδύλη, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, την Παρακμή του αστικού πολιτισμού κ.λπ. Ωστόσο ο Ζιάκας δείχνει να αγνοεί τις βαθύτερες αντιλήψεις του Π. Κονδύλη, όπως αυτές παρατίθενται στο Ισχύς και απόφαση. Έτσι (Ο σύγχρονος μηδενισμός, σ. 73) γράφει: "΄Ολοι επιδιώκουν να επιβληθούν, παριστάνοντας τους ανιδιοτελείς, όπως μας λέει ο Κονδύλης. Μην παραμυθιάζεστε, λοιπόν, από τα ιδεαλιστικά περιτυλίγματα των αξιώσεων ισχύος (Ισχύς και απόφαση, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1991). Πολύ σωστά, αλλά στο μέτρο που απευθύνεται σε ονειροπαρμένους και αφελείς. Το θέμα δεν είναι η καθολικότητα των ατομικών αξιώσεων ισχύος, αλλά η δυνατότητα καλύτερης και χειρότερης θέσμισής της". Έτσι, ο Ζιάκας εξαιρεί τον εαυτό του από τους ονειροπαρμένους ή τους αφελείς. Όμως, ο Κονδύλης δεν υποστηρίζει - όπως νομίζει ο Ζιάκας - ότι οι άνθρωποι παριστάνουν τους ανιδιοτελείς ή τους ειλικρινείς ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκουν να επιβληθούν. Τέτοια ανάγνωση του Κονδύλη είναι επιπόλαια. Ο Π.Κ. τονίζει ότι τα υποκείμενα δεν παριστάνουν ότι είναι ανιδιοτελείς αλλά και το πιστεύουν: "είναι αναγκαίο [= για το άτομο] να παρουσιάσει τη δική του απόφαση ως την πιο ενδεδειγμένη για την εξασφάλιση της συλλογικής αυτοσυντήρησης ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, της συλλογικής ευτυχίας ή της συλλογικής ηθικής - και η ροπή του να κάμει κάτι τέτοιο δεν απορρέει τόσο από ψυχρό υπολογισμό όσο από την έμφυτη αξίωση κάθε απόφασης να είναι αντικειμενική" (Ισχύς και απόφαση, σ. 94). Και αλλού τονίζεται η διαδικασία της εξαντικειμενίκευσης της υποκειμενικής απόφασης, μέσω της οποίας το άτομο πιστεύει ότι υπηρετεί την αλήθεια, την ηθική κ.λπ. πολεμώντας τους εχθρούς των. Η δυνατότητα καλύτερης ή χειρότερης θέσμισης της ισχύος εξαρτάται από ποιο κριτήριο επιλέγει κανείς για να κρίνει τι συνιστά το καλύτερο και το χειρότερο. Όπως έχουμε αναφέρει αλλού (π.χ. βία-ισχύς-επιθετικότητα) η αμφισημία κάθε κριτηρίου (π.χ. της "μη βίας", της "αγάπης" και του "πραγματισμού") καθιστά υποκειμενική κάθε επιλογή με αποτέλεσμα την επιστροφή στην κονδύλεια αρχή "κοινωνική κυριαρχία-ορισμός και ερμηνεία του νοήματος".
Ο Ζιάκας γράφει (ό.π., σ. 73): "Αυτό που δεν προσέχει ο Κονδύλης, όταν χειρίζεται το ζήτημα, είναι ότι η ισχύς είναι πάντοτε συλλογικό μέγεθος και πηγάζει από την κοινωνική θέσμιση της αντιπαλότητας. Η ατομική ισχύς είναι νοητή μόνο ως μετοχή στην κεκτημένη συλλογική ισχύ, ως ιδιοποιημένη συλλογική δύναμη. Η εξατομίκευση της ισχύος, το γεγονός ότι φέρεται από άτομα, δεν αναιρεί τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Συνήθως αυτό μάς διαφεύγει γιατί υποσυνείδητα μπερδεύουμε την ισχύ με το σθένος ή τη σωματική ρώμη, που έχουν πράγματι ατομικό χαρακτήρα". Όμως σε όλο το Ισχύς και απόφαση είναι διάχυτη αλλά και τονισμένη τόσο η κοινωνική διάσταση της αυτοσυντήρησης (άρα και της επιδίωξης ισχύος) του ατόμου (π.χ. σ. 148: " η φυσική και πνευματική-κοινωνική αυτοσυντήρηση είναι αδιαχώριστες"), όσο και το ότι η ισχύς επιτυγχάνεται ακριβώς με την ειλικρινή, συνήθως, αποκήρυξη, από τον επίδοξο εξουσιαστή, της ωμής θέλησης για ατομική ισχύ και επικράτηση εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Η ατομική ισχύς για τον Κονδύλη επιτυγχάνεται μέσω της κοινωνικής διοχέτευσής της, μέσω της φαινομενικής αν και ειλικρινούς -όχι σπάνια- άρνησής της.
Ο Ζιάκας αντιπαραθέτει ισχύ και σθένος, ώστε να καταδείξει την ατομικότητα του σθένους σε σχέση με την κοινωνικότητα της ισχύος. Αλλά ότι η ατομική ισχύς είναι για τον Κονδύλη κοινωνικά αποκτημένη, όπως και η αυτοσυντήρηση (η οποία οδηγεί σε απαίτηση για διεύρυνση της ισχύος), και δεν συγχέεται με την υλική βία είναι προφανές. Ο Ζιάκας (ό.π., σ. 74) αντιδιαστέλλει την βία από την ισχύ. Δεν αναφέρει αν θεωρεί πως ο Π. Κονδύλης συγχέει τα δυο μεγέθη, ωστόσο στην Θεωρία του πολέμου καθώς και στο Οι φιλόσοφοιι και η ισχύς ο τελευταίος σαφώς και διαχωρίζει τη βία από την ισχύ.
Κατά τον Ζιάκα (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 67) ο Π.Κ. "ταυτίζει την περί εαυτού ιδέα με μία μόνο εκδοχή της: τη νεωτερική. Βεβαίως ως αυτοσυντήρηση είναι νόμιμη, αλλά ... και η περί εαυτού ιδέα ως αυθυπέρβαση είναι επίσης νόμιμη". Διαφεύγει από τον Ζιάκα ότι "Ο Άλλος ....συνιστά [για το Εγώ] κατά βάση μια βαθμίδα δικαιοδοσίας, στην οποία το Εγώ προσφεύγει για να βρει αναγνώριση και η οποία είτε συμμερίζεται την ιδέα που έχει το ίδιο το Εγώ για τον εαυτό του είτε την απορρίπτει" (Κονδύλης, Ισχύς και απόφαση, σ. 141).
Ο Ζιάκας κατατάσσει τον Κονδύλη στους θιασώτες του "αυτοεπιβεβαιωτικού μονισμού" (μαζί με τη δυτική ερμηνεία του Ηράκλειτου, τον Μακιαβέλι και τον Χομπς) επισημαίνοντας ότι είναι ταυτόχρονα και "αμφίθυμος απομυθοποιητής του αυτοεπιβεβαιωτικού μονισμού". Και καταλήγει: "Δεν βλέπουν το συναμφότερον αυθυπέρβασης και αυτοεπιβεβαίωσης, όχι γιατί κάνουν λάθος, αλλά γιατί σκέπτονται μέσα σε έναν πολιτισμό, όπου ο ατομικισμός είναι κοινωνιο-οντολογικό του πρόταγμα και νομίζουν ότι αυτό συμβαίνει σε κάθε πολιτισμό" (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 183). Όμως ο Π. Κονδύλης στο Το πολιτικό και ο άνθρωπος τονίζει ότι η διάκριση ατομικού-κοινωνικού και η αντιπαράθεση (πολεμική ή επιστημονική) ατόμου-κοινωνίας είναι εσφαλμένη. Αντιδρά στην ατομικιστική εξήγηση της ατομικής δράσης ως ανώτατης εξηγητικής αρχής (π.χ. Το πολιτικό... 1α, σ. 212) και γενικά στον μεθοδολογικό ατομικισμό (ό.π., σ. 190 κ.ε.). Άλλού (ό.π., σ. 268) γράφει: "..στην εσφαλμένη ταύτιση του κοινωνικός με το συλλογικός, η άλλη όψη της οποίας είναι η επίσης εσφαλμένη αντιπαράθεση κοινωνικός-ατομικός. Αυτή η δεύτερη αντιδιαστολή θέλει να υποβάλει μια διχοτομική εικόνα, σαν να είχαμε ένα άτομο στη μία όχθη και μια κοινωνία στην άλλη όχθη του ίδιου ποταμού... Το άτομο δεν υπάρχει μαζί με την κοινωνία, αλλά μέσα στην κοινωνία". Οι προϋποθέσεις του, λοιπόν, δεν είναι ατομικιστικές, όπως νομίζει ο Ζιάκας. Ο τελευταίος θέλει να αγνοεί ότι η "αυθυπέρβαση" δεν είναι παρά ένα είδος επέκτασης, αλλά επιφυλάσσει για τους αρνητές της αρχής της αυθυπέρβασης και της ανιδιοτέλειας την κριτική ότι κατά βάθος φοβούνται πως θα τρωθεί ή θα φανεί τρωτό το μεγάλο τους Εγώ. Τέτοια ψυχολογίστικα επιχειρήματα άνετα θα μπορούσαν να ερμηνευτούν "κονδυλικά": Ο Ζιάκας αυτοεπιβεβαιώνεται και αυξάνει, ως άτομο, την κοινωνική ισχύ του (π.χ. την απήχησή του) ως κήρυκας-ηγέτης/διανοητής της αντίθεσης στην "αυτεπιβεβαίωση"/"έπαρση" και τον μονισμό της ισχύος. Πολεμώντας την αυτοεπιβεβαίωση, την επιτυγχάνει. Δομικά, ακόμη κι αν από άποψη περιεχομένου είχε δίκαιο, θα είχε πάντοτε άδικο, αφού θα επιβεβαίωνε την κονδυλική περιγραφή των κοσμοεικόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κήρυκες κάθε αντικειμενικής αλήθειας και ηθικής (Διαφωτιστές, Ισλαμιστές κ.λπ.) ταπείνωναν τον εαυτό τους παρουσιαζόμενοι ως απλοί υπηρέτες μιας Μεγάλης Αλήθειας, την οποία εντελώς τυχαία μόνο αυτοί ήξεραν, κατανοούσαν ή, εν πάση περιπτώσει, ήταν ικανοί να ερμηνεύουν ορθά/ορθότερα από άλλους στην εποχή τους (10-8-2009)
Ενδιαφέρον όμως έχουν και οι απόψεις του Θόδωρου Ζιάκα για την ελληνικότητα:
Ο Θ. Ζιάκας, ενώ παλαιότερα, στις αρχές του ‘90 (στα πρώτα τεύχη της Ελλοπίας,
π.χ. τ. 4, σ. 53), τόνιζε ότι «άλλο έθνος και άλλο θρησκεία», ότι στο
έθνος συμπεριλαμβάνονται και διαφορετικά θρησκεύματα, κι ενώ αρχικά απορούσε πώς
γίνεται να μην υπάρχει μια ελληνικότητα που να συμπεριλαμβάνει και τον έλληνα
άθεο και τον ελληνορθόδοξο, αργότερα άλλαξε ρότα και, παρ’ όλο που εξακολουθεί
να μιλά για σύνθεση παραδόσεων, τονίζει ειδικά την παράδοση την οποία αυτός
θεωρεί κεντρική, στην κοσμολογία της οποίας βασίζει την εναλλακτική στην
παγκοσμιοποίηση και στο τέλος της νεωτερικότητας πρότασή του περί ελληνικότητας.
Η αντίληψή του Ζιάκα περί εκλογής εθνικότητας («την εθνικότητά μας την
επιλέγουμε κάθε στιγμή. Ο καθένας μας προσωπικά και όλοι μαζί σαν κοινότητα»
Ελλοπία 17, σ. 55) έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με την ιστορική
πραγματικότητα (δεν επιλεγόταν ούτε επιλέγεται κάθε στιγμή ή κάθε πρωί η
εθνικότητα από τα εκατομμύρια Τούρκους, Έλληνες κ.ο.κ.) αλλά και με την κοινή
λογική, αφού μια τέτοια αντίληψη συνεπάγεται αναπόφευκτα τη δυνατότητα να
αλλάζει κανείς την εθνικότητά του «κάθε στιγμή», είκοσι ή τριάντα φορές την
ημέρα, ή όπως τα εσώρουχα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν δημιουργούνται ούτε
διατηρούνται έτσι εν ζωή επί εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια τα έθνη. Προβληματική
και αβάσιμη λοιπόν είναι η αναφορά του Ζιάκα σε «πλουραλισμό» των «πολλών
εθνικών παραδόσεων», διότι απλούστατα ο ίδιος την αναιρεί προσανατολιζόμενος σε
μια στατική αντίληψη περί έθνους, στην αντίληψη του έθνους-κεντρικής παράδοσης.
Διότι μια τέτοια αντίληψη («έθνος ως σύνολο παραδόσεων») μπορεί να φαίνεται
«πλουραλιστική», ωστόσο δεν είναι διόλου τέτοια, εάν πρώτα δεν γίνει αποδεκτή
και νόμιμη η δυνατότητα και η πιθανότητα, η τωρινή κεντρική παράδοση να
«εκθρονιστεί» από μία περιφερειακή ή ακόμη και μια καινούργια παράδοση. Αλλά
αυτό ακριβώς αποκλείει ο Ζιάκας μέσω της θεωρίας της
«αλλοτρίωσης». Γράφει ο Θ. Ζιάκας (Ελλοπία 18, σ. 63) «εθνική αλλοτρίωση
είναι εκείνη η κατάσταση πραγμάτων, όπου ηγετική παράδοση στον εθνικό
σχηματισμό, δηλαδή παράδοση που κατευθύνει την παιδεία του, δεν είναι η κεντρική
του παράδοση, αλλά μια άλλη περιφερειακή. Η αλλοτρίωση είναι μάλιστα η εσωτερική
όψη ενός πολιτιστικού ιμπεριαλισμού, όταν η κυρίαρχη περιφερειακή παράδοση
συμβαίνει να είναι κεντρική παράδοση κάποιου άλλου εθνικού σχηματισμού. Η εθνική
αλλοτρίωση δεν αφορά, ωστόσο, την εν γένει κυριαρχία μιας περιφερειακής
παράδοσης πάνως την εθνική παιδεία, το κράτος και τους θεσμούς του, αλλά
πρωτίστως πάνω στην παιδεία της κεντρικής εθνικής παράδοσης. Η παιδεία της
κεντρικής παράδοσης του αλλοτριωμένου έθνους δεν ελέγχεται απ’ αυτήν την ίδια.
Δεν κατευθύνεται από τα δικά της πρότυπα, αλλά από τα πρότυπα της εισαγόμενης
ηγετικής παράδοσης. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το ειδικό περιεχόμενο της εθνικής
αλλοτρίωσης. Υπ’ αυτή τη συγκεκριμένη έννοια ο Νέος Ελληνισμός είναι ένας
αλλοτριωμένος Ελληνισμός, γιατί η εθνική του παιδεία ελέγχεται από το δυτικό
πνεύμα».
Ο Ζιάκας ξεχνάει ότι, έτσι κι αλλιώς, όποια παράδοση είναι ηγετική συν τω
χρόνω καθίσταται και κεντρική ακριβώς μέσω του ελέγχου της παιδείας.
Έτσι, μπορεί κανείς να του υπενθυμίσει ότι στους βυζαντινούς χρόνους η ηγετική
παράδοση της Ορθοδοξίας έλεγχε την αρχαιοελληνική παράδοση, ακριβώς μέσω του
ελέγχου της παιδείας της αρχαιοελληνικής παράδοσης (υπήρχε ένας, καλώς ή κακώς,
εκλεκτικισμός στο ποια συγγράμματα θα αντιγραφούν και ποιοι φιλόσοφοι θα
προτιμηθούν) κι έτσι αναπόφευκτα την καθιστούσε περιφερειακή καθιστάμενη
κεντρική η ίδια. Ο Ζιάκας κάνει ωσάν να ήταν έγκλημα η αλλαγή κεντρικής
παραδόσεως ή ωσάν να έχει υπόψη του κάποια ιδεατή ελευθερία της «κάθε στιγμής»
(που αναφέραμε για την εκλογή εθνικότητας) του καθενός, προκειμένου να αποδεχτεί
ή να απορρίψει την αλλαγή της θέσης μιας περιφερειακής παράδοσης σε ηγετική και
εν τέλει σε κεντρική. Τέτοια ελευθερία δεν υπήρξε ιστορικώς ποτέ όμως· οι
παραδόσεις αντιμάχονται σκληρά η μία την άλλη, επικαλούμενες την ισότητα (όταν
αμύνονται) ή την δίκαιη κυριαρχία (όταν υπερτερούν). Μη έχοντας κατά νου ούτε τη
διασύνδεση κοινωνικής ισχύος και παιδείας (είναι πρόδηλη η προτίμησή του στη
γαλλική άκρως υποκειμενική αντίληψη περί εκλογής
εθνικότητας) και απορρίπτοντας ως απαράδεκτη «αλλοτρίωση» κάθε ιδέα για αλλαγή
της κεντρικής παράδοσης, δεν αντιλαμβάνεται το απλό γεγονός ότι όπως στα
βυζαντινά χρόνια η ηγετική ελληνορθόδοξη παράδοση κυριαρχούσε επί της παιδείας
τής (έως τότε κεντρικής και ηγετικής) ελληνοπαγανιστικής παράδοσης, καθιστώμενη
έτσι κεντρική, κατά τον ίδιον τρόπο, μετά το 1833 η ηγετική ελληνοδυτική
παράδοση κυριαρχούσε επί της παιδείας τής (έως τότε κεντρικής και ηγετικής)
ελληνορθόδοξης παράδοσης καθιστάμενη εν τέλει κεντρική. Είναι αναπόφευκτη αυτή η
κυριαρχία επί της παιδείας των περιφερειακών παραδόσεων, διότι στην Ιστορία ποτέ
δεν υπήρξε ηγετική ή κεντρική παράδοση με τάσεις ιστορικής αυτοκτονίας μέσω της
«ισότιμης πρόσβασης όλων των παραδόσεων στην παιδεία» (την οποία ισότιμη
πρόσβαση ονειρεύεται ο Ζιάκας), ώστε να χάσει τον έλεγχο του εθνικού πολιτισμού.
Το πρόβλημα του Ζιάκα έγκειται στην διόλου «πλουραλιστική» ταύτιση
Είναι και Δέοντος, από την οποία πηγάζει η ιδέα της «αλλοτρίωσης»: ό,τι ήταν ώς
τώρα είναι καλό και η διακοπή του είναι κακό, λέει η θεωρία περί αλλοτρίωσης.
Γιατί όπως οι Νεοορθόδοξοι βλέπουν να υπάρχει πρόβλημα αλλοτρίωσης στον από το
1833 έλεγχο της παιδείας της ορθόδοξης (έως τότε) κεντρικής ελληνικής παράδοσης
από την (ώς τότε περιφερειακή) ελληνοδυτική ελληνική παράδοση, εξίσου αφελώς
βλέπουν οι Αρχαιοκεντρικοί να υπάρχει πρόβλημα αλλοτρίωσης στον από τον 4ο μ.Χ.
αιώνα έλεγχο της παιδείας της ελληνοπαγανιστικής (έως τότε) κεντρικής ελληνικής
παράδοσης από την (έως τότε περιφερειακή) ελληνορθόδοξη ελληνική παράδοση.
Μάλιστα η καταγγελία του Ζιάκα περί «εισαγόμενης ηγετικής παράδοσης» θα
συνυπογραφόταν δίχως δεύτερη σκέψη από τους οπαδούς της ελληνοδυτικής και της
ελληνοπαγανιστικής, οι οποίοι στα πρότυπα της ελληνορθόδοξης παράδοσης βλέπουν
«την εισαγόμενη ιουδαϊκή παράδοση», αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση τον Ζιάκα διόλου
δεν θα τον ενδιέφερε η εντοπιότητα ή αυτοχθονία της παράδοσης αυτής.
Έτσι λοιπόν, το πρόβλημα της θεωρίας του Ζιάκα είναι ακριβώς η στατικότητά της
(η θεωρία της αλλοτρίωσης = απαγορεύεται η αλλαγή της κεντρικής παράδοσης), η ανιστορικότητά της (η γνώση του πώς εκλέγουν οι κοινωνίες εθνικότητα και
κεντρική παράδοση) και η επιλεκτικότητά της. Ξεχνά επίσης κάθε αντίληψη περί
«εθνικού πλουραλισμού» (θα ήταν αβάσιμος ο πιθανός ισχυρισμός ότι λ.χ. η
ελληνορθόδοξη παράδοση επιδίωκε ισότιμη πρόσβαση στην παιδεία του έθνους),
ακριβώς όταν αρχίζει τα περί «τριαδικού προτύπου» κ.ο.κ. Και αγνοεί
ακριβώς τον αγώνα για ισχύ, κυριαρχία και αυτοσυντήρηση μεταξύ των κοσμοεικόνων
και των διάφορων επί μέρους παραδόσεων.
Ο Ζιάκας πιστεύει, όταν ερωτήθηκε, ότι η
Ελλάδα δεν έχει εκδυτικιστεί μετά από 180 χρόνια κυρίαρχης ελληνοδυτικής
παράδοσης. Άλλοτε βέβαια έγραφε (στην Ελλοπία) ότι η χρήση της
δυτικής τεχνολογίας δεν είναι πολιτισμικά ουδέτερη, αλλά αυτή εκδυτικίζει. Αυτές
οι δυο αποφάνσεις είναι αντιφατικές, διότι εδώ και κάμποσες δεκαετίες ο
Νεοέλληνας έχει εξοικειωθεί με τη δυτική τεχνολογία, άρα έχει εκδυτικιστεί –
ακόμη κι αν αγνοούσαμε ότι η εκπαίδευση 180 χρόνων είναι ελληνοδυτική, δηλαδή
διαμορφώνει ελληνοδυτικούς (κι όχι ελληνορθόδοξους) Νεοέλληνες.
Ο Ζιάκας, προκειμένου να αντικρούσει την άποψη ότι η Ορθοδοξία πρώτα έγινε ηγετική και ύστερα, μέσω του ελέγχου της εκπαίδευσης-παιδείας, κεντρική, ισχυρίζεται ότι οι Έλληνες πρώτα εκχριστιανίστηκαν από τη βάση και ύστερα εγκαθιδρύθηκε η Ορθοδοξία ως κρατική-ηγετική-κυρίαρχη παράδοση. Προς επιβεβαίωση της άποψής του λέει ότι ο Ελληνισμός της Ύστερης Αρχαιότητας βρισκόταν κυρίως στις μεγαλούπολεις της Μ. Ανατολής (Συρία-Αίγυπτο) κι όχι στην Βαλκανική Ελλάδα. Ωστόσο η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη. Εξελληνισμένοι μιξοβάρβαροι πληθυσμοί υπήρχαν μόνο σε αστικά κέντρα της Μ. Ανατολής. Πέρα από την Αντιόχεια και την Αλεξάνδρεια, η χρήση της ελληνικής δεν σήμαινε εξελληνισμό ή ελληνικότητα· και οι φτωχοί Ιουδαίοι Ευαγγελιστές ψαράδες ήξεραν ελληνικά· μήπως ήταν κι αυτοί Έλληνες; Πρέπει λοιπόν να συμφωνήσουμε ότι ο Ελληνισμός ήταν μειοψηφία στην Μ. Ανατολή, ότι λ.χ. έξω από τα περίχωρα της Αντιόχειας μιλιόταν η συριακή γλώσσα κι όχι η ελληνική, ενώ στην Αίγυπτο, εκτός Αλεξάνδρειας, μιλιόταν η κοπτική. Δεν μπορούμε λοιπόν να κάνουμε λόγο για εκχριστιανισμό των «περισσότερων Ελλήνων» επειδή εκχριστιανίστηκε η Μ. Ανατολή, η οποία είχε μια ελληνική μειονότητα. Αναμφισβήτητα η Ελλάδα και η Δ. Μικρά Ασία ήταν το λίκνο του Ελληνισμού. Επίσης αναμφισβήτητα η Ελλάδα και το Αιγαίο εκχριστιανίστηκαν δίχως χρήση βίας, ώς τον 8ο αι. μ.Χ. Ωστόσο αυτό είναι διαφορετικό από το γεγονός ότι η Ορθοδοξία έγινε κυρίαρχη παράδοση ήδη από τα 380 μ.Χ., δηλαδή τον 4ο αι. κι άρα μπορούσε να ελέγχει την εκπαίδευση, τουλάχιστον ώς ένα βαθμό (δεν ισχυριζόμαστε ότι αυτός ο έλεγχος οδηγούσε σε βιαιοπραγίες). Στο κάτω-κάτω στην Μ. Ανατολή ο εκχριστιανισμός ήταν μερικώς βίαιη και μερικώς ειρηνική διαδικασία. Η μη ελληνικότητα της Μ. Ανατολής διαφαίνεται από την ύπαρξη πολλών βανδαλισμών συγκριτικά με την ανυπαρξία αντιπαγανιστικών βανδαλισμών στην Δ. Μ. Ασία και στην βαλκανική Ελλάδα.
Ο Ζιάκας δεν βλέπει ότι η χριστιανική ελληνική Μικρά Ασία δεν ήταν εξαρχής αρχαιοελληνική, αλλά εξελληνίστηκε μεταξύ 3ου π.Χ. και 6ου μ.Χ. αι. Δηλαδή δεν πέρασαν οι βαρβαρικοί πληθυσμοί της καμμία κρίση κατάρρευσης της ατομικότητάς τους, διότι την εποχή (στο διάστημα) του εξελληνισμού τους ο ελληνισμός είχε χάσει την «ατομικότητά» του (όποια ήταν αυτή) και συνεπώς η σημασία του εξελληνισμού για όποιον εξελληνιζόταν ήταν όχι το αρχαίο «άτομο» αλλά ο μαζοποιημένος άνθρωπος. Δεν είχαν λοιπόν καμμία ανάγκη θεραπείας του τραυματισμένου ελληνικού «ατόμου» οι Μικρασιάτες (ασφαλώς εξαιρούνται εδώ οι έλληνες άποικοι των παραλίων της Δυτικής και Βόρειας Μικρασίας), διότι δέν ήταν αρχαιοελληνικά άτομα. Όμως ήταν οι Μικρασιάτες Έλληνες και όχι οι Ευρωπαίοι Έλληνες αυτοί που πρώτοι εκχριστιανίστηκαν μαζικά. Μόνο οι δεύτεροι είχαν υποστεί κατάρρευση του «ατόμου» τους. Κάτι λοιπόν δεν πάει καλά με τη θεωρία του Ζιάκα. Γιατί άραγε να εκχριστιανίζονται πρώτοι αυτοί οι οποίοι δεν υπέφεραν από την κατάρρευση της ατομικότητάς τους; Οι Μικρασιάτες (με τον παραπάνω ορισμό) ήταν κολλεκτιβιστές Ασιάτες (κι αυτό αποδείχθηκε περίτρανα κατά τον γοργό αφελληνισμό της Μ. Ασίας μεταξύ 11ου και 15ου αι.), ελάχιστα Έλληνες σε βάθος, δίχως καμμία προηγούμενη, προελληνιστική, ανθρωπολογική κατάρρευση.
Επιπλέον η σημασία που δίνεται στην Αίγυπτο, τη Συρία, την εσωτερική Μικρά Ασία από τον Ζιάκα είναι υπερβολική. Οι Καππαδόκες και οι Αντιοχείς θεολόγοι έγιναν σπουδαίοι μόνο επειδή εντρύφησαν στον κλασσικό Ελληνισμό. Πριν από αυτούς και μετά από αυτούς η Καππαδοκία ήταν στο σκοτάδι της θεολογικής ανυπαρξίας. Αποκομμένη από τον κλασσικό Ελληνισμό, μετά τον 5ο μ.Χ. αι., η χριστιανικότητα της Συρίας και της Καππαδοκίας δεν απέφερε τίποτα συγκριτικά με ό,τι απέφερε τον καιρό κατά τον οποίο συσχετίστηκε και εμβολιάστηκε με το αρχαιοελληνικό πνεύμα. Τίποτε πρωτότυπο και στέρεα ελληνικό, ακόμη και τίποτα στέρεα ορθόδοξο, δεν είχε λοιπόν αυτόνομα ο ελληνιστικός Ελληνισμός των ημιεξελληνισμένων της εσωτερικής Μικράς Ασίας. Αμέσως μετά τον 4ο αι. οι ανατολικές επαρχίες, αποκομμένες από την αρχαιοελληνικότητα, έπεφταν (και η Μικρά Ασία!) συνεχώς από αίρεση σε αίρεση. (12/6/2007)
Ο Ζιάκας νομίζει ότι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των πρωτοχριστιανών μετά το 70
μ.Χ. ήταν Έλληνες ή εξελληνισμένοι συνεπάγεται ότι οι Έλληνες εκχριστιανίστηκαν
ως πλειοψηφία πρώτοι. Είναι άλλο το γεγονός ότι στους πρωτοχριστιανούς
επικρατούσαν οι εξελληνισμένοι και Έλληνες και άλλο ο ισχυρισμός ότι ήδη πριν
τον Μ. Κωνσταντίνο οι Έλληνες είχαν εκχριστιανιστεί (κατά πλειοψηφία,
εννοείται). Το πρώτο αληθεύει, το δεύτερο όχι. Το επιχείρημα του Ζιάκα,
προκειμένου να αντικρουσθεί η αβάσιμη άποψη περί βίαιου εκχριστιανισμού των
Ελλήνων, είναι λογικά λανθασμένο.
Ο Ζιάκας υπερασπίζεται τον Ιωάννη Στ' Καντακουζηνό ως "ακαταπόνητο πολεμιστή, επιφανή έλληνα λόγιο, και ησυχαστή" (Ο σύγχρονος μηδενισμός, σ. 230-1). Στην πραγματικότητα ο αυτοκράτορας αυτός ήταν που έθεσε την ταφόπλακα του Βυζαντίου. Ο Κ. Χατζηαντωνίου (Εθνικισμός και ελληνικότητα, σ. 233 κ.ε.) γράφει: "Ο Καντακουζηνός διαπρέπει την κρισιμότατη αυτή περίοδο και στους δύο εμφυλίους.... Το 1342 δεν διστάζει να καλέσει σε βοήθεια τους Σέρβους του Δουσάν και τους Τούρκους του Ουμούρ ...Η οικονομική χρεωκοπία, η εδαφική συρρίκνωση και η πνευματική κρίση είναι τα έργα του Καντακουζηνού. Μάταια εναντιώθηκαν Πατριάρχης, έμποροι, λαός, ακόμη και οι περίφημοι Ζηλωτές. ....Η παραγωγικότατη Θράκη έχει ερημωθεί από τις τουρκικές επιδρομές για να επικρατήσει ο Καντακουζηνός που έγραφε στον Ουμούρ: "Ω Κύριε του Κόσμου, είμαι ο φτωχός σου σκλάβος, είσαι ο βασιλιάς μου. Τα αγαθά μου, ο γιος μου, η θυγατέρα μου, όλα σου ανήκουν". Σε επιβεβαίωση αυτών του έδινε τη δύστυχη θυγατέρα του Θεοδώρα ως σύζυγο ενώ όταν ο Ουμούρ αρνούνταν, δεν έχανε καιρό και την έδινε στον Ορχάν της Βιθυνίας (1346). Το 1354 είναι η χρονιά που οι Τούρκοι περνούν στην Καλλίπολη και εγκαθίστανται οριστικά στη Θράκη ελέγχοντας τα Στενά. Στη Μακεδονία κυριαρχούν οι Σλάβοι.... Πριν περάσει χρόνος οι Οθωμανοί έφθασαν ώς τα τείχη της Βασιλεύουσας.... Έντρομος ο Καντακουζηνός παραιτείται υπέρ του νόμιμου βασιλέως Ιωάννη Ε' για την ανατροπή του οποίου τόσα δεινά είχε επισωρεύσει στην αυτοκρατορία".
Κατά τον Ζιάκα (Ο σύγχρονος μηδενισμός, σ. 233) το Βυζάντιο κατέρρευσε όταν και επειδή εξέλιπε η εξωτερική απειλή. Κάτι τέτοιο δεν είναι παράδοξο, φυσικά. Και η αρχαία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εισήλθε στην κρίση του 3ου αιώνα μετά από την ειρήνη και την παντοδυναμία επί Μάρκου Αυρήλιου. Δεν συνιστά, λοιπόν, ένα παράδοξο το οποίο αντιμετωπίζεται με την υπόθεση του Ζιάκα ότι για όσο καιρό το Πρόσωπο υπήρχε σε επαρκή βαθμό στην βυζαντινή κοινωνία, αυτή επιβίωνε. Ο Ζιάκας προσπαθεί να εξωβελίσει το τυχαίο από την Ιστορία. Ακριβώς αυτό κάνει με τη θεωρία του περί της βυζαντινής χιλιετούς επιβίωσης χάρη στο Πρόσωπο. Αγνοεί λχ. ότι η μάχη του Μαντζικέρτ χάθηκε εντελώς τυχαία, από μια προδοσία της τελευταίας στιγμής και ενώ φαινόταν ότι οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν απωθηθεί.
Ο Ζιάκας (ό.π., σ. 234) θεωρεί πρωτοφανές το ότι οι Μικρασιάτες άλλαξαν την ταυτότητά τους γινόμενοι Τούρκοι. Κάνει λόγο και για ειρηνικό εξισλαμισμό των Μικρασιατών. Με τον τρόπο αυτό παραμερίζει τις τρομερές λεηλασίες, σφαγές και την ερήμωση της Μ. Ασίας με τον ερχομό των Τουρκομάνων. Οι επίσκοποι έφευγαν εγκαταλείποντας το ποίμνιό τους, η εκκλησιαστική περιουσία γινόταν ισλαμική και οι παντέρημοι χριστιανοί σιτίζονταν χάρη στα ισλαμικά θρησκευτικά ιδρύματα, με αποτέλεσμα τον σταδιακό εξισλαμισμό τους. Μάλιστα, έχοντας αβάσιμα απορρίψει την ιδέα του εξισλαμισμού λόγω της τρομοκρατίας και της απελπισίας, θεωρεί ότι "παρακάμπτεται το πρόβλημα" του εξισλαμισμού των Μικρασιατών αν τους θεωρήσουμε μη "αυθεντικούς" Έλληνες. Έτσι, παρακάμπτει τα ιστορικά δεδομένα (επιδρομές, επιβίωση χάρη στο Ισλάμ) αλλά και το προφανές ότι η εσωτερική Μικρασία ήταν ελάχιστα ελληνική στη νοοτροπία όσο ήταν η βόρεια και δυτική. Συνολικά εξετάζοντας τους πληθυσμούς, όμως, είναι προφανέστατο ότι οι κεντρικοί Μικρασιάτες ήταν λιγότερο Έλληνες και ασφαλώς κάτι τέτοιο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή τους για προσχώρηση στο Ισλάμ. Γιατί άραγε οι Πόντιοι, ακριβώς δίπλα στους Καππαδόκες κ.λπ. δεν εξισλαμίστηκαν μαζικά;
Η θεωρία των Ζιάκα-Ζεπάτου, για τον Τούρκο ως τον κολλεκτιβιστή Έλληνα έχει σημεία επαφής με τον ελληνοτουρκισμό του Κιτσίκη, μόνο που θεωρεί τον Τούρκο ως κάτι ουσιωδώς κακό. Βέβαια, δεν μπορούμε να αρνηθούμε τα επιτεύγματα της οθωμανικής αρχιτεκτονικής, της μουσικής κ.λπ., ενώ η μονοσήμαντη θεώρηση του Τούρκου ως εξουσιαστή-κολλεκτιβιστή είναι λανθασμένη. Οι Βυζαντινοί ως κοσμοκράτορες είχαν υπό την εξουσία τους λαούς πολλούς (Αρμένιους, Βουλγάρους, Σέρβους, Σύριους), είχαν εξουσιαστικές τάσεις ως προς αυτούς, όπως και οι Οσμανοί, δεν επεδίωκαν τον εξελληνισμό τους (όπως οι Οσμανοί δεν επεδίωκαν μεθοδικά τον εκτουρκισμό των πάντων), ενώ στο εσωτερικό τους είχαν μια σχετική ισότητα, ακριβώς όπως οι Οσμανοί. Ο βαθμός βαρβαρότητας, φυσικά, διαφέρει μεταξύ Οσμανών και Βυζαντινών, όμως η άποψη ότι από εξουσιαστική μανία οι μικρασιάτες κ.ά. Βυζαντινοί έγιναν Τούρκοι παραγνωρίζει ακριβώς το κυρίαρχο στοιχείο εξισλαμισμού, την τρομοκρατία και την καταπίεση προς τους εκτός της φυλετικής ομάδας των Οσμανών. Αλλά αυτό ακριβώς παραγνωρίζει ο Ζιάκας κάνοντας λόγο για ειρηνικό εξισλαμισμό των Μικρασιατών.
Ο Ζιάκας θεωρεί τις αναγεννήσεις των Κομνηνών και των Παλαιολόγων ως σύμπτωμα παρακμής (ό.π., σ. 237), διότι θεωρεί ότι μόνο "σοφιστές" μπορούσαν να παράγουν, και ότι ο κινητήρας του Βυζαντίου ήταν η Ορθοδοξία κι όχι ο Ελληνισμός. Ας το ξαναπούμε: ο χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ως πυρήνας της βυζαντινής ιδιοπροσωπίας δεν επαρκούν μετά τον 9ο αι., όταν το Βυζάντιο αναγκάζεται να αντιταχθεί σε Δυτικούς και Σερβοβουλγάρους. Βυζάντιο δίχως Ορθοδοξία είναι αδιανόητο, αλλά Βυζάντιο = κατά βάση Ορθοδοξία είναι εξίσωση αβάσιμη. Ορθόδοξη αυτοκρατορία ήταν και η Ρωσσική, ακριβώς αυτό που την κάνει να διαφέρει από τη Βυζαντινή είναι η ελληνορωμαϊκότητα που διέπει την δεύτερη. Και αυτό δεν αφορά μόνο την ταυτότητα αλλά και την επιβίωση. Αιρέσεις (μαζί με τις πολιτικές επιδιώξεις τους) υπήρξαν μόνο στις ανατολικές επαρχίες (τόσο αρχικά όσο και μετά τον περιορισμό των βυζαντινών εδαφών τον 7ο αι.), όπου η ελληνικότητα ήταν ισχνή.
Κατά τον Ζιάκα (ό.π., σ. 240) ο Ελληνισμός αποτελείται από δύο ρεύματα που συνιστούν και εξελικτικά στάδια. Το ένα έχει ως πρότυπο τον Όμηρο και τους τραγικούς, το άλλο τους σοφιστές και τον σχετικιστικό μηδενισμό. Ο χριστιανισμός συμμάχησε με τον ομηρικό-τραγικό ελευθεροκεντρικό Ελληνισμό και όχι με τα "παγανιστικά απόβλητα της ανθρωπολογικής υποστροφής, τα αντιπροσωπευόμενα από το δεύτερο ρεύμα". Κατ' αρχήν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι οι σοφιστές, οι σχετικιστές κ.λπ. (π.χ. Λουκιανός) κατέκριναν τον παγανιστικό ανατολικό Ελληνισμό της ύστερης Αρχαιότητας. Δηλαδή, ο Ζιάκας σφάλλει συνδέοντας σοφιστές/σχετικιστές με τους Νεοπλατωνικούς και άλλους παγανιστές Έλληνες της ύστερης Αρχαιότητας.
Κατά δεύτερον ο Ζιάκας κάνει λόγο (ό.π., σ. 241) για "ομηρικό και τραγικό Έλληνα" που έγινε χριστιανός. Αλλά ως πρώτο στάδιο, το ρεύμα του "ομηρικού-τραγικού" Ελληνισμού είχε σβήσει ήδη από τον 4ο-3ο αιώνα. Αποτελούσε μειονότητα μεταξύ των Ελλήνων. Δεν ήταν υπαρκτό στον 4ο μ.Χ., εν πάση περιπτώσει. Πλειονότητα ήταν οι δεισιδαίμονες, περισσότερο ή λιγότερο εξανατολισμένοι Έλληνες (Μ. Ανατολής και Αιγαίου). Και ασφαλώς μόνο μειονότητα ήταν το ρεύμα των σχετικιστών, σοφιστών, σκεπτικιστών κ.ά. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δε θα έπρεπε να εκχριστιανιστεί παρά δια της βίας ο Ελληνισμός. Ακριβώς όμως επειδή οι βίαιοι εκχριστιανισμοί συνέβησαν στην Μ. Ανατολή, δηλαδή στους εξανατολισμένους Έλληνες, και όχι στην Ελλάδα, ο εκχριστιανισμός οφείλεται σε πιο γήινα αίτια, σαν κι αυτά που αναφέρει λ.χ. ο Ιουλιανός κατά τις στιγμές που είναι ειλικρινής, κι όχι στα ελάχιστα μεγέθη "ομηρικών-τραγικών" Ελλήνων.
Γι' αυτό και ο Ζιάκας σφάλλει όταν αναφέρεται στην τεράστια επιτυχία του χριστιανισμού στην ελληνική πολιτισμική περίμετρο (ό.π., σ. 241). Γιατί ακριβώς στην μη σε βάθος εξελληνισμένη Μ. Ανατολή και κεντροανατολική Μικρασία επικράτησε μεν ο χριστιανισμός, αλλά όχι η "ελληνική" (με την έννοια του Φλωρόφσκυ) εκδοχή του, η Ορθοδοξία. Άραγε τι θα έλεγε ο Ζιάκας για τον εξαραβισμό της "ελληνικής πολιτισμικής περιμέτρου" της Μ. Ανατολής, όπου προηγουμένως είχε θριαμβεύσει ο Χριστιανισμός;
Ο Ζιάκας θεωρεί (ό.π., σ. 242-3) ότι το Βυζάντιο κατέρρευσε όχι από έλλειμμα εξατομίκευσης, αλλά από πλεόνασμα. Βέβαια πρέπει να εξετάσουμε ποιαν εξατομίκευση εννοεί. Όχι ασφαλώς την δυτική, αλλά την ελληνική. Αγνοεί πάλι τον εξανατολισμό και την "κολλεκτιβοποίηση" των ελληνορωμαίων καθόλη τη διάρκεια της ελληνιστικής και ελληνορωμαϊκής περιόδου, ότι ο χριστιανισμός επικράτησε τάχιστα εκεί ακριβώς όπου δεν υπήρξε πρόβλημα κατάρρευσης του ατόμου (Μ. Ασία, Μ. Ανατολή) κι όχι εκεί όπου υπήρξε (κλασσική Ελλάδα). Γι' αυτό και η άποψή του, ότι το βυζαντινό πρόβλημα συνίσταται στο ότι "σε ορισμένες συνθήκες ο χριστιανισμός παύει να είναι αρκούντως αποτελεσματικός, ως θεραπευτικός μηχανισμός έναντι της παρακμασμένης ελληνικής ατομικότητας" (ό.π., σ. 242), είναι εσφαλμένος. Επιπλέον δεν βλέπει ότι ο χριστιανισμός μπορεί άνετα να είναι ελευθεροκεντρικός και κολλεκτιβιστικός (προτροπή για υποταγή στο Σουλτάνο), ανάλογα με τις περιστάσεις. Αυτό, άλλωστε, που πολεμούσε ο Χριστιανισμός από τον 4ο ώς τον 11ο αιώνα ήταν όχι η ελληνική "σοφιστική μαύρη τρύπα του μηδενισμού" αλλά η πολυθεϊστική και χαλδαϊζουσα εκδοχή του Ελληνισμού. Και, βέβαια, δεν παρατηρήθηκε κάποια στιγμή στο Βυζάντιο έξαρση του πολυθεϊσμού και του ελληνίζοντος χαλδαϊσμού με αποτέλεσμα το Βυζάντιο να καταρρεύσει επειδή ο Χριστιανισμός δεν μπορούσε να αντιδράσει σε αυτα. Δεν υπήρχε ελληνικό "εξατομικευτικό πλεόνασμα" (το οποίο ο Ζιάκας ενδεχομένως να θεωρεί ισοδύναμο της τάσης για ατομικισμό και εξουσιασμό - λες και οι Οσμανοί δεν κυριάρχησαν ακριβώς χάρη στον εξουσιασμό τους). Ασφαλώς η ελληνική τάση για εξατομίκευση είναι διαλυτική δυνάμει, αλλά πρέπει να εξετάσουμε αν ο χριστιανισμός και ειδικά η Ορθοδοξία έπαιζε το ρόλο που υπονοεί ο Ζιάκας. Για παράδειγμα, ο Ηράκλειος και οι Εικονομάχοι αυτοκράτορες που έσωσαν την Αυτοκρατορία τον 7ο και 8ο αι. μπορούν να θεωρηθούν τέκνα του προσωποκεντρικού αυτοθυσιαστικού χριστιανισμού, ο οποίος απέκρουε τις διαλυτικές τάσεις, ή του (φιλο)ανατολίζοντος χριστιανισμού; (10/8/2009)
Κατὰ τὸν Ζιάκα τὸ ἰδιοτελὲς Ἄτομο εἶναι ψυχικὰ δοῦλος, γιατὶ ὑπακούει στὸ ἀτομικὸ ὄφελος (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 254). Ἀπὸ τὴν ἄλλη τονίζει ὅτι καὶ τὸ Πρόσωπο εἶναι δοῦλος τῆς ἀγάπης του (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 256-7), ἀλλὰ ἰσχυρίζεται κι ὅτι τοῦ Προσώπου «ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀπρόσβλητη» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 256). Πῶς γίνεται, ἀλήθεια, νὰ βαφτίζεται «δουλεία» ἡ ἀγάπη τοῦ Ἀτόμου καὶ «ἐλευθερία» ἡ ἀγάπη-δουλεία τοῦ Προσώπου, εἶναι ἕνα ζήτημα. Τὸ ἄλλο ζήτημα εἶναι ὅτι, ἐφόσον γιὰ τὸ Ζιάκα ἡ ἐλευθερία εἶναι «ἡ ἀρχὴ τοῦ παντός» (Ἡ ἔκλειψη τοῦ ὑποκειμένου, σ. 45-46), μὲ τί κριτήρια θεωρεῖται ἀνώτερο τὸ Πρόσωπο τοῦ Ἄτόμου, ἀφοῦ καὶ τὰ δύο εἶναι δοῦλοι; Κατὰ περίεργο τρόπο τόσο ὁ φιλοατομιστὴς Καστοριάδης ὅσο καὶ ὁ φιλοπρόσωπος Ζιάκας κάνουν λόγο γιὰ τὴν «τραγικότητα» τοῦ Ἄτόμου καὶ τοῦ Προσώπου, ὅταν τὰ ἐπιχειρήματά τους ὑπέρ αὐτῶν (τοῦ Προσώπου καὶ τοὺ Ἀτόμου) ἐξαντλοῦνται, λὲς καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχη ἢ ἰσότιμη τραγικότητα στὴν (κολλεκτιβιστική) ἀνθρώπινη στάση ποὺ κατανοεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς στάση ὑπαγορευόμενη ἀπὸ τὸ Καθῆκον ἢ καὶ ὡς πρόσχαρη ὑποταγὴ στὴν ἐξουσία. Ἀλλὰ ἀπὸ πότε ἡ "τραγικότητα" (τῆς κάθε κοσμοθεώρησης) ἀποδεικνύει ἀντίστοιχα τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀνωτερότητα;
Ὁ Ζιάκας ἀναφέρει γενικᾶ τὸν Φίλο ἢ Πρόσωπο ὡς ἐξαιρετικὰ ἀνιδιοτελὲς ὄν, ὡστόσο γράφει ὅτι τοῦ Φίλου «κέρδος του εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ Φίλου, ἡ φιλία του, ἡ ἀγάπη του. Βέβαια οἱ «καλοὶ λογαριασμοὶ» δὲν εἶναι περιφρονητέοι. Ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, "κάνουν τοὺς καλοὺς φίλους"» (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 256). Ὅμως ὅπου ὑπάρχουν καλοὶ λογαριασμοί, ὅπου ὑπάρχει κέρδος ἐξαιτίας τους, δὲν ὑπάρχει ἀνιδιοτέλεια. Γιατὶ ἀνιδιοτέλεια ὑπάρχει μόνον ὅταν δὲν ὑπάρχει κανεὶς «καλὸς λογαριασμὸς» καὶ κανένα ἀπολύτως ὄφελος. Ἀλλὰ ἡ ἔννοια τοῦ ὄφελους διευρύνεται ὅπως θέλουμε, ἂν θέλουμε, εἶναι ὑποκειμενικὴ καὶ ζήτημα ὁρισμοῦ. Ὁ περιορισμὸς τῆς ὠφέλειας στὸ καθαρὰ ὑλικὸ ἐπίπεδο θὰ ἦταν λανθασμένος, ἀφοῦ οἱ πνευματικὲς ἀπολαύσεις εἶναι διαρκέστερες (καὶ λιγότερο πιθανὲς ν’ ἀπωλεστοῦν) ἀπὸ τὶς ὑλικές. Κανεὶς δὲν ἀγαπᾶ κάποιον, ἂν δὲν προσκομίζει κέρδος, εἴτε ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν ἀγαπώμενο εἴτε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐκείνη εὐφορία ποὺ νοιώθουμε ὅταν ξέρουμε ὅτι κάναμε τὸ καθῆκον μας ἢ ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι κ.λπ. Κανεὶς δὲν διαλέγει τυχαῖα κάποιον γιὰ φίλο του, παρὰ ὅποιον ἔχει μαζί του κοινὲς ἀντιλήψεις ἢ κοινοὺς ἐχθρούς. Γιατὶ ἡ σκέψη ὅτι κάποιος μοιράζεται μαζί μας τὴν κοσμοεικόνα μας συνιστᾶ καὶ φαίνεται (στὰ μάτια μας) ὡς μιὰ ἐπιπλέον ἐπιβεβαίωση τῆς οἰκουμενικῆς ἀντικειμενικότητας καὶ τῆς ὀρθότητάς της, γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὸ αἴσθημα ἀσφάλειάς μας. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ὁ φίλος ἐπιβεβαιώνει τὸ Ἐγώ μας – πόσο μᾶλλον ὅταν εἶναι ἰσχυρότατος. Συμπέρασμα: ἡ διάκριση μεταξὺ Ἀτόμου καὶ Προσώπου βάσει τῆς ἰδιοτέλειας τοῦ πρώτου καὶ τῆς δῆθεν ἀνιδιοτέλειας τοῦ δεύτερου μᾶλλον εἶναι μύθος. (20/4/2007)
Ο Ζιάκας αναγνωρίζει ότι ίσως χρειαστεί μια επεξεργασία της πατερικής φιλοσοφίας
και της έννοιας του Προσώπου, ώστε να προσαρμοστούν στις σύγχρονες αντιλήψεις.
Κάτι τέτοιο όμως θα μπορούσε να γίνει μόνο από Πατέρες της Εκκλησίας, διότι η
ίδια η «προσωποκεντρική» θεώρηση είχε εισαχθεί από Πατέρες (κι όχι λόγιους ή
φιλόσοφους) του 4ου αι. – εκτός κι αν δεν θεωρείται «θεανθρώπινη»
κοσμοθεώρηση, οπότε μπορεί να υποστεί επεξεργασία κι από Νεοορθόδοξους λαϊκούς
λόγιους. Επειδή όμως ο χρόνος δεν αφήνει περιθώρια κι επειδή δεν φαίνονται, προς
το παρόν τουλάχιστον, νέοι Πατέρες (του ίδιου αναστήματος με όσους Πατέρες
εισήγαγαν την έννοια της προσωποκεντρκής θεώρησης), αυτό που αναμένεται να
συμβεί είναι ότι οι Νεοορθόδοξοι λόγιοι δεν θα επεξεργαστούν την πατερική
προσωποκεντρική θεώρηση (ή αν την επεξεργαστούν, θα την κάνουν μπάχαλο, όπως
δείχνει η διαφωνία τους λ.χ. για τον ορισμό του Προσώπου), και γι’ αυτό θα
συνεχίσουν να μιλάν για τα προβλήματα του 21ου αιώνα με ρητά των
Αββάδων της Αιγυπτιακής ή της Συριακής ερήμου. Αυτό κι αν δεν είναι «φουνταμενταλισμός»!
(25/2/2007)
Αναφορικά με το Πρόσωπο, ο Ζιάκας λέει για την άποψη του Ράμφου, η οποία παρατέθηκε στο «Εγώ, Άτομο, Πρόσωπο»: «Απορρίπτει τη θέση τους [Γιανναρά κ.ά.] ότι «το Πρόσωπο είναι σχέση» με το επιχείρημα ότι δεν μπορείς να έχεις σχέση αν δεν είσαι κάτι. Το επιχείρημα δείχνει ότι δεν καταλαβαίνει τις επεξεργασίες αυτές» (Άρδην, τ. 19-20). Όμως ο ίδιος ο Ζιάκας επιβεβαιώνει ότι το Άτομο είναι προαπαιτούμενο του Προσώπου (ό.π.).Ίσως μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο Ζιάκας είναι κατεξοχήν αυτός που δεν καταλαβαίνει τον Γιανναρά, αφού ο πρώτος θεωρεί ότι Πρόσωπα είναι (από τους άγιους) μόνον οι φίλοι του Θεού, ενώ ο δεύτερος τονίζει εμμέσως πλην σαφώς (ήδη στην αρχή τού Το Πρόσωπο και ο Έρως) ότι όλοι είμαστε πρόσωπα, αφού «το πρόσωπο είναι η μόνη δυνατή σχέση με τα όντα».
Ο Ζιάκας φαίνεται να πιστεύει ότι όλες οι έως τώρα παραδόσεις (εκτός της
Νεωτερικής) θεμελιώθηκαν με βάση την άποψη ότι οι αξίες προέρχονται από το
μεταφυσικό Εκείθεν, διότι όσες αρνήθηκαν αυτή την άποψη κατέληξαν στο
σκεπτικισμό και αυτοκαταστράφηκαν· κι από εδώ ταυτίζει το Είναι με το Δέον
συμπεραίνοντας ότι (εφόσον δεν θέλουμε να αυτοκαταστραφούμε) δεν πρέπει να
πιστεύουμε ότι οι αξίες θεμελιώνονται από εμάς κι όχι από το Εκείθεν. Έτσι αυτό
το επιχείρημα είναι ένα είδος «συμπαράστασης» υπέρ της πίστης την οποία θέλει να
καταδείξει. Ακόμη όμως κι αν είναι έτσι, τότε ο Ζιάκας θα έπρεπε να δεχτεί την
εργαλειακή χρήση κάθε θρησκείας (την οποία αποδεχόταν και μηδενιστές ή αθεϊστές
των Νέων Χρόνων), ότι δηλαδή δεν έχει σημασία αν λ.χ. η Ορθοδοξία είναι ψευδής ή
αληθής, αλλά αν ενοποιεί και εμψυχώνει έθνη και λαούς. Ο
Machiavelli
είχε εξάρει τη σημασία της θρησκείας για την πειθάρχηση της κοινωνίας και για
την επίτευξη πολιτικών, γενικά σκοπών από σκοπιά πραγματιστική-λειτουργική.
Βέβαια οι τοτινοί δυτικοί Χριστιανοί έφριτταν με τέτοιους «επαίνους προς τη
θρησκεία», αφού αυτοί οι έπαινοι συνεπαγόταν ότι ακόμη και ψευδείς θρησκείες ή
θρησκευτικές δοξασίες, δημιουργημένες από τις απάτες και τους ψυχρούς
υπολογισμούς ενός κυρίαρχου, θα μπορούσαν θαυμάσια να εκπληρώσουν την εκάστοτε
επιθυμητή λειτουργία. Το, υπέρ του θρησκευτικού Εκείθεν και της προέλευσης των
αξιών από τη θρησκεία, κανονιστικό επιχείρημά του Ζιάκα μπορεί, δηλαδή, να
χρησιμοποιηθεί για θύραθεν «Διαφωτιστικούς» σκοπούς οι οποίοι συντελούν στην
εκκοσμίκευση. Ό,τι λοιπόν στρέφει ο Ζιάκας κατά των αθεϊστών-μηδενιστών (ή..
καστοριαδικών) μπορεί να ενισχύσει άνετα τον σχετικισμό και τον μηδενισμό.
Ο Ζιάκας, επειδή πρέπει να καταδειχθεί η ελευθερία ως αρχή του παντός, θεωρεί ότι η τριαδικότητα του Θεού την κατοχυρώνει (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 46). Αλλού υποτάσσει το Θεό στο Πρόσωπο («Η σημασία Θεός εξαρτάται από τη σημασία Πρόσωπο. Η υπαγωγή της στην προσωποκεντρική νοηματοδότηση είναι το κριτήριο της αλήθειας της. (...) Ο Θεός κρίνεται ως αληθινός στο μέτρο που προάγει την αλήθεια του Προσώπου» (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 44)) θυμίζοντας τους Διαφωτιστές που, έπειτα από τις φυσικοεπιστημονικές ανακαλύψεις του 17ου-18ου αι., θεωρούσαν ότι ο Θεός πρέπει να «υποτάσσεται» στους φυσικούς νόμους και να μην τους αντιβαίνει, αλλιώς δεν είναι Θεός. (9/3/2007)
Φυσικά, πέρα από τα παραπάνω η συνεισφορά του Ζιάκα είναι θετική. Η κριτική εδώ εστιάζεται στις απόψεις του εκείνες που έχουν για άξονα την εξιδανίκευση του βυζαντινού χριστιανισμού. Αυτές οι απόψεις, πιστεύω, τον έχουν απομακρύνει από τη γόνιμη προβληματική και το ξεκαθάρισμα το οποίο -στα '90 και με τα πρώτα βιβλία- έκανε σχετικά με το έθνος, την Αριστερά κ.λπ.
Ο αντιδυτικισμός τους.
Είπαμε, το λιβάνισμα της
Δύσης είναι εξαιρετικά τιποτένια πράξη, όπως βλέπουμε να το κάνουν τα ΜΜΕ και οι
φιλοδυτικοί. Αλλά και το αντίθετο είναι άσχημο. Άσχημο, γιατί τόσο οι
ελληνοχριστιανοί επί 50 χρόνια δόξαζαν την "καλή καπιταλιστική Δύση" (τώρα
ανακάλυψαν την αλλοτρίωση/αθεία), ενώ οι πρώην μαρξιστές/αναρχικοί βρίζουν την
μήτρα των ιδεολογιών τους. Για παράδειγμα:
α) Η μονομανία της
"πρωτοπορίας επί της Δύσης": Δηλαδή ένα ύφος αυτάρεσκο και απόψεις όπως "αυτά
που λένε σήμερα οι δυτικοί φιλόσοφοι κ.ά. τα έχουν πει οι Πατέρες της Ορθόδοξης
Εκκλησίας!" Φοβερό επιχείρημα. Τι να πει κανείς! Και τον τροχό οι Πατέρες τον
ανακάλυψαν, και τον ηλεκτρισμό οι Απολογητές των 3 πρώτων αιώνων!! Όλη η
φιλοσοφία με τους Πατέρες ξεκινά, δεν τίθεται ζήτημα! Πρέπει λοιπόν να τους
πληροφορήσουμε ότι δεν έχει απολύτως καμμία σημασία ποιος είπε πρώτος τι, διότι
μιλάμε για διαφορετικές κοινωνίες και για διαφορετικές ανάγκες (τέτοιες ανάγκες
είχε η Δύση του 5ου αι., αυτά είπαν οι Δυτικοί τότε). Πέραν του ότι η άποψη πως
"ό,τι λέγαμε από τότε εμείς, αυτοί το λένε τώρα" είναι γενίκευση τόσο α-νόητη,
ώστε οι εκφραστές της να ταυτίζουν τα φιλοσοφικά συστήματα δυτικών με Πατέρες
του 5ου αι. (φυσικά και υπάρχουν ομοιότητες. Αλλά είναι ελάχιστες), πέραν του
ότι τέτοια ζητήματα, ανταγωνιστικά, καμμία σημασία δεν έχουν παρά μόνο για
εθνικιστές, το "ποιος ήρθε πρώτος" κρύβει ένα απύθμενο κόμπλεξ, μια ανάγκη του
loser της ιστορίας να "εκδικηθεί" τον νικητή του, έστω κι έπειτα από 8 αιώνες,
έστω και μέσα στην ονείρωξη της φαντασίας του. Δεν πρόκειται έτσι να κατορθώσουν
απολύτως τίποτε κατά της Δύσης, πέραν μιας πρόσκαιρης αυτοϊκανοποίησης φυσικά.
Μπορούν, αν θέλουν, να φτιάξουν κι ένα ομοίωμα της Δύσης, ως γριάς μάγισσας ή
γυναίκας, και να το κάψουν, αν αυτό τους προκαλεί ευφορία και αίσθηση δύναμης
έναντι της Δύσης. Πρέπει να κάψουν και τον υπολογιστή τους, βεβαίως, γιατί
φτιάχτηκε στη Δύση, βάσει των δυτικών προδιαγραφών και λόγω της εκκοσμίκευσης
και του δυτικού νου (ακόμη και οι κινέζοι/ιάπωνες/ινδοί που τυχόν κατασκευάζουν
η/υ, μαθήτευσαν πρώτα στο δυτικό πνεύμα και όχι στο ασιατικό, το οποίο
δημιούργησε πολλά ωραία πράγματα, αλλά όχι η/υ) εν γένει.
Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι στη Δύση η κριτική της λογοκρατίας, της
χρησιμοθηρίας και όλων των κακών παρενεργειών του δυτικού πολιτισμού άρχισε στην
ίδια τη Δύση, αρκετά πριν στην Ελλάδα εμφανιστούν οι Νεοορθόδοξοι. Εάν λοιπόν
επιμένουν οι τελευταίο στο παιδιακίστικο αξίωμα "ήρθα πρώτος!", τότε θα πρέπει
να αντιληφθούν ότι αυτή η κριτική στο θετικισμό κ.λπ. που οι ίδιοι κάνουν, στη
Δύση προκαλεί χαμόγελα ειρωνίας.
Και για να τελειώνουμε με το «πρόσωπο» (η αναζήτηση του προσώπου έχει εξελιχθεί
σε μεγαλύτερη επιχείρηση κι από αυτήν της αναζήτησης του ελληνικού έθνους), η
αλήθεια είναι, αντίθετα από την άποψη πως «ο Έλληνας έχει ξεπεράσει το άτομο απ’
την ελληνιστική-ρωμαϊκή εποχή (και γι’αυτό ύστερα επέλεξε το πρόσωπο, το
ξεπέρασμα του ατόμου)», ότι οι Έλληνες σήμερα δεν έχουν φτάσει καν στο άτομο.
Δηλαδή ασχέτως των διεργασιών της ελληνιστικής-ρωμαϊκής εποχής, σήμερα ο Έλληνας
δεν είναι «άτομο», ώστε να πρέπει το «άτομο» αυτό να ξεπεραστεί και να γίνει
«πρόσωπο». Αν κάτι κυριαρχεί στην Ελλάδα, αυτό είναι η οικογενειοκρατία. Πάνω
απ’ όλα η οικογένεια (και οι φίλοι- και η γκόμενα). Πού τον είδαν τον ατομικισμό
και το άτομο; Στο συντεχνιακό-φρατριαστικό πνεύμα που επικρατεί στην Ελλάδα
(«δικός μας είσαι ή με τους άλλους;»). Καμμία σχέση δεν έχει η μετάβαση από το
καταρρέον αρχαιοελληνικό «άτομο» στο βυζαντινό «πρόσωπο» με τη σημερινή εποχή
και τις σημερινές ανάγκες. Ας γίνει πρώτα «άτομο» ο Έλληνας, ας (δεν
συμμερίζομαι απόλυτα την άποψη για εξατομίκευση, αλλά λογικώς, για να πας στο
«πρόσωπο» πρέπει πρώτα να είσαι «άτομο» και να έχεις βιώσει την αποτυχία του
«ατόμου») εγκαταλείψει πρώτα την «φαμίλια» και ύστερα συζητάμε, ως πρόταση το
«πρόσωπο». Αν για κάποιους έχει νόημα η νεοορθόδοξη πρόταση αυτή, είναι για τους
Δυτικούς, οι οποίοι είναι εντελώς «άτομα» και μάλιστα καταρρέοντα άτομα. Εδώ
είμαστε ακόμη πολύ πίσω και δεν είναι σωστό να λέγεται ότι οι Έλληνες ξεπέρασαν
μια για πάντα το άτομο, κατά την ελληνιστική-υστερορρωμαϊκή εποχή. Αν το είχαν
ξεπεράσει μια για πάντα, τότε θα έπρεπε να είμαστε «πρόσωπα» (ή να έχουμε αυτό
ως ιδανικό). Η αλήθεια είναι ότι τέτοια πηδήματα, από την φαμίλια/ομάδα στο
πρόσωπο, δεν είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να προταθεί.
β) Η μονομανία της διαστρέβλωσης της ιστορίας. Πρώτο παράδειγμα: η δημοκρατικότητα του Βυζαντίου. Είναι φυσικά γεγονός ότι η διαδικασία εκλογής νέου αυτοκράτορα στο Βυζάντιο ήταν πολύ λιγότερο αυταρχική από ότι η διαδικασία ανάδειξης βασιλιάδων στη Δύση ή χαλίφηδων στο Ισλάμ εκείνων των εποχών. Δεν τίθεται ζήτημα, για όσους ξέρουν ιστορία. Ε, λοιπόν, αυτό το γεγονός οι Νεοορθόδοξοι το παραφουσκώνουν και το μεγαλοποιούν, ώστε να φτάσουν να μας πουν ότι το Βυζάντιο ήταν δημοκρατικό! Τώρα πώς γίνεται να είναι δημοκρατική μια αυτοκρατορία, ένας στάρετς μόνο ξέρει. Φαίνεται ότι γίνονταν εκλογές στο Βυζάντιο, ότι η Σύγκλητος εκλεγόταν, ώστε να διορίζει δημοκρατικά τον αυτοκράτορα, ή ότι ο στρατός δεν είχε καμμία ανάμιξη στη διαδικασία εκλογής! Τι πανέμορφα! Φαίνεται επίσης πως απ' όλες τις επαρχίες έστελναν τους εκλέκτορες κι όχι ότι, όπως ξέρουμε, αυτοκράτορας γινόταν όποιος προλάβαινε κι έσφαζε ή φυλάκιζε τους αντιπάλους του. Συνοψίζοντας: οι Νεοορθόδοξοι απολυτοποιούν την σχετικά λιγότερη αυταρχικότητα της Βυζαντινής εξουσίας και την αναγορεύουν ανερυθρίαστα σε δημοκρατία. Ίσως και σε αμεσοδημοκρατία, αφού "ο Αυτοκράτορας απλώς φορολογούσε και προστάτευε τις κοινότητες (σημ.: τις καρα-αμεσοδημοκρατικές, θέλουν να μας πουν, κοινότητες!) και ο λαός πρόθυμα υπάκουγε"
Δεύτερο παράδειγμα και σχετικά πρόσφατο. Ο Θ. Ζιάκας στο βιβλίο του
Αυτοείδωλον εγενόμην, ενώ σωστά αντικρούει τις υποθέσεις του Doods για το
δήθεν τυχαίο και περιστασιακό της επικράτησης του Χριστιανισμού, προσπαθεί να
πει ότι αιτία, από τις κυριότερες, επικράτησης ήταν η "αποϊεροποίηση" της
εξουσίας από το Χριστιανισμό. Έτσι, λέει ο Ζιάκας, ο Χριστιανισμός λέγοντας ότι
ο αυτοκράτορας δεν είναι θεός αλλά άνθρωπος (ότι ήταν θεός το πίστευαν οι
Ειδωλολάτρες) θύμισε στους Έλληνες (αφού μέσω αυτών έγινε, όπως σωστά λέει ο
Ζιάκας, ο εκχριστιανισμός της Αυτοκρατορίας) τις παλιές καλές μέρες της πόλης
κράτους, όπου δεν ήταν η εξουσία θεοποιημένη, και γι' αυτό οι Έλληνες έγιναν
χριστιανοί, αφού η αποϊεροποίηση της εξουσίας τους θύμισε την παλιά εποχή.
Βασικά αφενός είναι σωστό ότι υπήρξε πρόοδος στο ζήτημα της σχέσης
εξουσίας-θρησκείας, μέσω του Χριστιανισμού, αλλά μόνο σε κάποιο βαθμό, διότι
ταυτόχρονα διατηρήθηκαν αρκετές από τις δομές της ειδωλολατρικής αντίληψης για
την εξουσία (η οποία ήταν, φυσικά, θεοκρατική). Έτσι, η άποψη ότι ο αυτοκράτορας
δεν είναι θεός αλλά ο (προσωρινά: ώσπου να εκπέσει λόγω δικών του σφαλμάτων)
εκλεκτός του Θεού (του οποίου η βούληση δείχνεται μέσω και της δράσης του λαού ή
του στρατού ή και μέσω της τύχης) και άνθρωπος, είναι κάτι πρωτοποριακό σχετικά
με την άποψη ότι ο αυτοκράτορας είναι θεός. Επίσης η άποψη ότι ο θεός (και κατά
συνέπεια η προσωπική ζωή και η συνείδηση/αξιοπρέπεια του ανθρώπου) είναι υπεράνω
της κρατικής επιβολής («τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού Θεώ») είναι
επίσης ένα βήμα μπροστά. Από την άλλη όμως το Βυζάντιο κληρονόμησε όλη την
ειδωλολατρική αντίληψη για την εξουσία. Όπως στην Αρχαία Αθήνα έπρεπε να
υπογράψεις δήλωση πίστης (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία) στην κρατική
θρησκεία της πόλης, ώστε να αναλάβεις κρατικά αξιώματα, έτσι και στο Βυζάντιο ο
μελλοντικός αυτοκράτορας έπρεπε να υπογράψει δήλωση αποδοχής της Ορθοδοξίας και
των Οικουμενικών Συνόδων, εάν ήθελε να κυβερνήσει. Δηλαδή η ταύτιση
πιστού-πολίτη εξακολουθούσε να υπάρχει στο Βυζάντιο. Φυσικά αυτή η ταύτιση ήταν
προϊόν της ειδωλολατρικής Κλασσικής Αρχαιότητας και όχι, όπως αφελώς νομίζουν οι
οπαδοί του Διαφωτισμού, του Χριστιανισμού. Ωστόσο δεν βλέπουμε κάποια «αποϊεροποίηση»
στο γεγονός αυτό της ταύτισης. Με άλλα λόγια, όπως παλιά ο αρνούμενος να
λατρέψει την κρατική θρησκεία της Αθήνας
αποκλειόταν από τα
αξιώματα, έτσι και ο αρνούμενος να δεχτεί την καθορισμένη Ορθοδοξία αποκλειόταν
από το θρόνο. Πολύ απλά – πολύ «αμεσοδημοκρατικά». Κατά τα άλλα, σύμφωνα με το
Ζιάκα (Πέρα από το Άτομο, σ. 190) «Ο κλασικός ελληνικός διαχωρισμός Πολιτικής
και Πίστης (ο οποίος είχε διατηρηθεί στο Βυζάντιο), χάρη στη νεωτερική εξέγερση
εγκαθιδρύεται και στη Δυτική Ευρώπη». Ασφαλώς ούτε στην κλασσική Ελλάδα ούτε στο
Βυζάντιο είχε κρατική εξουσία ο ιερέας, ωστόσο αυτού του είδους ο «διαχωρισμός
Πολιτικής και Πίστης» δεν συνιστά «διαχωρισμό» αν συγκριθεί με τον νεωτερικό
διαχωρισμό Πολιτικής και Πίστης. Εσφαλμένα ταυτίζονται αυτοί οι δύο τύποι
διαχωρισμού· και καλύτερα θα ήταν να μην αποκαλούμε την αρχαιοελληνική και
βυζαντινή πολιτική παράδοση «διαχωρισμό Πολιτικής και Πίστης».
Αποϊεροποίηση πλήρη της εξουσίας – τουλάχιστον ως προς τις επιδιώξεις και τη
στοχοθεσία είχαμε μόνο στη Δύση, μόνο μετά την Αμερικανική και αργότερα τη
Γαλλική Επανάσταση, την οποία φτύνουν ως αθεϊστική ή μασωνική ή γενικώς σατανική
και κακή οι Νεοορθόδοξοι. Τότε μόνο καθορίστηκε ότι η θρησκεία του καθενός είναι
άσχετη με το αν θα αναλάβει κρατικά αξιώματα. Ποτέ πριν δεν υπήρξε τέτοια πλήρης
ελευθερία. Φυσικά αυτό το ξεχνάνε οι Νεοορθόδοξοι, και προσπαθούν – πάλι
απολυτοποιώντας ένα πραγματικό γεγονός – να μεγαλοποιήσουν ένα (όντως σπουδαίο)
βήμα, αυτό της άρνησης θεοποίησης του άρχοντα, χαρακτηρίζοντάς το «αποϊεροποίηση
της εξουσίας». Είναι περίεργο πώς ο Ζιάκας (ο οποίος πολύ σωστά έχει καταδείξει
τη σαθρότητα των ισχυρισμών του Ρωμανίδη για το υπερέθνος των Ρωμαίων και δεν
έχει συναισθηματισμούς τύπου Finis Graeciae του Γιανναρά), αγνοεί το πράγμα
αυτό. Επίσης δεν είναι κατανοητό πώς (από την εξουσιο-φοβία των αριστερών
άραγε;) προσπαθεί να αναγάγει σε πρώτιστη (ή εκ των μεγαλύτερων) αιτία
εκχριστιανισμού των Ελλήνων την «αποϊεροποίηση» αυτήν, ενώ για μένα αυτή είναι
τέταρτη ή πέμπτη αιτία μετά από πολλές άλλες. Αυτές οι άλλες ήταν πολύ, μα πάρα
πολύ υλικές (και πολύ σωστά τις αναφέρει ο Ζιάκας): ήταν η περίθαλψη των φτωχών,
τα συσσίτια, οι «αγάπες», η κοινωνική μέριμνα της Εκκλησίας καθώς και η
αισιόδοξη αντιγνωστική προοπτική που έδινε στους πιστούς της. Αυτή βέβαια η
προσπάθεια να δείξουμε ότι ο Χριστιανισμός πολέμησε τον μπαμπούλα της φύσει
κακιάς εξουσίας ίσως είναι καλή εξήγηση ανάμεσα στα ερείπια της Αριστεράς εν
γένει, αλλά όχι στους υπόλοιπους. Σιγά μην είχαν κατά νου οι Έλληνες, σιγά μην
θυμόντουσαν (δεν υπήρχαν σχολεία και υποχρεωτική εκμάθηση ιστορίας, ο
αναλφαβητισμός ώς τον 19ο αιώνα ήταν κυρίαρχος) τι γινόταν στην
Αρχαία Αθήνα, ώστε να ξυπνήσει η ανάμνηση της δήθεν «αποϊεροποιημένης» εξουσίας
της πόλης-κράτους. Και είναι πράγματι «δήθεν», διότι η Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν
κανένα μα κανένα αμεσοδημοκρατικό πάρκο. Ελάχιστες πόλεις είχαν δημοκρατία. Να
θυμίσουμε το σπαρτιατικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και γενοκτονίας Σπαρτιατών και
Ειλώτων αντίστοιχα, όπου όλοι ήταν σαν ρομποτάκια; Να θυμίσουμε τις υπόλοιπες
ολιγαρχίες Κρήτης, (εν μέρει) Ηπείρου, Κορίνθου κ.λπ; Να θυμίσουμε την βασιλική
Μακεδονία και την Θράκη; Πού και πότε υπήρξε άραγε αυτή η «αποϊεροποιημένη
(ακόμη και στην αμεσοδημοκρατική Αθήνα, πάλι η θρησκεία έκανε κουμάντο)
εξουσία», ώστε να αποτελέσει, 600-800 χρόνια μετά, γλυκιά ανάμνηση στο νού του
Έλληνα, ανάμνηση που τον έκανε να τρέξει να βαφτιστεί; Να θυμίσουμε ακόμη ότι οι
περισσότεροι Αρχαιοέλληνες διανοητές, και σχεδόν όλοι μετά την ήττα της Αθήνας
στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ήταν εναντίον της δημοκρατίας, ακριβώς επειδή η
δημοκρατική Αθήνα έχασε; Η ωραιοποίηση της πόλης-κράτους είναι ένα τεράστιο
ψεύδος (αρκεί κανείς να δει τις ποινές και τη σκληρότητα που επικρατούσε).
Συνεπώς δεν ετέθη ζήτημα (έστω μερικής) επαναφοράς στην μη κολλεβιστική Ελληνική
Κλασσική Αρχαιότητα μέσω του Χριστιανισμού. Οι πολίτες της πόλης κράτους ήταν
ρομποτάκια. Η πόλη τούς έκανε ό,τι ήθελε: τους έλεγε υποχρεωτικά να κόψουν το
μουστάκι, το έκοβαν. Τους έλεγε να αφήνουν υποχρεωτικά μακρί μαλλί, το άφηναν.
Τους έλεγε να πολεμήσουν μέχρι θανάτου, πολεμούσαν. Τους απαγόρευε να πίνουν
κρασί, δεν έπιναν. Η αρχαία πόλη είχε το δικαίωμα να πετάξει έξω από τα όριά της
οστά ανθρώπων (!), επειδή μεταγενέστερα τής φάνηκε ότι αυτοί ηταν στο παρελθόν
προδότες. Ελευθερία με την μορφή «ανθρώπινων δικαιωμάτων» δεν γνώρισε ποτέ η
Αρχαιότητα. Συνεπώς ο «ατομικισμός» των Αρχαίων Ελλήνων είναι μια ανύπαρκτη
κατάσταση, που μόνο χάριν σύγκρισης με τους αποχαυνωμένους δούλους Ασιάτες της
εποχής μπορούμε να τον αποκαλέσουμε «ατομικισμό». Η άποψη
για αρχαιοελληνικά Άτομα (ως μια διαφορετική μορφή του Ατόμου) εστιάζει την
προσοχή της αποκλειστικά στην Αθήνα και αντιβαίνει τόσο το γεγονός των
ολιγαρχικών και δεσποτικών αρχαιοελληνικών κρατών όσο και την απουσία ελευθερίας
του αρχαίου ατόμου ως προς την πόλη του.Για
να γυρίσω στο θέμα, το ζήτημα είναι ότι μπλέκουν ένα σωρό γεγονότα, για να
αποδείξουν και να κατωχυρώσουν τις θέσεις τους και γενικά τα κάνουν μαλλιά
κουβάρια.
Τρίτο παράδειγμα, η άποψη πως εξαιτίας της Ορθοδοξίας δεν στέριωσε ο
καπιταλισμός στην Ελλάδα και την Α. Ευρώπη. Τα πράγματα είναι μάλλον
διαφορετικά: ακριβώς επειδή ο καπιταλισμός, για λόγους αντικειμενικούς (π.χ.
Τουρκοκρατία, ασιατικός φεουδαλισμός), παρέμεινε σε κατάσταση υποπλασίας, η
αγροτική παράδοση παρέμεινε ισχυρή, μαζί με τον πολιτισμικό συντηρητισμό της,
και έτσι η Ορθοδοξία στάθηκε ισχυρή στην Ελλάδα και την Α. Ευρώπη.
γ')
συνέπεια του αντιδυτικισμού, ο φιλοτουρκισμός ή ανατολισμός. Η εξιδανίκευση της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η πλαστογράφηση της ιστορίας, βάσει της οποίας
(πλαστογράφησης) η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετατρέπεται σε νόμιμο συνεχιστή του
Βυζαντίου (παρά την αντίθετη γνώμη ακόμη και του Κολοκοτρώνη: «ο βασιλεύς μας,
όταν εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκανε με τους Τούρκους..»), εθνικά ή
θρησκευτικά ή ιδεολογικά, ενώ στο όνομα ενός ψευδοαντιεθνικισμού (ο οποίος,
μεταξύ άλλων, φτιάχνει... ρωμαϊκό έθνος, από Γαλατία ώς Συρία, ήδη από τον 5ο
αι.) που λόγω αριστερών (: μαρξιστικών/αναρχικών) καταβολών αρνείται την ύπαρξη
και συνέχεια ελληνικού έθνους, και δεν αντιλαμβάνονται (οι Νεοορθόδοξοι) ότι
ανεξαρτήτως του millet (το οποίο ήταν οθωμανική/ισλαμική εφεύρεση, ώστε να
υποτάσσονται-ελέγχονται ευκολότερα υπό έναν θρησκετικό ηγέτη ομάδες ομόδοξων
λαών και δεν αντιστοιχεί στην εθνοτική πραγματικότητα) υπήρχαν τα διαφορετικά
έθνη (ανεξαρτήτως του βαθμού «εθνικής συνείδησης»), ότι δηλαδή ποτέ δεν
αυτοαποκλήθηκαν «Ρωμαίοι», είτε πριν το 1453 είτε μετά το 1453, οι Ορθόδοξοι
Σέρβοι/Βούλγαροι/Ρουμάνοι/Μαυροβούνιοι (λ.χ. δες τους τίτλους Σέρβων/Βουλγάρων
ηγεμόνων πριν το 1453: «Στέφανος, Τσάρος Σέρβων και βασιλεύς Ρωμαίων»/ «Σαμουήλ,
Τσάρος Βουλγάρων και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων»), κι ότι ποτέ, αντίστοιχα, οι «Ρωμαίοι»
(=Έλληνες) πριν ή μετά το 1453 δεν αποκάλεσαν «Ρωμαίους» τους λαούς αυτούς. Κι
έτσι, ενώ το millet, το Γένος των Ορθοδόξων, ακριβώς επειδή οι Ρωμαίοι-Έλληνες
ήταν σε αυτό πληθυσμιακά και ποιοτικά ανώτεροι ανέκαθεν (ελάχιστοι μη «Ρωμαίοι»
Οικουμενικοί Πατριάρχες υπήρξαν), εν τέλει σήμαινε τον Ρωμαίο-Έλληνα, λόγω ενός
ψευδοαντιεθνικισμού (ή πανορθόδοξου διεθνισμου-εθνικισμού: η γνωστή παραποίηση
των εννοιών του αριστερού παρελθόντος τους ή το γαρνίρισμά του με οθωμανική σάλτσα)
οι Νεοορθόδοξοι αρνούνται την συνέχεια ελληνισμού ή την ταύτιση Γένους-Έθνους.
Από την άλλη, ο φιλοοθωμανισμός τους οδηγεί στο να διαπράττουν ατοπήματα:
«κακοί» οι επαναστατημένοι Έλληνες, επαναστάτησαν στην ίδια τους την
αυτοκρατορία (!), ανύπαρκτες οι καταπιέσεις, οι σφαγές, οι ταπεινώσεις, οι
εξισλαμισμοί (προφανώς η Μ. Ασία εξισλαμίστηκε από...τους ομοεθνείς Οθωμανούς),
και έκαναν μια άφρονα ενέργεια, ενώ αλλιώς σήμερα η Αυτοκρατορία θα είχε
παραδοθεί (!) απ’ τους Τούρκους στους Χριστιανούς (δηλαδή θα ήταν τόσο ανόητοι
να το πράξουν οι Τούρκοι). Αυτή η ονείρωξη οφείλεται σε ένα ιστορικό
προηγούμενο: την μεταβολή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από Λατινική-Παγανιστική σε
Ελληνική-Χριστιανική, απ’ τον 5ο αι. κ.ε. Ωστόσο οι Λατίνοι είχαν
δώσει ίσα πολιτικά δικαιώματα στους υπόδουλους Έλληνες και η θρησκεία τους ήταν
η ίδια (πολυθεϊσμός αρχικά, χριστιανισμός μετά), ενώ φυσικά οι
Οθωμανοί κρατούσαν πάντοτε την διάκριση Χριστιανός-Μουσουλμάνος. Συνέπεια
τέτοιων απόψεων είναι οι ύβρεις προς τον Παλαιολόγο (που δίχως την άρνησή του,
δε θα υπήρχε καμμία ηθική δύναμη να συγκρατήσει από την παραίτηση και τον
εξισλαμισμό στους επόμενους αιώνες) ως «προδότη ενωτικό» και η αυθαίρετη ταύτιση
εκ μέρους ορισμένων Νεοορθόδοξων του τοτινού «ανθενωτισμού» με την δική τους «τουρκοφιλία».
Κιτσίκης.
Θα ήταν λάθος αν στο σημείο αυτό παραλείπαμε τον κυριότερο σύγχρονο εκπρόσωπο
της τουρκοφιλίας, τον Δημήτριο Κιτσίκη. Ο ίδιος αποκαλεί τη θεωρία του «ελληνοτουρκισμό»,
αν και, επειδή έχει επεξεργαστεί τόσο πολύ την προϋπάρχουσα αυτή θεωρία του 19ου
αι. διανθίζοντάς την με πολλές ανακρίβειες και δίνοντάς της νέο νόημα, θα
μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει «κιτσικισμό» (όσο κι αν ο ίδιος ο Κιτσίκης
θα κολακευόταν, αντί να ντραπεί, γι’ αυτό το χαρακτηρισμό). Πριν εξετάσουμε
ωστόσο τις απόψεις του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα αναφερθούμε στην
ιδεολογία του Κιτσίκη.
Ο Δ.Κ., ακριβώς λόγω του αντιδυτικισμού του, δείχνει να αγνοεί τα στοιχειώδη της
αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Έτσι προκειμένου να αποδείξει ότι η Δύση
παρερμήνευσε τα βασικά και τα στοιχειώδη της ημέτερης φιλοσοφίας, καταλήγει να
διαστρεβλώνει την ημέτερη φιλοσοφία. Έτσι, γράφει (Η τρίτη ιδεολογία και η
Ορθοδοξία, σ. 28): «διαβάζουμε με έκπληξη σε ελληνικό εγκυκλοπαιδικό λεξικό
του 1927, στο λήμμα "αντίφασις", τα παρακάτω: "νόμος της αντιφάσεως καλείται ο
θεμελιώδης νόμος του διανοείσθαι, καθ’ όν δεν δύναται να υπάρχει τι και
συγχρόνως να μην υπάρχη" (Ελευθερουδάκη, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος
Β’, Αθήνα, 1927, σ. 230). Δηλαδή μια "ελληνική" εγκυκλοπαίδεια δίνει έναν
ρατσιοναλιστικό ορισμό του νόμου της αντιφάσεως και αγνοεί τον αντίθετο
ορθολογικό ορισμό της ελληνικής διαλεκτικής, κατά την οποία "ο θεμελιώδης νόμος
του διανοείσθαι είναι ότι δύναται να υπάρχη τι και συγχρόνως να μη υπάρχη"».
Δηλαδή ο Δ.Κ. πιστεύει ότι κάτι μπορεί να υπάρχει και να μην υπάρχει κι ότι
όποιος υποστηρίζει το αντίθετο δεν ακολουθεί τους έλληνες φιλοσόφους. Φαίνεται
ότι ο Δ.Κ. δεν διάβασε τον Πλάτωνα, για να πληροφορηθεί ότι από τότε οι Έλληνες
είχαν αντιληφθεί την ύπαρξη του νόμου της αντίφασης και μάλιστα, αντί για τις
γενικόλογες αερολογίες που παρουσιάζει ως «ελληνικές», ότι δηλαδή κάτι μπορεί να
υπάρχει και να μην υπάρχει (ως προς τι, άραγε;), οι Αρχαίοι Έλληνες συμφωνούν με
τον... σατανικό, δηλαδή δυτικό (!) ορισμό της αντίφασης: Ας διαβάσει τι γράφει ο
Πλάτωνας (Πολιτεία, 436c-e): «-Να στέκεται και να είναι στον ίδιο καιρό
ακίνητο το ίδιο πράγμα και με το ίδιο μέρος του εαυτού του, μπορεί άραγε να
γίνει ποτέ; – Καθόλου. –Ας το καθορίσωμε όμως ακόμα πιο καθαρά, για να μη μας
γεννηθή καμμιά διαφωνία όταν προχωρήσωμε παρά πέρα. Αν δηλαδή μάς έλεγε κάποιος
για έναν άνθρωπο που ενώ στέκει, κουνεί τα χέρια του και το κεφάλι, πως ο ίδιος
και στέκεται και κουνιέται μαζί, δε θα του κάναμε την παρατήρηση πως δεν πρέπει
να το λέη έτσι, αλλά πως ένα του όποιο μέρος είναι ακίνητο και ένα άλλο
κουνιέται; Έτσι δεν είναι; – Έτσι είναι. – Κι αν λοιπόν ο ίδιος για να κάμη,
έτσι παιχνιδιάρικα, ακόμη μεγαλύτερη επίδειξη λεπτολογίας μάς έλεγε, πως η
σβούρα τουλάχιστο ολόκληρη και κουνιέται και στέκεται τον ίδιον καιρό, όταν
στρέφεται με ακίνητα μπηγμένο το κέντρο της επάνω στο ίδιο σημείο, και ότι το
ίδιο κάνει και όποιο άλλο στρέφεται γύρω από τον άξονά του χωρίς ν’ αλλάξη θέση,
δε θα το παραδεχτούμε βέβαια, επειδή αυτά δεν μένουνα κίνητα ούτε στρέφονται με
το ίδιο μέρος του εαυτού των, αλλά θα πούμε πως ξεχωρίζομε στα πράγματα αυτά τα
δύο μέρη, τον ίσιο τον άξονα και την κυκλική περιφέρεια, και πως με το ίσιο τους
μέρος στέκουν ακίνητα, επειδή αυτό δεν γέρνει από καμμιά μεριά, ενώ με την
κυκλική τους περιφέρεια στρέφονται ένα γύρο· όταν όμως η ευθεία γραμμή του άξονά
τους κλίνη είτε δεξιά είτε αριστερά είτε μπρος είτε πίσω, ενώ εξακολουθούν τον
ίδιο καιρό να στρέφωνται, τότε με κανένα τους μέρος δεν μπορούμε να πούμε πως
στέκουν. – Και πολύ σωστά. – Ώστε ό,τι και να μας πουν απ’ αυτά, δε θα μας κάμη
να τα σαστίσωμε, ούτε θα μας πείση περισσότερο, πως είναι ποτέ δυνατόν το
ίδιο πράγμα την ίδια ώρα και με το ίδιο μέρος του εαυτού του και ως προς το ίδιο
αντικείμενο να κάνη ή να πάσχη τα αντίθετα». Ώστε ενώ ο Πλάτωνας δίνει
ακριβώς τον νόμο της αντίφασης, ότι δεν γίνεται κάτι ή κάποιος να κάνει ή να
βρίσκεται σε μία κατάσταση ως προς ένα σημείο αναφοράς, και ταυτόχρονα να μην
κάνει και να μη βρίσκεται στην κατάσταση αυτήν ως προς το ίδιο σημείο αναφοράς,
ενώ δηλαδή αναιρεί όσα λέει ο Δ.Κ., έρχεται ο αντιδυτικός Κιτσίκης και κατηγορεί
τη Δύση ότι διαστρέβλωσε την αρχαία φιλοσοφία. Εκτός κι αν ο Πλάτωνας δεν ήταν
αρχαίος Έλληνας, οπότε πάλι ο Δ.Κ. έχει δίκαιο.
Ο Δ.Κ. μέσα στον παραληρηματικό
αντιδυτικισμό του γράφει (ό.π., σ. 31) ότι «ο διάβολος καραδοκούσε και τελικά
έπεισε αυτούς τους λαούς [σημ.: τους Δυτικούς κατά τον 15ο αιώνα] ν’
απαρνηθούν τη διαλεκτική σκέψη και να δεχτούν την δική του σκέψη, τον
ρατσιοναλισμό (...) το φοβερώτερο δε όπλο που έβαλε ο διάβολος στα χέρια του
δυτικού ανθρώπου, υπήρξε η τεχνολογία, αυτό που κοινώς ονομάζουμε δυτική
επιστήμη». Πέραν του ότι ο Δ.Κ. γνωρίζει πώς σκέφτεται ο Διάβολος,
μας πληροφορεί ότι η δυτική επιστήμη (π.χ. η τυπογραφία ή οι η/υ) είναι του
Διαβόλου όπως είναι και ο ορισμός της διαλεκτικής από τον Πλάτωνα. Περιττό να
αναφερθούμε στις άλλες απόψεις του Κιτσίκη, όπως ότι (ό.π., σ. 33) «μόλις η
Αναγέννηση ανδρώθηκε, άρχισε να εξάγεται σ’ όλο τον πλανήτη με την βία»,
προφανώς διότι ο Δ.Κ. θα πιστεύει στα σοβαρά ότι το Ισλάμ, άρχισε να «εξάγεται»
από την αραβική χερσόνησο αρχικά στη Μεσόγειο και έπειτα στον υπόλοιπο πλανήτη
όχι με τη βία, αλλά με την πειθώ και το διάλογο.
Εδώ να προχωρήσουμε στο
επόμενο τμήμα της ιδεοληψίας του Δ. Κιτσίκη. Εν συντομία ο Δ.Κ. είναι
νεοεποχίτης ενώ παριστάνει τον Ορθόδοξο πουλώντας (ειλικρινώς και πιστεύοντάς το
ολόψυχα, είναι η αλήθεια) αντιδυτική ορθόδοξη ρητορεία. Γράφει ο Δ.Κ. (ό.π., σ.
39): «μόνον η Ορθοδοξία είναι ορθή διαλεκτική στην υπηρεσία της αρμονικής
σκέψεως». Θα έπρεπε να πει ο Δ.Κ. στους Ορθόδοξους ότι η Ορθοδοξία «του» είναι
στην υπηρεσία κάποιας κινεζικού τύπου (γιν και γιάνγκ) αρμονικής σκέψης και όχι
στην υπηρεσία του ανθρώπου ή της χριστιανικής σωτηρίας κ.ο.κ. Ο Δ.Κ. έχει όμως
κι άλλα. Έτσι γράφει, αυτός ο «αυθεντικός ορθόδοξος», αλλού: «Η Ινδία στις Βέδες
κατέγραψε την πιο παλιά ανθρώπινη θρησκευτική σοφία, αυτή που ολοκληρώθηκε στις
υψηλότερες μορφές του ελληνορθόδοξου ησυχασμού», εννοώντας προφανώς ότι η
Ορθοδοξία (η οποία, αν δεν το γνωρίζει ο Ορθόδοξος Δ.Κ., πιστεύει ότι μόνο αυτή
κατέχει ολόκληρη την αλήθεια) είναι μετεξέλιξη του Ινδουισμού. Αλλού γράφει πάλι
ο Δ. Κιτσίκης: «Τέσσερις είναι οι μεγάλες αποκεκαλυμμένες θρησκείες: ο ορθόδοξος
Χριστιανισμός, ο Ινδουϊσμός, το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός». Δεν ενδιαφέρει εδώ τι
πιστεύει ο Δ.Κ. ούτε γίνεται προπαγάνδα εδώ υπέρ της μιας ή της άλλης θρησκείας,
ωστόσο ακριβώς επειδή η Ορθοδοξία πιστεύει ότι είναι η μόνη αποκεκαλυμμένη
θρησκεία, δεν μπορεί ο ίδιος να την κατατάσσει ως μία από τις αποκεκαλυμμένες
θρησκείες, και μάλιστα στο όνομα του αντιδυτικισμού του. Άλλωστε θα έπρεπε να
ήξερε ότι ο Ινδουϊσμός δεν στηρίζεται σε Αποκάλυψη ούτως ή άλλως. Θα ήταν
ενδιαφέρον να εύρισκε ο Κιτσίκης κάποιο ορθόδοξο πατερικό κείμενο όπου να θεωρείται
η Ορθοδοξία ως μία από τις αποκαλύψεις του Θεού. Ώστε ο Δ. Κιτσίκης μέσα στο προϋπάρχον παραλήρημα του αντιδυτικισμού θέλει να εμφανίσει ένα ενιαίο «ανατολικό» πολιτισμικό μπλοκ
(συμμαχία του «ενδιάμεσου χώρου» και της «ασίας») εναντίον της Δύσης, και έτσι
χρησιμοποιεί και την Ορθοδοξία, πιστεύοντας βέβαια ότι διόλου δεν την
διαστρεβλώνει.
Ὁ Κιτσίκης προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξει τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἰσλαμοβυζαντινοῦ ἀντιδυτικοῦ
μετώπου κάνοντας λόγο γιὰ τὸν φιλοθωμανικὸ ἐνδοτισμὸ τῶν ἔσχατων Βυζαντινῶν
ἀρχόντων. Ὡστόσο οἰ Ὀρθόδοξοι Βυζαντινοὶ εἶχαν σχεδὸν ὡς ἄθλημα ἢ ψυχαγωγία τὴ
συγγραφὴ ἀντιισλαμικῶν μελετῶν. Καὶ μάλιστα ὄχι οἱ λιγότερο σημαντικοί, ὄχι οἱ
λιγότερο ἀντιδυτικοὶ Ὀρθόδοξοι. Τὸν 7ο αἰ. ὁ ἅγιος Ἰω. Δαμασκηνὸς
ἔβρισκε τὰ δόγματα τοῦ Ἰσλάμ «γέλωτος ἄξια» (Κατὰ αἱρέσεων, ρα’, PG,
94, 765A, 772D). Ὁ ἐπίσκοπος Κάρρων Θεόδωρος (+820/25) θεωροῦσε τὸ Ἰσλὰμ «ἄθεον
καὶ δυσσεβὲς δόγμα» (Κατὰ αἱρέσεων Ἰουδαίων καὶ Σαρακηνῶν, PG, 94,
764). Ὁ Νικήτας ὁ Βυζάντιος συνέγραψε τὴν Ἀνατροπὴ τῆς παρὰ τοῦ Ἄραβος Μωάμετ
πλαστογραφηθείσης Βίβλου (PG, 105, 669-805). Ὁ ἀντιδυτικὸς
αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνὸς συνέγραψε τὸ ἔργο Κατὰ Μωαμεθανῶν (PG,
154, 378-584) καὶ τὸ Κατὰ Μωάμεθ (PG, 154, 585-692). Ὁ
αὐτοκράτορας Μανουὴλ Παλαιολόγος ἔγραψε τὸ ἀντιισλαμικὸ Διάλογος ὂν ἐποιήσατο
μετά τινος Πέρσου τὴν ἀξίαν Μουτερίζη, ἐν Ἀγκύρᾳ τῆς Γαλατίας (PG,
156, 125-174). Ὁ Μάξιμος ὁ Γραικὸς ἔγραψε τρεῖς ἀντιισλαμικὲς πραγματεῖες στὰ
Ρώσσικα.
Το πιο
σκοτεινό τμήμα της ιδεολογίας του Δ. Κιτσίκη είναι, φυσικά, ο φιλοτουρκισμός
του. Καταρχήν, εφόσον ο Κιτσίκης πιστεύει ότι η Οσμανική Αυτοκρατορία είναι η
νόμιμη διάδοχος της Βυζαντινής, θα έπρεπε να εξηγήσει για ποιον λόγο οι Τούρκοι,
τόσο πριν όσο και μετά τον Κεμάλ, δεν θαυμάζουν το Βυζάντιο, δεν νοιώθουν
συνεχιστές των Βυζαντινών, δεν διαφημίζουν τη δόξα του Βυζαντίου, δεν φροντίζουν
για τον πολιτισμό του Βυζαντίου, δεν διδάσκονται τη βυζαντινή ιστορία ως τμήμα
της τουρκικής ιστορίας, δεν τιμούν τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, δεν ιδρύουν
λ.χ. ένα μουσείο βυζαντινής (πολεμικής) ιστορίας και πολιτισμού στην
Κωνσταντινούπολη, αλλά αντίθετα φρίττουν και εξαγριώνονται μόνο στην σκέψη του
Βυζαντίου. Φυσικά ο λόγος είναι προφανής, όσο κι αν ο Κιτσίκης προσπαθεί να τον
αποσιωπήσει: οι Τούρκοι ουδέποτε αισθάνθηκαν Βυζαντινοί ή συνεχιστές των
Βυζαντινών, αλλά αντίθετα οι καταστροφείς τους. Ίσως όμως για τον Δ. Κιτσίκη δεν
έχει σημασία η γνώμη και η συνείδηση ή η πρακτική των προκεμαλικών και
μετακεμαλικών Τούρκων-Οσμανών, αλλά οι δικές του ιδεοληψίες και απόψεις, συνεπώς
οι Οσμανοί είναι αυταπόδεικτα συνεχιστές του Βυζαντίου.
Ο Δ. Κιτσίκης
θα έπρεπε, προκειμένου να πει ότι οι Οσμανοί-Τουρκομάνοι είναι συνεχιστές των
Βυζαντινών, να εξηγήσει την καταστροφή, από τα αδέρφια του, τους Οσμανούς-Τουρκομάνους
και Σελτζούκους, των ελληνικών πόλεων (μαζί με τα περίχωρά τους) της Μικράς
Ασίας τους 2,5 πρώτους αιώνες από τη στιγμή (1071) που πάτησαν την περιοχή αυτήν
(οι παρακάτω πόλεις υπέστησαν είτε άλωση είτε σφαγή των κατοίκων τους και
λεηλασία, είτε συνδυασμό των παραπάνω): Κύζικος, Απολλωνία, Λοπάδιον, Κίος,
Ποιμανηνόν, Αδραμύττιον, Κάλαμος, Σμύρνη, Κλαζομεναί, Φώκαια, Σάρδεις, Νυμφαίον,
Έφεσσος, Φιλαδέλφεια, Τράλλεις, Λούμα, Πεντάχειρ,
Μελανούδιον, Λάτρος, Στρόβιλος, Αττάλεια,
Νικομήδεια, Νίκαια, Προύσα, Κλαυδιούπολις, Μελάγγγια,
Δορύλαιον, Κοτύαιον (Κιουτάχεια), Αμόριον, Κεδρέα,
Πολύβοτος, Φιλομήλιον, Μυριοκέφαλον, Σωζόπολις, Χώναι,
Λαοδικεία, Ιεράπολις, Τρίπολις, Ταύταλος, Καρία,
Αντιόχεια Μαιάνδρου, Χόμα-Σούβλαιον, Καισάρεια, Αραβισσός,
Αβλιστηνή, Έδεσσα, Νίσιβις, Γάργαρα, Μελιτηνή,
Σεβάστεια, Σινώπη, Τραπεζούς, Αμισός, Παΐπερτ, Κολωνία,
Νεοκαισάρεια, Αμάσεια, Κασταμών, Δόκεια, Κόμανα,
Ευχάιτα, Πιμώλισα, Γάγγρα, Δάδυβρα, Σελεύκεια,
Μοψουεστία, Κώρυκος, Άδανα, Πράκανα, Ικόνιον,
Άγκυρα, Κολώνεια Αρχελαΐς, Λαοδικεία Κεκαυμένη (από την Ιστορία
του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών). Επίσης θα έπρεπε ο Δ. Κιτσίκης να
εξηγήσει γιατί τα αδέρφια του, οι Οσμανοί, επέβαλαν την τουρκική και εκτούρκισαν
γλωσσικά, εξισλαμίζοντας θρησκευτικά εκατομμύρια από τους Έλληνες Ορθόδοξους
Μικρασιάτες απ’ τον 12ο ώς τον 19ο αιώνα. «Στα 1277 ο
βεζύρης του νέου [σελτζούκου] σουλτάνου Αχμέντ μπέης, εξέδωσε φερμάνι, σύμφωνα
με το οποίο καθιερωνόταν υποχρεωτική η χρησιμοποίηση της τουρκικής όχι μόνο στις
δημόσιες υπηρεσίες, αλλά και στις δημόσιες συναθροίσεις και τις ιδιωτικές
συναναστροφές» (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. Ι, εκδ. ΙΔ
Αρσενίδης και ΣΙΑ, σ. 58). Προφανώς αυτό αποδεικνύει άλλη μια φορά ότι Έλληνες
και Τούρκοι είναι ένας λαός.
Θα έπρεπε να εξηγήσει ο Δ. Κιτσίκης, γιατί θεωρεί τον εκκαθολικισμό
των Ορθοδόξων Ελλήνων και Βαλκάνιων (ο οποίος δεν πραγματοποιήθηκε, ούτε καν
στις επί 4 και 7 αιώνες λατινοκρατούμενες ελληνικές περιοχές) χειρότερο από τον
εξισλαμισμό των Ορθόδοξων Ελλήνων Μικρασιατών και Βαλκάνιων, ο οποίος
πραγματοποιήθηκε σε φοβερά υψηλό βαθμό. Ως ultra Ορθόδοξος ώς το μεδούλι, ο Δ.
Κιτσίκης θα έπρεπε να θεωρεί τουλάχιστον ίσου μεγέθους συμφορά την εγκατάλειψη
της Ορθοδοξίας, είτε οι αποστάτες γίνονται άθεοι είτε βουδδιστές είτε καθολικοί
είτε μουσουλμάνοι. Ωστόσο ο Δ. Κιτσίκης αγανακτεί με τον καθολικισμό που
προσπάθησε να απορθοδοξοποιήσει τους Ορθόδοξους Έλληνες, αλλά διόλου δεν
αγανακτεί με το Ισλάμ και συγκεκριμένα με τους Οσμανούς-Τουρκομάνους και τους
Σελτζούκους, οι οποίοι προσπάθησαν, απείρως εντονότερα και συστηματικότερα απ’
ό,τι οι Λατίνοι, να απορθοδοξοποιήσουν τους Ορθόδοξους Έλληνες -και τα κατάφεραν
απείρως αποτελεσματικότερα. Όταν όμως η τουρκοφιλία και ο αντιδυτικισμός
επικρατούν στη σκέψη του και την εμποδίζουν να σκεφτεί λογικά, είναι αναμενόμενο
ο Δ. Κιτσίκης να μην αντιλαμβανόταν ότι δίνει συγχωροχάρτι στον έναν από τους
δύο εχθρικούς λαούς που προσπάθησαν στο παρελθόν να καταστρέψουν την Ορθοδοξία –
υπέρ και για χάρη της οποίας υποτίθεται ότι αντιπαρατίθεται στον έναν (τους
Δυτικούς) από τους δύο εχθρούς.
Ο Δ. Κιτσίκης
(Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σ. 39) χρησιμοποιεί την επιστολή
που απέστειλε στον Μεχμέντ Β’ τον Πορθητή ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, με την οποία
τον καλεί να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, για να τεκμηριώσει τη θεμελιώδη
άποψη του Κιτσικισμού, ότι η οσμανική αυτοκρατορία είναι διάδοχος της
βυζαντινής. Ίσως θα «ξέχασε» ο Δ.Κ. ότι, πέρα από την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη
προδοτών σ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής ιστορίας, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος δεν
ήταν ούτε ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ούτε εκπροσωπούσε το Βυζάντιο και την
βυζαντινή κυβέρνηση, και ότι η επίσημη άρνηση, έπειτα από επίσημη πρόταση του
Μεχμέντ Β’, του Βυζαντίου να παραδοθεί, λίγο πριν την 29η Μαΐου 1453,
συνιστά απόδειξη ακριβώς ότι η οσμανική αυτοκρατορία δεν είναι νόμιμη διάδοχος
και συνεχιστίς της Βυζαντινής. Ο Δ.Κ. ίσως θα ανασύρει κάποιο ιστορικό στοιχείο,
ότι ο Μεχμέντ Β’ ενίοτε αυτοαποκαλούνταν Σουλτάνως Τούρκων και Αμιράς Ελλήνων,
«άρα» Τούρκοι και Έλληνες είναι ένας λαός, ενώ οι Οσμανοί είναι συνεχιστές του
Βυζαντίου. Αγνοεί ίσως ο Δ.Κ. ότι και ο Συμεών αυτοαποκαλούνταν «Τσάρος
Βουλγάρων και Αυτοκράτωρ Ρωμαίων [Βυζαντινών]»· και μόνο τρελλοί θα ισχυρίζονταν
ότι ο παραπάνω τίτλος θα σήμαινε ότι Βούλγαροι και Έλληνες ανήκουν στο ίδιο
έθνος ή ότι οι Βούλγαροι ήταν συνεχιστές του Βυζαντίου (παρομοίως ουδέποτε θα
ισχυριζόταν κανείς ότι οι Αυστριακοί «αυτοκράτορες Αυστρίας και βασιλείς
Ουγγαρίας» αποδείκνυαν μέσω του τίτλου τους ότι υπήρχε ένα ενιαίο αυστροουγγρικό
έθνος). «Η πολιτική σημειολογία και κατά συνέπεια η νομιμότητα της εξουσίας του
Πορθητή και γενικότερα των Οσμανών είναι απόλυτα αναιρετική της ελληνορωμαϊκής
και βυζαντινής παράδοσης. Ούτε ο Μεχμέντ Β’ ούτε οι πρόγονοί του, αλλά ούτε και
οι απόγονοί του αισθάνθηκαν ότι ήταν διάδοχοι Καισάρων και Βασιλέων. Προσδέθηκαν
σε τουρανικά και ισλαμικά πρότυπα. Ο επίσημος τίτλος του Πορθητή ήταν "Μεχμέντ
γιος του Μουράντ Χαν, πάντα νικητής" (Mehmed bin Murat Han, muzaffer daima) και
ο στρατιωτικός "Σουλτάνος" ή "Μεγάλος Βεζύρης (Αμιράς)". Ο Πορθητής και οι
πρόγονοι και οι επίγονοί του είχαν βαθιά συνείδηση ότι ήταν χάνοι ή χακάν» (Νεοκλή
Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. Ι, εκδ. ΙΔ Αρσενίδης και ΣΙΑ, σ. 164).
«Στόχος του Πορθητή δεν ήταν η παλινόρθωση του Βυζαντινού κράτους. Στόχος του
ήταν η πλήρης και ολοκληρωτική καταστροφή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως
πολιτικής, αλλά κυρίως ως πολιτιστικής οντότητας. Με άλλα λόγια αποσκοπούσε στον
αφανισμό της πολιτιστικής κληρονομιάς που προερχόταν από την κλασσική αρχαιότητα
και έφθανε μέχρι και την εποχή του. αυτό άλλωστε παρέμενε το ιδανικό και των
διαδόχων του» (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. Ι, εκδ. ΙΔ
Αρσενίδης και ΣΙΑ, σ. 161). «[ο Πορθητής] Προσαρμόστηκε στα πολιτισμικά δεδομένα
της Περσίας, γιατί έτσι από τη μια απομακρυνόταν από την αραβική παράδοση και
από την άλλη γιατί ως φορέας εξουσίας και πολιτισμού παγίωνε την αντίθεσή του με
την ελληνική και βυζαντινή παρακαταθήκη. Στόχος του Πορθητή ήταν να μετατρέψει
την Κωνσταντινούπολη σε πρωτεύουσα του ισλαμικού κόσμου, σε κέντρο του ισλαμικού
πολιτισμού. Ενός πολιτισμού όμως που θα διατηρούσε τις βασικές τουρανικές δομές.
Γι’ αυτό και ενίσχυσε και τους κύριους φορείς των ΙΜΚ που ήταν το ιερατείο,
δηλαδή τους ουλεμά, παγιώνοντας την παράδοση να προέρχονται όσο το δυνατόν από
τουρκικής καταγωγής κι όχι εξισλαμισμένα άτομα» (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική
πραγματικότητα, τ. Ι, εκδ. ΙΔ Αρσενίδης και ΣΙΑ, σ. 167). «Όπως στην αυλή
του Τεμουτσίν υπήρχαν Κινέζοι που υπηρετούσαν ως δάσκαλοι και καθοδηγητές αλλά
καμμία απολύτως επιρροή δεν είχαν επί του μογγολικού κράτους, έτσι δεν άσκησαν
επίδραση επί του Πορθητή και του κράτους του οι Έλληνες και Ιταλοί σύμβουλοι,
γιατροί και καλλιτέχνες» (Νεοκλή Σαρρή, Οσμανική πραγματικότητα, τ. Ι,
εκδ. ΙΔ Αρσενίδης και ΣΙΑ, σ. 165). Ο Δ. Κιτσίκης θα έπρεπε να μας πει πώς ο
Κοσμάς ο Αιτωλός θεωρεί πρόδρομο του Αντιχρίστου τους Τούρκους. Θα έπρεπε να
εξηγήσει γιατί οι «συνεχιστές των Βυζαντινών» Οσμανοί δεν είχαν αγάλματα στα
παλάτια και στις πόλεις τους, γιατί δεν αντέγραφαν ούτε μελετούσαν αρχαίους
έλληνες συγγραφείς, γιατί δεν ήταν Χριστιανοί, γιατί είχαν ως νομοθεσία την
ισλαμική Σαρία και όχι το βυζαντινο Δίκαιο, γιατί δεν διατήρησαν την ελληνική ως
επίσημη γλώσσα της Αυτοκρατορίας και, εφόσον πιστεύει ότι Έλληνες Ορθόδοξοι και
Τούρκοι Μουσουλμάνοι ήταν ισότιμα στοιχεία της Οσμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί
δεν υπάρχει ούτε ένας Ορθόδοξος Αυτοκράτορας της τελευταίας.
Ο Δ. Κιτσίκης
έχει φτάσει στο κατάντημα να ισχυρίζεται ότι οι χριστιανοί υπήκοοι της Οσμανικής
Αυτοκρατορίας αυτοαποκαλούνταν Οσμανοί και ότι μόνο αργότερα αυτοαποκαλούνταν
Έλληνες ή Ρωμηοί. Προφανώς θα αγνοεί ότι οι Μουσουλμάνοι Οσμανοί θεωρούσαν τους
Χριστιανούς «ραγιάδες» και ουδέποτε θα εξίσωναν, πρακτικά ή σε θεωρητικό
επίπεδο, τους εαυτούς τους με τους κατακτημένους Χριστιανούς. Προφανώς επίσης ο
Δ. Κιτσίκης θα αγνοεί όλα τα δημοτικά ποιήματα που αναφέρονται σε Ρωμιούς,
Γραικούς και Έλληνες, σε αντιδιαστολή προς τους Τούρκους-Οσμανούς.
Ο Δ. Κιτσίκης
καταφέρεται εναντίον της μετά το 1831 και ώς το 1947 επανάκτησης εκ μέρους της
Ελλάδας των εδαφών της, ισχυριζόμενος ότι η Ελλάδα ήταν επεκτατική και η Τουρκία
αμυνόμενη, άρα η πρώτη ήταν ο ταραξίας και η δεύτερη το καλό παιδί της περιοχής,
κι άρα η αίσθηση των Νεοελλήνων ότι η Τουρκία είναι ο επιθετικός τραμπούκος της
περιοχής είναι απόλυτα λανθασμένη. Δεδομένου ότι ρητά ο Δ. Κιτσίκης θεωρεί ότι
όντως οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες (άρα και η αυτοκρατορία τους ελληνική), θα
έπρεπε να κατανοήσει ότι η επανάκτηση εδαφών δια της εκδίωξης του εισβολέα,
ακόμη και έπειτα από 4 ή 5 ή και 10 αιώνες από την έναρξη της εισβολής, δεν
συνιστά επεκτατισμό ή επιθετική πολιτική, και συνεπώς η Ελλάδα απλώς έπαιρνε
πίσω τα εδάφη που από το 1071 και ύστερα οι Οσμανοί και Σελτζούκοι Τούρκοι
σταδιακά υποδούλωναν αποσπώντας τα από την ελληνική αυτοκρατορία. Εκτός κι αν ο Δ.Κ. δεν πιστεύει ότι οι Βυζαντινοί ήταν Έλληνες.
Ο Δ.Κιτσίκης
ισχυρίζεται ότι «ο οικουμενικός πατριάρχης ήταν συνηγεμών της κραταιάς
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Η πραγματικότητα είναι ότι κατά την Τουρκοκρατία
θανατώθηκαν 11 Οικουμενικοί Πατριάρχες, εκατοντάδες επίσκοποι και μητροπολίτες,
χιλιάδες παπάδες και ότι από όλους τους εκατοντάδες ορθόδοξους ναούς της
Κωνσταντινούπολης, μόνο τρεις (3) ανήκουν σήμερα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αν
αυτός είναι ο ισότιμος τρόπος συμπεριφοράς προς έναν «συνηγεμόνα» μιας τόσο
πολιτισμένης και «κραταιάς» αυτοκρατορίας, και προς τους υφιστάμενούς του, αυτό
το ξέρει καλύτερα ο Δ.Κ.
Τόσο με την
διατριβή του στο Παρίσι, στην οποία ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα ξεγέλασε τη Δύση
στη Συνθήκη των Σεβρών με την προπαγάνδα της, για να προκαλέση τη διάλυση της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (η οποία διατριβή χρησιμοποιήθηκε από Τούρκο για τη
συγγραφή προπαγανδιστικού βιβλίου υπέρ της δημιουργίας ισλαμικού κράτους στην
ελληνική Θράκη), όσο με τη βοήθεια στη συγγραφή του βιβλίου του Τ. Οζάλ Η
Τουρκία στην Ευρώπη, στο οποίο ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι το Αιγαίο ανήκει
στους Τούρκους, ότι ο Όμηρος ήταν ο Ομέρ Εφέντης, ο Αγαμέμνων ο Αγά Μεμνούν
κ.ο.κ., ο Δ. Κιτσίκης είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ελληνικής καταγωγής
υπερασπιστή των τουρκικών θέσεων και της τουρκικής επεκτατικής κρατικής
πολιτικής. Κι επειδή όλος αυτός ο «ελληνοτουρκισμός» σίγουρα θα φαντάζει και
πολύ καρα-προοδευτικός, θα έπρεπε να γνωρίζουν οι αφελείς ότι η Χούντα και ο
δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος ήταν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της
δημιουργίας ελληνοτουρκικού κράτους και «της ειρήνης των λαών», όπως κι ο ίδιος
ο Δ.Κ. μάς το λέει.
Ο Δ. Κιτσίκης
επαναλαμβάνει τα ανόητα επιχειρήματα των Τούρκων ιστορικών, ότι δίχως την
οσμανική κατάκτηση τα Ορθόδοξα Βαλκάνια θα είχαν εκκαθολικιστεί, για να
δικαιολογήσει την τουρκική βαρβαρότητα. Η ανακρίβεια των επιχειρημάτων αυτών
είναι προφανής: ούτε η Κύπρος (επί 4 αιώνες υπό λατινική κατοχή) ούτε η Κρήτη
(επί 4,5 αιώνες υπό λατινική κατοχή), αλλά ούτε και τα Επτάνησα (επί 6,5 αιώνες
υπό Βενετική, Γαλλική και Αγγλική κατοχή) απορθοδοξοποιήθηκαν ούτε
αφελληνίστηκαν. Επιπλέον οι Έλληνες μόνοι τους, δίχως τη βοήθεια... των Οσμανών,
κατάφεραν στα 1261 και εκδίωξαν τους Λατίνους από το μεγαλύτερο τμήμα του
ελληνικού χώρου. Φυσικά δεν είχαν συμβεί όλα αυτά στα 1453, γι’ αυτό και οι
Ανθενωτικοί είχαν – βάσει των δεδομένων της εποχής – περισσότερο δίκαιο. Και,
αντίθετα από όσα νομίζει ο Δ.Κ. οι «Ενωτικοί» δεν ήταν προδότες, ούτε οι
«Ανθενωτικοί» ήταν φιλότουρκοι. Διότι ούτε οι Ανθενωτικοί μπορούσαν να
φανταστούν την έκταση του κακού που αργότερα προκάλεσαν οι Οσμανοί, ενώ
ταυτόχρονα έβλεπαν τα κακά που προκάλεσαν οι Δυτικοί στα 1204, ούτε οι Ενωτικοί
ήταν προδότες.
Ο Δ. Κιτσίκης, εξαιτίας του φιλοτουρκισμού του, μαζί με τους άλλους φιλότουρκους,
δεξιούς ή αριστερούς, καθώς και μαζί με τους Τούρκους ιστορικούς, προσπαθεί να
μειώσει το επίτευγμα του 1821 ισχυριζόμενος ότι οι Έλληνες απέκτησαν κράτος χάρη
στην ναυμαχία του Ναβαρίνου στα 1827, όταν οι Δυτικοί νίκησαν τους Τούρκους, και
όχι χάρη στα όπλα τους, διότι τότε η Επανάσταση είχε σχεδόν σβήσει και ο Ιμπραΐμ
είχε υποτάξει όλη σχεδόν την Πελοπόννησο. Καταρχήν πρέπει να πούμε ότι οι
Έλληνες, επισήμως δεν είχαν δηλώσει υποταγή. Δεύτερον ότι ο Κολοκοτρώνης δεν
είχε προσκυνήσει και μάλιστα προέβαινε σε κινήσεις κατά των προσκυνημένων
αποτρέποντας από το προσκύνημα όσους αμφιταλαντεύονταν ή επαναφέροντας, έστω και
δια της βίας, όσους είχαν προσκυνήσει από απόγνωση, και συνεπώς η Επανάσταση
κάθε άλλο παρά θα έσβηνε. Τρίτον οι Δυτικές Δυνάμεις επενέβησαν υπέρ των Ελλήνων
μόνο ύστερα από έξι χρόνια και όχι από την αρχή. Εάν οι Έλληνες δεν είχαν
«κρατήσει» τόσο, απλούστατα δεν θα επενέβαιναν οι Δυτικοί στο Ναβαρίνο.
Τέταρτον, από μόνη της μια ναυτική νίκη επί του Ιμπραΐμ ασφαλώς δεν θα μπορούσε
να αντιστρέψει το αναπόφευκτο – σύμφωνα με τους φιλότουρκους «απομυθοποιητές του
1821» – τέλος της Επανάστασης: αφού δηλαδή η Επανάσταση τάχα έσβυνε, πού
βρέθηκαν, ύστερα από το Ναβαρίνο τόσοι Έλληνες να πολεμήσουν νικηφόρα κατά των
τουρκικών στρατευμάτων; Η ιστορία δείχνει ότι στα 1827 έχουμε: αποτυχία του
Ιμπραΐμ να καταλάβει το Μέγα Σπήλαιο, νίκη των Ελλήνων στον Άγ. Ιωάννη Τσετσεβών,
νίκη του Πλαπούτα στην Καυκαριά. Στα 1828 νίκες των Ελλήνων στο Μυρμιγκάρι, στο
Καστέλι, στη Γραμμένη Οξυά, στην Τέρνοβα, στη Λομποτινά, προέλαση στην Υπάτη,
άλωση του Καρπενησίου, άλωση της Βόνιτσας. Στα 1829 οι «προσκυνημένοι Έλληνες
που αποσχίστηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία χάρη στη ναυμαχία του Ναβαρίνου»
κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους, την Κραβασαρά, απελευθέρωσαν το Αντίρριο, τη
Ναύπακτο, το Μεσολόγγι και πέτυχαν πολλές άλλες νίκες στη Ρούμελη. Φυσικά το
παραμύθι της υποτίμησης του 1821 τόσο από αριστερούς (Ραφαηλίδης) «αντιεθνικιστές»
όσο και από τουρκολάτρες όπως ο Κιτσίκης, είναι αβάσιμο και απαράδεκτο.
Διευκρινίζοντας ότι είναι άλλο πράγμα οι εξ ανάγκης ψευδείς δηλώσεις υποταγής εκ
μέρους των Πατριαρχών προς τους Σουλτάνους, υπό την απειλή σφαγής των
Χριστιανών, βλέπουμε ξεκάθαρα ότι πίσω από τον «ελληνοτουρκισμό» βρίσκεται η
ψυχολογία του ραγιά. Πίσω από όλα αυτά κρύβεται ο τύπος που, αδυνατώντας να αντιδράσει διαφορετικά, εκλογικεύει την υποδούλωσή του και
καταλήγει να ισχυρίζεται ότι η υποδούλωσή του τού βγήκαν σε καλό· είναι η λογική
της συμπάθειας προς τον νταβατζή-Οσμανό, ο οποίος «προστατεύει» το ελληνικό
έθνος (από τους Δυτικούς), αποσπώντας του σε αντάλλαγμα εδάφη, αξιοπρέπεια και
ανθρώπινο δυναμικό (γενίτσαροι). Ίσως η λογική της εκλογίκευσης και της
ηττοπάθειας να είχε κάποια βάση στην Τουρκοκρατία, ειδικά τους πρώτους αιώνες
της, όταν καμμιά ελπίδα απελευθέρωσης δε διαφαινόταν. Όχι όμως πλέον.
Πέρα από τον
φιλοτουρκισμό του ο Δ. Κιτσίκης διαστρεβλώνει την εικόνα του Βυζαντίου και του
βυζαντινού πολιτεύματος. Έτσι, γράφει (Η τρίτη ιδεολογία και η Ορθοδοξία,
σ. 302): «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε θεοκρατία και συνεπώς πλήρης και
αληθής άμεση δημοκρατία, στο μέτρο που η αυτοκρατορία ήταν εκκλησία...κάθε
έννοια χωρισμού των δύο διακονιών, δηλαδή τελείας διακοπής των μεταξύ τους
σχέσεων και συνδιακονίας είναι στην ορθόδοξη παράδοση αδιανόητη. Αυτή η ενότητα
εξουσίας είναι θεοκρατία και όχι καισαροπαπισμός, ο οποίος επεβλήθη ιδίως στη
Δύση. Διότι θεοκρατία είναι αγιοπνευματική διαλεκτική υπέρβαση της αντιφάσεως
μεταξύ πολιτικής εξουσίας και Εκκλησίας, ενώ ο καισαροπαπισμός ή παποκαισαρισμός
είναι κατάχρηση προς το ένα ή το άλλο σκέλος του διαλεκτικού αυτού συνόλου» και
(ό.π., σ. 308): «ίσως όμως ο καιρός πλησιάζει και της πολιτικής αναβιώσεως της
απανταχού Ορθοδοξίας, στην Ελλάδα και σε όλη την έκταση της Ενδιάμεσης Περιοχής,
όπου μπορεί να εμφανισθεί ένας Μέγας Κωνσταντίνος για να αναλάβει –
καθαριζόμενος κοντά στον πνευματικό του γέροντα – την θεοκρατία της Ορθόδοξης
Πολιτείας, υπό την πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Όρους. Διότι μόνον αυτή η
θεοκρατία θα είναι σε θέση να καταργήσει τον δυτικό πολιτισμό. Για τούτο είναι
πολύ σημαντικό, όλοι οι ορθόδοξοι (...) να οδηγηθούν προς το νέο τούτο
πολίτευμα, αποκλειστικά και μόνο από την Ορθοδοξία. Μια θεοκρατική κυβέρνητη θα
έχει υπουργούς και πρωθυπουργό οι οποίοι θα παίρνουν πολιτικές αποφάσεις κατόπιν
εξαγνισμού με προσευχές και πνευματική καθοδήγηση από γέροντες μοναχούς του
Αγίου Όρους. Φυσικά τα μοναστήρια και οι μοναχοί καθόλου δε θα μετάσχουν στην
πολιτική». Σε όλην αυτήν την απίστευτη ημιμάθεια έχουμε να αντικρούσουμε τα
εξής: Πρώτον, «θεοκρατία» υπάρχει όταν οι θρησκευτικοί ηγέτες κυβερνούν το
κράτος, ακριβώς επειδή είναι θρησκευτικοί άρχοντες, ή όταν οι νόμοι του κράτους
είναι οι θρησκευτικοί νόμοι και κανόνες, δηλαδή προϋπάρχουν οι θρησκευτικοί
κανόνες και, προκειμένου να καθιερωθεί εκ του μηδενός κρατική νομοθεσία, οι
θρησκευτικοί κανόνες γίνονται και κοσμικός νόμος (και όχι το αντίστροφο).
Συνεπώς το Βυζάντιο δεν ήταν ποτέ θεοκρατία, άλλωστε ο διαχωρισμός Εκκλησίας και
κράτους υπήρχε και στο βυζαντινό δίκαιο. Με άλλα λόγια η παρουσίαση του
Βυζαντίου ως θεοκρατίας μόνο από ψεύτες και αντιβυζαντινούς θα μπορούσε να
γίνει. Δεύτερον, θεοκρατία μπορεί να θεωρηθεί βάσει των παραπάνω το Ισλάμ.
Τρίτον, κάθε διασύνδεση άμεσης δημοκρατίας και απόλυτης μοναρχίας συνιστά
διαστρέβλωση της έννοιας της άμεσης δημοκρατίας, στην οποία ο ηγέτης και οι
άρχοντες εκλέγονται δια κλήρωσης. Έχουμε μιλήσει γι’ αυτό το ζήτημα στις
προηγούμενες παραγράφους του άρθρου αυτού. Τέταρτον, τέλεια διακοπή των σχέσεων
Εκκλησίας και Κράτους δεν υπάρχει ούτε καν στο σημερινό ελληνικό κράτος,
αμφιβάλλουμε όμως αν ο Δ.Κ. θεωρεί την Ελληνική Δημοκρατία «θεοκρατία», δηλαδή
«άμεση δημοκρατία»! Πέμπτον, δεν υπάρχει «εξαγνισμός» στην ορθόδοξη παράδοση.
Προφανώς ο Δ.Κ. θα μπέρδεψε την αρχαιοελληνική θρησκεία, τις
ασιατικές θρησκείες (ινδουϊσμός, βουδδισμός) και τις ορολογίες των θρησκειών
αυτών με την Ορθοδοξία και την ορθόδοξη ορολογία. Έκτον, ουδέποτε στην βυζαντινή
ιστορία οι μοναχοί ή ειδικά το Άγιο Όρος δεν είχαν, θεσμικά ή πρακτικά, ως
λειτουργία τους το να δίνουν συμβουλές επί των κοσμικών θεμάτων στους
αυτοκράτορες. Ο ρόλος των μοναχών και της Εκκλησίας ήταν ασήμαντος και θεσμικά
ανύπαρκτος στην εκλογή, στον έλεγχο ή στην ανατροπή ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.
Το αν οι μοναχοί ή οι ιερείς εξομολογούσαν τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, με
κανέναν τρόπο δε συνιστά θεοκρατία, αφού οι ίδιοι ιερείς και μοναχοί
εξομολογούσαν και συμβούλευαν και τους υπόλοιπους βυζαντινούς. Προφανώς ο Δ.Κ.
φαντασιώνεται ένα πολίτευμα το οποίο δεν υπήρξε ποτέ.
Θα ολοκληρώσουμε την κριτική στην ιδεολογία του Δ. Κιτσίκη αναφερόμενοι στην άποψη του για το γλωσσικό ζήτημα. Ο Δ. Κ. κατηγορεί τους δυτικιστές και ειδικά τον Κοραή για την μονομέρεια της Καθαρεύουσας, ωστόσο ο ίδιος γράφει ότι χρησιμοποιεί (ό.π., σ. 11) «"μικτή" γλώσσα, με εξάρσεις πότε "καθαρεύουσας" και πότε "δημοτικής"». Θα έπρεπε να πληροφορηθεί ότι ακριβώς ο Κοραής αυτό το ίδιο πράγμα έκανε: έφτιαχνε μια πλαστή γλώσσα, μείγμα «λόγιας» και «λαϊκής», η οποία ουδέποτε μιλιότανε (π.χ. «οψάριον»). Έτσι και ο Δ.Κ. μπορεί εμμέσως να υπερηφανεύεται για «το συνεχές ανακάτεμα της αρχαίας, της εκκλησιαστικής, της καθαρεύουσας και της δημοτικής» (ό.π., σ. 304) στο οποίο επιδίδεται ο ίδιος, μη αντιλαμβανόμενος, φυσικά, ότι δημιουργεί ακόμη μια ανύπαρκτη μορφή της ελληνικής, η οποία, όπως και τα «κορακίστικα» του Κοραή, δεν μιλήθηκε ποτέ. Αυτό είναι βέβαια θεμιτό, αρκεί να μην εξορκίζονται με αντιδυτικές κατάρες οι αλληλοεναντιούμενες απόπειρες των δυτικιστών (καθαρευουσιάνων ή αριστερών-φιλελεύθερων δημοτικιστών) να φτιάξουν και να επιβάλλουν τις δικές τους, ανύπαρκτες ώς τότε, μορφές ελληνικού γραπτού λόγου. (14/5/2006)
Παραθέσαμε διάφορα ιστορικά λάθη των Νεοορθόδοξων. Όμως γιατί τέτοια άγνοια της
ιστορίας; Την απάντηση δίνει ο Θ. Ζιάκας (Πέρα από το Άτομο, σ. 165) «..η
αδιαφορία των Ελλήνων για το παρελθόν. Οι Έλληνες δεν έχουν οργανικό
κίνητρο-ενδιαφέρον για το παρελθόν. Οι ακριβείς γνώσεις για το παρελθόν ή η
απαράλλακτη διατήρησή του δεν έχουν γι’αυτούς ζωτική σημασία, επειδή το παρόν
τους, το "εδώ και τώρα", δεν κυριαρχείται από την επιδίωξη της χρησιμοθηρικής
αποτελεσματικότητας, λατινικού ή νορδικού τύπου». Τόσο απλά και «ανιδοτελώς,
μη χρησιμοθηρικά» ο Ηρόδοτος, ο Εκαταίος, ο Θουκυδίδης, ο Διόδωρος Σικελιώτης, ο
Πολύβιος, ο Προκόπιος, η Άννα Κομνηνή και οι
λοιποί βυζαντινοί ιστοριογράφοι ξαφνικά συνιστούν
περιθωριακό φαινόμενο του ελληνικού πνευματικού βίου. Όταν, όπως διαπιστώνει ο
Καστοριάδης, η μελέτη της ιστορίας, η επιστημονική καταγραφή της είναι υπαρκτή
μόνο στους Αρχαίους και τους Δυτικούς (θα προσθέταμε και στους Βυζαντινούς, όταν
αυτοί δεν εμπνέονται από εβραϊκές ιστορίες «από Κτίσεως
Κόσμου» αλλά – όπως π.χ. ο Προκόπιος – από το αρχαιοελληνικό πρότυπο
ιστοριογραφίας), ο Ζιάκας μάς βεβαιώνει ότι οι Έλληνες αδιαφορούν για το
παρελθόν και μάλιστα δεν ενδιαφέρονται για την λεπτομερή καταγραφή του! Προφανώς
μόνο έτσι εξηγείται το φαινόμενο ενός Κιτσίκη κι ενός Ρωμανίδη: με την πλήρη
αδιαφορία για την ιστορία. (9/3/2007)
Μερικοὶ θεωροῦν τὴν ἐποχὴ τοῦ Διαφωτισμοῦ ἐποχὴ ὑπερβολικῆς λογοκρατίας.
Σὲ αὐτὴν τὴ λογοκρατία ἀντιπαραθέτουν στὸν νοῦ τὴν καρδιὰ (π.χ. Ζιάκα, Πέρα
ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 100. Ἄλλὰ καὶ Ρωμανίδης κ.ἄ.) καὶ στὴ λογοκρατία τὴ θεία
χάρη. Ὡστόσο τέτοιες ἀπόψεις ὑπῆρχαν καὶ στὴ Δύση καὶ μάλιστα δὲν μποροῦμε νὰ
τὶς θεωρἠσουμε περιθωριακὲς.
Στὸ κίνημα τοῦ εὐσεβισμοῦ, τὸν 17ο καὶ 18ο αἰ., ἡ νόηση κηρύσσεται ἀνίκανη νὰ συλλάβει τὸ ἀληθινὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ θεωρεῖται λίγο-πολὺ αἰτία ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἀθεϊσμό. Ἐνἀντια στὴ νοησιαρχία γίνεται ἐπίκληση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ αἰσθήματος. Τυπικὸ παράδειγμα ὁ Γερμανὸς Hamann ποὺ δέχεται τὴ θέση ὅτι ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν πίστη σὲ θαύματα καὶ ποὺ κατηγορεῖ ὅσους προσωποποιοῦν καὶ θεοποιοῦν τὸν «πανανθρώπινο Λόγο». Ἡ ἠθικὴ γιὰ αὐτὸν ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό (ἐδῶ ἔχουμε ὁμοιότητα μὲ τὴν κριτικὴ «ἐνάντια στὴ θρησκεία» τῶν Ρωμανίδη-Γιανναρᾶ). Καὶ ἀργότερα ὁ Κὰντ ἔκανε λόγο γιὰ τὰ ὅρια τοῦ Λόγου ἐπαναλαμβάνοντας κοινοὺς τόπους τοῦ δυτικοῦ (μὴ γερμανικοῦ) Διαφωτισμοῦ ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Λοκ καὶ τοῦ Νεύτωνα. Ἀλλὰ καὶ πιὸ πρίν, στὴν ἰταλικὴ Ἀναγέννηση ὑπάρχει κριτικὴ τῆς δυτικῆς σκέψης στὴ νοησιαρχία. Ὁ Πετράρχης (1304-1374) γράφει ὅτι ἡ ἔλλογη γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατη κι ὅτι οἱ θεολόγοι (οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἀσφαλῶς) εἶναι σοφιστές, ποὺ νοιάζονται γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ παύοντας νὰ τὸν ἀγαποῦν. Ὁ Salutati (1331-1406) γράφει ὅτι ἡ σύλληψη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὑπόθεση διανοητική, ἀλλὰ σχέση ἀγάπης, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴ βοήθεια τῆς θείας χάρης καὶ ἐκφράζεται σ’ ἐνάρετες πράξεις. O Valla (1406-1460) γράφει ἐναντίον ὅσων θεωροῦν τὴν νόηση ἀνώτερη τῆς βούλησης καὶ ἀπορρίπτει τὴν ἀριστοτελικὴ διάκριση σὲ δύναμη (potentia) καὶ ἐνέργεια (actus), ἡ ὁποία θεμελίωνε στὴν σχολαστικὴ μεταφυσικὴ τὴν ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ ὡς καθαρῆς ἐνέργειας (purus actus). Ὁ Vives (1492-1560) εἶναι τῆς ἄποψης ὅτι ὁ ἀριστοτελικὸς Θεός, ὡς νόηση νοήσεως δομημένη μὲ ἄψογη λογική, φαίνεται σὰν ἄψυγο ἐνεργούμενο ἀναγκαίων νόμων, ἀνίκανο νὰ ἐμπνεύσῃ αἰσθήματα πίστης καὶ ἀφοσίωσης. Ἀκόμη καὶ ὁ Λούθηρος (1483-1546) καταπολέμησε τὴν ἐκλογίκευση τῆς θρησκείας. Κατ’ αὐτὸν ἡ ratio εἶναι «ἡ πόρνη τοῦ διαβόλου». Πηγαίνοντας ἀκόμη πιὸ πίσω, στὸν Θωμᾶ Ἀκυινάτη (1225-1274), ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει στὴ θύραθεν φιλοσοφία δικαιώματα ὕπαρξης ἀρκεῖ νὰ μὴν συζητᾶ τὶς ἀλήθειες τῆς πίστης, βλέπουμε μιὰ κλασσικὴ πατερικὴ ἄποψη. Καί, ὅπως οἰ Ὁρθόδοξοι θεολόγοι ἰσχυρίζονταν ὅτι ἡ πίστη δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ τὸ λόγο, ὁ Θωμᾶς γρἀφει ὅτι μιὰ φιλοσοφία ποὺ θὰ ἀμφισβητοῦσε τὴ θεολογία μονάχα ἀπὸ τὴν πλάνη ἢ τὴν ἄγνοια θὰ μποροῦσε νὰ πηγάζει. Ἐπίσης δὲν ἦταν λίγοι οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ θεολόγοι ἤδη ἀπὸ τὸν 11ο αἰ., οἱ ὁποῖοι ἀντιδροῦσαν στὴν εἰσαγωγὴ τῆς διαλεκτικῆς στὸ χῶρο τῆς θεολογίας· ἤδη ὁ Dun Scotus (1266-1308) καὶ ὁ Occam (1288-1348) ἀντιτάχθηκαν στὸν σχολαστικὸ θωμισμό, ὁ ὁποῖος, στὸ κάτω-κάτω, δὲν ἔγινε ἐπίσημο ρωμαιοκαθολικὸ δόγμα παρὰ ἕναν αἰώνα σχεδὸν μετὰ τὴν Ἅλωση, ἀκριβῶς ὡς ἐναντίωση στὸν λουθηρανικὸ ἀντισχολαστικισμό.
Εκτός από αναληθείς, οι νεορθόδοξες
καταγγελίες, όπως γράφει ο Κονδύλης, της δυτικής νοησιαρχίας
Τὸ πρόβλημα τοῦ νεοορθόδοξου συλλογισμοῦ
εἶναι ὅτι θεωρεῖ τὶς ἰδέες λίγο-πολὺ αὐτενεργὲς καί, ἔτσι, ὅταν θεωρεῖ ὅλη τὴν
ἱστορία τῆς δυτικῆς σκέψης, καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐπίδραση ὁρισμένων
ἰδεῶν εἶχε «ντετερμινιστικῶς» ὁρισμένα ἀρνητικὰ ἀποτελέσματα (γιὰ τὰ ὁποῖα
προειδοποιοῦσαν οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ 14ου αἰ.), τὰ ὁποῖα τάχα
ἐκδηλώνονται πλήρως στὸν 20ὸ καὶ τὸν 21ο αἰ. Ὅμως οἱ ἰδέες εἶναι
σύμβολα καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἴδιας ἰδέας μπορεῖ νὰ
ἑρμηνεύεται αὐθαίρετα καὶ γιὰ ἐντελῶς διαφορετικοὺς σκοποὺς ἀπὸ διαφορετικοὺς
ἀνθρώπους. Μπορεῖ δηλαδὴ ἄνθρωποι διαφορετικῶν ἀντιλήψεων νὰ συμφωνοῦν ὅτι τὸ
ἴδιο πρᾶγμα εἶναι ἢ συμβαίνει μὲ συγκεκριμένο τρόπο, ἀλλὰ ὁ καθένας τους νὰ τὸ
ἑρμηνεύῃ διαφορετικᾶ, δηλαδὴ ὡς θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ φαινόμενο. Ἔτσι ἡ θέση ὅτι ἡ
πίστη πρέπει νὰ διαχωρίζεται ἀπὸ τὴ λογικὴ μπορεῖ,
λογικὰ καὶ
ἀκριβῶς στὸν ἴδιο βαθμὸ καὶ δυνατότητα μὲ τὴν θέση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ πρέπει
νὰ μὴν διαχωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἀποκάλυψη-πίστη, νὰ ὁδηγήσει εἴτε στὴν ἀθεΐα εἴτε
στὴν πίστη. Ἀφοῦ ὅμως ἴδιες ἰδέες ὁδηγοῦν σὲ διαφορετικὰ ἀποτελέσματα, οἱ
χαιρέκακες ἢ τεθλιμμένες διαπιστώσεις καὶ παρανοήσεις τῶν (Νεο)ορθόδοξων, ὅτι
τώρα ἐπαληθεύτηκαν οἱ θέσεις τους, εἶναι ντετερμινιστικὲς καὶ λανθασμένες.
(20/4/2007)
Ο φιλορωσσισμός και αντιρωσσισμός τους
αντίστοιχα.
Και τα δύο έχουν άμεση σχέση με τον αντιδυτικισμό. Απλώς οι πρώτοι απορρίπτοντας την κακιά Δύση βρίσκουν τον μεγάλο ομόδοξο αδερφό που θα την ταπεινώσει, ενώ οι δεύτεροι, πιο καθαρολόγοι, ανακαλύπτουν τα σφάλματα της επηρμένης Μητέρας Ρωσίας και (όντας πιο τίμια εθνικιστές) της απαγορεύουν να το παίζει υπερΟρθόδοξη. Η αλήθεια είναι ότι βέβαια η Ρωσσία διαφέρει από το Βυζάντιο στο ότι αυτό ήταν ελληνικό, χριστιανικό και ρωμαϊκό, ενώ η Ρωσσία δεν ήταν διόλου ελληνική ή ρωμαϊκή. Δηλαδή πήραν μόνο την ορθοδοξία από τους Έλληνες και όχι τους Αρχαίους (τα συγγράμματα) ούτε το ρωμαϊκό δίκαιο και την κρατική νοοτροπία της Ρώμης (δηλαδή τη νοοτροπία ότι λ.χ. ο βασιλιάς δεν έχει το κράτος για τσιφλίκι του αλλά είναι ο πρώτος μεταξύ των πολιτών). Στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στους αριστερούς αλλά και στους δεξιούς ευρωπαϊστές που αποδίδουν τα κουσούρια της τσαρικής Ρωσσίας στη Ρωμανία, ότι έχουν εντελώς άδικο, αφού δεν κατορθώνουν να διακρίνουν τις παραπάνω διαφορές Ρωμανίας-Ρωσσίας. Από την άλλη οι Νεοορθόδοξοι της δεύτερης κατηγορίας δεν πολυγουστάρουν την Ρωσσία, όχι τόσο γι’ αυτούς τους λόγους, όσο για το ότι από εποχής Μ. Πέτρου η Ρωσσία άρχισε να εκδυτικίζεται, οπότε σύμφωνα με τους Νεοορθόδοξους της β’ κατηγορίας δεν δικαιούται να παριστάνει (ή δεν δικαιούτο να παριστάνει) την πατρίδα ή την υπερασπίστρια της Ορθοδοξίας. Αυτό μεν είναι ως ένα σημείο σωστό, αλλά φυσικά ούτε και η Ελλάδα, απ’ το 1833 μπορεί να παριστάνει την υπερορθόδοξη, για τους γνωστούς λόγους (αυτοκέφαλο, εθνοφυλετισμός κ.λπ.). Και γενικά ο νεοορθόδοξος ultra ορθόδοξος αντιρωσσισμός μυρίζει εξάρτηση από τη Δύση από μακριά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ρωμανίδης (οπαδός της απαξιωτικής άποψης για τη Ρωσσία) έζησε χρόνια στις ΗΠΑ κι ότι στην κατά φαντασίαν πολιτεία του, των Ηνωμένων Πολιτειών της Ρωμανίας συμπεριλαμβάνει τους σημερινούς Δυτικούς που κατοικούν στα αλλοτινά εδάφη του δυτικού ρωμαϊκού κράτους ενώ από τα Βαλκάνια μόνο τους Αλβανούς και τους τάχα (εντελώς για γέλια η θεώρηση αυτή, φυσικά) απογόνους Ρωμαίων, Ρουμάνους, αποκλείοντας εν γένει τους Βαλκάνιους Σλάβους, ωσάν αυτοί να ήταν τίποτε Μουσουλμάνοι ή εχθροί της Ορθοδοξίας του. Μόνο το δολάριο δεν φαντάστηκε ως νόμισμα. Κι επειδή το νεοορθοδοξιλίκι α λα Δύση ("Ω Αμερικανοί, δεν επιδιώκουμε συμμαχία με την Ρωσσία. Απλά θέλουμε να ξαναφτιάξουμε την Αυτοκρατορία μας και μισούμε τους Φράγκους [=Γάλλους...] και τους Γερμανούς, γι' αυτό μη μας κατηγορείτε". Τι ελκυστικό στ' αυτιά των Αγγλο-Αμερικανών αυτό) είναι κάπως αντιφατικό, να πούμε για την α’ κατηγορία. Η κατηγορία αυτή έχει πιο ρεαλιστικούς στόχους: έχοντας κατανοήσει ότι η Ελλάδα είναι ασήμαντη κουτσουλιά κι ότι οι λεονταρισμοί κατά της κακιάς Δύσης που μας έσφαξε δεν τρομοκρατούν κανέναν Δυτικό παρά μόνον με τη βοήθεια της Ρωσσικής αρκούδας, ξεχνά τα περί εκδυτικισμού της Ρωσσίας απ’ τα 1700 και επιζητεί πανορθόδοξη συμμαχία. Φυσικά, αν η Ελλάδα ήταν Ρωμανία, ίσως θα είχε και κάποιο νόημα αυτό ή μάλλον θα της ήταν άχρηστες τέτοιες συμμαχίες. Αλλά φυσικά το μόνο που κατορθώνουν είναι να κλαίνε τη μοίρα τους, διότι καλώς ή κακώς δε ζούμε στα 1400, δεύτερον ουσιαστικά επιδιώκουν αλλαγή αφέντη και, τρίτον, οι ονειρώξεις είναι καλές μόνο κατά τον ύπνο.
Γιανναράς.
Ὁ Γιανναρᾶς ἀντιπαραθέτει Δύση καὶ Ἀνατολὴ γράφοντας (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως,
σ. 41): «Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά... ἡ ἀλήθεια πραγματώνεται ὡς κοινωνικὴ δυναμικὴ τῆς
ζωῆς καὶ ἡ ζωὴ δικαιώνεται ὡς ταύτιση τοῦ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν. Ἀπὸ τὴν
ἄλλη μεριά, ἡ ἀλήθεια ταυτίζεται μὲ νοητικοὺς ὁρισμούς, ἀντικειμενοποιεῖται,
ὑποτάσσεται στὴ χρησιμότητα, καὶ ἡ ἀλήθεια ὡς χρησιμότητα ἀντικειμενοποιεῖ τὴν
ἴδια τὴ ζωή, μεταφράζεται σὲ τεχνολογικὴ ὑστερία, σὲ βασανισμὸ καὶ ἀλλοτρίωση
τοῦ ἀνθρώπου».
Ἐδῶ προκύπτει τὸ ζήτημα τῆς ὡραιοποίησης τῆς σχέσης. Ἄραγε δὲν συνιστᾶ σχέση π.χ. καὶ ὁ βασανισμός ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ ἄλλον; Ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς σχέσης ὡς τέτοιας διόλου δὲν ἀποκλείεται ὁ βασανισμὸς νὰ μὴν εἶναι κοινωνεῖν καὶ ἀληθεύειν, δηλαδὴ «ἀληθινὴ σχέση». Ἂν ἰσχύει ἡ ταύτιση κοινωνεῖν καὶ ἀληθεύειν, τότε δὲν μποροῦμε νὰ ἀρνηθοῦμε, οὔτε τὴν ἀλήθεια οὔτε τὴν κοινωνία, σὲ κανενὸς εἴδους σχέση· οὔτε κἂν καὶ στὶς ἀτομοκεντρικές. Γιατὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει κοινωνία καὶ κοινωνεῖν εἶναι γεγονὸς ἄσχετο μὲ τὸ τί κοινωνεῖν ὑπάρχει. Κι ἂν ἡ σχέση ἔχῃ τὴν ὕψιστη σημασία καθορίζοντας τὸ κοινωνεῖν καὶ τὴν ἀλήθεια, τότε δὲν ἔχει σημασία τί εἴδους σχέση εἶναι αὐτή: καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι σχέση, εἶναι ἤδη κοινωνεῖν καὶ ἀληθεύειν. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Γιανναρᾶς ἀπὸ τὸ Γεγονὸς-Εἶναι τῆς σχέσης συμπεραίνει ἕνα Δέον ἐπιχειρηματολογῶντας ὑπὲρ τῆς σχέσης ὡς ἀγαθοῦ κριτηρίου τῆς ἀλήθειας· ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα γιὰ τὴν ἰδανικὴ σχέση καταρρίπτεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς σχέσης βασανισμοῦ ἢ τῆς ἔχθρας ἀναμεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ κι αὐτὲς σχέσεις εἶναι.
Ἐπιπλέον
ὁ Γιανναρᾶς, ὅσο καὶ νὰ τοὺς ἐξορκίζει, κάνει νοητικοὺς ὁρισμοὺς τοῦ Προσώπου
καὶ τῆς σχέσης, ἀκριβῶς ὅταν νοεῖ καὶ ἐκφράζει διὰ τοῦ λόγου τὴν
ἀνεπάρκεια τῆς νόησης ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο καὶ τὴ σχέση καὶ ἀντιλαμβάνεται κι
αὐτός, ὣς ἕνα σημεῖο, τὸ μάταιο τῆς ἐξέγερσης κατὰ τῶν ἐννοιῶν διαμέσου τῶν
ἐννοιῶν. Στὸ Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 97, γράφει: «Μιλᾶμε γιὰ τὴν
προτεραιότητα τῆς προσωπικῆς σχέσης καὶ ἐμπειρίας καὶ τὴν ὑπέρβαση τῶν
ἐννοιολογικῶν προσδιορισμῶν, χρησιμοποιώντας, ὡστόσο, ἐννοιολογικοὺς
προσδιορισμοὺς συστηματικὰ ἐκτεθειμένους. Ἔτσι, εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ θεωρήσει ὁ
ἀναγνώστης ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ γιὰ δυὸ διαφορετικὰ συστήματα ἰδεῶν - ὄχι γιὰ
δυὸ ριζικὰ ἀντίθετους τρόπους ἢ στάσεις ζωῆς. – Βέβαια, ἡ χρήση
νοημάτων καὶ ἡ συστηματική τους ἔκθεση μπορεῖ νὰ εἶναι «σημαντικὴ» τῆς ζωῆς,
ἀρκεῖ νὰ ἀναιρεῖται ἀδιάκοπα ἡ ἀντικειμενοποίηση τῆς ἀλήθειας στὶς ἔννοιες. Ἀλλὰ
αὐτὴ ἡ ἀναίρεση δὲν εἶναι, ἁπλᾶ καὶ μόνο, ἕνα εἶδος γραφῆς· εἶναι συνάρτηση μιᾶς
κοινωνικῆς δυναμικῆς τοῦ λόγου. Στὰ κείμενα τῶν Ἑλλήνων Πατέρων μπορεῖ ὁ
ἀναγνώστης νὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ διαπιστώσει αὐτὴ τὴν ἔκφραση τῆς προσωπικῆς
ἐμπειρίας, ποὺ δίνει στὴ γλώσσα τὸ εἰκονολογικὸ βάθος τῆς ὑπαρκτικῆς
δυνατότητας. (...) ἐδῶ ἡ προσπάθεια εἶναι νὰ ὑπερβαθεῖ, ἡ ἀντικειμενοποίηση τῆς
ἀλήθειας στὶς ἔννοιες, μέσα ἀπὸ τὴν πάλη μὲ τὶς ἴδιες τὶς ἔννοιες». Ἐδῶ ὁ
Γιανναρᾶς κάνει σὰν τοὺς δυτικοὺς ὁρκισμένους ἀνορθολογιστὲς πού, πολεμῶντας τὸν
δυτικὸ ὀρθολογισμὸ μὲ ὀρθολογικὰ ἐπιχειρήματα, ἐπιβεβαιώνουν ἔμπρακτα τὸν
ὀρθολογισμὸ καὶ τὴν δική τους δυτικὴ ὀρθολογικὴ παιδεία. Ἀκόμη κι ἂν ἡ ἀλήθεια
δὲν ἐξαντλεῖται στὶς ἔννοιες, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ δείξει αὐτὸ ὅποιος χρησιμοποεῖ
ἔννοιες γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό, κι ἀκόμη πιο δύσκολο θὰ ἦταν νὰ δείξει τὴν πέραν τῶν
λέξεων ἀλήθεια, γιατὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν δείξει πάλι μὲ λέξεις· καὶ τὸ μόνο
ποὺ θὰ ἔδειχνε θὰ ἦταν μιὰ ἀλήθεια ἐπίσης ἐντὸς τοῦ πεδίου τῆς γλώσσας.
Γιατὶ ὁτιδήποτε, ἀκόμη καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων, τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται
ὁ Γιανναρᾶς, μεταφράζεται σὲ λέξεις, καὶ ἔτσι ἐξαντικειμενικεύεται ἀναγκαστικᾶ.
Τὸ ὅτι οἱ λέξεις δὲν περιλαμβάνουν ὅλη τὴν πραγματικότητα οὔτε τὴν δημιουργοῦν
ἀντικειμενικά, εἶναι ἀληθές, ὅμως ἁπλῶς συνεπάγεται ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἀτελὲς
ἐργαλεῖο, καὶ ὄχι ὅτι ὑπάρχει μιά, πέραν τῆς γλώσσας, γνώση, τρόπος γνώσης κι
υπέρτερη ἐμπειρία. Τὸ ἂν πίσω ἀπὸ ἕναν θεολογικὸ ἐμπειρισμὸ κρύβεται μιὰ ἄλλη
στάση ζωῆς κι ὄχι ἁπλῶς μιὰ ἄλλη ἰδεολογία, φαίνεται εὔκολα ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς
βυζαντινῆς ἱστορίας καὶ κοινωνίας.
Κατὰ τὸν Γιανναρᾶ (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 59) «ἡ μηχανή, τουλάχιστον
ὅπως σἠμερα τὴν ξέρουμε στὰ ὅρια τῆς δυτικῆς τεχνολογίας, ἀντιπροσωπεύει τὴ
ριζικότερη ὑπονόμευση τῆς προσωπικῆς ἀλήθειας τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, τὴν
ἄρνηση τοῦ ὀντολογικοῦ χαρακτήρα τῆς ὑπαρκτικῆς ἑτερότητας, στὸ ποσοστὸ ποὺ
ὑλοποιεῖ ἐκείνη τὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸν κόσμο ποὺ δὲν
ἀποβλέπει στὴ σχέση, ἀλλὰ στὴν ὑποταγὴ τοῦ κόσμου - ὑποταγὴ στὴν ἀπρόσωπη
ἀτομικὴ ἀνάγκη καὶ ἐπιθυμία». Ἄραγε οἱ ἀρχαιοελληνικὲς καὶ βυζαντινὲς μηχανὲς
καὶ ἐφευρέσεις, λ.χ. τὸ ὑγρὸ πῦρ, ἀπέβλεπαν στὴ σχέση (ἡ ὁποία εἶναι ὁπωσδήποτε
κάτι ἀγαθό!) τῶν Βυζαντινῶν μὲ τοὺς Ἄραβες καὶ ὄχι στὴν ὑποταγὴ τοῦ κόσμου καὶ
τῶν ἀνθρώπων; Ἄραγε οἱ μηχανὲς τῶν Ὀρθόδοξων δὲν ἀποσκοποῦσαν στὴ χρησιμότητα;
Καὶ γιατί θὰ ἔπρεπε νὰ δεχτοῦμε ὅτι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὶς βυζαντινὲς καὶ
ἀρχαιοελληνικὲς μηχανές καὶ ἐφευρέσεις, οἱ δυτικὲς μηχανές, ἐφευρέσεις καὶ
τεχνολογία νὰ μὴν ἔχουν «τὴν ἑτερότητα ὡς ἀνόμοιο, μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο
λόγο μιᾶς προσωπικῆς δημιουργικῆς πράξης, καὶ ὡς προσωπικὴ ἀποδοχὴ - ἐπίγνωση
αὐτοῦ τοῦ λόγου» (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 58); Μήπως ἐπειδὴ οἱ δυτικὲς
μηχανὲς παράγονται μαζικά; Καὶ λοιπόν; Ἐπειδὴ οἱ ἀρχαῖοι καὶ βυζαντινοὶ Ἕλληνες
δὲν μποροῦσαν νὰ παράξουν μαζικᾶ μηχανές, εἶναι αὐτὸ λόγος γιὰ νὰ ποῦμε πὼς
εἶχαν μιὰ κάποια προσωπικὴ ἑτερότητα ἀνώτερη αὐτῆς τῶν Δυτικῶν; Ὁ Γιανναρᾶς ποὺ
ὡς παράδειγμα προσωπικῆς τέχνης ἀναφέρει τοὺς πίνακες τοῦ Βὰν Γκόγκ, σίγουρα
ἀντιλαμβάνεται τόσο τὴ διαφορὰ μεταξύ τέχνης καὶ τεχνολογίας ὅσο καὶ τὴ διαφορὰ
τῶν παραγωγικῶν δυνατοτήτων ἀρχαίων, βυζαντινῶν καὶ Δυτικῶν· καὶ σίγουρα αὐτὴ ἡ διαφορὰ δὲν συνεπάγεται κάποια ἀπώλεια τῆς προσωπικότητας καὶ ἀπανθρωπιὰ τῆς
δεύτερης ἁπλῶς ἐπειδὴ αὐτὴ ἀπαιτεῖ περισσότερη τυποποίηση. Πάντως ἡ ἀπόφανση ὅτι
«τὸ ἑλληνικὸ Ἄτομο ἔφτιαχνε μηχανὲς μόνο γιὰ νὰ παίζῃ» (Ζιάκα, Πέρα ἀπὸ τὸ
ἄτομο, σ. 337) δὲν λέει τίποτα γιὰ τὴν ἐπίδραση τῆς ἀρχαίας δουλείας στὸ
ἐργασιακὸ ἦθος τοῦ Ἕλληνα (καὶ τοῦ μεσαιωνικοῦ), παρὰ προσπαθεῖ νὰ ἀνάγῃ τὴν
ἀτέλεια-ἀδυναμία ἐκμηχάνισης τῆς παραγωγῆς σὲ μιὰ τάχα παιχνιδιάρικη (ἄρα καὶ
πολὺ ἀνώτερη) ἔφεση τοῦ Ἕλληνα.
Κατὰ τὸν
Γιανναρᾶ ἡ μὴ διάκριση μεταξὺ θείων ἐνεργειῶν καὶ θείας οὐσίας ὁδήγησε, μεταξὺ
ἄλλων, και στὸν «τεχνολογικὸ βιασμὸ τῆς φυσικῆς καὶ τὴς ἱστορικῆς
πραγματικότητας» (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 99) καὶ γενικᾶ στὸν
μηδενισμό. Καταρχὴν εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀναγωγὴ τοῦ τελικοῦ σημερινοῦ
ἀποτελέσματος σὲ συγκεκριμένη αἰτία. Ἡ «κακοήθεια τῆς ἱστορίας», οἱ
ἀλλολοαντικρουόμενες ἀπόψεις καὶ δράσεις χιλιάδων ἀνθρώπων μέσα σὲ ἑκατοντάδες
χρόνια, δὲν μπορεῖ νὰ σημαίνουν οὔτε κάποιον ντετερμινισμὸ οὔτε ἑπομένως
συνιστοῦν ἱστορικὴ ἀπόδειξη χρεωκοπίας τῆς Δύσης καὶ τῆς φιλοσοφίας της. Ἐὰν
μάλιστα πρέπει νὰ διαλέξουμε μεταξὺ ἑνὸς κόσμου 7 δισ. ἀνθρώπουν, ὅπου
τουλάχιστον σὲ ἕνα τμῆμα του δὲν πεθαίνουν σὰν τὶς μύγες οἱ ἄνθρωποι, ὅπως
στὴ Δύση, καὶ σὲ ἕνα κόσμο 500 ἑκ. ἀνθρώπων, ὅπως στὸ
Μεσαίωνα (καὶ τὸν βυζαντινό) καὶ τὴν Ἀρχαιότητα (καὶ τὴν
ἀρχαιοελληνική), ὅπου εἶχαν καλλίτερη
θεωρία ἀλλὰ πέθαιναν ὅλοι σὰν τὶς μύγες, ἡ σύγκριση δὲν εἶναι διόλου τόσο εὔκολη,
ὅσο νομίζουν οἱ Νεοορθόδοξοι.
Ἡ κριτικὴ τῆς χρησιμοθηρίας τῶν Δυτικῶν ἀπὸ τὸν Γιανναρᾶ εἶναι ἐκτὸς
τόπου καὶ χρόνου. Γιατὶ ἀκόμη κι ὁ ἴδιος γνωρίζει τὴν ἀπελπιστικὴ ἔνδεια ποὺ
ὑπῆρχε στὴ Δύση ὣς καὶ τὸν 10ο αἰ. Ἡ μεσαιωνικὴ Δύση ἦταν ὅ,τι ὁ
σημερινὸς Τρίτος Κόσμος – κάτι ποὺ οἱ περισσότεροι Νεοορθόδοξοι θυμοῦνται
μόνο ὅταν θέλουν νὰ ἐκφράσουν τὸν χλευασμό τους πρὸς αὐτήν, δίχως νὰ βλέπουν
ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ προσπάθησαν νὰ καταπολεμήσουν οἱ
Δυτικοί. Ἡ ἔνδεια αὐτὴ ἀποτέλεσε κύριο αἴτιο τῆς προσπάθειας γιὰ οἰκονομικὴ
καὶ πρώτιστα τεχνολογικὴ
ἀνάπτυξη. Τὴ στιμὴ λοιπὸν ποὺ ἐπικρατοῦσε φτώχεια, εἶναι ἄστοχη ἡ κατηγορία γιὰ
χρησιμοθηρία. Ὅταν δὲν εἶχαν νὰ φᾶνε, δὲ θὰ περίμεναν μέσῳ τῶν μηχανῶν ν’
ἀναπτύξουν μιὰ ἀγαπητικὴ καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, τὰ πουλιὰ καὶ τὰ
λουλούδια, ἀλλὰ τὴν ἐπιβίωση καὶ τὶς σταθερότερες κοινωνικὲς δομές. Τὸ ὅτι ἡ
προσπάθεια αὐτὴ τῶν μεσαιωνικῶν Δυτικῶν (10ος – 14ος αἰ.)
πέτυχε, τουλάχιστον ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἴδια τὴν Δυτικὴ Εὐρώπη, εἶναι μᾶλλον καὶ ἡ
αἰτία ποὺ οἱ Δυτικοὶ πίστεψαν τόσο πολὺ στὸν «μύθο» τῆς προόδου καὶ τῆς
ἐπιστήμης. Ἀντίθετα, οἱ πλουσιότεροι καὶ πιὸ πολιτισμένοι Ὀρθόδοξοι Βυζαντινοί,
πιστεύοντας ὅτι θὰ ἦταν πάντα ἀνώτεροι, δὲν ἔνοιωσαν τόσο πολὺ τὴν ἀνάγκη τῆς
τεχνολογίας καὶ ἀποτελματώθηκαν. Ὁ Ζιάκας θεωρεῖ (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ.
337) ὅτι «τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ μηχανικότητα καθεαυτή, ἀλλὰ ἡ θέση μας
ἀπέναντί της. Ἂν χρησιμοποιῶ τὴ μηχανικότητα γιὰ νὰ κερδίσω χρόνο καὶ ἐνέργεια,
ὥστε νὰ συγκεντρωθῶ σὲ κάτι ἄλλο, πιὸ ἐνδιαφέρον, οὐδὲν πρόβλημα. Ἂν ὅμως τὴν
ἀνάπτυξη τῆς μηχανικότητας τὴ βλέπω σὰν τὸν αὐτόματο πιλότο ποὺ θὰ μοῦ ἐπιτρέψει
"νὰ πάω γιὰ ὕπνο", τότε προφανῶς ὑπάρχει πρόβλημα». Ὡστόσο δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ
πιστέψουμε ὅτι ἡ πρώτη αἰτία ἐκμηχάνισης ἀντίκειται ἢ δὲν ἔχει σημεῖα τομῆς μὲ
τὴν δεύτερη. Πιὸ ἐνδιαφέρον, ἐνίοτε εἶναι καὶ «νὰ πάω γιὰ ὕπνο».
Μὲ τὴν ἐπίγνωση ὅτι πρέπει σύντομα νὰ ἐλέγξω τὴ μηχανή κι ὅτι ὁ ὕπνος δὲν εἶναι
αἰώνιος.
Παρόμοιας λογικῆς εἶναι καὶ ἡ ἀντίρρηση-ἀντιπαραβολὴ ποὺ γίνεται, κυρίως ἀπὸ τὸν Θ. Ζιάκα (Πέρα ἀπὸ τὸ ἄτομο, σ. 151), ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τὸν Καστοριάδη, μεταξὺ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (καὶ βυζαντινῆς) ἀμεσότητας καὶ τῶν «ἄμεσων ἀδιαμεσολάβητων σχέσεων» ἀπὸ τὴ μία καὶ τῆς παρεμβολῆς τοῦ ἀπρόσωπου Συστήματος καὶ τῶν διαμεσολαβημένων-ἐμμεσοδημοκρατικῶν σχέσεων ποὺ ἐπικρατοῦν στὴ Δύση ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἡ ἀμεσότητα καὶ τὸ ἀδιαμεσολάβητο τῶν προσωπικῶν σχέσεων εἶναι βέβαια δυνατὰ ὅταν κάθε χωριὸ εἶναι καὶ κράτος, ὅταν ὁ παγκόσμιος πληθυσμὸς εἶναι 300-500 ἑκατομμύρια. Ὅταν ὅμως ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὰ ἑκατομμύρια ἢ τὶς ἑκατοντάδες χιλιάδων μιᾶς πόλης, τότε μόνη λύση εἶναι ἡ λειτουργία τῆς κοινωνίας μέσῳ ἑνὸς ἀπρόσωπου Συστήματος, τὸ ὁποῖο θὰ ἐξασφαλίζει τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν ἀμεροληψία. Ἄλλος τρόπος δὲν ὑπάρχει, σὲ ἱκανοποιητικὴ κλίμακα τουλάχιστον, προκειμένου νὰ περιοριστεῖ ἡ ἀνομία. Δὲν μπορεῖ λ.χ. νὰ βασίζεται ἡ τιμιότητα καὶ ἐργατικότητα ἑνὸς δημόσιου ὑπαλλήλου (κι ἀντίστοιχα ἑνὸς κρατικοῦ μηχανισμοῦ) στὸ φιλότιμο ἢ στὴν ἔφεσή του γιὰ ἀγαπητικὲς σχέσεις μὲ τοὺς χιλιάδες, παντελῶς ἄγνωστους καὶ προσωπικὰ ἀδιάφορους στὸν ἴδιο, πολίτες μὲ τοὺς ὁποίους συναλλάσσεται κάθε χρόνο. Πρέπει νὰ ὑπάρξει μιὰ ἀπρόσωπη σχέση ἡ ὁποία θὰ ἀποτρέπει «ἀδιαμεσολάβητα» ρουσφέτια. Ὅ,τι ἦταν πλεονέκτημα γιὰ τὶς προνεωτερικὲς ἐποχὲς εἶναι μειονέκτημα γιὰ τὴν νεωτερικὴ καὶ τὴν μαζικοδημοκρατικὴ ἐποχή.
Ὁ Γιανναρᾶς χρησιμοποιεῖ ὡς «ἀπόδειξη» τοῦ Θεοῦ δύο ἀλληλοαποκλειόμενες καὶ
ἀντικρουόμενες κοσμοαντιλήψεις. Ἀπὸ τὴ μιὰ γράφει ὅτι ὅπως ἕνα σπίτι μαρτυρεῖ
τεχνίτη, ἔτσι καὶ τὰ ὄντα «μαρτυροῦν περὶ τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ» (Τὸ πρόσωπο
καὶ ὁ Ἔρως, σ. 61-62). Αὐτὴ βέβαια ἡ ἀντίληψη βασίζεται στὴν ἄποψη ὅτι τὰ
πράγματα μαρτυροῦν, ἔτσι κι ἀλλιῶς, κάτι καὶ μάλιστα συνιστοῦν «ἑνιαῖο λόγο τοῦ
Προσώπου, τοῦ ὁποίου πράγματα – λέξεις εἶναι τὰ ὄντα» (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως,
σ. 61)- ἄποψη πλήρως ἰδεαλιστική, λὲς καὶ ὅ,τι τελικὰ συμβαίνει εἶναι προϊὸν
προσωπικῆς θέλησης κι ὄχι σύγκρουσης μεταξὺ θελήσεων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως ἀρνεῖται
τὴν αἰτιοκρατία καὶ γράφει ὅτι ἡ θεωρία τῆς σχετικότητας, τῆς ἀπροσδιοριστίας «καὶ
πλῆθος ἀκόμα συμπερασμάτων, τόσο ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς μικροφυσικῆς ὅσο καὶ τῆς
μακροφυσικῆς, ... κλονίζουν τὴν πίστη στὴν ἀντικειμενικὴ καὶ μηχανικὴ νομοτέλεια
τοῦ κοσμικοῦ συνόλου» (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 115) θεωρῶντας τες ὡς «ἀποδείξεις»
τοῦ Θεοῦ: «τὰ σύγχρονα ἐπιστημονικὰ συμπεράσματα μποροῦν νὰ εἶναι ἀφετηρία γιὰ
νὰ κατανοηθεῖ ὁ κόσμος ὄχι ὡς αἰτιοκρατικὰ ὀργανωμένη μηχανικὴ εὐταξία, ἀλλὰ ὠς
καθολικὴ ἁρμονία ἄπειρων καὶ ἀπροσδιόριστων διαφοροποιήσεων μιᾶς προσωπικὴς
Ἐνέργειας» (Τὸ πρόσωπο καὶ ὁ Ἔρως, σ. 115). Τελικά, σύμφωνα μὲ τὸν
Γιανναρᾶ, τόσο ἡ ἀπροσδιοριστία ὅσο καὶ ἡ ἀντίθετή της αἰτιοκρατία μαρτυροῦν
περὶ προσωπικοῦ Θεοῦ· τὸ πῶς αὐτὸ γίνεται εἶναι ἄλλο ζήτημα (τὸ ἴδιο
λογικὸ σφάλμα βέβαια
κάνουν καὶ οἱ ἀθεϊστές, ἀλλὰ μὲ ἀντεστραμμένα τὰ πρόσημα, πρᾶγμα ποὺ οὔτε αὐτούς,
ἐπίσης, ἐνοχλεῖ).
Ἡ «ἀντινοησιαρχία» ποὺ ὁ Γιανναρᾶς κομίζει στὰς Ἀθήνας ὑπάρχει στὴ Δύση ἀπὸ τὸν 14ο αἰ καὶ κυριαρχεῖ ἀπὸ τὸν 17ο αἰ. κ.ἑ., μετὰ τὸν Νεύτωνα, δίχως νὰ συνεπάγεται ἐκεῖ οὔτε τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἔβλεπαν οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους οὔτε ἐκστατικὰ βιώματα καὶ "ἄυλαις μορφαίς". Ἡ μομφὴ τὴς νοησιαρχίας κατὰ τῆς Δύσης δὲν πρέπει νὰ λαμβάνεται στὰ σοβαρά, ἀφοῦ ὁ Διαφωτισμὸς τόνιζε τὴν ἐμπειρία καὶ ἔβαζε τὸν λόγο νὰ ριζώνει στὴ φύση κι ὄχι στὴ νόηση. Οἱ κατηγορίες βέβαια ἐναντίον τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ τῆς Δύσης γιὰ νοησιαρχία ἔχουν τὴν προέλευσή τους στήν, προσφιλὴ καὶ βολικὴ στοὺς Νεορθόδοξους, ταύτιση ἢ σύγχυση μεταξὺ νοησιαρχίας καὶ ὀρθολογισμοῦ, ἡ ὁποία ὡστόσο δὲν ἰσχύει, γιατὶ ὁ διαφωτιστικὸς λόγος δὲν ἔχει τὸ νόημα ποὺ ἐκ τῆς ἐτυμολογίας του νομίζουν οἱ Νεορθόδοξοι ὅτι ἔχει.
Αναρωτιέται κανείς τι σχέση έχει η αντίδραση στη σχολαστική δυτική νοησιαρχία με φράσεις τύπου «μανικοί έρωτες», «αναγωγή της ύλης στη σάρκα του Λόγου», «η γαμήλια συνουσία έρωτα και αγάπης» ή ο «εύληπτος λόγος που θα λειτουργεί στην όλη σάρκα του ανθρώπου ως... ταξίδι της σαρκός στο πεδίο της ιδεολογίας, έκταση της ύλης μας στο άλλο» και άλλες τέτοιες αντινοησιαρχικές εκσπερματώσεις επί χάρτου (εφημερίδων ή βιβλίων), υπαρξιακοί σπασμοί και μαιναδισμοί, οι οποίοι φαίνονται ως μη ανορθολογικοί και ως μετοχή στο Είναι μόνον στους Νεορθόδοξους.
Ο Γιανναράς και οι συν αυτώ μέμφονται τον ηθικισμό (πουριτανισμό ή ευσεβισμό) των δυτικών Χριστιανών ταυτόχρονα μεμφόμενοι την δυτική (καθολική ή θύραθεν) νοησιαρχία. Ωστόσο έτσι άθελά τους αντιφάσκουν, αφού ακριβώς ο ηθικισμός προήλθε από την αντίδραση στη νοησιαρχία. Ο ηθικισμός πήγαζε από την αντίληψη εκείνη η οποία αποδεχόταν το πρωτείο της πράξης έναντι της θεωρίας (άρα και έναντι της νοησιαρχίας). Σημασία δεν είχε η ορθή νόηση του Θεού και τα μεταφυσικά συστήματα, αλλά η χριστιανική πράξη και πρακτική. Το επόμενο βήμα είναι να απαιτούνται, ως ένδειξη χριστιανικότητας, τα καλά ατομικά έργα, η κοινωνική φιλανθρωπία, η άμεμπτη ηθική ζωή κ.λπ. Έτσι, δεν μπορεί να κατηγορείται και ο (δυτικός) ηθικισμός και η σχολαστική (ή θύραθεν) νοησιαρχία, γιατί, αντίθετα από ό,τι ίσως νομίζουν οι Νεορθόδοξοι, ο πρώτος δεν ξεπήδησε από την δεύτερη. (29/8/2007)
Ο Γιανναράς κάπου αναφέρεται στην «παγεράδα του ναζιστικού ρασιοναλισμού». Ίσως θα έπρεπε στους υπερασπιστές αυτής της παγεράδας να συμπεριλάβει τον γερμανό φιλόσοφο Χαϊντέγκερ, ο οποίος εξύμνησε τους Ναζί και τον οποίο ο Γιανναράς θαυμάζει και συμφωνεί μαζί του, ίσως περισσότερο από όλους τους νεωτερικούς φιλοσόφους.(21/4/2007)
Ο δεξιός Γιανναράς συνεχίζει - λ.χ. επικρίνοντας τον Βενιζέλο και την ανόητη, κατά Γιανναρά, ιδέα να απελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη - τον παλαιοελλαδικό μικροελλαδισμό αναμιγνύοντάς τον (και ανανεώνοντάς τον) με έναν ιδιότυπο συντηρητικό αναρχισμό-αντικρατισμό (αντίστοιχο με αυτόν του αντορθόδοξου αρχαιολατρικού περιοδικού Δαυλός, ο οποίος άλλο τόσο κακολογεί το ελληνικό κράτος και εμμέσως εξυμνεί τους Οσμανούς υπό τους οποίους μεγαλουργούσαν οι Έλληνες) και σερβίρει την νοσταλγία για τους Οσμανούς προστάτες (ή νταβατζήδες) των Ελλήνων ως αυθεντική ελληνικότητα. Όμως αντιφάσκει ο ίδιος, γιατί από τη μία θεωρεί απαρχή του εκδυτικισμού το έτος 1354 (όταν μεταφράζονται έργα του Θωμά στα ελληνικά και το Βυζάντιο διαβρώνεται από φιλενωτικές ιδέες), ήδη πριν τους Οσμανούς, ενώ σε όλη την Τουρκοκρατία δεν βλέπει παρά έναν εκδυτικισμό και αφελληνισμό της ορθόδοξης θεολογίας. Γιατί λοιπόν τον ενοχλεί συγκεκριμένα το νέο ελληνικό κράτος και ο κακός, εκδυτικιστικός ρόλος του, αφού κατ' αυτόν το κακό του εκδυτικισμού είχε αρχίσει και κυριαρχούσε πολύ πριν το 1833; Το πιθανό επιχείρημα ότι μετά το 1833 το κακό τού εκδυτικισμού επισημοποιήθηκε και έγινε καθεστώς είναι λανθασμένο και βασίζεται σε εκ των υστέρων θέαση και ερμηνεία της εποχής εκείνης (άλλωστε, κατά Γιανναρά, η εκδυτικισμένη ορθόδοξη θεολογία ήταν καθεστώς ήδη κατά την Τουρκοκρατία). Με άλλα λόγια, λ.χ. στα 1831, στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, η έκβαση του αγώνα δυτικόφιλων-ανατολιστών δεν είχε κριθεί ακόμη˙ δεν είναι επομένως αυτή καθεαυτή η δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους κάτι το οποίο θα έπρεπε να θεωρεί τρισμέγιστο κακό ο Γιανναράς, αλλά η νίκη των δυτικόφιλων και η – για τον Γιανναρά – αρνητική έκβαση του αγώνα εντός του νεοελληνικού εθνικού κράτους. Ωστόσο ο Γιανναράς μπερδεύει το ένα γεγονός (δημιουργία εθνικού κράτους) με το άλλο (επικράτηση των δυτικόφιλων εντός του εθνικού κράτους αυτού). Ότι ο Γιανναράς βρίσκεται σε σύγχυση κι ότι, συνεπακολούθως, δεν ισχύουν τα αναρχοειδή φιλοσμανικά επιχειρήματά του, πως τάχα όντας «εθνικό [κι όχι πολυεθνικό]», το νεοελληνικό κράτος αναπόφευκτα θα εκδυτικιζόταν-απορθοδοξοποιείτο, αποδεικνύεται από τους ύμνους των Νεορθοδόξων στον Καποδίστρια, κυβερνήτη του ελληνικού εθνικού κράτους: εάν αυτό καθεαυτό το νεοελληνικό κράτος ήταν «συμφορά», τότε δε θα έπρεπε να εξυμνούν καμμία περίοδό του, ούτε βεβαίως τον Καποδίστρια και την καποδιστριακή περίοδο. Είτε λοιπόν το νεοελληνικό έθνος-κράτος είναι εξαρχής, δηλαδή φύσει, κακό, οπότε οι ύμνοι στον Καποδίστρια και στην προ-βαυαρική περίοδο του νεοελληνικού έθνους-κράτους περιττεύουν, είτε το νεοελληνικό έθνος-κράτος δεν είναι φύσει ή εξαρχής κακό, οπότε οι νεορθόδοξες θρηνωδίες ότι εισήχθη στον Ελληνισμό το κακό δυτικό πρότυπο του έθνους-κράτους περιττεύουν. Και τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν ή να υποστηρίζονται από τους ίδιους ανθρώπους. (10/8/2007). Όπως γράφει ο Σπ. Κουτρούλης (Ρήξη 15) «Ο Γιανναράς δεν μας εξηγεί το περιεχόμενο "της πρότασης πανανθρώπινης εμβέλειας" που είχε ο νεοελληνισμός ενόσω ήταν κατακτημένος και την οποία έχασε επειδή έγινε έθνος-κράτος. Ούτε μας εξηγεί γιατί είναι λογικά ανέφικτη η ανάπτυξη του νεοελληνισμού στα πλαίσια του έθνους-κράτους, την οποία, κατά περίεργο τρόπο, εξασφάλιζε με ποικίλους δυνάστες Φράγκους ή Τούρκους. Μήπως αντί να νοσταλγούμε, τα ανύπαρκτα άλλωστε, μεγαλεία του φαναριωτισμού και τα μεγαλεπίβολα οράματά του, θα πρέπει να σκεφτούμε τι πραγματικά πηγαίνει στραβά στον τόπο μας και στην πνευματική του ζωή;»
Ο Γιανναράς δεν αντέχει τον έμμεσο παγανισμό και τη "μαγική" χρήση της χριστιανικής θρησκείας, γιατί όλα αυτά του θυμίζουν την αλλοτρίωση του Χριστιανισμού. Συνεπώς, με βάση τη γνώμη του, προκύπτει ότι οι παππούδες μας, ο λαός μας επί αιώνες και χιλιετίες στα χωριά, οι οποίοι είχαν ειλικρινή πίστη αλλά συνδύαζαν τις προχριστιανικές πρακτικές και αντιλήψεις μαζί με το τυπικό της χριστιανορθόδοξης λατρείας, ήταν αλλοτριωμένοι Χριστιανοί. Τελικά πολεμώντας τον ευσεβιστικό πουριτανισμό, η γιανναρική αντίληψη περί Ορθοδοξίας καταλήγει στον πουριτανισμό χάριν της κάθαρσης από την αλλοτρίωση.
Ο Γιανναράς ενώ από τη μια εναντιώνεται στον χριστιανικό ατομικισμό και εξιδανικεύει τη συλλογικότητα, την ενορία κ.λπ., από την άλλη επιτίθεται στα πνευματικά προϊόντα της συλλογικότητας που καλείται Ορθόδοξη Εκκλησία: τους εκκλησιαστικούς Κανόνες και την πατερική γραμματεία. Δεν είναι του γούστου του, τα βρίσκει πολύ ατομικιστικά. Προφανώς απαιτείται ένας νέος Πάπας, ο Γιανναράς. Γιατί όταν γκρεμίζει τόσο τον χριστιανικό ατομικισμό των ευσεβιστών όσο και την αυθεντία των Κανόνων και της παραδεδομένης πρακτικής, πρέπει να βάλει κάτι στη θέση τους. Όταν όλα έχουν αποδομηθεί και καταδειχτεί ως ψευδή, τότε απομένει μόνη η αυθεντία του Γιανναρά, η οποία εκφράζεται μέσω των δεκάδων βιβλίων του, και η οποία θα καθορίσει τι είναι αυθεντικά πρωτοχριστιανικό, τι αυθεντική συλλογικότητα, τι αυθεντική ενορία, πώς ερμηνεύονται "αυθεντικά" οι αρχαιοέλληνες φιλόσοφοι, πώς ερμηνεύονται αυθεντικά οι ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί Πατέρες, οι Κανόνες, ακόμη κι οι εξελίξεις της επιστήμης. Χαλίφης στη θέση των Χαλίφηδων του "Σωτήρα" και της "Ζωής". (12/6/2007)
* * *
ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΑ
Το αόρατο χέρι.
Υποτίθεται ότι το άτομο δρα έχοντας ως βάση το ορθολογιστικό συμφέρον του και γι' αυτό αντιλαμβάνεται ότι οι πρακτικές εξαπάτησης δεν συμφέρουν το ίδιο, γιατί γρήγορα τέτοιες πρακτικές θα προκαλούσαν την αντίδραση των υπολοίπων συναλλασσομένων και τον κοινωνικό αφανισμό του απατεώνα ατόμου. Γι' αυτό και, υποστηρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι, το άτομο αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να δρα βάσει του ορθολογιστικού και συμφέροντός του, το οποίο είναι και "ηθικό", και έτσι προάγοντας το δικό του, ορθό συμφέρον, προάγεται και το συμφέρον των υπολοίπων ατόμων, άρα το συμφέρον της κοινωνίας. Προφανώς η έννοια του συμφέροντος ορίζεται έτσι, ώστε να αποκλείονται τα κίνητρα για βίαιη δράση ή για πράξη εξαπάτησης. Πέρα από το γεγονός ότι η έννοια του συμφέροντος μπορεί να γίνεται αντιληπτή με τελείως διαφορετικό τρόπο από τον καθένα (άλλος ενδιαφέρεται για το οικονομικό συμφέρον, άλλος για τη σωτηρία της ψυχής του κ.ο.κ.) η κοινωνία δεν είναι διόλου μια ιδανική αγορά, στην οποία η βία, ο εξαναγκασμός και η απάτη επιφέρουν τον κοινωνικό αφανισμό του ανήθικου ατόμου. Αντίθετα, τα παραδείγματα ευημερίας τέτοιων ατόμων είναι πολλά.
Αλλά το ατομικό συμφέρον μπορεί να έρθει, και έρχεται, σε σύγκρουση με το κοινωνικό συμφέρον, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα άτομα θα επιλέξουν το ατομικό συμφέρον αντί του κοινωνικού ακριβώς στη βάση του ορθολογικού υπολογισμού. Το άτομο πράγματι μπορεί να επιλέξει το μακροπρόθεσμο ατομικό συμφέρον του εις βάρος του βραχυπρόθεσμου (= του επιδιωκόμενου με εξαπάτηση ή του επιτυγχανόμενου σύντομα) ατομικού συμφέροντός του. Ωστόσο το κοινωνικό μακροπρόθεσμο συμφέρον ξεπερνά σε διάρκεια και δύναμη επιβολής το ατομικό και, έτσι, είναι δυνατό να περάσει μια ολόκληρη ατομική ζωή δίχως το άτομο, το οποίο αποδέχεται την ανώτερη αξία του κοινωνικού συμφέροντος έναντι του ατομικού βραχυπρόθεσμου συμφέροντος, να επιτύχει το μακροπρόθεσμο ή το βραχυπρόθεσμο ατομικό συμφέρον. Σε αυτήν την περίπτωση θα είχαμε το αντιφατικό γεγονός ο εγωιστικός-ορθολογιστικός υπολογισμός του συμφέροντος να κατέληγε εις βάρος του Εγώ, δηλαδή του ατόμου, αφού τα οφέλη θα τα καρπώνονταν οι επόμενες γενιές, μακροπρόθεσμα, και όχι το άτομο το οποίο θα συγκρατούσε τις μακροπρόθεσμες ή βραχυπρόθεσμες επιθυμίες του για χάρη της κοινωνίας. Επειδή πράγματι τα άτομα δρουν ακριβώς βάσει του εγωιστικού-ορθολογιστικού συμφέροντος, κατά κανόνα προκρίνουν το ατομικό συμφέρον, βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο (οπωσδήποτε μέσα στα χρονικά όρια μιας ζωής) εις βάρος του μακροπρόθεσμου κοινωνικού, και το συμπέρασμα είναι ότι το ατομικό συμφέρον δεν προάγει το κοινωνικό συμφέρον και έτσι ο ατομικός εγωιστικός-ορθολογιστικός υπολογισμός δεν μπορεί να εγγυηθεί την κοινωνική τάξη. Με άλλα λόγια το αόρατο χέρι, στις παλαιότερες ή στις πιο σύγχρονες εκδοχές των νεοφιλελεύθερων, είναι ένας μύθος. (23/7/2008)
οικονομικός πατριωτισμός.
Δεν είναι όλες οι χώρες τόσο πρόθυμες να αποδεχθούν το ξεπούλημα του εθνικού τους πλούτου, χάριν της «αποδόσης», σε ιδιώτες. Η Ισπανία εμπόδισε την εξαγορά της ENDESA από την ιταλική EON. Η Γαλλία οδηγήθηκε σε νέα προστατευτική νομοθεσία σε έντεκα τομείς της οικονομίας της που θεωρήθηκαν βασικές για την εθνική οικονομία. Απαγόρευσαν την εξαγορά της εταιρίας Suez από την ιταλική ENEL και τη συγχώνευσαν με τη γαλλική GAZ DE FRANCE. Το 2005 αντιτάχθηκε στην εξαγορά της γαλλικής εταιρίας τροφίμων Danone από την αμερικανική Pepsico. Αποκλείστηκε η εξαγορά της σιδηρουργικής Arcelor από την πολυεθνική-ινδική Mittal. Οι ΗΠΑ εμπόδισαν την αγορά της πετρελαϊκής Unocal corp. από την κινεζική CNOOC το 2005 και εμπόδισαν αραβικά κεφάλαια να αγοράσουν λιμάνια. Η Ρωσσία αμφισβήτησε την άδεια της Shell να επενδύσει στην επικράτειά της. Η Βρεταννία εμποδίζει τη διείσδυση της ρωσσικής Gaz prom. Στην Ολλανδία το κοινό δηλώνει ότι ανησυχεί από το ξεπούλημα ολλανδικών επιχειρήσεων στους ξένους. Στην Ελλάδα όμως ως πανάκεια για τα προβλήματα του κράτους θεωρείται η διάλυση του δημοσίου και το ξεπούλημα όσο-όσο τομέων (π.χ. ΟΤΕ, ΟΣΕ) επί των οποίων ο κρατικός έλεγχος σε περιπτώσεις κρίσης ή πολέμου είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητος.(21/4/2007) Και τι να πει κανείς βέβαια για την εξαγορά των Fannie Mae και Freddie Mac, από το αμερικανικό Δημόσιο, παρά ότι είναι αστεία;
Το κακό κράτος.
Η άποψη ότι οι νεοφιλελεύθεροι και, παλαιότερα, η αστική τάξη είναι και ήταν ενάντιοι στον κρατισμό και το κράτος δεν είναι παρά ένας μύθος που διαδίδεται από τους πρώτους. Παλαιότερα, όταν η αστική τάξη αναδυόταν και ανδρωνόταν, χρειαζόταν ένα ισχυρό κράτος, για να προστατευτεί από την φεουδαρχία και για να υπάρξουν ενιαίοι κανόνες στο εμπόριο και την οικονομία. Οι αστοί ήταν λοιπόν υπέρ του συγκεντρωτικού μοναρχικού κράτους. Ότι αργότερα, από τον 18ο αι., άρχισαν να στρέφονται εναντίον του δεν σημαίνει ότι στράφηκαν εναντίον της ιδέας του κράτους, αλλά ότι, έχοντας πλέον ισχυροποιηθεί ως τάξη, ήθελαν να πάρουν και την πολιτική εξουσία στα χέρια τους, την οποία ώς τότε άφηναν στα χέρια του απόλυτου μονάρχη. Πλέον δεν τους αρκούσε η τάξη και ο νόμος που παρείχε, ενάντια στους φεουδάρχες και την Καθολική Εκκλησία, το μοναρχικό κράτος. Σήμερα, από την άλλη, οι νεοφιλελεύθεροι δεν επιδιώκουν την εξάλειψη του κράτους ούτε είναι ενάντιοι στο κράτος ως τέτοιο, όσο κι αν προσπαθούν να πείσουν τους πάντες, και τον εαυτό τους, ότι είναι αντικρατιστές. Οι νεοφιλελεύθεροι έχουν κατά νου ένα κράτος το οποίο θα διασφαλίζει την διατήρηση της κρατούσας οικονομικής, κοινωνικής και ιδιοκτησιακής κατάστασης πραγμάτων, δηλαδή θα υπερασπίζει την ιδιοκτησία των λίγων πλουσίων. Δεν είναι επομένως εναντίον του κράτους αλλά εναντίον ενός συγκεκριμένου τύπου κράτους όσοι εναντιώνονται στον κρατισμό. Εάν ήταν εναντίον του κράτους γενικά, θα αποδέχονταν π.χ. την περίπτωση της απαλλοτρίωσης και κοινωνικοποίησης της ιδιοκτησίας και του πλούτου των λίγων, αφού δεν θα υπήρχε νόμος που να απαγορεύει κάτι τέτοιο. Οι νεοφιλελεύθεροι θέλουν - όπως και οι αριστεροί, τους οποίους χλευάζουν ως "κρατιστές" - να χρησιμοποιήσουν για το ιδιοτελές συμφέρον τους το κράτος, θέλουν το κράτος να θεσπίζει νόμους οι οποίοι θα ενισχύουν αυτούς και τα οικονομικά συμφέροντά τους και δεν θα επιτρέπουν αυτά να απειληθούν στον αιώνα τον άπαντα: δεν ομολογούν ανοικτά όμως ότι θέλουν ένα τέτοιο κράτος κι όχι ότι δεν θέλουν το κράτος. Οι νεοφιλελεύθεροι, παρά την μυθολογία που διαδίδουν και την οποία πιστεύουν, είναι επίσης, όπως οι Αριστεροί, κρατιστές - εκεί όπου τους συμφέρει βεβαίως.
Αναδιανομή εισοδήματος ή "ίσες ευκαιρίες";
Υπάρχει η άποψη πως κεντρικό ζήτημα είναι αυτό της παροχής ίσων ευκαιριών και όχι αυτό της οικονομικής ανισότητας. Οι ευκαιρίες που έχει κανείς να βελτιώσει τη ζωή του και όχι η αναδιανομή του εισοδήματος μέσω της φορολογίας. Αυτό σημαίνει "βελτίωση της οικονομικής κινητικότητας. Αυτό σημαίνει βελτίωση των εκπαιδευτικών ευκαιριών, επιθετική αντιμετώπιση των πολιτισμικών εμποδίων στην επιτυχία, ενίσχυση της ελαστικότητας των εργασιακών αγορών και, τέλος, προστασία ενός θετικού κλίματος για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας". Μια τέτοια άποψη αγνοεί το γεγονός ότι ακριβώς επειδή στην ελεύθερη οικονομία η οικονομική-κοινωνική ανισότητα είναι νόμος, δεν πρόκειται να υπάρξει ισότητα στις ευκαιρίες λ.χ. εκπαίδευσης. Οι πλούσιοι θα σπουδάζουν πάντα σε καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια, θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερο "ανοικτές τις πόρτες", εκτός κι αν το κράτος αύξανε τους φόρους, υποχρεώνοντας τους πλουσίους να συνεισφέρουν τόσα πολλά για την παιδεία, ώστε η εκπαίδευση σε ιδιωτικά σχολεία/πανεπιστήμια να ήταν οικονομικά ασύμφορη (αφού κανείς θα έπρεπε να πληρώνει και υπέρογκους φόρους για τα δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια, προκειμένου αυτά να φθάσου το επίπεδο των αντίστοιχων ιδιωτικών, αλλά και υψηλά δίδακτρα για την ιδιωτική εκπαίδευση των παιδιών του) αλλά και άχρηστη από πλευράς επιπέδου παροχής γνώσεων (αφού το αναβαθμισμένο δημόσιο σχολείο και πανεπιστήμιο θα παρείχε επίπεδο γνώσεων ίσο ή ανώτερο αυτού των αντίστοιχων ιδιωτικών). Με άλλα λόγια οι "ίσες ευκαιρίες για όλους (αντί της αναδιανομής του πλούτου μέσω της φορολογίας)" έρχονται σε αντίθεση με την εναντίωση στο περισσότερο κράτος και την μεγαλύτερη φορολογία. Η άλλη λύση, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να πληρώνουν, ως σπόνσορες, τη δημόσια (για όλους!) παιδεία (από το νηπιαγωγείο ώς το πανεπιστήμιο), εφόσον αυτή θα προσανατολίζεται στους οικονομικούς σκοπούς τους, είναι τόσο οικονομικά ασύμφορη γι' αυτές όσο και ανεπαρκής, αφού θα συρρίκνωνε το εύρος της εκπαίδευσης και της παρεχόμενης γνώσης. Επομένως οι ευαγγελιζόμενες νεοφιλελεύθερες "ίσες ευκαιρίες" μόνο μέσω του καταραμένου "κρατισμού" είναι δυνατές. Αλλά, βέβαια, ούτε συνέβη ποτέ ούτε πρόκειται να συμβεί ποτέ η αφιλοκερδής και η ανιδιοτελής συνεισφορά των πλουσίων και των νεοφιλελεύθερων για χάρη των ίσων ευκαιριών. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε την δική τους οικονομική-κοινωνική ισχύ, αφού άλλοι θα ήταν δυνατόν να πάρουν τη δική τους θέση. Έτσι, μπορούν και να ρητορεύουν ότι είναι υπέρ των ίσων ευκαιριών αλλά και, έμπρακτα, να απαγορεύουν κάτι τέτοιο. Άλλωστε ένα κράτος το οποίο θα αποσπούσε υπέρογκους πόρους από τους πλούσιους χάριν της παιδείας των υπολοίπων δεν είναι λιγότερο εχθρικό προς τους πλούσιους από ένα κράτος το οποίο αποσπά υπέρογκους φόρους από αυτούς για να αναδιανέμει τον πλούτο στους υπόλοιπους. Η αλήθεια είναι, επομένως, ότι οι ίσες ευκαιρίες δεν είναι δυνατές στο υπάρχον οικονομικό σύστημα και ότι ένα τέτοιο σύστημα επιδιώκει την αναπαραγωγή (των συνθηκών της ύπαρξής) του, δηλαδή την οικονομική ανισότητα (λίγοι πλούσιοι, πολλοί εξαρτώμενοι και φτωχοί) και μάλιστα, όπως φαίνεται στην πράξη και όχι στην νεοφιλελεύθερη ρητορεία, την ολοένα διευρυνόμενη οικονομική ανισότητα.
Το άλλο επιχείρημα ότι "όταν ο πορισμός εισοδήματος είναι εξασφαλισμένος μέσω της κρατικής αναδιανεμητικής πολιτικής, ποιο είναι το κίνητρο που θα οδηγήσει κάποιον να προσπαθήσει, να ρισκάρει παραπάνω; Ειδικά εάν δεν έχει πολλά περισσότερα να κερδίσει έναντι αυτού που στηρίζεται στην αναδιανομή;" βασίζεται στην άποψη ότι ο πλούτος που αναδιανέμεται είναι τόσο ικανοποιητικός, ώστε κανείς λαμβάνοντάς τον χάνει το κίνητρο να προσπαθήσει και να ρισκάρει. Όμως είναι παράλογο να θεωρείται λ.χ. το επίδομα ανεργίας ικανοποιητική παροχή, η οποία παρεμποδίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα ή και την ίδια την διάθεση για μισθωτή εργασία. Κάτι τέτοιο θα ίσχυε μόνο αν η, μέσω φόρων, αναδιανομή του πλούτου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε κανείς να ζει άνετα (δηλαδή: να ζει όπως κάποιος που εργάζεται και δη έχει καλή δουλειά) μόνο χάρη στα επιδόματα. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα όμως, ειδικά στην Ελλάδα. Δεν είναι εξασφαλισμένη η επιβίωση μέσω των επιδομάτων (και δίχως τη συνδρομή της οικογένειας). Το δίλλημα λοιπόν δεν είναι "επιδόματα ή ανάληψη επιχειρηματικού, γενικότερα, ρίσκου", όπως οι νεοφιλελεύθεροι νομίζουν, αλλά "επιδόματα ή μισθοί πείνας". Γιατί μόνο με μισθούς πείνας για τους περισσότερους είναι δυνατός ο πλούτος των λίγων οι οποίοι διατυμπανίζουν την "ανάγκη κινήτρου".
Καλή-κακή ανισότητα.
Η φτώχεια φέρνει τη φτώχεια, είναι κληρονομική ιδιότητα. Η μιζέρια συσσωρεύει μιζέρια. Παρομοίως ο πλούτος φέρνει τον πλούτο, συσσωρεύει κι άλλον πλούτο. Τέτοιες διαπιστώσεις είναι κοινότοπες, αλλά αληθείς. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, όμως, τότε προς τι οι ύμνοι για τα καλά και αγαθά που φέρνει η ανισότητα, συγκεκριμένα ότι οι άνθρωποι που δεν έχουν αγαθά, παροτρύνονται, βλέποντας τους έχοντες, να δουλέψουν σκληρά, να καινοτομήσουν κ.λπ., ώστε να γίνουν πλούσιοι; Τέτοιοι ύμνοι και διαβεβαιώσεις για το έμμεσο καλό που οι ανισότητες προκαλούν έχουν, λοιπόν, νόημα μόνο όταν υπάρχουν μικρές διαφορές ή μικρές ανισότητες: Γιατί τότε μόνο ελπίζει ο λιγότερο κατέχων, ο λιγότερο πλούσιος, ότι θα καταφέρει να ξεπεράσει τους οικονομικά ανώτερούς του. Κανείς μικρομεσαίος βιοτέχνης ή κομπιουτεράς δεν σκέφτεται να ξεπεράσει τον Μπιλ Γκέητς και κανείς Αλβανός μετανάστης δε σκέφτεται στα σοβαρά την περίπτωση να γίνει ο Κόκκαλης. Επειδή όμως η κοινωνία μας όχι απλώς είναι διαστρωματωμένη οικονομικά, αλλά αυτή η ανισοκατανομή του πλούτου είναι τεράστια και μάλιστα διευρύνεται μέρα με τη μέρα, δηλαδή το χάσμα πλουσιότερων και φτωχότερων αυξάνει ολοένα και περισσότερο, δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς πως οι μη κατέχοντες ή οι λιγότερο κατέχοντες θα παρακινηθούν προκειμένου να γίνουν πλούσιοι, αλλά πως θα βουλιάζουν μέσα στο διευρυνόμενο χάσμα πλουσίων-φτωχών το οποίο προκαλεί ο νεοφιλελευθερισμός, ότι οι φτωχοί θα γίνονται φτωχότεροι και οι μεσαίοι θα γίνονται φτωχοί. Οι νεοφιλελεύθεροι ύμνοι στα αγαθά της ανισότητας έχουν νόημα, επομένως, μόνο σε έναν μη-νεοφιλελεύθερο κόσμο, στον οποίο οι οικονομικές ανισότητες είναι τόσο μικρές, ώστε η φτώχεια να μην συσσωρεύει επιπλέον φτώχεια και μιζέρια. (15/9/2008)
Κατώτατοι μισθοί.
Υπάρχει η αντίληψη, ότι "οι αυξημένοι κατώτατοι μισθοί οδηγούν σε ανεργία, ειδικότερα των νέων. Αν ένας εργοδότης είναι υποχρεωμένος να δώσει ένα συγκεκριμένο μισθό, θα προτιμήσει κάποιον πιο έμπειρο φυσικά. Και θα αναγκαστεί να προσλάβει λιγότερους υπαλλήλους από όσους θα προσλάμβανε χωρίς τον περιορισμό του μισθού." Όμως δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο μπορεί αντικειμενικά να διαπιστωθεί ότι π.χ. συνιστά καλύτερο τρόπο καταπολέμησης της ανεργίας η κατάσταση όπου υπάρχουν 9 εργαζόμενοι, οι οποίοι παίρνουν 600 ευρώ (για να έχουν και κανένα πολυτελές πιθάρι) ο καθένας, παρά η κατάσταση όπου υπάρχουν 6 εργαζόμενοι οι οποίοι πληρώνονται ο καθένας με 900 ευρώ. Επιπλέον η παραπάνω αντίληψη προϋποθέτει ότι ο εργοδότης είναι περισσότερο αξιολύπητος από ό,τι οι 3 πλέον εργαζόμενοι που πληρώνονται 600 ευρώ, δηλαδή που φυτοζωούν. Συνιστά μάλλον εκβιασμό η αντίληψη ότι χάρη στον εργοδότη υφίστανται οι θέσεις εργασίας των 600 ευρώ, όχι μόνο γιατί οι "περισσότερες" αυτές θέσεις δεν αποφέρουν ικανοποιητικό επίπεδο ζωής, αλλά γιατί το ύψος της πληρωμής (600 ευρώ) καθορίζεται με σκοπό όχι απλώς το ικανοποιητικό επίπεδο ζωής καθώς και την απόσβεση του επιχειρηματικού κινδύνου για τον εργοδότη αλλά το υπερκέρδος του. Αλλά για ποιο λόγο πρέπει να υφίστανται μισθοί 600 ευρώ (δηλ. μη αυξημένοι κατώτατοι μισθοί ή απουσία καθορισμένου επιπέδου κατώτατου μισθού), πέραν του υπερκέρδους του εργοδότη; Προκειμένου αυτός να επενδύσει το πλεόνασμα κι έτσι να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας; Μα, και οι νέες αυτές θέσεις εργασίας θα αμείβονται πάλι με μισθούς πείνας και όχι με αυξημένους μισθούς. Άλλωστε τέτοιοι μισθοί (δίχως αυξημένο κατώτατο όριο) μόνο στην αύξηση της ζήτησης κι έτσι στην τόνωση της επιχειρηματικότητας και της οικονομίας δεν οδηγούν: με τέτοιους μισθούς κανείς ζει μόνο στο σπίτι των γονιών του και με την χρηματική βοήθεια των γονιών του, δίχως να σκέφτεται την κατανάλωση. Ασφαλώς η θέσπιση κατώτατου ορίου δεν είναι παρά ημίμετρο. Επίσης η απαίτηση λ.χ. για 1500 ή για 1300 ευρώ το μήνα, για τον ένα η τον άλλο κλάδο, παραγνωρίζει ότι αν όσοι πριν έπαιρναν 700 και τώρα 1500 ευρώ, θα αυξανόταν απλώς ο πληθωρισμός, δηλαδή οι τιμές των προϊόντων. Όμως ο ισχυρισμός ότι οι αυξημένοι κατώτατοι μισθοί ή ότι η θέσπιση κατώτατων μισθών οδηγεί σε ανεργία αποκρύβει την πραγματική αιτία του προβλήματος.
Όψεις ανισοτήτων.
Ο τίτλος από ένα άρθρο του Α. Ανδριανόπουλου. Ο εν λόγω αναρωτάται "Γιατί είναι άδικος και φορτώνεται στον καπιταλισμό ο οικονομικός καταποντισμός των τριτοκοσμικών κρατών, που κρατούν τα οικονομικά τους σύνορα κλειστά, αυτοεξαιρούμενα της παγκοσμιοποίησης;". Διόλου δεν αναφέρει ο εν λόγω την οικονομική εκμετάλλευση αιώνων μέσω της αποικιοκρατίας, με ό,τι αποτελέσματα είχε για τις υποδομές και το πολιτισμικό επίπεδο των κρατών αυτών, καθώς και τα δικτατορικά καθεστώτα που οι "δικοί" του, φιλελεύθεροι δημοκράτες στήριξαν ή ανέχτηκαν. Δεν αναφέρει η επιχειρηματολογία αυτή ότι η Λατινική και Κεντρική Αμερική δεν κρατά καθόλου κλειστά τα σύνορά της, δίχως ωστόσο η αθλιότητα εκεί να περιορίζεται.
Ο εν λόγω αρθρογράφος αναρωτιέται επίσης "γιατί φέρει ευθύνες η ελεύθερη οικονομία της αγοράς για την εξαθλίωση κοινωνιών, που ζούσαν για δεκαετίες ολόκληρες κάτω από τον αποτυχημένο κεντρικό σχεδιασμό των σοσιαλιστικών οικονομιών της προσταγής;" Όμως εδώ και δύο (2) σχεδόν δεκαετίες οι ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες υφίστανται την ελεύθερη οικονομία της αγοράς, δίχως να πραγματοποιούν τα θαύματα που οι νεοφιλελεύθεροι υπόσχονταν και υπόσχονται. Στο κάτω-κάτω ο κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός στις χώρες αυτές διήρκεσε 4,5 δεκαετίες. Εάν έπειτα από 2,5 δεκαετίες (δηλ. γύρω στα 2035) οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν ξεφύγουν από την αθλιότητα, τότε θα φταίει άραγε ακόμη ο κεντρικός σχεδιασμός ή τα φιλελεύθερα οράματα;
Δεν λείπει η επίκληση της λογικής και της δικαιοσύνης: "Όταν ο πλούτος και οι μεγάλες εισοδηματικές διαφορές αποτελούν προϊόν κληρονομικών δικαιωμάτων, τότε η όποια κατακραυγή δυνατόν να έχει βάση. Εξίσου, όμως, καταδικαστέες θα πρέπει να είναι και οι περιπτώσεις πλουτισμού -και εμπέδωσης και πάλι ανισοτήτων- λόγω ειδικής κρατικής εύνοιας. Όσοι γίνονται πλούσιοι με παρεμβάσεις του κράτους διογκώνουν την αδικία. Διότι πλουτίζουν με πολιτικές αποφάσεις. Και με τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη!". Πλούσιοι, βέβαια, δεν γίνονται όσοι παίρνουν επιδόματα ανεργίας, μέσω των φόρων. Αυτοί απλώς φυτοζωούν ή βελτιώνουν ελάχιστα την άθλια θέση τους. Πλούσιοι γίνονται αυτοί οι οποίοι παίρνουν την άδεια και τη βοήθεια του κράτους για να στήνουν τις επιχειρήσεις τους και οι οποίοι έπειτα διαμαρτύρονται κατά όσων εναντιώνονται για τα "δικαιώματά" τους. Αλλά η συνεργασία ορισμένων ιδιωτών με το κράτος (εξαιτίας του "αντικρατισμού" και της παραχώρησης επενδύσεων του κράτους σε ιδιώτες) αναπόφευκτα συνεπάγεται τον πλουτισμό αυτών εις βάρος τόσο του κράτους όσο και των φορολογούμενων.
Τέλος "Γιατί, όμως, να είναι άδικη η εισοδηματική ανάδειξη κάποιου που αγωνίζεται σκληρά δίχως προστάτες, σε μια οικονομία της αγοράς; Οι ανισότητες που προκαλούνται από όσους αμείβονται με βάση την παραγωγικότητα της εργασίας που προσφέρουν και από όσους δημιουργούν καινούργια πράγματα προωθώντας νέες ιδέες και τεχνολογικές ανακαλύψεις οδηγούν σε ευημερία και σε περισσότερο πλούτο για όλους". Εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η "εισοδηματική ανάδειξη" κάποιου δεν επιτυγχάνεται χάρη στην εργασία "δίχως προστάτες", αλλά στην ύπαρξη νόμων του (επάρατου) κράτους, οι οποίοι επιβάλλουν και επιτρέπουν την διεύρυνση του οικονομικού χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Η άποψη, δηλαδή, για τον "ελεύθερο επιχειρηματία" δεν ευσταθεί, γιατί δίχως νόμους οι οποίοι είναι κομμένοι και ραμμένοι στα μέτρα του (δηλαδή εις βάρος των υπολοίπων), η "σκληρή εργασία" (εδώ ενυπάρχει η νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι οι επιτυχημένοι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς είναι δουλευταράδες ενώ οι λοιποί είναι τεμπέληδες και δικαίως αμειβόμενοι με χαμηλούς μισθούς, "μη σκληρά εργαζόμενοι") του δε θα είχε κανένα αποτέλεσμα - τουλάχιστον μεγαλύτερο από το αποτέλεσμα και την προσπάθεια/παραγωγικότητα του οικοδόμου. Όσο για την άποψη ότι οι ανισότητες οδηγούν σε ευημερία και σε περισσότερο πλούτο για όλους, είναι χαρακτηριστική η απόκρυψη του γεγονότος ότι ο "περισσότερος πλούτος" διανέμεται σε τέτοια μερίδια ώστε οι περισσότεροι δεν αυξάνουν τον πλούτο τους αλλά (εφόσον ο πλούτος είναι, όπως κάθε τι, σχετικός) βλέπουν αυτός να μειώνεται. (2/10/2007)
ανταγωνισμός.
πόσο ελεύθερος είναι ο ανταγωνισμός, όταν οι μεν μπορούν να διαφημίζουν το προϊόν τους ενώ οι δε όχι; Όταν όσοι διαφημίζουν τα προϊόντα τους μπορούν να αποκρύβουν τις ατέλειές τους; Πόση ελευθερία έχει ο καταναλωτής, τη στιγμή που είναι ανήμπορος να διαπιστώσει την αλήθεια για την ποιότητα του προϊόντος που ενδεχομένως να αγοράσει και (όπως και οι ενώσεις καταναλωτών, ανήμπορος) να παρεμποδίσει τους διαφημιστές από το να δημιουργούν διαφημίσεις οι οποίες δεν διαφημίζουν ούτε πληροφορούν αντικειμενικά για την ποιότητα του προϊόντος (θα ήταν αφελές άλλωστε να ενδιαφέρει τις εταιρείες η αντικειμενική παρουσίαση της ποιότητας των προϊόντων); Ο ελεύθερος ανταγωνισμός μόνο στα λόγια είναι τέτοιος. Εκτός κι αν κανείς φαντάζεται έναν κόσμο στον οποίο οι διαφημίσεις δεν θα πουλάν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αλλά θα πληροφορούν μόνο. Τότε όμως ελάχιστοι θα τις παρακολουθούσαν ή θα τις άκουγαν.
Υποτίθεται ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι το αντίθετο των κρατικών μονοπωλίων. Ωστόσο ο ανταγωνισμός θα ήταν ελεύθερος μόνον αν όλοι οι ανταγωνιζόμενοι ξεκινούσαν με τις ίδιες δυνάμεις από το ίδιο σημείο εκκίνησης και εν τέλει υπήρχαν τόσες εταιρείες ώστε η συνεννόηση μεταξύ τους να ήταν αδύνατη. Στην πράξη ο ελεύθερος ανταγωνισμός οδηγεί στα ολιγοπώλια, στο γεγονός λ.χ. 5-6 εταιρείες να ελέγχουν την παραγωγή πετρελαίου, να συμμαχούν αναμεταξύ τους και κανείς να μην μπορεί να επιβληθεί σε αυτές. Πόσο θετικό ή αρνητικό είναι αυτό για τους καταναλωτές ή για το περιβάλλον και την διεθνή ειρήνη, φαίνεται στην πράξη. Και ποιος βέβαια μπορεί να ελέγξει 2-3 εταιρείες που ενδεχομένως προσυμφωνούν αναμεταξύ τους είτε να έχουν τις ίδιες τιμές για ίδια προϊόντα είτε να διατηρούν όλες τους σε υψηλότερα, από αυτά που θα υπήρχαν δίχως προσυμφωνία, επίπεδα τις τιμές; Αν το κρατικό μονοπώλιο συνιστά συμφορά, στρέβλωση της αγοράς και εκβιασμό των καταναλωτών, τότε οι παραπάνω καταστάσεις τι διαφορετικό συνιστούν;
Τι κερδίζει άραγε ο καταναλωτής, όταν το ένα σούπερ μάρκετ (σ/μ) έχει χαμηλότερες τιμές για τα α, β, γ προϊόντα και υψηλότερες τιμές για τα δ, ε, ζ, ενώ το παραπλήσιο σ/μ κάνει το αντίθετο; Πόσοι καταναλωτές (μπορούν να) τρέχουν από σ/μ σε σ/μ προκειμένου να επιλέξουν τη φθηνότερη/καλλίτερη μάρκα και πόσοι αναγκάζονται να αγοράσουν από το ίδιο κατάστημα και τα α,β,γ αλλά και τα δ,ε,ζ προϊόντα; Και τι να πει κανείς για την περίπτωση π.χ. των συγκοινωνιών σε απόμακρα μέρη (νησιά), όπου δεν υπάρχει κέρδος για τους ιδιώτες κι επομένως, αν δεχθούμε την αρχή ότι το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει, τα απόμακρα ή ολιγάνθρωπα νησιά και ορεινά χωριά δεν πρέπει να διαθέτουν τακτική συγκοινωνία; Τι γίνεται με τους εργαζόμενους των εταιρειών που "δεν τα καταφέρνουν" και κλείνουν, αγοράζονται ή συγχωνεύονται με τις μεγαλύτερες και επιτυχημένες, δεδομένης της αυτοματοποίησης της παραγωγής; Από την μια παράγονται - χάρη στον ανταγωνισμό - φθηνότερα προϊόντα ενώ από την άλλη δημιουργούνται άνεργοι, μειώνεται η ζήτηση άρα και η παραγωγή. Ακριβώς για να δημιουργήσουν τριτοκοσμικές συνθήκες προκειμένου να παραμείνουν οι εταιρείες στη Δύση, οι κυβερνήσεις καταργούν όλα τα έως τώρα δεδομένα δικαιώματα. Κι όλα αυτά για χάρη της απόλυτης αξίας του (δήθεν) ελεύθερου ανταγωνισμού, ο οποίος τελικά συμφέρει μόνο τους λίγους.
Η αντίληψη ότι χάρη στον ανταγωνισμό και σε συνδυασμό με την κατάλληλη, καθημερινή ενημέρωση, οι καταναλωτές θα μπορούν να επιλέγουν το φθηνότερο προϊόν κι έτσι οι τιμές θα συμπιέζονται προς τα κάτω, αφού οι εταιρείες που πωλούν το ίδιο προϊόν θα τις μειώνουν, ώστε να επιβιώσουν στην αγορά, κρίνεται αβάσιμη:
α') δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ πλήρης ενημέρωση για όλους. Οι καταναλωτές, οι οποίοι όλη τη μέρα θα στήνονται να ακούσουν ή να δουν έναν μακροσκελή κατάλογο από τιμές προϊόντων σε εκατοντάδες ή χιλιάδες διαφορετικά καταστήματα πώλησής τους, μάλλον θα πελαγώσουν παρά θα ενημερωθούν. Από ένα σημείο και έπειτα η πληροφορία λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και αποτρέπει τη δράση, όταν είναι πολλή.
β') Για την επιλογή ενός μόνο προϊόντος, π.χ. του ψωμιού, χρειάζονται ειδικές οικονομικές γνώσεις, ενώ για επιλογή 10-20 προϊόντων καθημερινά θα χρειαζόταν διδακτορικό στα Οικονομικά. Οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται ότι μπορεί κανείς να ενημερωθεί για τις τιμές του ψωμιού σε διάφορα αρτοπωλεία και έπειτα να επιλέξει το αρτοπωλείο με τη φθηνότερη τιμή πηγαίνοντας σε αυτό. Ωστόσο, για να μετακινηθεί κανείς από το σπίτι στο αρτοπωλείο, πεζή ή με αυτοκίνητο, απαιτείται χρόνος, δηλαδή χρήμα. Έτσι απαιτείται ένα σχεδιάγραμμα ελάχιστου κόστους, το οποίο αποτελείται από το κόστος τιμής ψωμιού και το κόστος μετακίνησης στο αρτοπωλείο. Ένα τέτοιο σχεδιάγραμμα ή καμπύλη πρέπει να γίνεται με βάση τα στοιχεία κόστους για κάθε αρτοπωλείο της περιοχής. Κάτι τέτοιο ούτε οι ίδιοι οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς δεν κάνουν: επειδή οι ίδιοι είναι πλούσιοι, αδιαφορούν προφανώς για το κόστος του ψωμιού. Αλλά στο κόστος πώλησης και μετακίνησης στο αρτοπωλείο θα πρέπει να προστεθεί το κόστος πληροφόρησης, διότι η πληροφόρηση για τα δύο πρώτα κόστη απαιτεί χρόνο ή χρήμα, το οποίο θα πληρώνεται στους συλλέκτες της πληροφόρησης (εταιρείες, φοιτητές κ.ά.).
Αν τώρα το σχεδιάγραμμα-καμπύλη κόστους γίνει όχι για ένα αλλά για 50 προϊόντα, τότε απαιτείται διδακτορικό. Γιατί, ως γνωστόν, δεν πωλούνται όλα τα προϊόντα φθηνότερα σε ένα μόνο σουπερμάρκετ, αλλά π.χ. το προϊόν 1 στο σουπερμάρκετ Α, το προϊόν 2 στο σ/μ 2 κ.ο.κ, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να πρέπει να μετακινείται από σ/μ (=σουπερμάρκετ) σε σ/μ για να αγοράσει από το καθένα σουπερμάρκετ το προϊόν εκείνο το οποίο στο καθένα σουπερμάρκετ πωλείται φθηνότερα από ό,τι στα άλλα σουπερμάρκετ. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο καταναλωτής θα πάει σε ένα μόνο σουπερμάρκετ (διότι το κόστος μετακίνησης σε 5 σουπερμάρκετ είναι μεγαλύτερο από το κέρδος που προκύπτει από την αγορά του προϊόντος με τη φθηνότερη τιμή σε κάθε ένα σουπερμάρκετ) και θα αγοράσει το προϊόν 1 φθηνότερα (το σ/μ το πωλεί φθηνότερα) αλλά τα προϊόντα 2 έως ν θα τα αγοράσει ακριβότερα. Έτσι όμως οι τιμές των προϊόντων 2, 3, κ.ο.κ. δεν πρόκειται να πέσουν. Αν και θεωρητικά ο καταναλωτής θα μπορούσε να αγοράσει τα φθηνότερα προϊόντα, δεν μπορεί να το κάνει πρακτικά. Δηλαδή ο ανταγωνισμός μόνο θεωρητικά βοηθάει στην μείωση των τιμών. Διατίθενται τα ίδια προϊόντα στη μικρότερη δυνατή τιμή, αλλά κανείς, ούτε οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς, δεν αγοράζει όλα τα προϊόντα μόνο από τα καταστήματα όπου αυτά (το καθένα) πωλούνται φθηνότερα. Όμως ακριβώς αυτό υποστηρίζουν ότι χάρη στον ανταγωνισμό επιτυγχάνεται: η μείωση των τιμών, επειδή οι καταναλωτές μπορούν κι επιλέγουν τα φθηνότερα προϊόντα "τιμωρώντας" όσους τα πωλούν ακριβότερα. Αν ωστόσο η μείωση των τιμών δεν επιτυγχάνεται, διότι το κόστος είναι απαγορευτικό, ποιο είναι το όφελος για τους καταναλωτές από τον ανταγωνισμό και την ελεύθερη αγορά;
γ΄) Κανείς ανταγωνισμός δεν αποτρέπει τη δημιουργία καρτέλ ή μυστικών προσυμφωνιών μεταξύ των εταιρειών. Αν υπάρχουν 2 ή 3 εταιρείες, τότε θεωρητικά υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά ποιος μπορεί να ανακαλύψει εάν αυτές συμφωνούν μεταξύ τους έτσι ώστε συμφωνούν
i) είτε να έχουν τις ίδιες τιμές ή διαφορετικές τιμές, αλλά με τόση μικρή διαφορά, ώστε να μην έχει σημασία,
i) είτε διαφορετικές τιμές, αλλά εναλλασσόμενες (δλδ η εταιρεία Α πωλεί το προϊόν 1 δέκα λεπτά φθηνότερα από τις Β και Γ σήμερα, αύριο η εταιρεία Β, μεθαύριο η εταιρεία Γ, και αντίστοιχα για τα προϊόντα 2 και 3)
iii) είτε τιμές διαφορετικές για κάθε εταιρεία αλλά υπερβολικά παραπάνω από το κόστος (αν π.χ. το κόστος παραγωγής του προϊόντος 1 είναι 10 ευρώ, οι εταιρείες Α, Β, Γ συμφωνούν να μην έχουν ίδια τιμή για το προϊόν 1, αλλά καμμία από αυτές να μην το πωλεί λιγότερο από 40 ευρώ);
Κανείς δεν μπορεί να προστατεύσει τους καταναλωτές από τέτοιες συμφωνίες. Ειδικότερα, εάν πρόκειται για δραστηριότητες στις οποίες δύσκολα μπορούν να μπουν νέοι ανταγωνιστές (ή αν μπουν, συμμετέχουν στις μυστικές προσυμφωνίες), ποιος, αν όχι το κράτος, μπορεί να προστατεύσει τους καταναλωτές;
δ') Οι οπαδοί της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζουν ότι μπορεί ο καταναλωτής να επιλέξει το φθηνότερο ομοειδές προϊόν. Δεν σκέφτονται για την περίπτωση τα φθηνότερα προϊόντα να είναι ακατάλληλα (μεταλλαγμένα, με συντηρητικά, χρωστικές, κακής ποιότητας), στην οποία ο πολύς κόσμος, οι φτωχοί, επειδή δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράσει το καλής ποιότητας αλλά υψηλής τιμής προϊόν μάρκας 1, αγοράζει το χαμηλής τιμής και κακής ποιότητας ομοειδές προϊόν 2. Για χάρη του "ελεύθερου ανταγωνισμού" οι πολλοί θα αρρωστήσουν, ενώ θα καλοζούν μόνο όσοι μπορούν να αγοράσουν το καλής ποιότητας προϊόν. Ποιος θα προστατεύσει τους καταναλωτές; Το κράτος; Μα αυτό ελέγχεται - μέσω χρηματοδοτήσεων των κομμάτων εξουσίας - ακριβώς από τις εταιρείες οι οποίες ουδόλως νοιάζονται για την υγεία των καταναλωτών. Αλλά και αν επέμβει το κράτος, για να θεσπίσει αυστηρούς κανόνες υγειονομικούς κ.ά., τότε προκύπτουν τα εξής ενδεχόμενα:
i) όσοι πωλούν φθηνά και (γι' αυτό) κακής ποιότητας προϊόντα, θα κλείσουν τις επιχειρήσεις τους, οπότε θα απομείνουν μόνο όσοι πωλούν καλής ποιότητας και ακριβά προϊόντα, τα οποία όμως οι πολλοί δεν μπορούν να αγοράσουν. Τι θα απογίνει με αυτούς;
Από την άλλη, οι εταιρείες με την καλή ποιότητα, που θα απομείνουν,
ii) είτε θα ελεήσουν τους πτωχούς μειώνοντας την τιμή, άρα και την ποιότητα
iii) είτε θα μειώσουν την τιμή διατηρώντας την καλή ποιότητα κι επομένως θα φαλιρίσουν
iv) είτε θα μειώσουν την τιμή μειώνοντας παράλληλα την ποιότητα.
Με άλλα λόγια στον "ελεύθερο ανταγωνισμό" οι πολλοί αναγκαστικά θα αγοράζουν κακής ποιότητας (μεταλλαγμένα, βρώμικα τρόφιμα, βλαβερά μηχανήματα) προϊόντα, ενώ οι λίγοι πλούσιοι καλής ποιότητας (βιολογικά τρόφιμα, ελεγμένα μηχανήματα, ασφαλείς συσκευές ελάχιστης εκπομπής ακτινοβολιών (κινητά κ.λπ.)).
ε') Ειδικά για χώρες με μικρή αγορά, όπως η δική μας, ο ανταγωνισμός είναι αυταπάτη. Γιατί επενδύσεις μπορούν μόνο είτε οι ξένοι είτε λίγοι γνωστοί να κάνουν. Αυτοί ελέγχουν την αγορά, η οποία είναι 10 και όχι 90 ή 400 εκατομμυρίων, και η οποία αποτελείται κατά 1/4 τουλάχιστον από πάμπτωχους Αλβανούς, Μετανάστες, Έλληνες με χαμηλά εισοδήματα κ.ά. Σε μία μικρή αγορά όπου κυριαρχούν 4-5 μεγάλοι, ο ανταγωνισμός είναι αδύνατος. Γιατί πολλοί ανταγωνιστές προϋποθέτουν μεγάλη αγορά ή πολύ πλούτο από τον οποίο προκύπτουν άνθρωποι πρόθυμοι να επενδύσουν με σκοπό το κέρδος. Όταν η αγορά, δηλαδή το κέρδος, είναι μικρό, τότε όσο πιο πολλοί ανταγωνιστές συσσωρεύονται, τόσο μικρότερο το αναμενόμενο για τον καθένα κέρδος είναι, με αποτέλεσμα η επένδυση να είναι ασύμφορη. Είναι άλλο να μοιράζονται 100 ευρώ σε 3 εταιρείες και άλλο 100 ευρώ σε 10 εταιρείες. Σε μεγάλες αγορές ίσως "πολλοί καλοί χωράνε". Σε μικρές αγορές απομένουν ελάχιστοι κυρίαρχοι.
Αναγκαστικά, λοιπόν, από τη φύση του ο "ελεύθερος ανταγωνισμός" οδηγεί σε ολιγοπώλια. Οι πολλοί ανταγωνιστές αποσύρονται, μένουν λίγοι που προσυμφωνούν μεταξύ τους είτε για τις τιμές είτε για την αποτροπή, έμμεσα ή άμεσα, νόμιμα ή παράνομα, εισόδου νέων ανταγωνιστών και, ακόμη κι αν εισέλθουν νέοι ανταγωνιστές κι έτσι ο αριθμός των ανταγωνιστών αυξηθεί, γρήγορα αποσύρονται πολλοί και επανερχόμαστε σε ολιγοπώλια, άρα σε εκβιασμό των καταναλωτών.
στ') Ο ανταγωνισμός συμφέρει, στις περιπτώσεις εκποίησης της κρατικής περιουσίας, μόνο τους ιδιώτες. Γιατί αν μια ιδιωτική εταιρεία αναλάβει λ.χ. τον ΟΣΕ, θα πληρώνει τα ελάχιστα ναύλα-νοίκι για την χρήση του σιδηροδρομικού δικτύου στο κράτος και μετά θα επιβάλλει υπερβολικές τιμές, κατέχοντας για 10-20 χρόνια το μονοπώλιο. Αλλά γιατί να δίνονται τα επιπλέον του κόστους χρήματα στους ιδιώτες (από τα οποία ένα μέρος μόνο φορολογείται και καταλήγει στο Δημόσιο) αντί να δίνονται όλα τα επιπλέον του κόστους χρήματα στο κράτος άμεσα; Τι κερδίζει ο φορολογούμενος από την μεταφορά εισόδων στις ιδιωτικές εταιρείες αντί του Δημοσίου; Ακόμη κι αν υπήρχαν 10 ιδιωτικοί ΟΣΕ, ένας για κάθε μεσοδιάστημα π.χ. Αθήνα-Λάρισα, Λάρισα-Θεσ/κη κ.οκ., πάλι θα μπορούσαν να προσυμφωνήσουν μυστικά για υπέρογκη - σε σχέση με αυτήν ενός κρατικού ΟΣΕ - αύξηση των εισιτηρίων. Ποιος θα έδινε το δίκαιο στους καταναλωτές, ειδικά σε όσους δεν έχουν ΙΧ αυτοκίνητα, δεν θέλουν να μολύνουν το περιβάλλον ή δεν μπορούν να πληρώνουν αεροπλάνα ή τα ακριβότερα ΚΤΕΛ; Επιπλέον δε θα μπορούσε να υπάρξει ανταγωνισμός μεταξύ πολλών ιδιωτικών ΟΣΕ, διότι λ.χ. θα έπρεπε την ίδια στιγμή να αναχωρούν 5 διαφορετικών εταιρειών αμαξοστοιχίες από την Αθήνα με τον ίδιο προορισμό, πράγμα αδύνατο. Αν όμως υπάρχει διαφορά ώρας στο δρομολόγιο, ο καταναλωτής αναγκάζεται να αγοράσει το εισιτήριο που τον βολεύει ως προς την ώρα αδιαφορώντας για το κόστος, με αποτέλεσμα οι τιμές να μην μειώνονται. Κι αν τα αεροπλάνα διαφορετικών εταιρειών μπορούν να αναχωρούν από το ίδιο αεροδρόμιο για τον ίδιο προορισμό με διαφορά 10 ή 30 λεπτών δίχως η διαφορά αυτή να συνεπάγεται κάποια σημαντική καθυστέρηση για τους επιβάτες, αυτό δεν ισχύει για τον ΟΣΕ ή για τα αστικά μέσα μαζικής μεταφοράς, δηλαδή για διαδρομές μικρές, στις οποίες ο χρόνος έχει πολύ μεγάλη σημασία.
Τι απομένει, ως έσχατο επιχείρημα, όταν γίνεται λόγος στις ανισότητες του καπιταλισμού; Ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν εφαρμόζεται σωστά, ότι η αγορά δεν είναι αρκετά ελεύθερη. Οι νεοφιλελεύθεροι που υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις ξεχνούν ότι ξέσπαγαν σε γέλια ή χλεύαζαν όσους ισχυρίζονταν στα 1991 ότι "αυτό που κατέρρευσε στην Αν. Ευρώπη δεν ήταν πραγματικός κομμουνισμός". Αντίστοιχο είναι και το επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων σήμερα: ότι δεν εφαρμόζεται ο πραγματικός νεοφιλελευθερισμός.
θεολογία.
Αλήθεια, είναι μεταφυσική και δογματισμός η άποψη ότι το κράτος πρέπει να καθορίζει όριο κέρδους στις πωλήσεις των αγαθών; Τότε με βάση ποιον αναγκαστικό, αδήριτο οικονομικό νόμο αποφασίζει η εταιρεία Α να πωλεί με κέρδος 20% ενώ η εταιρεία Β με κέρδος 5%; Με βάση ποια μεταφυσική αποφασίζει η μία εταιρεία ότι το "σωστό" τιμολόγιο είναι αυτό κι όχι άλλο, ακόμη κι όταν το κόστος παραγωγής είναι ίδιο; Γιατί μόνο "θεολογία" συνιστά ο καθορισμός της τιμής ενός προϊόντος. Η ατομική επιχειρηματική απληστία ή η ολιγάρκεια δεν συνιστούν οικονομικούς νόμους, συνιστούν ατομικά καπρίτσια, τα οποία οι νεοφιλελεύθεροι αναγάγουν σε κορωνίδα και σε βάση της οικονομικής επιστήμης.
το κέρδος.
Τίποτε δε γίνεται δίχως κίνητρο το οικονομικό κέρδος, είναι ένα από τα έσχατα επιχειρήματα των οπαδών της ελεύθερης αγοράς. Αυτό αληθεύει, αλλά είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή, όμως είναι ότι για την επίτευξη του κέρδους δε χρησιμοποιούνται νόμιμα μόνο αλλά και παράνομα ή νομιμοφανή μέσα. Αληθεύει μεν ότι για να κερδίσω πελάτες και λεφτά μπορεί να καλλιτερεύσω τις προσφερόμενες υπηρεσίες μου προς αυτούς, αλλά αληθεύει και ότι ενδεχομένως να μπορώ να μειώσω την ποιότητα ή να αυξήσω τεχνητά τις τιμές (ή και τα δύο) και ταυτόχρονα να κοροϊδεύω τους καταναλωτές είτε μέσω της απάτης που λέγεται "διαφήμιση" (για την οποία οι νεοφιλελεύθεροι δεν έχουν απολύτως τίποτα να πουν) είτε μέσω των διασυνδέσεών μου. Το κέρδος δεν σχετίζεται αναγκαστικά με την καλή ποιότητα. (23/6/2008)
Κρατική κερδοσκοπία
Συχνά αναφέρεται πόσο αισχρά κερδοσκοπούν οι ΔΕΚΟ (π.χ. η ΔΕΗ) αυξάνοντας με το έτσι θέλω τις τιμές κατανάλωσης των προϊόντων που μονοπωλιακά πωλούν. Τέτοιες αναφορές γίνονται, ώστε να αποδεικνύεται ότι πραγματικός κερδοσκόπος δεν είναι οι ιδιώτες αλλά το κράτος και, συνεπώς, ότι οι ιδιωτικοποιήσεις θα μας γλιτώσουν από τέτοιες συμφορές. Για το αν η ιδιωτικοποίηση και ο ανταγωνισμός συμφέρει, έγινε λόγος παραπάνω. Άλλο ζήτημα είναι ότι παραγνωρίζεται πως μπορεί έμμεσα να αυξάνονται οι τιμές των υπηρεσιών των ΔΕΚΟ, ώστε αυτές να εμφανίζουν (αυξημένα) κέρδη και, έτσι, να προσελκυσθούν οι ιδιώτες, οι οποίοι θα τις αγοράσουν, όταν ανακοινωθεί η ιδιωτικοποίησή τους. Με άλλα λόγια, ο κόσμος πληρώνει το ότι οι κυβερνήσεις θέλουν να προσελκύσουν ιδιώτες ως επενδυτές και κυρίους των ΔΕΚΟ, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζεται απαξιωτικά η κατάσταση στην οποία εμφανίζεται δήθεν σε όλο το μεγαλείο της η κρατική αισχροκέρδεια. (23/7/2008) Κι, έτσι, οι νεοφιλελεύθεροι με ένα σμπάρο έχουν δυο τρυγόνια: Και πείθουν τον κόσμο για την αισχροκέρδεια του Δημοσίου αλλά και προσελκύουν ιδιώτες επενδυτές-αγοραστές χάρη στα αυξημένα κέρδη των ΔΕΚΟ.
φαιοκόκκινοι.
Είναι από τους κλασσικούς μύθους η πεποίθηση ότι ο (νεο)φιλελευθερισμός υπερασπίζεται την ατομική και οικονομική ελευθερία, ενώ εναντίον του αντιδρά ένα μέτωπο ακροδεξιών και σταλινικών-κομμουνιστών, οι οποίοι ακριβώς απαξιώνουν τις δυο αυτές μορφές ελευθερίας. Τον μύθο αυτόν εστερνίζονται και οι "αριστεροφιλελεύθεροι". Στην πραγματικότητα η "ατομική και οικονομική ελευθερία" δεν είναι η ελευθερία όλων, αλλά η ελευθερία των ισχυρότερων να κάνουν ό,τι θέλουν. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι τόσο οι εθνικοσοσιαλιστές όσο και οι νεοφιλελεύθεροι είναι υποστηρικτές του κοινωνικού δαρβινισμού: ο ισχυρότερος, φυλετικά ή οικονομικά, έχει δίκαιο, το οποίο δεν πρέπει να διαταραχθεί από κανέναν (φυσικά οι εθνικοσοσιαλιστές τα πήγαιναν μια χαρά με τους Γερμανούς βιομηχάνους, παρά την αντικαπιταλιστική ρητορεία τους). Αλλά και στην Ελλάδα, στις εκλογές του 2007 το ακροδεξιό κόμμα που εισήλθε στη Βουλή είχε στο οικονομικό του πρόγραμμα απόψεις για το δημόσιο, τα δάση και τον συνδικαλισμό, τις οποίες θα επικροτούσαν οι νεοφιλελεύθεροι, παρ' όλο που οι τελευταίοι εναντιώνονται στις απόψεις του για την εξωτερική πολιτική. Στο κάτω-κάτω, ο πρώτος εν Ελλάδι που μίλησε για "κόκκινο φασισμό" ήταν ο υποστηρικτής της δικτατορίας Γεωργαλάς.
Εἶναι ἄλλωστε λανθασμένη ἡ ἐντύπωση πὼς ὁ φιλελευθερισμὸς ἦταν πάντοτε φίλος τῆς Ἐλευθερίας. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἦταν φίλος τῆς δικῆς του ἐλευθερίας. Τὰ δημοκρατικὰ συνθήματά του δὲν τὰ ἔπαιρνε οὔτε ὁ ἴδιος κατὰ λέξη οὔτε οἱ ἐχθροί του. Γιὰ παράδειγμα, στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ. δικαίωμα ψήφου εἶχαν μόνο μερικὲς χιλιάδες, ὅσοι εἶχαν εἰσόδημα πάνω ἀπὸ ἕνα ὅριο. Κανεὶς φιλελεύθερος δὲν πρότεινε τὴν ἐπέκταση τοῦ δικαιώματος ψήφου πρὶν οἱ δημοκράτες τὸ ζητήσουν. Φιλελευθερισμὸς καὶ δημοκρατία ἦταν γιὰ πολὺν καιρὸ ἐχθροὶ καὶ ἀντίθετοι ἀναμεταξύ τους. Τὰ φιλ-ελεύθερα συνθήματά του ὁ φιλελευθερισμὸς τὰ ἀπεύθυνε ἐπιθετικῶς πρὸς τοὺς φεουδάρχες καὶ τὸ ἀπολυταρχικὸ κράτος, τοὺς ἐχθρούς του, ὄχι πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ λαοῦ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ φιλελευθερισμὸς τοῦ 19ου καὶ 18ου αἰ. μετεξελίχθηκε καὶ συγχωνεύτηκε μὲ δημοκρατικὰ αἰτήματα δημιουργῶντας τὴ μαζικὴ δημοκρατία δεν ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ἐκδημοκρατισμός του ἦταν κάτι ἀναπόφευκτο, κάτι ποὺ ὀφειλόταν στὴ φύση τοῦ φιλελευθερισμοῦ, ὅτι δηλαδὴ τὰ ὀλιγαρχικὰ γνωρίσματά του ἦταν ἁπλῶς μικροατέλειες ἢ περιθωριακὰ φαινόμενα κι ὅτι κατὰ βάθος ἦταν δημοκρατικός. Δημοκρατικὸς ἔγινε, ὣς ἕνα σημεῖο, ὁ φιλελευθερισμὸς μόνο ὑπὸ τὴν πίεση τῶν δημοκρατικῶν κινημάτων τοῦ 19ου αἰ. καὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ μπαμπούλα τοῦ 20οῦ αἰ. Τώρα ποὺ ὁ μπαμπούλας πέθανε, ὁ φιλελευθερισμὸς ἐπανακαλύπτει καὶ ξεκουκουλώνει σταδιακὰ τὴν παλιὰ κληρονομιά του, γιὰ τὰ "αὐτονόητα" ὑπέρτατα δίκαια τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας ὑπεράνω κάθε ἄλλης ἀρχῆς, ἐθνοκρατικῆς ἢ κοινωνικῆς.
Μῦθος εἶναι ἡ ἄποψη ὅτι οἱ ἀτομικὲς ἐλευθερίες πᾶνε χέρι-χέρι μὲ τὸν οἰκονομικὸ φιλελευθερισμό. Ἡ Χιλὴ τοῦ Πινοσέτ, ἡ σημερινὴ Κίνα, χῶρες μὲ ἄγριο καπιταλισμό, δὲν εἶχαν οὔτε ἔχουν ἀτομικὲς καὶ πολιτικὲς ἐλευθερίες. Ἡ Ἑλλάδα εἶχε τὴν μεγαλύτερη, μεταπολεμικά, (καπιταλιστικὴ) ἀνάπτυξη ἐπὶ δικτατορίας. Ὁ καπιταλισμὸς μπορεῖ νὰ δουλεύει ἄψογα ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ πάει χέρι-χέρι ὁ οἰκονομικὸς φιλελευθερισμὸς μὲ τὴν πραγματικὴ δημοκρατία, τὴν ἄμεση δημοκρατία, τὴ στιγμὴ ποὺ χαρακτηριστικὸ τοῦ πρώτου εἶναι ἡ χρησιμοποίηση τῆς οἰκονομικοπολιτικῆς ἰσχύος του προκειμένου νὰ ψηφίζονται νόμοι ποὺ ἐπιτρέπουν τὸ μέγιστο κέρδος γιὰ τοὺς λίγους καὶ τὴν ἄνιση διανομὴ τοῦ πλούτου στοὺς πολλούς; (7/10/2007)
ιδιωτική εκπαίδευση.
Επιχειρήματα υπέρ των ιδιωτικών ΑΕΙ (ΙΑΕΙ) είναι: ότι τα ΙΑΕΙ είναι καλά, ότι θα συμπαρασύρουν τα δημόσια ΑΕΙ (ΔΑΕΙ) προς τα πάνω, ότι ανεξαρτήτως του αν θα είναι τα ΙΑΕΙ ποιοτικά ή μη, τα ΔΑΕΙ δεν θα πάθουν τίποτα κακό, ότι χάρη στα ΙΑΕΙ η χώρα γλιτώνει τη διαρροή συναλλάγματος λόγω των φοιτητών που σπουδάζουν στο εξωτερικό, κι ότι τα ΙΑΕΙ θα επιλύσουν ό,τι αδυνατούν τα ΔΑΕΙ, δηλαδή το πρόβλημα της ανεργίας.
Όμως η αλήθεια είναι πως λίγα ΙΑΕΙ στο εξωτερικό (π.χ. στις ΗΠΑ) είναι ποιοτικά. Αλλά και αυτά τα ΙΑΕΙ μέσω των φόρων, δηλαδή χάρη στο κράτος, χρηματοδοτούνται για χάρη της έρευνας ή με τις υποτροφίες. Η άποψη ότι ανταγωνιζόμενα από τα ΙΑΕΙ τα ΔΑΕΙ θα εκσυγχρονιστούν είναι λανθασμένη, γιατί πιθανότερο είναι οι καλοί καθηγητές των δεύτερων να δελεαστούν από το χρήμα των πρώτων. Στην πραγματικότητα, εφόσον η αρχή του "ελεύθερου ανταγωνισμού" επιβάλλεται, ως νέα θεότητα, τα ΔΑΕΙ θα υποβαθμιστούν, αφού ενδέχεται να απαγορευθεί η χρηματοδότησή τους από το κράτος βάσει του σκεπτικού ότι αυτή συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό. Η άποψη ότι θα μειωθεί η διαρροή συναλλάγματος προς το εξωτερικό, αφού οι φοιτητές θα σπουδάζουν στα ελληνικά ΙΑΕΙ είναι εν μέρει σωστή, ωστόσο συνεπάγεται ότι θα ιδρυθούν πολλά ΙΑΕΙ κατώτερης ποιότητας: αν τα ΙΑΕΙ που θα ιδρυθούν έχουν αυστηρά κριτήρια εισαγωγής, τότε είναι βέβαιο ότι όσοι υποψήφιοι απέτυχαν στις πανελλήνιες εξετάσεις για τα ΔΑΕΙ θα αποτύχουν να περάσουν και στα ιδιωτικά ΑΕΙ. Αν πάλι τα ΙΑΕΙ συνιστούν επιχειρήσεις που δέχονται ως φοιτητή ακόμη και έναν αναλφάβητο ή έναν που χάνει χρονιές στο σχολείο, αρκεί αυτός να πληρώνει, τότε τι είδους αναβάθμιση συνιστά ο "ελεύθερος ανταγωνισμός"; Και, αν απαγορευθούν τέτοιου είδους ΙΑΕΙ, τότε και πάλι θα φεύγουν για το εξωτερικό οι υποψήφιοι φοιτητές και απέναντι στα υποβαθμισμένα ΔΑΕΙ θα υπάρχουν ανώτερα ΙΑΕΙ, στα οποία όμως λίγοι, πλούσιοι και εκλεκτοί θα μπορούν να σπουδάσουν μόνο. Τέλος, το πρόβλημα της ανεργίας μάλλον επιτείνεται παρά αμβλύνεται με τη δημιουργία περισσότερων σχολών. Η χώρα μας δεν έχει ούτε τη βιομηχανία ούτε το μέγεθος της αγοράς των ΗΠΑ. (5/10/2007)
ισχυρισμοί για τους
μισθωτούς και το δημόσιο.
Οὔτε λίγο
οὔτε πολὺ οἱ νεοφιλελεύθεροι ἢ οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς κατηγοροῦν
τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς ὑπαλλήλους γιὰ τὴν ἔλλειψη οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης.
Ἔτσι, ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ λόγος ποὺ δὲν γίνονται ἐπενδύσεις εἶναι «οἱ μεγάλοι
μισθοὶ τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων» (μὲ τὶς ὑπερωρίες καὶ τὰ ἐπιδόματα). Οἱ
ἐπιχειρήσεις δὲν ἔχουν τόσο μεγάλο κέρδος, ὥστε νὰ ἐπενδυθοῦν κεφάλαια γιὰ νέες
ἐπιχειρήσεις καὶ ἄρα νὰ δημιουργηθοῦν νέες θέσεις ἐργαςίας, ἀφοῦ «ὑπάρχει
μεγάλος ἀνταγωνισμὸς μὲ τὶς ἄλλες ἐπιχειρήσεις» καὶ γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν (ἄρα νὰ
διατηρηθοῦν οἱ θέσεις ἐργαςίας) οἱ ἐπιχειρήσεις «πρέπει νὰ παράγουν μὲ τὸ
μικρότερο κόστος» καὶ μὲ τὸ μεγαλύτερο κέρδος. Οἱ κακοὶ ἐργάτες ὅμως μὲ τὸ
ὀκτάωρο καὶ μὲ τὰ ἐπιδόματά τους μειώνουν τὸ κέρδος καὶ συνεπῶς ροκανίζουν τὴν
ἴδια τὴ θέση ἐργαςίας τους. Γι’ αὐτὸ πρέπει, σύμφωνα μὲ τοὺς νεοφιλελεύθερους
καὶ τοὺς ὑπόλοιπους (π.χ. σοσιαλιστὲς ποὺ «δὲν εἶναι κρατιστὲς») ὑποστηρικτὲς
τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς νὰ ὑπάρχει εὐέλικτο ὡράριο, νὰ μειωθοῦν τὰ ἐπιδόματα καί –
ἐν τέλει – νὰ εἶναι ἀνοικτὰ ἀκόμη καὶ εἰκοσιτέσσερις ὧρες, ἑπτὰ ἡμέρες τὰ
καταστήματα.
Τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ βαςίζονται σὲ μία ἀπειλὴ καὶ σὲ μία ἰδέα ὡς προϋπόθεση. Ἡ
ἀπειλὴ εἶνα «ἅμα δὲν δουλεύετε ὅπως δούλευαν τὸν 19ο αἰ., δηλαδὴ ἅμα
δὲν ξεχάσετε τὰ ἐργασιακὰ δικαιώματά σας, θὰ σᾶς τιμωρήσουμε ἀπολύοντάς σας ἢ
κλείνοντας τὶς δουλειὲς ὅπου δουλεύετε, γιατὶ αὐτὸ ἐπιτάσσει - ἀναγκαστικᾶ - ἡ
παγκοσμιοποίηση». Ἡ ἰδέα ποὺ προϋποτίθεται εἶναι: «ἐμεῖς, οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ
ἐργοδότες ἔχουμε κάθε δικαίωμα νὰ ἐπιζητοῦμε τὸ μεγαλύτερο κέρδος μὲ τὸ
μικρότερο κόστος, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸ τὸ δικαίωμα συνεπάγεται περικοπὴ τῶν ὅσων
δικαιωμάτων ἔχουν οἱ ἐργαζόμενοι». Φυσικά, αὐτὴ ἡ ἀπειλὴ καὶ αὐτὴ ἡ προϋπόθεση
μόνο στοὺς ἐγκεφάλους τῶν γιάπηδων καὶ τῶν κυνικῶν πολιτικῶν δικαιολογεῖται νὰ
ὑπάρχει. Ἡ ἰδέα ποὺ προϋποτίθεται ἀπὸ τοὺς ἐργοδότες γιὰ τὸ θεμιτὸ τῆς ἐπιδίωξης
τοῦ μέγιστου κέρδους εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐκδήλωση τῆς ἀδίστακτης πλεονεξίας τους.
Τίποτε ἄλλο δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀπαίτηςή τους. Οἱ ἄνθρωποι κολυμπᾶν στὸ χρῆμα
καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι μειώνονται τὰ κέρδη τους ἢ ὅτι δὲν τοὺς ἀρκοῦν, καὶ γι’
αὐτὸ φταίει τὸ 8ωρο (ποὺ κατουςίαν δὲν ὑπάρχει) τῶν ἐργαζομένων ποὺ φυτοζωοῦν.
Ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ζητοῦν (καὶ οἱ κυβερνήσεις, φυσικᾶ, θὰ τὸ
νομοθετήσουν) ἡ καταπάτηση τῶν δικαιωμάτων ἀναφορικᾶ μὲ τὶς ἀπολαβὲς καὶ τὸ
ὡράριο, ἡ ὁποία γίνεται de facto, νὰ γίνεται πλέον μὲ τὸ νόμο. Προφανῶς τὰ
κότερά τους, τὰ τηλεοπτικὰ κανάλια τους, οἱ εφημερίδες τους, τὰ ἀκίνητά τους
εἶναι πολὺ λίγα˙ κι ἀφοῦ ἄλλος τρόπος δὲν ὑπάρχει ἀπὸ τὸ ξεζούμισμα τῶν ἁπλῶν
ἀνθρώπων, ἂς γίνει ἔτσι. Καὶ τὸ ἀηδιαστικὸ δὲν εἶναι ὁ ΣΕΒ ποὺ ζητοῦν μὲ ὕφος
θιγμένου τὰ «ἀναγκαῖα μέτρα», ἀλλὰ οἱ πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι λὲν τὰ ἴδια. Τί τοὺς
νοιάζει αὐτοὺς ποὺ ὁ ἁπλὸς κόσμος φυτοζωεῖ; Τὰ ἀφεντικά τους, ποὺ χρηματοδοτοῦν
τὰ κόμματα ἢ τὰ τηλεοπτικά κανάλια τους, ἂς περνᾶνε καλᾶ.
Ὅσο γιὰ τὸ
ἐπιχείρημα τοῦ μπαμπούλα «θὰ κλείσουν οἱ ἐπιχειρήσεις καὶ οἱ δουλειές, ἂν δὲν
δεχτεῖτε τὸν περιορισμὸ τῶν δικαιωμάτων σας», αὐτὸ ἀπαιτεῖ μιὰ συναφῆ πρὸς τὸ
πρῶτο ἀπάντηση: ἐπειδὴ οἱ Κινέζοι καὶ οἱ Ἰνδοὶ ἐργάτες, μαθημένοι ἀπὸ αἰῶνες
στὴν ἀπόλυτη ὑποταγή, δουλεύουν σὰν τὰ ζῶα, ὅπως οἱ Εὐρωπαῖοι ἐργάτες τοῦ 19ου
αἰ., ἐπειδὴ δὲν ἔχουν μάθει ἀκόμα νὰ ζητοῦν, καὶ δὲν σηκώνουν τὸ κεφάλι οὔτε
ἀπαιτοῦν ἀκόμη δικαιώματα, παρὰ ἀνέχονται τὴν 12ωρη (ἢ παραπάνω: 14ωρη) ἐργαςία,
δὲ θὰ πεῖ αὐτὸ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθεῖ σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὸ πρότυπο αὐτό. Οἱ
συνθῆκες πρέπει νὰ βελτιώνωνται μὲ βάση τὸ καλλίτερο πρότυπο κι ὄχι νὰ
χειροτερεύουν μὲ βάση τὸ χειρότερο πρότυπο (τῶν ἐργασιακῶν σχέσεων τοῦ Τρίτου
Κόσμου). «Ὡραῖα αὐτά, ἀλλὰ ἅμα δὲν δεχτεῖτε ὅ,τι λέμε, θὰ κλείσουν ἀναγκαστικὰ οἱ
ἐπιχειρήσεις τῆς χώρας σας καὶ θὰ μεταφερθοῦν στὴν Ἀσία», ἀπαντοῦν οἱ
νεοφιλελεύθεροι. Ὁπότε προκειμένου νὰ «ἔχουμε ἀνάπτυξη» πρέπει νὰ ἔχουμε
ἐργασιακὲς σχέσεις τύπου Κίνας. Γιατί δὲν προτείνουν οἱ νεοφιλελεύθεροι καὶ
μισθοὺς Κίνας/Ἰνδίας κ.λπ.; Ντρέπονται μᾶλλον, ἀλλὰ ἂν μποροῦσαν, θὰ τὸ ἔπρατταν,
ἀφοῦ ἔτσι μεγαλώνει τὸ κέρδος. Δὲν τὸ πράττουν εἴτε ἀπὸ φόβο τοῦ λαοῦ εἴτε
φοβούμενοι ὅτι δὲ θ’ ἀγοράζονται τὰ προϊόντα - ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ λαό. Μὲ
ἄλλα λόγια ἰσχυρίζονται οἱ νεοφιλελεύθεροι ὅτι γιὰ νὰ ἔχουμε ἐπιχειρήσεις, ἄρα
δουλειές, ἄρα μείωση τῆς ἀνεργίας, πρέπει οἱ ἐργαζόμενοι νὰ ἀμοίβονται μὲ
ψίχουλα κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ νὰ δεχτοῦν νὰ περιοριστοῦν τὰ δικαιώματά τους.
Προκύπτει τὸ ἐρώτημα τότε, σὲ τί διαφέρει ἡ ἀνεργία ἀπὸ μιὰ ἀβέβαιη θέση
ἐργαςίας (βάσει τοῦ εὐέλικτου ὡραρίου καὶ τῶν ἐλαχίστων δικαιωμάτων) ποὺ ἀμοίβει
μὲ ψίχουλα τὸν ἐργαζόμενο; Τί εἶναι πρῶτο καὶ τί δεύτερο μεταξὺ τῆς ἀξιοπρεποῦς
διαβίωσης τῶν πολλῶν καὶ τοῦ ὑπερκέρδους (ποὺ ὄχι «ἁπλῶς παραπάνω ἀπὸ τὸν μέσο
ὅρο ἀμοιβῆς τῶν πολλῶν» εἶναι, ἀλλὰ δεκάπλάσιο καὶ ἑκατονταπλάσιο τῆς ἀμοιβῆς
τους); Τόσο πολὺ κινδυνεύει ἡ ἀνταγωνιστικότητα τῶν ἐπιχειρήσεων ἀπὸ τὸ 8ωρο καὶ
τὰ ἐπιδόματα; Φυσικά, δὲν κινδυνεύει οὔτε ἀπὸ αὐτὰ οὔτε κἂν ἀπὸ τοὺς Κινέζους (ἂν
ὑποθέταμε ὅτι οἱ δυτικὲς κυβερνήσεις ἐφάρμοζαν ξανὰ τὸν παλιὸ προστατευτισμὸ
περιορίζοντας τὶς εἰσαγωγές, θὰ ἔπαυε ἡ δικαιολογία αὐτὴ) τῶν ὁποίων τὴ δουλειὰ
(π.χ. τὴν ὑφαντουργία) καὶ τὶς ἐξαγωγὲς ἐπιδοτεῖ ἡ κινεζικὴ κυβέρνηση. Τὸ μόνο
ποὺ κινδυνεύει εἶναι τὸ παραπάνω κέρδος. Νὰ πιστεύουμε ὅτι «πᾶνε ἄσχημα» οἱ
ἐπιχειρήσεις τῶν μεγάλων, ὅπως προσπαθοῦν νὰ μᾶς πείσουν, εἶναι σὰ νὰ θεωροῦμε
τοὺς ἑαυτούς μας ἀνόητους. Ἡ περίπτωση τῆς IBM ποὺ ἀπέλυσε 13.000 ἐργαζομένους,
ὥστε νὰ κερδίσῃ (μόνο στὸ α’ ἑξάμηνο του 2005) 100 περίπου ἑκ. δολλάρια εἶναι
χαρακτηριστική.
Τὸ ἐπιχείρημα καθεαυτὸ γιὰ ἔμμεση μείωση τῶν μισθῶν μέσῳ μείωσης τῆς ἀμοιβῆς τῶν
ὑπερωριῶν καὶ τῶν ἐργασιακῶν δικαιωμάτων προκειμένου νὰ αὐξηθεῖ ἡ
ἀνταγωνιστικότητα ἀποδεικνύεται σαθρὸ μὲ ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα: πάρα πολλὲς
βορειοελλαδικὲς ἐπιχειρήσεις καὶ πολλὲς ἑλληνικὲς μετέφεραν τὰ ἐργοστάσιά τους
στὴ Βουλγαρία καὶ ἄλλες βαλκανικὲς χῶρες. Ὁ λόγος ἦταν
ὅτι τὰ ἡμερομίσθια τῶν
βουλγάρων ἐργατῶν εἶναι πολὺ χαμηλότερα τῶν ἑλληνικῶν ἡμερομισθίων. Ἂν λοιπὸν
κανεὶς ἰσχυριζόταν ὅτι πρέπει νὰ μειωθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν ἑλλήνων ἐργατῶν, ὥστε νὰ
ἀνταγωνιστοῦμε τη Βουλγαρία, «γιὰ νὰ ὑπάρξουν ἐπενδύσεις στὴν Ἑλλάδα», θὰ ἔλεγε
ἀσύστολα ψεύδη: διότι εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὅσο καὶ νὰ συμπιέχονταν οἱ μισθοὶ τῶν
ἑλλήνων ἐργατῶν, δὲ θὰ ἔφταναν τὸ πολὺ χαμηλὸ ἐπίπεδο τῶν βουλγαρικῶν ἐργατικῶν
μισθῶν. Συνεπῶς ἡ μείωση τῶν ἑλληνικῶν μισθῶν (ἔμμεση ἢ ἄμεση) δὲν θὰ ἀπέτρεπε
σὲ καμμιὰ περίπτωση τὴ «φυγὴ» τῶν ἑλληνικῶν ἐπιχειρήσεων στὴ Βουλγαρία καὶ τὰ
Βαλκάνια. Οὔτε βέβαια ὁ ξένος ἐπενδυτὴς θὰ ἐπένδυε στὴν Ἑλλάδα, ἂν μειωνόταν οἱ
μισθοὶ τῶν Ἑλλήνων, διότι ἁπλούστατα στὴ διπλανὴ Βουλγαρία καὶ τὰ Βαλκάνια οἱ
μισθοὶ εἶναι οὔτως ἢ ἄλλως πολὺ μικρότεροι˙ θὰ ἐπέλεγε τὴ Βουλγαρία, βάσει τοῦ
μικρότερου κόστους. Ἡ περίπτωση νὰ μειωθοῦν οἱ ἑλληνικοὶ μισθοὶ καὶ νὰ φτάσουν
τὸ ἐπίπεδο τῶν βουλγαρικῶν καὶ βαλκανικῶν εἶναι ἀδύνατη, γιατὶ οἱ Ἕλληνες
ἐργαζόμενοι θὰ λιμοκτονοῦσαν παίρνοντας βουλγαρικοὺς μισθοὺς κι ἔχοντας τὸ
ἑλληνικὸ κόστος ζωῆς. Πρὸς τί, λοιπόν, οἱ περιορισμοὶ τῶν ἐργατικῶν κατακτήσεων;
Γιὰ νὰ ἔρθουν νὰ ἐπενδύσουν στὴν Ἑλλάδα οἱ ξένοι; Αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι ἀδύνατο
νὰ συμβῇ καὶ οἱ νεοφιλελεύθεροι τὸ γνωρίζουν. Ὥστε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει εἶναι ὅτι
οἱ ἑλληνικὲς ἐπιχειρήσεις δείχνουν τὸν πατριωτισμό τους, ἀναπτύσσονται, αὐξάνουν
τὴν πολυπόθητη ἀνταγωνιστικότητά τους, πλουτίζουν, ἐνῶ οἱ ἕλληνες ἐργαζόμενοι (πρέπει
νὰ) γνωρίζουν ὅτι θὰ καταπιέζωνται δίχως ἀντάλλαγμα. Ἐκτὸς κι ἂν ὀφείλουν οἱ
ἐργαζόμενοι νὰ «συναγωνιστοῦν» καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν Ἰνδῶν, ὥστε τάχα νὰ ἔρθουν
στὴν Ἑλλἀδα κι ὄχι στὴν Ἰνδία οἱ δυτικὲς ἐπιχειρήσεις ποὺ τώρα πᾶνε στὴν
Ἰνδία.
Οἱ ἄνθρωποι
ποὺ εἶναι ὑπὲρ τῆς «ἀνταγωνιστικότητας» καὶ θεωροῦν ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι
τεμπέληδες, θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ἀπαντήσουν: πῶς γίνεται οἱ Ἕλληνες νὰ
δουλεύουν περισςότερο – κατὰ μέσο ὅρο - ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Εὐρωπαίους (σύμφωνα
μὲ τὶς ἐπίσημες στατιστικὲς μελέτες τῆς Ε.Ε, 42,2 ώρες την εβδομάδα, έναντι 37,5
του μ.ο. της Ε.Ε., για το 2004.) ἀλλὰ ταυτόχρονα νὰ πληρώνονται λιγότερο ἀπὸ
αὐτούς; Δύσκολες ἐρωτήσεις γιὰ νεοφιλελεύθερους ὑποστηρικτὲς τῆς θεωρίας τοῦ «τεμπέλη
Νεοέλληνα». Δύσκολες, γιατὶ ἡ μόνη λογικὴ ἀπάντηση εἶναι πρῶτον ὅτι δὲν εἶναι
τεμπέλης ὁ Νεοέλληνας (ὥστε νὰ τοῦ μειώσουμε ἐμμέσως τὸ μισθὸ ἢ νὰ τοῦ αὐξήσουμε
κι ἄλλο τὸ ὡράριο) καὶ δεύτερον ὅτι - ἀφοῦ δὲν εἶναι τεμπέλης ὁ Νεοέλληνας -
ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ χαμηλὴ ἀνταγωνιστικότητα δὲν εἶναι οἱ δῆθεν τεμπέληδες
ἐργαζόμενοι, ἀλλὰ οἱ ἐλίτ, οἱ βιομήχανοι-μιζαδόροι-ἐργολάβοι-ἀερητζῆδες-ἰδιοκτῆτες
ΜΜΕ-πολιτικοί κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται μὲ τὸ χειρότερο τρόπο ἐπὶ τόσες
δεκαετίες τὰ κονδύλια τῆς Ε.Ε. καὶ τὸ Α.Ε.Π. τῆς Ἑλλάδας. Γιατὶ δὲν εἶναι
μακρινὴ ἡ ἐποχὴ μὲ τοὺς δεκάδες ἀερητζῆδες «ἐπενδυτὲς» ποὺ ἔπαιρναν ἐπιδοτήσεις
γιὰ νὰ φτιάξουν βιομηχανίες καὶ ἔτρωγαν τὰ λεφτὰ ὑποβάλλοντας ἐντυπωσιακὲς
μελέτες τὶς ὁποῖες δὲν ὑλοποιοῦσαν. Αὐτοὶ λοιπὸν φταῖνε, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ
παράδοξο, νὰ δουλεύουν περισςότερο χρόνο οἱ Νεοέλληνες καὶ νὰ πληρώνονται
λιγότερο.
Καὶ γιὰ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸν δημόσιο τομέα, οἱ νεοφιλελεύθεροι ἔχουν ἕτοιμες τὶς
λύσεις. «Φταίει ἡ μονιμότητα, γι’ αὐτὸ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν δουλεύουν.
Ἐξαιτίας τους ὁ κρατικὸς προϋπολογισμὸς δὲν πάει καλά. Ἂς τοὺς μειώσουμε τὰ
ἐπιδόματα, ἂς τοὺς καταργήσουμε τὴ μονιμότητα, καὶ τότε θὰ δουλέψουν». Αὐτὴ ἡ
ἄποψη εἶναι λαϊκιστικὴ καὶ σκόπιμη, γιατὶ βρίσκει πολλοὺς πρόθυμους νὰ τὴν
πιστέψουν. Κατ’ ἀρχήν, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν εἶναι «ἐντελῶς» μόνιμοι, ἀλλὰ
ὑπὰρχει δημοσιοϋπαλληλικὸς κώδικας, ποὺ προβλέπει ἀκόμη καὶ τὴν ἀπόλυςή τους, ἂν
αὐτοὶ ὑποπέσουν σὲ σοβαρὰ σφάλματα. «Ἁπλῶς» αὐτὸς ὁ κώδικας δὲν ἐφαρμόζεται
πιστά, ὄχι γιατὶ οἱ κακοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀντιστέκονται, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ
ἀνώτεροί τους (οἱ πολιτικοί, οἱ φίλοι τῶν ἐργοδοτῶν) ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ποιότητα
τοῦ δημοςίου καὶ γιατὶ ὑπάρχει κομματικὸ κράτος. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ψεύδονται οἱ νεοφιλελεύθεροι, θὰ μποροῦσαν νὰ
ἀπαιτοῦν ἀπόλυτη, πιστή, μὲ ἐλέγχους, ἐφαρμογὴ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ κώδικα. Ἡ ἄρση τῆς μονιμότητας εἶναι ἀκόμη χειρότερη ἀπὸ τὴ μονιμότητα, γιατὶ δημιουργεῖ
κομματικὸ κράτος. Δὲν ζοῦμε στὸ ἑλληνικὸ βαςίλειο τοῦ 19ου αἰ., στὸ
ὁποῖο οἱ διαδοχικὲς κυβερνήσεις ἀπέλυαν τοὺς «ὑμέτερους» καὶ προσελάμβαναν τοὺς
«ἡμέτερους» μετὰ ἀπὸ κάθε ἐκλογικὴ διαδικαςία, παραλύοντας τὸ κράτος καὶ τὴ
δημόσια διοίκηση. Φυσικά, καὶ σήμερα, ὑπὸ καθεστὼς μονιμότητας, ὑπάρχει
κομματοκρατία, ὑπάρχουν τὰ γαλάζια καὶ τὰ πράσινα παιδιά˙ φαντάζεται κανεὶς τί
ἔχει νὰ γίνει, ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἀξιοκρατία στὸ Δημόσιο, ἂν καταργηθεῖ ἡ μονιμότητα:
οἱ ἀλῆτες θὰ ἁλωνίζουν «μὲ τὸ νόμο». Τέλος, κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι πολλοὶ
δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι ἀδιάφοροι ἢ τεμπέληδες. Οὔτε ὅτι στὶς ΔΕΚΟ ὑπάρχουν
πάρα πολλοὶ ἄχρηστοι ὑπάλληλοι. Ἂν ἀφήσουμε κατὰ μέρος τὴ δυνατότητα τιμωρίας
τῶν τεμπέληδων δ.ὑ. καὶ τὴν σταδιακὴ ἀπόλυση/συνταξιοδότηση τῶν πλεονάζοντων
στὶς ΔΕΚΟ, πόσο λογικὸ εἶναι νὰ πιστεύουμε ὅτι ἐξαιτίας τῶν δ.ὑ. ἐπιβαρύνεται
ὑπέρογκα ὁ κρατικὸς προϋπολογισμός; Περισςότερο ἐπιβαρύνεται ἀπὸ τὶς μίζες καὶ
τὰ εὐρωπαϊκὰ κονδύλια ποὺ κατασπαταλοῦν τρώγοντάς τα οἱ πολιτικοί, οἱ βιομήχανοι
(ἂς θυμηθοῦμε τὶς ἀναπτυξιακὲς «μελέτες» ποὺ κατέθεταν τόσοι καὶ τόσοι
βιομήχανοι ἐπὶ δεκαετίες, ὥστε ν’ ἁρπάξουν τὰ λεφτὰ τῆς Ε.Ε. καὶ νὰ καλοπερνᾶνε,
δίχως νὰ χτίσουν τὰ ἐργοστάσια, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔλαβαν τὰ λεφτὰ) καὶ οἱ μεγάλοι
μηχανικοί. Τὰ λεφτὰ ποὺ σπαταλοῦνται, ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς δημόσιους ὑπαλλήλους
ποὺ πλεονάζουν (δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ἐνῶ πλεονάζουν κάπου, λείπουν ἀλλοῦ,
π.χ. στὰ νοσοκομεῖα εἰδικὰ τῆς ἐπαρχίας καὶ στὰ χωριὰ) σίγουρα εἶναι πολὺ
λιγότερα ἀπὸ τὰ ἀπίστευτα δισεκατομμύρια καὶ τρισεκατομμύρια ποὺ κατέφαγαν,
εἰδικὰ μετὰ τὴν εἴσοδο στὴν Ε.Ε., ἀπὸ τὰ τρία πρῶτα εὐρωπαϊκὰ πακέτα «στήριξης»
(καὶ τώρα ἀπὸ τὸ τέταρτο) καὶ τὶς μίζες τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων τῆς Ἀθήνας οἱ
βιομήχανοι, οἱ πολιτικοί, οἱ μεγαλοεκδότες καὶ οἱ ἐργολάβοι. Πρέπει ἄραγε νὰ
ὑπενθυμίσουμε τὰ δεκάδες ἢ
ἑκατοντάδες εὐρωπαϊκὰ κονδύλια πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ δὲν
ἀπορροφῶνται ἀρκετὰ (κι αὐτὸ συχνᾶ συμβαίνει ἐπειδὴ οἱ ἐργολάβοι, οἱ πολιτικοί,
οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν ΜΜΕ δὲν καταλήγουν σὲ συμφωνία γιὰ τὸ ποιὸς
θὰ φάει τί), ἐπιστρέφουν στὴν Ε.Ε., ἡ ὁποία καὶ μᾶς ξεφτιλίζει - δικαίως -
κατηγορῶντας μας ὡς χώρα; Πόσα δισεκατομμύρια ἔχουν χαθεῖ ἔτσι; Μήπως φταίει ὁ
δημόσιος τομέας κι ἐδῶ; Ἢ μήπως ἔφταιγαν οἱ δ.ὑ. ποὺ καθυστέρησαν τὴν ἀπορρόφηση
τῶν κονδυλίων κι ὄχι οἱ πολιτικοὶ ποὺ ἀδιαφόρησαν;
Ἂν λοιπὸν εἶναι νὰ ξεκινήσει μιὰ «κάθαρση», αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ
ξεκινήσει ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τρῶν τὰ λίγα, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Μεγάλους, ποὺ τρῶν τὰ πολλά.
Φυσικά, οἱ πολιτικοί, οἱ βουλευτές, οἱ «ἔγκριτοι δημοσιογράφοι» δὲν πρόκειται νὰ
προτείνουν κάτι τέτοιο, γιατὶ τὰ κόμματα καὶ οἱ ἐφημερίδες χρηματοδοτοῦνται καὶ
ἐλέγχονται ἀπὸ τοὺς κατεξοχὴν κλέφτες κι ἐπιβαρυντὲς τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Ὡστόσο, ἐπειδὴ ὄντως ὑπάρχουν πολλοὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ποὺ δὲν εἶναι τίμιοι
οὔτε ἐργατικοὶ οὔτε τηροῦν τὸν κώδικα ἐργαςίας τους, γι’ αὐτὸ οἱ πολιτικοί, ὁ
ΣΕΒ, οἱ δημοσιογράφοι βρίσκουν τὴν εὐκαιρία νὰ παραστήσουν τοὺς «ὑπερασπιστὲς
τοῦ λαοῦ» ἐνάντια «στοὺς τεμπέληδες δημόσιους ὑπαλλήλους». Καὶ ἔτσι, ἀντὶ νὰ
ἐπικρατήσει ἡ ἄποψη ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν οἱ κατεξοχὴν ἐγκληματίες Μεγάλοι κι
ὅτι τὰ (ἐντὸς νομίμων πλαιςίων) ἐργασιακὰ δικαιώματα τῶν δ.ὑ. πρέπει νὰ
ἐπεκταθοῦν, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ στὸν ἰδιωτικὸ τομέα, οἱ νεοφιλελεύθεροι
ἐκμεταλλευόμενοι τὴ λαϊκὴ ἀγανάκτηση κατορθώνουν νὰ καταργήσουν τὰ δικαιώματα
αὐτά, ὥστε, ἀντὶ ν’ ἀνέβει τὸ ἐπίπεδο, νὰ κατέβει: νὰ ἔχουν ὅλοι τὰ χειρότερα
δικαιώματα, τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων.
Υπάρχει, δηλαδή, ένας αντεστραμμένος λαϊκισμός, ο οποίος παρουσιάζει τον ιδιωτικό τομέα ως ένα μονοκόμματο πράγμα και τον δημόσιο τομέα ως ένα μονοκόμματο πράγμα. Στην πραγματικότητα στον ιδιωτικό τομέα δεν συμπίπτουν τα συμφέροντα των μισθωτών με τα συμφέροντα των ιδιωτικών εταιρειών ούτε με τα συμφέροντα των μικρών αφεντικών (τεχνικά γραφεία κ.ο.κ.). Αντίστοιχα, στον δημόσιο τομέα δεν είναι ίδιο πράγμα οι χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι με τους υψηλόμισθους ούτε οι καταρτισμένοι (με γνώση Η/Υ κ.ο.κ.) με τους μη καταρτισμένους οι οποίοι ωστόσο συνεχώς παρακολουθούν προγράμματα επιμόρφωσης. Προφανώς, τα συμφέροντα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα δεν συγκρούονται με τα συμφέροντα των χαμηλόμισθων ή των καταρτισμένων δ.υ. - και προφανώς τα συμφέροντα των χαμηλόμισθων δ.υ. συγκρούονται με τα συμφέροντα των ακατάρτιστων αλλά υψιλόμισθων δ.υ. Ο παραπάνω λαϊκισμός αποσιωπά τις παραπάνω διακρίσεις, ώστε να επιταχύνει την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μέτρων όχι για το Δημόσιο αλλά και για την υπόλοιπη κοινωνία.
Επιπλέον ο αντεστραμμένος λαϊκισμός αποκρύβει ότι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν οφείλονται στις οικονομικές απαιτήσεις λ.χ. ενός καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, αλλά κυρίως στην φοροδιαφυγή του ιδιωτικού τομέα και στις υπέρογκες αμοιβές ορισμένων ("μεγάλων κεφαλιών") στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Είναι, για παράδειγμα, αστείο φαινόμενο οι ιδιοκτήτες μικρών (ή και μεγάλων) εταιρειών, που εκμεταλλεύονται την ανεργία των νέων και την παρουσία πάμφθηνων (λαθρο)μεταναστών και ταυτόχρονα φοροδιαφεύγουν, να υψώνουν οργισμένοι τη φωνή τους για τα όσα συμβαίνουν στον δημόσιο τομέα. (16/2/2010)
Ἡ μεγαλύτερη εὐθύνη βρίσκεται στὸ λαό, ὁ ὁποῖος ψηφίζει τοὺς κατεξοχὴν
ὑπαλλήλους τῶν Μεγάλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέροντα ἀντίθετα στὰ δικά του. Λὲς
καὶ ὑπάρχουν μόνο δύο ψηφοδέλτια στὶς ἐκλογές.
(17/7/2005)
Τουλάχιστον, αν κάτι υπάρχει με το οποίο να ευθυμήσουμε εις βάρος των φιλελεύθερων δημοσιογράφων των γνωστών εφημερίδων-παπαγάλων της παγκοσμιοποιημένης, φιλελεύθερης Δύσης είναι ο τρόπος με τον οποίο θα σχολιάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουν οι καπιταλιστικές χώρες της Δύσης την ανερχόμενη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας. Επειδή, αργά ή γρήγορα, σε συνθήκες ελεύθερου εμπορίου, η Κίνα θα σαρώσει, χάρη στο πάμφθηνο εργατικό δυναμικό της και τις άπειρες εκτάσεις και τον πλούτο της, τις βιομηχανίες των δυτικών κοινωνιών, οι νεοφιλελεύθεροι της Δύσης θα πρέπει να λάβουν τα μέτρα τους. Να επιτεθούν στην Κίνα, όπως επιτίθενται σε ασήμαντα κρατίδια που τους αντιστέκονται τύπου Ιράκ, Σερβίας κ.λπ., είναι προς το παρόν αδύνατον (πώς θα κατακτούσαν τις αχανείς εκτάσεις της;) και σε λίγο (όταν τα πυρηνικά της Κίνας θα μπορούν να πλήξουν όλη τη Δύση) αυτοκαταστροφικό. Άρα ο μόνος τρόπος που θ’ απομείνει είναι η επιστροφή στον παρεμβατισμό, η άμβλυνση των ρητορειών για ελεύθερη αγορά. Μπορεί προς το παρόν οι δυτικές εταιρείες να κάνουν χρυσές δουλειές στέλνοντας τα εργοστάσιά τους στην Κίνα, αλλά όταν θ’ ανοίξει η κινεζική χοάνη, να καταπιεί όλη τη Δύση, όταν οι κινεζικές εταιρίες θ’ αγοράσουν τις δυτικές, τότε η Δύση δε θα θελήσει ν’ αυτοκτονήσει ως σύνολο για χάρη μερικών εταιριών της. Τότε θα έχει πραγματικά γέλιο η προσπάθεια των καπιταλιστών Δυτικών και των κυβερνήσεών τους, η επιστροφή στον κρατικό παρεμβατισμό, η απαγόρευση των εισαγωγών από την Κίνα, η θέσπιση ορίων σ’ αυτές και άλλα «κομμουνιστικά πράγματα». Και τότε θα βλέπουμε αυτούς που ώς τώρα δεν βλέπουν τίποτε κακό στην ελεύθερη οικονομία να την αντιστρατεύονται (αφού πρώτα εξαντλήσουν τα όρια της καταπίεσης των δυτικών – και νεοελλήνων – εργαζομένων και δουν ότι αυτό δεν αρκούσε).
* * *
ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ
Οικολογία α λα καρτ. Οικολογική συνείδηση έχει αναπτυχθεί μόνο μεταξύ των καλοζωισμένων Δυτικών και όχι των υπολοίπων τριτοκοσμικών και τεταρτοκοσμικών. Γιατί, όπως παλιότερα ίσχυε το "πρώτα να χορτάσουμε και έπειτα να φιλοσοφήσουμε", σήμερα ισχύει το "πρώτα να πλουτίσουμε κι έπειτα να γίνουμε οικολόγοι". Όταν κανείς πεινάει, δεν σκέφτεται την επιβίωση των άγριων ζώων ή όταν κρυώνει δε σκέφτεται τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Απαιτείται ορισμένη εκλέπτυνση της σκέψης, ένα στάδιο στο οποίο κανείς θα μπορεί να σκεφτεί για τις συνέπειες της άκρατης και άμετρη εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων κ.λπ. Οι μη ανεπτυγμένοι ("αναπτυσσόμενοι") λαοί δεν έχουν μια τέτοια εκλέπτυνση, αλλά για να την αποκτήσουν, πρέπει πρώτα να καταστρέψουν το περιβάλλον προκειμένου να αποκτήσουν το βιωτικό επίπεδο της Δύσης. Γιατί πώς αλλιώς θα αποκτούσαν γρήγορα και σίγουρα το δυτικό βιωτικό επίπεδο παρά εκμεταλλευόμενοι και το τελευταίο κοίτασμα πετρελαίου; Στα μάτια των υπανάπτυκτων λαών πρώτιστο αγαθό δεν είναι το περιβάλλον αλλά τα αγαθά που αυτοί βλέπουν να απολαμβάνουν οι Δυτικοί: άνετο βιωτικό επίπεδο (και δυνατότητα της Δύσης να εξουσιάζει τον κόσμο) και δευτερεύων κίνδυνος είναι ο περιβαλλοντικός. Να περιμένει κανείς από τους μη Δυτικούς να γίνουν οικολόγοι πριν την ώρα τους, δηλαδή πριν μπουχτίσουν στο φαΐ, είναι σα να περιμένει από αυτούς να εξοπλίζουν το στρατό τους με δόρατα αντί πυραύλων.
Από την άλλη η Δύση βρίσκεται στην κατάσταση μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Γιατί, αν γίνει οικολογική, τότε θα χάσει την υπεροχή της ως προς τον άλλο κόσμο: Αν η ενέργεια πρέπει να αποκτάται (κυρίως) με ΑΠΕ κι όχι με πυρηνικά ή με ορυκτά καύσιμα, τότε τέτοια ενέργεια μπορεί να αποκτήσει και ο υπανάπτυκτος, ο οποίος έτσι γίνεται ενεργειακά ισοδύναμος με τη Δύση. Αν γίνει οικολογική, τότε θα δει το βιωτικό της επίπεδο να μειώνεται: γιατί άλλη ποιότητα ζωής και ταχύτητα προσφέρουν τα μαζικά μέσα μεταφοράς κι άλλη το αμάξι ή το με πετρέλαιο κινούμενο αεροπλάνο. Την ίδια στιγμή η Δύση θα βλέπει τους μη Δυτικούς να μην "οικολογίζουν", δηλαδή να εκμεταλλεύονται το πετρέλαιο, τον άνθρακα κ.λπ. Αυτά είναι ο γκρεμός. Το ρέμα είναι ότι η Δύση, έχοντας φτάσει σε ανώτερο στάδιο συνείδησης, γνωρίζει πως αν όλος ο πλανήτης γίνουν σαν την ίδια, ο άνθρωπος θα εξαφανιστεί από τη Γη. Γιατί, αν τα 7-8 δις καίνε τόσο πετρέλαιο, καταναλώνουν τόση ενέργεια κπράσινος,καπιταλισμός,οικολόγοι,ναζί,ναζισμός,η κάθε ανεπτυγμένος Δυτικός, τότε το περιβάλλον θα μολυνθεί ανεπανόρθωτα και οι ενεργειακές πηγές θα στερέψουν οδηγώντας μας στην προβιομηχανική εποχή (αφού τα με πετρέλαιο κινούμενα οχήματα και μηχανές θα είναι άχρηστα ή θα λειτουργούν με τεράστιο κόστος). Έτσι, η οικολογική δυτική συνείδηση πιέζεται τόσο από τους λιμασμένους μη Δυτικούς και το φόβο της απώλειας της παγκόσμιας ηγεμονίας όσο και από τον εφιάλτη μιας πλανητικής περιβαλλοντικής καταστροφής.
Οικολογία και ανθρωπισμός. Η οικολογία παρουσιάζεται σήμερα ως το πλέον ριζοσπαστικό και δημοκρατικό τμήμα της δυτικής σκέψης. Ωστόσο η οικολογία καθεαυτή δεν είναι δημοκρατική. Οι Εθνικοσοσιαλιστές, με όλον τον μυστικισμό του καθαρού αίματος, είχαν αναπτύξει μια λατρεία προς τη φύση. Ακόμη και διαταγές για τη διατήρηση της φυσικής ισορροπία δίνονταν στους γεωργούς. Ο ρομαντισμός και η εξιδανίκευση της φύσης είχε οδηγήσει τους Ναζί στην αντίληψη, περίεργη και συγκεχυμένη ίσως, για την προστασία της φύσης, των ζώων (οι Χίτλερ, Χίμμλερ κ.ά. ήταν φιλόζωοι και χορτοφάγοι), μια και έβλεπαν τον άνθρωπο ως αναπόσπαστο τμήμα της φύσης, τους νόμους της οποίας δεν θα έπρεπε με τίποτε να παραβαίνει. Θα μπορούσε να γίνει λόγος για "πράσινη" πτέρυγα του ναζιστικού κόμματος, αποτελούμενη από τους Richard Walther Darré, Alwin Seifert, Fritz Todt, Walter Schoenichen, Hans Klose κ.ά. Το "γη και αίμα" μπορούσε να ερμηνευθεί τόσο οικολογικά όσο και αντισημιτικά, αφού ήταν και υπαινιγμός εναντίον των απάτριδων, δίχως δική τους γη (από την οποία τάχα "φύτρωναν" και ήταν "φυσικό" γέννημά της), άρα και "παρασιτικών" Εβραίων. Σε ναζιστικό αγροτικό συνέδριο του 1934 ένα βασικό σύνθημα ήταν "κράτα τη γη υγιή". Υπήρξε προσπάθεια να μην χρησιμοποιούνται λιπάσματα κι εντομοκτόνα. Ταυτόχρονα ο ίδιος υπουργός Γεωργίας, ο Darre, αποκαλούσε τους Εβραίους "ζιζάνια". Ο Hess, οπαδός της ομοιοπαθητικής, προωθούσε τις οικολογικές αντιλήψεις των πράσινων Ναζί. Έτσι, ήδη από το 1933 ορίστηκαν περιβαλλοντικοί νόμοι που εκτός άλλων έκαναν λόγο για προγράμματα αναδάσωσης, κανονισμούς για την προστασία φυτικών και ζωικών ειδών, μέτρα κατά της βιομηχανικής επέκτασης, ενώ το ναζιστικό καθεστώς όριζε φυσικά καταφύγια για διάφορα είδη ζώων. Άλλος νόμος του 1935 καθόριζε οδηγίες για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας καθώς και των "μνημείων της φύσης", εμπόδιζε την πρόσβαση σε άγριες περιοχές και επέβαλε τη συνεννόηση με τις αρχές πριν από κάθε ενέργεια η οποία θα άλλαζε σημαντικά το τοπίο της εξοχής. Τα παραπάνω δείχνουν ότι καθεαυτή η αγάπη για τη φύση και για την αρμονία με τη φύση έχει οδηγήσει και σε ενέργειες "εναρμονιστικές", στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και η εξόντωση ανθρώπινων "παρασίτων". Βέβαια, μετά την ήττα του ναζισμού, καθεαυτή η οικολογία δεν είναι πλέον ναζιστική. Αλλά η εξιδανίκευσή της αποκρύβει το γεγονός ότι πίσω από τα κινήματα εναρμόνισης του ανθρώπου με τη Φύση, του σεβασμού προς τη φύση (ή ενός "πριμιτιβισμού") μπορούν να υπάρξουν και κοινωνικά δαρβινικές, ρατσιστικές, ανορθολογικές ή και πολιτικά αυταρχικές αντιλήψεις.
Πράσινος καπιταλισμός; Πράγματι ο καπιταλισμός μπορεί να γίνει οικολογικός. Αν μπορεί να πετύχει επιπλέον κέρδος, θα γίνει και οικολογικός και ο,τιδήποτε άλλο ποθήσουν οι καταναλωτές. Αλλά επειδή επιζούν οι ισχυρότεροι, δηλαδή όσοι έχουν περισσότερο κέρδος (το οποίο θα επανεπενδύσουν) ένα οικολογικό προϊόν όντας πιο ακριβό είτε θα πρέπει να προορίζεται για κάποια ελίτ μορφωμένων και περιβαλλοντικά ευαισθητοποιημένων νεόπλουτων (συνήθως νεοφιλελεύθερων ή, π.χ. για την Ελλάδα, βολεμένων Αριστερών της γενιάς του '70 και του '80), οι οποίοι για λόγους ιδεολογικούς και υγιεινής θα προτιμήσουν τα βιολογικά προϊόντα, είτε θα προορίζεται για τους πολλούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν αρκετά λεφτά για οικολογικά προϊόντα, οπότε ο οικολόγος επιχειρηματίας θα φαλιρίσει. Αντίθετα, είναι πολύ πιο κερδοφόρο να παρέχονται για κατανάλωση φθηνά, μεταλλαγμένα τρόφιμα στους πολλούς που έχουν χαμηλά εισοδήματα. Αν σήμερα λ.χ. ξαφνικά οι εταιρείες που ελέγχουν την αγορά τροφίμων παρατούσαν τα χημικά, τα εντομοκτόνα, τα λιπάσματα, τις επικίνδυνες και φθηνές ζωοτροφές και στρέφονταν στα "οικολογικά" τρόφιμα, θα έχαναν τεράστια κέρδη και, καθώς η μία εταιρεία κοιτά τι πράττει η άλλη, καμμία εταιρεία δε θα αναλάμβανε το ρίσκο αυτής της αλλαγής, παρά μόνο αν αναγκάζονταν όλες μαζί να παράγουν τρόφιμα οικολογικά. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε την πολιτική βούληση όχι απλώς των περισσότερων κρατών αλλά και των πολυπληθέστερων για τέτοια αλλαγή - εκτός κι αν κάνουμε, πάλι, λόγο για λίγους οι οποίοι θα τρων οικολογικά και πολλούς οι οποίοι θα τρέφονται με ό,τι χειρότερο (μια και κάτι τέτοιο μπορεί και σήμερα να γίνει αποδεκτό από τις εταιρίες). Όμως, τη στιγμή που οι Αφρικανοί και οι Ασιάτες κυριολεκτικά πεθαίνουν της πείνας, νομίζει κανείς ότι αυτοί ή οι κυβερνήσεις τους είναι τόσο πρόθυμοι να απορρίπτουν τα μη οικολογικά διατροφικά προϊόντα ή ακόμη να ανθίστανται στις πιέσεις πολυεθνικών εταιρειών τροφίμων; (7/9/2008)
* * *
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ: κάποιες σκόρπιες σκέψεις.
- Η παγκοσμιοποίηση παρουσιάζεται, όχι σπάνια, ως κάτι αναπόφευκτο, κάτι αναντιστρεπτό. Δεν είναι έτσι όμως. Γιατί, προκειμένου να υπάρξει παγκοσμιοποίηση όπως υπάρχει σήμερα, δεν αρκούσε η πρόοδος της τεχνολογίας και των η/υ, αλλά και συγκεκριμένη νομοθεσία, οικονομική, εμπορική κ.λπ., η οποία καθιστούσε εύκολη την διακίνηση χρήματος και πληροφορίας μεταξύ των κρατών. Αυτή όμως η νομοθεσία δεν έπεσε από τον ουρανό, δεν ήταν "αναπόφευκτη" λόγω της προόδου της τεχνολογίας, αλλά επιβλήθηκε από όσους είχαν ιδιοτελές συμφέρον να υπάρχει μεγαλύτερη και πιο ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων και υπηρεσιών παγκοσμίως. Ασφαλώς αυτοί, μέσω των ΜΜΕ τα οποία ελέγχουν, έχουν συμφέρον να παρουσιάζεται η κατάσταση της παγκοσμιοποίησης ως αναπόφευκτη και φυσιολογική εξέλιξη. Λες και ζούμε όχι στην κοινωνία, αλλά στα δάση και ό,τι συμβαίνει είναι "φυσιολογικό" έχοντας ισχύ φυσικού νόμου.
- Κύριο αντεπιχείρημα των οπαδών της παγκοσμιοποίησης είναι ότι μπορεί μεν να υπάρχει ανισότητα μεταξύ Δύσης και μη Δύσης και μπορεί να φεύγουν δουλειές από την πρώτη στη δεύτερη, αλλά αντίστοιχα ο πλούτος διαχέεται, έστω και άνισα (εννοώντας ότι πριν δεν διαχεόταν καθόλου), στη μη Δύση και ταυτόχρονα αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι υπάρχουν φθηνά προϊόντα. Και οι δυο όψεις του αντεπιχειρήματος αυτού είναι λανθασμένες. Γιατί, δεν είναι και τόσο μεγάλο επίτευγμα το να παίρνουν επιπλέον ένα δολλάριο το μήνα οι εργαζόμενοι μιας δυτικής πολυεθνικής στην Ασία ούτε μπορούμε αυτό να το πούμε "διάχυση του πλούτου, έστω (λίγο) άνιση", τη στιγμή που η δυτική αυτή πολυεθνική κερδίζει δισεκατομμύρια κάθε μήνα. Ούτε αυτή η "διάχυση του πλούτου" (σε αναλογία 1 δολλάριο προς α εκατομμύρια δολλάρια το μήνα) πρόκειται να οδηγήσει μελλοντικά στην βελτίωση της θέσης των μη Δυτικών εργαζομένων, αφού η αναλογία πλούτου θα αυξάνεται συνεχώς υπέρ των πλουσίων και όχι υπέρ των φτωχών. Δηλαδή η παγκοσμιοποίηση δεν θα διαχύσει τον πλούτο προς τα κάτω ώστε (κάποτε) να γίνουν σχετικά πλουσιότεροι οι φτωχοί και να πλησιάσουν τους πλούσιους, αλλά οι πλούσιοι θα γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Αλλά ούτε και το αντεπιχείρημα της προσφοράς φθηνών προϊόντων στους δυτικούς καταναλωτές λέει κάτι. Γιατί αφενός προκειμένου να υπάρξουν φθηνά προϊόντα δεν πρέπει να βελτιωθεί ποτέ η θέση των μη δυτικών εργαζομένων (θα πρέπει αναλογικά πάντοτε να δουλεύουν για "ένα δολλάριο") , άρα είναι ψεύδος η υπόσχεση προς τους μη Δυτικούς ότι κάποτε θα γίνουν πλουσιότεροι δουλεύοντας τώρα σκληρά και υπό απάνθρωπες συνθήκες, και αφετέρου τα φθηνά προϊόντα για τους δυτικούς καταναλωτές είναι δώρο άδωρο, αφού οι δυτικοί καταναλωτές μένουν άνεργοι επειδή οι δυτικές εταιρείες μετακομίζουν εκτός Δύσης. (8/6/2007)
* * *
ΠΑΙΔΕΙΑ: Ο Πλάτων
σωστά παρατηρεί πως η καλλίτερη παιδεία παρέχεται, όταν υπάρχει εκμάθηση
μουσικής και ταυτόχρονα υπάρχει και η γυμναστική. Η μουσική κάνει τον άνθρωπο
πιο ευαίσθητο, να αντιλαμβάνεται εύκολα διάφορα πράγματα, και του δείχνει το
ωραίο και το ρυθμό, ενώ η γυμναστική τον ενδυναμώνει και ενισχύει την
αυτοπεποίθησή του. Ενώ στη Σπάρτη δινόταν περισσότερη σημασία στη γυμναστική
παρά στην μουσική, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να είναι κάπως πιο χοντροκομμένοι
και λιγότερο ευαίσθητοι, στην Αθήνα γινόταν το αντίθετο, οπότε πρέπει να υπάρχει
η μέση οδός. Το ίδιο πρέπει να γίνει και σήμερα: αν κάποιος εκ φύσεως τείνει να
είναι «χοντρόπετσος», η μουσική θα του καλλιεργούσε την ψυχική ευαισθησία και
χάρη. Αν κάποιος είναι εκ φύσεως ευαίσθητος και ευάλωτος, πρέπει να ασχολείται,
να εκπαιδεύεται περισσότερο με τη γυμναστική, ώστε να «σκληρύνει», να γίνει ώς
ένα βαθμό χοντρόπετσος στο μυαλό και τις αισθήσεις, ώστε να μην εξουθενώνεται
από τις δυσκολίες.
παιδεία ανώτατη, ιδιωτική;
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επιχειρήματα αυτών που ζητούν την
ίδρυση των ιδιωτικών ΑΕΙ. Υπάρχει το επιχείρημα ότι επικρατεί πολλή γκρίνια για
το τίποτα, γιατί είτε είναι πολύ καλά τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα υπάρχει πρόβλημα, αφού
θα φοιτά μόνο μια ελίτ, είτε αν δε θα είναι καθόλου καλά, πάλι θα υπάρχει
πρόβλημα αφού θα προορίζονται για την πλέμπα· άρα η κριτική είναι μηδενιστική,
είναι η ουσία του επιχειρήματος αυτού, αφού είτε καλά είτε κακά τα ΑΕΙ, θα
υπάρχει πρόβλημα. Όμως ξεχνάται η τρίτη περίπτωση, να ιδρυθούν πολλά κακά
ιδιωτικά ΑΕΙ και λίγα καλά, για την ελίτ. Περίπτωση η οποία είναι και η
πιθανότερη, οπότε το πρόβλημα θα είναι διπλό. Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι ο
ανταγωνισμός Δημόσιων-Ιδιωτικών ΑΕΙ θα ωφελήσει και τα πρώτα. Αυτό είναι λάθος,
γιατί οι καλοί καθηγητές των πρώτων θα φύγουν γρήγορα για τα δεύτερα με τις
καλλίτερες αμοιβές· θα υποβαθμιστεί κι άλλο το επίπεδο των Δημόσιων ΑΕΙ, τα
οποία θα υποχρηματοδοτούνται από το Δημόσιο με συνέπεια να αυτοχρηματοδοτούνται
από ιδιώτες οι οποίοι θα ελέγχουν-καθορίζουν το περιεχόμενο των μαθημάτων. Έτσι
οι μόνοι που θα ωφεληθούν θα είναι οι εύποροι που δεν θα εξαναγκάζονται να
σπουδάζουν στην Δ. Ευρώπη, ενώ οι υπόλοιποι θα έχουν να διαλέξουν μεταξύ των
υποβαθμισμένων Δημόσιων ΑΕΙ και των κατωτέρου ποιότητας ιδιωτικών ΑΕΙ. Ίσως αυτό
που ενδιαφέρει τελικά τους υποστηρικτές των ιδιωτικών ΑΕΙ είναι το ανθρώπινο
δικαίωμα του πλούσιου Έλληνα να μην τρέχει στην Αγγλία το παιδάκι του. Τα
μειονεκτήματα της ύπαρξης ιδιωτικών ΑΕΙ είναι προφανή. Κάθε ΙΙΕΚ της πλάκας θα
μετονομαστεί σε ΑΕΙ. Είναι μύθος επίσης η άποψη ότι θα αντέξουν τα ελληνικά
ιδιωτικά ΑΕΙ μπροστά στον ανταγωνισμό των ξένων επενδυτών που θα έρθουν να
στήσουν ΑΕΙ στην Ελλάδα. Άρα πάλι το ελληνικό χρήμα θα πηγαίνει στους ξένους.
Επιπλέον ίσως μπουν δίδακτρα στα Δημόσια ΑΕΙ για να επιβιώσουν αυτά, όπως έγινε
λ.χ. στην Ιταλία. Στον πανικό τους οι υποψήφιοι φοιτητές θα προτιμούν τα
ιδιωτικά ΑΕΙ πληρώνοντας επιπλέον, αφού η φυγή των καθηγητών από τα Δημόσια ΑΕΙ
θα είναι γεγονός. Αυτά ως σκέψεις, αν και το άρθρο αυτό θα ξεπεραστεί, όχι όμως και αναφορικά με τα συμπεράσματα. Ο καιρός θα δείξει βέβαια. (6/1/2007)
Όμως ένα δίλημμα που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά είναι το εξής: η ανώτατη παιδεία πρέπει να προσφέρεται σε όλους δίχως προϋποθέσεις (πανελλήνιες) ή πρέπει να προσφέρεται σε λίγους; Και, ως παρακλάδι του προηγούμενο ερωτήματος, πρέπει να συνδέεται το πτυχίο με τη δουλειά ή να μην συνδέεται; Νομίζω η πραγματικότητα είναι αμείλικτη, δηλαδή:
Αν η ανώτατη παιδεία προσφέρεται σε όλους άνευ προϋποθέσεων και ταυτόχρονα το πτυχίο συνδέεται (ως προγραμματική διακήρυξη) με τη δουλειά, τότε θα υπάρχουν πολλοί πτυχιούχοι άνεργοι. Αυτό γίνεται στις μέρες μας, όπου χάρη στη «δημοκρατικότητα» έχουν δημιουργηθεί άπειρες σχολές, άπειροι απόφοιτοι, οι οποίοι δεν ξέρουν τι να το κάνουν το πτυχίο τους, σκεπτόμενοι την εξειδίκευση, δηλαδή περισσότερος ανταγωνισμός, ο οποίος δεν τελειώνει ποτέ, και σε λίγο για να γίνεις καθαρίστρια θα πρέπει να ξέρεις πιάνο και να έχεις δύο μάστερ.
Αν η ανώτατη παιδεία προσφέρεται σε όλους άνευ προϋποθέσεων δίχως να συνδέεται προγραμματικά το πτυχίο με τη δουλειά, τότε θα σπουδάζει ο καθένας για το χόμπι του, λίγοι θα βρίσκουν δουλειά με το πτυχίο τους, αλλά στο τέλος κανείς δε θα επιλέγει να σπαταλά χρόνο για ένα άχρηστο πτυχίο παραμένοντας άνεργος κατά τη διάρκεια των σπουδών. Η εξακολούθηση ταυτόχρονα σπουδών και δουλειάς δεν είναι ό,τι ευκολότερο, ωστόσο είναι θεμιτό και τουλάχιστον ο καθένας θα σπούδαζε δίχως επαγγελματικές αυταπάτες. Αλλά και σ’ αυτήν την περίπτωση, όλοι ή πολλοί είτε θα έτρεχαν στις σχολές που δήθεν εξασφαλίζουν επάγγελμα είτε θα αδιαφορούσαν εξαρχής. Στην πρώτη υποπερίπτωση πάλι θα υπήρχε ανταγωνισμός (αφού καμμιά σχολή δεν θα είχε την υλικοτεχνική υποδομή για να δεχτεί πολλαπλάσιους από το ανεκτό φοιτητές), δηλαδή υπερίσχυση όσων έχουν τα λεφτά για φροντιστήρια, ενώ στην δεύτερη υποπερίπτωση ελάχιστοι (πάλι οι πλούσιοι) θα σπούδαζαν, ακόμη κι αν η είσοδος στα ΑΕΙ ήταν εύκολη. Άρα και στις δυο υποπεριπτώσεις ευνοούνται οι λίγοι.
Αν η ανώτατη παιδεία προσφέρεται σε λίγους (με προϋποθέσεις) και συνδέεται το πτυχίο με τη δουλειά, τότε είναι σίγουρο ότι υπάρχει αντιδημοκρατικότητα στη γνώση, ωστόσο είναι σίγουρο ότι όσοι σπουδάζουν, θα βρίσκουν δουλειά. Όμως ταυτόχρονα ότι στην περίπτωση αυτήν θα σπούδαζαν μόνον οι πλούσιοι ενώ οι φτωχοί, μη έχοντας λεφτά για άπειρα εξοντωτικά φροντιστήρια, δε θα έστελναν σε ΑΕΙ τα παιδιά τους.
Αν η ανώτατη παιδεία προσφέρεται σε λίγους και δεν συνδέεται το πτυχίο με τη δουλειά, τότε κανείς εκτός από τους «τρελλαμένους» με ένα αντικείμενο ή τους εκατομμυριούχους δεν θα σπούδαζε. (9/1/2007).
παιδεία και "προοδευτικοί".
Μια αντίφαση: πώς γίνεται
οι προοδευτικοί, από τη μία να αναφέρουν εμμέσως επικριτικά το γεγονός ότι η
εκπαίδευση είναι φύσει συντηρητικό πράγμα, αφού συνίσταται στην μεταβίβαση των
υπαρχουσών νοοτροπιών της κοινωνίας στην επόμενη γενιά, ενώ από την άλλη να
φρονούν ότι η κοινωνία διαμορφώνει τον άνθρωπο; Υπάρχει μια σχιζοφρενική
"αντιαυταρχική" αντίφαση: δεν μπορείς να καταγγέλλεις ότι η κοινωνία μεταβιβάζει
στον άνθρωπο τις νοοτροπίες της κι από την άλλη να ισχυρίζεσαι (επειδή είσαι
αντι-ατομικιστής) ότι η κοινωνία διαμορφώνει τον άνθρωπο. Εάν τον διαμορφώνει,
τότε φυσικό και λογικό είναι να τον διαμορφώσει όπως θέλει αυτή, με ό,τι πρότυπα
θέλει αυτή, με τα κυρίαρχα πρότυπα και νοοτροπίες. (20/5/04)
Επισκέψεις από τον Νοέμβριο του 2008