
ΠΝΕΥΜΑ, ΓΛΩΣΣΑ, ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Το πνεύμα είναι η αναπλήρωση των ελλείψεων του ενστίκτου. Στην καθημερινή ζωή είναι οι δυσκολίες (και όχι η κατοχή αγαθών ή η ανυπαρξία δυσκολιών, η οποία προάγει την μαλθακότητα) που συναντά κανείς, οι οποίες τον οδηγούν στο να οξύνει το πνεύμα του, να γίνει «πονηρός», επινοητικός, πολυμήχανος, αεικίνητος. Από τη διαπίστωση ότι ακριβώς όποιοι πολιτισμοί εξελίχθηκαν περισσότερο αυτό οφείλεται στις σκληρές δυσκολίες που αντιμετώπισαν, συνεπάγεται ότι η «εξυπνάδα», η επινοητικότητα κ.λπ. αναπτύσσονται από εμάς όταν τις χρειαζόμαστε και όχι όταν «όλα έχουν λυθεί». Αντίστοιχα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο άνθρωπος ανέπτυξε το πνεύμα του όχι επειδή τα είχε όλα έτοιμα και περνούσε ζωή χαρισάμενη, ως ζώον, και είπε «ας δημιουργήσω και πνεύμα τώρα», αλλά επειδή οι σκληρότατες συνθήκες της ζωής του απαιτούσαν τη δημιουργία ενός «εργαλείου» που να αναπληρώνει τις υπάρχουσες ελλείψεις τις βιοδομής του. Η «πενία τέχνας κατεργάζεται», δηλαδή κανείς, ποτέ δεν αναπτύσσει «τέχνας», αν δεν τις χρειάζεται· κατά τρόπο εντελώς αντίστοιχο, σε ασύλληπτα παλαιότατους καιρούς, η ελλιπής ανθρώπινη βιοδομή απεργάστηκε τη δημιουργία πνεύματος, δηλαδή το πνεύμα δε θα αναπτυσσόταν αν δεν χρειαζόταν να αναπτυχθεί για λόγους επιβίωσης. Ο άνθρωπος δε διαθέτει τίποτα που να τον κάνει να επιβιώσει συγκριτικά με τα άλλα ζώα. Ελάχιστα παραδείγματα: 1) Η βιοδομή του δεν παρέχει φτερά ούτε πόδια, για να τρέχει ξεφεύγοντας από τους θηρευτές του ή για να θηρεύει ευκολότερα εξασφαλίζοντας έτσι την τροφή του. 2) Η βιοδομή του δεν διαθέτει κοφτερά και μυτερά νύχια ή κυνόδοντες, για να σκοτώνει, να γδέρνει και να κομματιάζει τη ζωική τροφή του, ούτε για να χτίζει λαγούμια και φωλιές στο έδαφος. 3) Η βιοδομή του δεν του παρέχει ικανή προστασία από το κρύο ή τη ζέστη (όσο μαλλιαρός κι αν ήταν· μιλάμε για τον άνθρωπο). 4) Η βιοδομή του τον καθιστά απόλυτα ευάλωτο για παραπάνω από τα πρώτα 2-3 χρόνια της ζωής του. 5) Επιπλέον ως σώμα είναι εξαιρετικά ευάλωτος συγκριτικά με ένα λιοντάρι: με μια γρατζουνιά μπορεί να πεθάνει, όχι όμως και το λιοντάρι ή ο καρχαρίας. Οι διαφορές και ελλείψεις «ως προς τα υπόλοιπα ζώα» που προανέφερα είναι εμφανέστατες. Εάν δεν ανέπτυσσε έναν τρόπο που να αναπληρώνει τις ελλείψεις αυτές, το ανθρώπινο είδος θα εξαφανιζόταν αμέσως. Η αναπλήρωση αυτή δεν έγινε φυσικά ακαριαία, αλλά σταδιακά: δηλαδή όσο περισσότερες ελλείψεις είχε, τόσο πιο γρήγορα όξυνε ο άνθρωπος το πνεύμα του, αν και στην αρχή αυτό ήταν λίγο.
Όπως τα ζώα επέλεξαν τα διάφορα όπλα (νύχια, φτερά, τρέξιμο),
αντίστοιχα ο ανθρώπινος τρόπος του αγώνα για αυτοσυντήρηση είναι το πνεύμα. Το
ότι εν μέσω του αγώνα για αυτοσυντήρηση ο προάνθρωπος εφευρίσκει το πνεύμα, το
οποίο στη συνέχεια τον καθορίζει, συνιστά τον τρόπο αυτοσυντήρησής του. Το
κρίσιμο λοιπόν σημείο είναι η διαφορετική επιλογή τρόπου για τον αγώνα υπέρ
της αυτοσυντήρησης (ο οποίος ούτε έπαψε ούτε θα πάψει, ανεξαρτήτως της
δευτερογενούς ελευθερίας). Το ότι αυτή η επιλογή, το πνεύμα, έγινε χάριν της
αυτοσυντήρησης, συνεπάγεται ότι στο εξής ο αγώνας για την αυτοσυντήρηση θα
γίνεται μέσω του πνεύματος κι αντίστροφα ότι το πνεύμα εξαρχής τέθηκε στην
υπηρεσία του αγώνα αυτού. Μπορεί λοιπόν να υπάρχει διαφορά στην επιλογή του
όπλου, όμως αυτή η επιλογή έγινε για τον ίδιο σκοπό και, μετά την επιλογή,
διόλου δεν αμβλύνθηκε ή ξεπεράστηκε η επιδίωξη του σκοπού αυτού, ως σκοπού που
καθορίζει όλες τις πράξεις του ζώου. Ο «τρόπος» είναι αυτονόητα εξαρτημένος
και προκαθορισμένος από τον «σκοπό», χωρίς φυσικά ο ίδιος σκοπός σε όλα τα ζώα
να συνεπάγεται ίδιο τρόπο. «Επίτευξη του ίδιου σκοπού με τον συγκεκριμένο τρόπο»
είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο· αλλά αυτή η φράση δεν καταδεικνύει και
πάρα πολλά για την ύπαρξη μιας ριζικής διαφοράς ανθρώπου ζώων, γιατί θα
μπορούσαμε να πούμε και για το φίδι «Επίτευξη του ίδιου σκοπού με τον
συγκεκριμένο τρόπο», δίχως το φίδι να γίνεται κάτι αξιοθαύμαστο ή να υποδηλώνει
τομή.
Πνεύμα
και ένστικτο επιτελούν την ίδια λειτουργία, δεν είναι «τελολογικά» ριζικώς
διάφορα.
«Μπορούμε
να προσθέσουμε και την ιδέα πως η κατεύθυνση της εξέλιξης του ανθρώπου έτεινε
στην ομοιότητα προς τα νεαρά και όχι προς τα ώριμα Πρωτεύοντα – και πως η
αναβολή αυτής της σωματικής ωρίμανσης του επέτρεψε την παράταση της περιόδου
εκμάθησης και πείρας και τη μεγαλύτερη αύξηση σε όγκο του εγκεφάλου του» (Ιστορία
της ανθρωπότητας, Unesco, τ. Α, κεφ. τέταρτο, «το
πνεύμα», σ. 122). Με άλλα λόγια, ακριβώς το ότι σωματικά ήμασταν τόσο
ανώριμοι, δηλαδή ατελείς και ευπρόσβλητοι, κατέστησε δυνατή την επί μακρόν
σταδιακή εμφάνιση του πνεύματος. Ασφαλώς ρόλο στη δημιουργία του πνεύματος θα
έπαιξαν διάφοροι παράγοντες: από την όξυνση της όρασης (λόγω της ζωής στα δέντρα
ήταν αναγκασμένος να βλέπει σε συνθήκες ημιφωτός, άρα να οξύνει την όρασή του),
την ευλυγισία του χεριού (λόγω γαντζώματος από τα δέντρα) η οποία επέτρεψε (σε
συνδυασμό με την οξυμένη όραση) την παρατηρητικότητα (μάτια τα οποία βλέπουν και
παρατηρούν τι κρατάν τα χέρια), την αλλαγή της διατροφής. Οι παράγοντες αυτοί
πρωτοδημιουργούν μια εμβρυώδη πνευματική κατάσταση, η οποία – ακριβώς επειδή το
πνεύμα είναι επινοητικό και «αεικίνητο» – ενέτεινε ακόμη περισσότερο τις
προσπάθειες για καλύτερο χειρισμό του χεριού, των φυσικών εργαλείων, οδηγώντας
στην ανάπτυξη μεγαλύτερου εγκεφάλου όπου θα αποθηκεύονταν οι πληροφορίες. Αυτή η
(λόγω εμφάνισης του πρώιμου πνεύματος) ανάπτυξη εγκεφάλου και δεξιοτήτων δίνει
τη δυνατότητα εμβάθυνσης του πνεύματος (δλδ χάρη στον αυξημένο όγκο εγκεφάλου
διευρύνονται οι ορίζοντες ανάπτυξης του πνεύματος, της συνείδησης)· έπειτα το
πιο ανεπτυγμένο πνεύμα κατορθώνει και δημιουργεί εργαλεία, ελέγχει τα χέρια του,
ασκεί τον εαυτό του ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να απαιτείται (και να
επιτυγχάνεται) μεγαλύτερος όγκος εγκεφάλου και ούτω καθεξής ώσπου να φτάσουμε
στον σημερινό άνθρωπο.
Η
ανθρώπινη βιοδομή είχε και τις δυνατότητες και την επιτακτική ανάγκη για
δημιουργία πνεύματος, αντίθετα από τα άλλα ζώα, τα οποία «αρκούνταν» (ή, για να
το πούμε σαφέστερα, μπορούσαν να επιβιώσουν εύκολα) στον συνδυασμό «ελάχιστο
"πνεύμα" και πολλά σωματικά χαρίσματα (φτερά, πόδια, νύχια, δόντια κλπ)».
Θα
μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν εξαφανίστηκε ο προάνθρωπος, αφού το
ένστικτό του είχε αδυναμίες. Δεν φαίνεται να ισχύει ότι ο «άνθρωπος» «απώλεσε,
άγνωστον πώς και γιατί, όλα εκείνα τα «ενστικτικά-λειτουργικά χαρίσματα», χάρη
στα οποία εξακολουθούν να επιβιώνουν ως πίθηκοι τα γνωστά είδη πιθήκων έως και
σήμερα». Πρώτον διότι ο κοινός πρόγονος δεν ήταν πίθηκος· και οι σημερινοί
πίθηκοι εξελίχθηκαν, όπως εξελίχτηκαν κι οι άνθρωποι, μετά τον διαχωρισμό
πιθήκων-ανθρώπου. Δεύτερον διότι δεν υπήρξε «κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο»
απώλεια των ενστίκτων και των λειτουργιών κι όλων των χαρισμάτων του εν γένει·
αυτά παρέμειναν τα ίδια, αλλά η μεταμόρφωση του περιβάλλοντος όπου ζούσαν οι
προάνθρωποι τα κατέστησαν ανεπαρκή (εκείνα τα χαρίσματα που έδιναν πλεονέκτημα
στη ζωή στο δάσος) τουλάχιστον για κάποιες ομάδες που δε μπορούσαν πλέον να ζουν
στα δάση. Αυτές ανέπτυξαν άλλου είδους τεχνικές επιβίωσης. Γιατί υπήρξε
διαχωρισμός; «Ο φλοιός της γης σχιζόταν κάτω από το ανατολικό τμήμα της
ηπείρου, κατά μήκος της γραμμής που εκτείνεται από την Ερυθρά θάλασσα ώς τη
σημερινή Αιθιοπία, την Κένυα, την Τανζανία και τη Μοζαμβίκη. Το αποτέλεσμα ήταν
να διογκωθεί η ξηρά σαν φουσκάλα στην Αιθιοπία και την Κένυα, σχηματίζοντας
μεγάλα υψίπεδα, άνω των 2.800 μέτρων. Αυτοί οι μεγάλοι θόλοι δεν μετασχημάτισαν
μόνο την τοπογραφία της ηπείρου αλλά και το κλίμα της. Οι εν λόγω θόλοι,
διαταράσσοντας τη ροή του αέρα από τα δυτικά προς τα ανατολικά, η οποία ώς τότε
ήταν ομοιόμορφη, στέρησαν από τα δάση των ανατολικών περιοχών το βρόχινο νερό
που τα συντηρούσε. Η συνεχής κάλυψη με δέντρα άρχισε να διασπάται· έτσι,
απέμεινε ένα μωσαϊκό από δασώδεις εκτάσεις και θαμνοτόπους. Ωστόσο οι ανοιχτοί
βοσκότοποι ήταν ακόμη σπάνιοι. Περίπου πριν από 12 εκατομμύρια χρόνια, μια
αλληλουχία, μια αλληλουχία τεκτονικών δυνάμεων άλλαξε περαιτέρω το περιβάλλον,
με το σχηματισμό μιας μεγάλης, κυματοειδούς κοιλάδας, που εκτείνεται από το
βορρά ώς το νότο, και είναι γνωστή ως Κοιλάδα του Μεγάλου Ρήγματος. Η ύπαρξη
τηςΚοιλάδας του Μεγάλου Ρήγματος είχε δύο βιολογικές συνέπειες: έθεσε ένα
τεράστιο φράγμα μεταξύ ανατολής και δύσης στους πληθυσμούς των ζώων και προώθησε
την περαιτέρω ανάπτυξη ενός πλούσιου μωσαϊκού οικολογικών συνθηκών. Ο γάλλος
ανθρωπολόγς Yves Coppens πιστεύει ότι το φράγμα
μεταξύ ανατολής και δύσης είχε κρίσιμη σημασία για τη χωριστή εξέλιξη των
ανθρώπων και των ανθρωποειδών πιθήκων. "Λόγω των περιστάσεω, ο κοινός προγονικός
πληθυσμός [ανθρώπων και ανθρωποειδών πιθήκων] βρέθηκε διαχωρισμένος", έγραψε
πρόσφατα. "Οι δυτικοί απόγονοι εκείνων των κοινών προγόνων επιδίωξαν την
προσαρμογή τους σ’ ένα υγρό, δασώδες περιβάλλον. Αυτοί είναι οι ανθρωποειδείς
πίθηκοι. Αντίθετα, οι ανατολικοί απόγονοι αυτών των κοινών προγόνων επινόησαν
ένα εντελώς νέο ρεπερτόριο συμπεριφορών, ώστε να προσαρμόσουν τη ζωή τους σ’ ένα
ανοιχτό περιβάλλον: αυτοί είναι οι άνθρωποι".» (R.
Leakey, Η απαρχή του ανθρώπινου είδους, σ. 55-56).
«Η υποχώρηση του τροπικού δάσους δημιούργησε πρόβλημα επιβίωσης για τους
ανθρωπόμορφους πιθήκους που απομονώθηκαν απ’ αυτό. πιθανότερη είναι η εκδοχή ότι
επέζησαν εκείνοι που κατόρθωσαν να διασχίσουν τη σαβάνα, στην προσπάθειά τους να
ξαναβρούν το δάσος στο οποίο ήταν προσαρμοσμένοι. Όσοι το ξαναβρήκαν ή
παρέμειναν σ’ αυτό αποτέλεσαν τους προγόνους των ανθρωποειδών. Από τους
υπόλοιπους, άλλοι έσβησαν κι άλλοι προσαρμόστηκαν στη σαβάνα. Από τους
τελευταίους κατάγεται ο αυστραλοπίθηκος. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι
τα απολιθώματα βρέθηκαν σε συνθήκες σαβάνας, ποτέ σε περιοχή δασών. Οι
ανθρωπόμορφοι αυτοί είναι εφοδιασμένοι από τη βιολογική κληρονομιά τους με
πολλές ικανότητες: στερεοσκοπική όραση, αναπτυγμένο νευρικό σύστημα και ακοή,
δυνατότητα δίποδης κίνησης, δυνατότητα χρήσης των χεριών για να τρώνε κτλ,
ικανότητα να κρατούν κλαδιά και να πετούν πέτρες, μεγάλο αριθμό οπτικών και
ακουστικών σινιάλων, στοιχειώδη οργάνωση αγέλης. Εξαιτίας του περιβάλλοντος που
ήταν φτωχό σε τροφή και πλούσιο σε αρπαχτικά, είχαν αναπτύξει νευρικό σύστημα
και μεγάλη πλαστικότητα συμπεριφορών. Για να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες
χρειάζονταν μόνο δύο πράγματα: την κατάκτηση της όρθιας στάσης και την αλλαγή
διατροφής. Από τη στιγμή αυτή οι προαυστραλοπίθηκοι βρέθηκαν σε πλεονεκτικότερη
θέση από τα άλλα ζώα της σαβάνας και χώρισε ο δρόμος τους από τους άλλους
πλευρικούς κλάδους των ανθρωπόμορφων» (Σωτήρη Δημητρίου, Η εξέλιξη,
τ. I, σ. 449-450). Σε ένα περιβάλλον «ανοιχτό», δεν
υπήρχε πλέον η σιγουριά του πηδήματος από κλαδί σε κλαδί για την αντιμετώπιση
λιονταριών ή φιδιών ή αρπακτικών. Δεν υπήρχαν τα φρούτα που τόσο εύκολα έδρεπε.
Οι συνθήκες ήταν επικίνδυνες. Η μη εξαφάνιση θα οφείλεται στις τεχνικές που
ανέπτυξε σπασμωδικά. Λ.χ. η όρθια στάση είναι αποδοτικότερη ενεργειακά στα
πρωτεύοντα. «Λίγα χρόνια νωρίτερα, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του
Χάρβαρντ είχαν δείξει ότι η βάδιση στα δύο πόδια είναι λιγότερο αποδοτική από τη
βάδιση στα τέσσερα. Οι ερευνητές του Χάρβαρντ, ωστόσο, είχαν συγκρίνει την
ενεργειακή αποδοτικότητα του διποδισμού των ανθρώπων με εκείνη της τετράποδης
μετακίνησης των αλόγων και των σκύλων. Οι Rodman
και McHenry τόνισαν ότι καταλληλότερη θα ήταν η σύγκριση
μεταξύ ανθρώπων και χιμπατζήδων. Όταν πραγματοποιούνται οι εν λόγω συγκρίσεις,
αποδεικνύεται ότι ο διποδισμός των ανθρώπων είναι πολύ πιο αποδοτικός από την
τετράποδη μετακίνηση των χιμπατζήδων. Έτσι, συμπέραναν ότι είναι εύλογο το
επιχείρημα το οποίο βασίζεται στην ενεργειακή αποδοτικότητα ως δύναμη της
φυσικής επιλογής που ευνοεί το διποδισμό» (R.
Leaky, Η απαρχή του ανθρώπινου είδους, σ. 60).
Έπειτα ξέρουμε ότι οι πίθηκοι – άρα και πιθανόν ο κοινός πρόγονος –
χρησιμοποιούν πέτρες και κλαδιά: «Οι κατάρρινοι, οι μανδρίλοι, οι
καπουτσίνοι, οι παβιανοί κι οι ανθρωποειδείς μπορούν να ρίχνουν πέτρες και να
χρησιμοποιούν τα κλαριά σαν ραβδιά. Οι παβιανοί σκοτώνουν σκορπιούς με πέτρες»
(Σ. Δημητρίου, Η Εξέλιξη, σ. 457). Έτσι λοιπόν η ανεπάρκεια των ενστίκτων
δεν σημαίνει παν-αδυναμία ή αδυναμία που συνεπάγεται άμεση εξαφάνιση, αλλά
οπωσδήποτε «πισωγύρισμα» σχετικά με τη ζωή που έκανε προηγουμένως. Κι αυτό
οδήγησε στην ανάγκη για σπασμωδικές κινήσεις, οι οποίες οδήγησαν στο πνεύμα.
Η θεωρία ότι το πνεύμα είναι συνέπεια της πλήρους κάλυψης των ενστικτικών ζωικών προανθρώπινων αναγκών, οπότε, μετά το κρίσιμο όριο, το πλεόνασμα ενέργειας χρησιμοποιήθηκε για την ανάπτυξη του πνεύματος είναι εσφαλμένη. Ο άνθρωπος δεν κάλυψε πλήρως τις ενστικτικές του ανάγκες και ενορμήσεις ούτε ολοκλήρωσε εντελώς τη λειτουργικότητά τους, ώστε να κατορθώσει ένα πλεόνασμα ενέργειας, το οποίο ενστικτωδώς ελεύθερα οδήγησε στο πνεύμα. Δεν τις κάλυψε πλήρως, διότι αυτό αντίκειται στο παντού παρατηρούμενο γεγονός ότι γένεση στα ζώα (αλλά και στα άτομα) νέων συστημάτων, επινοήσεων κλπ γίνεται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη για γένεση τέτοιων συστημάτων και επινοήσεων. Αν υπάρχει τέτοια ανάγκη όμως, τότε δεν υπάρχει «πλήρης κάλυψη» των ενστικτικών του αναγκών. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, όταν έχουμε ένα ον απροστάτευτο, δίχως νύχια, δόντια, φτερά, πόδια, λέπια, σκληρό δέρμα, ευάλωτο σε κρύο και σε ζέστη, δίχως ικανότητα χτισίματος στέγης, εύκολα τραυματιζόμενο, τότε μόνο για πλήρη κάλυψη των αναγκών του δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο με την δεδομένη, άνευ πνεύματος, υποδομή. Αν δεν κάλυψε όμως τις ανάγκες του, ασφαλώς δεν θα είχε ούτε δυνατότητα για να εξασφαλίσει ένα πλεόνασμα ενέργειας. Αποθηκεύουμε κάτι μόνο όταν αυτό μας περισσεύει, όμως ο (προ)άνθρωπος δεν είχε τίποτα να του περισσέψει, αλλά αντίθετα αντιμετώπιζε τρομερούς κινδύνους λόγω της «ανώριμης» βιοδομής του. Μια αντίληψη του πνεύματος ως «υπερχειλίσματος ενέργειας» δεν εξηγεί γιατί μόνο ο άνθρωπος κι όχι λ.χ. το λιοντάρι κάλυψε πλήρως τις ενστικτικές του ανάγκες κι ενορμήσεις, ώστε να αναρωτηθούμε γιατί το λιοντάρι (ή το δελφίνι κοκ) δεν διέθεσε το «πλεόνασμα ενέργειας» για μια «ενστικτωδώς ελεύθερη ανάπτυξη».
Παρουσιάζεται κι άλλο πρόβλημα σχετικά με τη θεωρία του πλεονάσματος
ενέργειας. Αν εξαρχής ο (μόλις λίγο πριν μετατραπεί σε άνθρωπο) άνθρωπος είχε
τόσο ογκώδη εγκέφαλο/κρανίο, είναι σα να λέμε ότι μέχρι να αναπτυχθεί το πνεύμα,
αυτό το τόσο πλούσιο κεφάλι ήταν... κούφιο περιμένοντας να γεμίσει. Δηλαδή η
εξέλιξη είχε δημιουργήσει έναν χαζό, ένα άχρηστο (αφού ικανοποιούνταν και δίχως
πνεύμα και εγκέφαλο οι ανάγκες του) εργαλείο. Σα να λέμε ότι δίνουμε στο κουνέλι
επιπλέον δύο χέρια ανθρώπου. Ωστόσο ακριβώς επειδή υπήρξε εξέλιξη, δηλαδή
αλληλεπίδραση περιβάλλοντος, αναγκών και βιοδομής, αυτό το ανθρώπινο νευρικό
σύστημα – και ο όγκος του κρανίου που απαιτείτο γι’ αυτό – δεν υπήρξε εξαρχής (δλδ
πριν την εμφάνιση του πνεύματος), αλλά αλληλεπιδρούσε αυξανόμενο με την σταδιακή
«εμβάθυνση»/αύξηση του πνεύματος. Άλλωστε όπως γνωρίζουμε τα πριν τον άνθρωπο
πρωτεύοντα είχαν μικρότερο όγκο εγκεφάλου, δηλαδή δυνατότητες «πνευματικές». Αν
ήταν διαφορετικά, τότε από ένα δεδομένο και περίπου ισόποσο όγκο εγκεφάλου των
διάφορων πρωτευόντων, θα είχαμε ξαφνικά ποσοτική «εκτίναξη» στον κατά
πολύ υπέρτερο ανθρώπινο κρανιακό όγκο.
Η
θεωρία ότι λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα και γι’ αυτό γίναμε άνθρωποι
είναι αβάσιμη. Λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα και γι’ αυτό γίναμε, άθελα ή
ηθελημένα, άνθρωποι και θέσαμε νέα προβλήματα προς επίλυση; Δεν λύσαμε όλα μας
τα προβλήματα ως ζώα και γι’ αυτό θέσαμε στον εαυτό μας άλλου είδους προβλήματα,
ώστε να έχουμε κάτι να ακονίζουμε την, χαμηλή τότε, ευφυΐα μας; Υπάρχει ένας τρίτος δρόμος: δεν λύσαμε όλα μας τα προβλήματα ως ζώα, γι’ αυτό
γίναμε (δια του πνεύματος και, φυσικά, άθελά μας) άνθρωποι, με σκοπό να λύσουμε
οριστικά τα ζωικά προβλήματά μας: ωστόσο απλώς – ακριβώς λόγω της προορατικής
αδυναμίας ή της ατέλειας τής προνοητικότητας του πνεύματος – δημιουργήσαμε νέα προβλήματα, τα οποία είναι απλώς
εποικοδόμημα των ζωικών προβλημάτων και τίποτε άλλο. Το πώς και τι θα φάμε είναι
επιμέρους προβλήματα σύγχρονα, είναι όμως το ίδιο πρόβλημα που είχαμε παλιά. Η
διαφορά μεταξύ προβιάς και πολυτελών ρούχων είναι ασήμαντη: και τα δυο αποτελούν
απαντήσεις στο ίδιο πρόβλημα· το ζην ενυπάρχει στο ευ ζην, το οποίο δεν είναι
παρά η προσπάθεια για τελειωτική (όπως στα ζώα) επίλυση των προβλημάτων του ζην.
Δεν υπάρχει ευ ζην δίχως ζην. Αν τα προβλήματα του ευ ζην είναι «άλλου είδους
προβλήματα και ανάγκες από εκείνα του ζώου», πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Οι
«λύσεις» για το ζην απλώς δημιουργούν προβλήματα εξαιτίας της ανακρίβειας της
προνοητικότητας του πνεύματος. Το γυναικείο λ.χ. δίλλημα «τι φούστα να ψωνίσω;»
δεν συνεπάγεται (ως προϊόν του πνεύματος) ούτε πλήρη ικανοποίηση της ανάγκης
«κρυώνω, αν δεν καλυφθώ με κάτι» ούτε υπέρβαση του «ενστίκτου» προς κάποια..
ελευθερία από το κρύο. Δεν έχουμε διαφορετικά προβλήματα από αυτά των ζώων·
απλώς έχουμε πιο εκλεπτυσμένες, πιο δυσεπίλυτες (εξαιτίας του όπλου που
επιλέξαμε) μορφές των αυτών προβλημάτων. Η φαινομενική συνεχής επινοητικότητα
του πνεύματος, η οποία οδήγησε από τη σπηλιά στα σύγχρονα σπίτια, είναι προϊόν
εσωτερικής διεργασίας του πνεύματος, της «μελλοντολογίας» του, κι όχι ανάπτυξης
επιπλέον πνεύματος.
Ασφαλώς κάποια στιγμή το ένστικτο δεν ήταν ένστικτο. Ήταν ακόμη επίκτητη γνώση και όχι ένστικτο, αποτέλεσμα προσπαθειών. Αυτό δεν κάνει βέβαια τα πουλιά που χτίζουν τις φωλιές τους να έχουν πνεύμα. Εάν θεωρήσουμε ότι ο προάνθρωπος έκανε εξερευνητικές προσπάθειες αυτοεξέλιξης, αυτό δεν τον κάνει ανθρώπινο ούτε ξεχωριστό ούτε πνευματοφόρο, αφού και τα πουλιά, και οι βάτραχοι και οι σαύρες έκαναν αντίστοιχες εξερευνητικές προσπάθειες προκειμένου να γίνουν πουλιά, βάτραχοι και σαύρες (δε χρειάζεται να επισημανθεί εκτενώς την επίδραση της γλώσσας π.χ. στις λέξεις εξερεύνηση, αυτοεξέλιξη, η οποία μας κάνει να νομίζουμε ότι τα υποκείμενά τους είναι άνθρωποι ή έχουν συνείδηση κι αποφασίζουν πραγματώνοντας κάποιο λογικό σχέδιο, πράγμα φυσικά λανθασμένο). Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιου είδους ιδιαίτερη, (προ)ανθρώπινη μόνο, μάθηση ούτε βέβαια για κάποιες προσπάθειες βάσει σχεδίου, αλλά για μάλλον σπασμωδικές και τυχαίες, πλην όμως επίμονες, εκδηλώσεις του αγώνα για βιολογική αυτοσυντήρηση πάσει (εξ ού και η επιμονή) θυσία. Όπως τα πουλιά κατάφεραν να απομνημονεύσουν την ικανότητά τους να χτίζουν φωλιά, έτσι ο (προ)άνθρωπος κατάφερε (άθελα βέβαια) να αποκτήσει πνεύμα, το οποίο παγιώθηκε-ολοκληρώθηκε, σχεδόν όπως τα ένστικτα, ως ικανότητα, εντός του. Όπως και να ‘χει, η παραδοχή ότι ένα συγκεκριμένο ένστικτο δεν υπήρχε από πάντα δεν παύει να το κάνει ένστικτο από τη στιγμή της παγίωσής του. Αν μάλιστα δεχτούμε ότι, όπως και το πνεύμα, έτσι και τα ένστικτα του ανθρώπου, ο άνθρωπος τα απέκτησε εξ ανάγκης και με τον ίδιο τρόπο με τα ζώα, λ.χ. όπως τα πουλιά απέκτησαν το ένστικτο να χτίζουν φωλιές, αυτό είναι ένας ακόμα λόγος για να απορρίψουμε τη θεωρία της ασυνέχειας στην εξέλιξή του.
Ότι τα ζώα έχουν την ικανότητα να τη γλιτώνουν είναι άλλο πράγμα από την υπόθεση ότι δρούσαν λελογισμένα όταν προσπαθούσαν με σπασμωδικές ενέργειες να επιβιώσουν. Θα μπορούσαμε λοιπόν να δεχτούμε ότι έχουν ορισμένη, ελάχιστη, ικανότητα εκμάθησης, η οποία δεν συνεπάγεται συνείδηση ανθρώπινου επιπέδου. Για παράδειγμα, το σκουλήκι μπορεί έπειτα από πολλές φορές να διαλέξει το δρόμο του μέσα σε ένα «τρίστρατο» γυάλινων σωλήνων, στην άκρη του ενός από τους δύο (από τον τρίτο καταφθάνει) βρίσκεται μια μπαταρία που το «κεραυνοβολεί» ελαφρά. Τι είδους συνείδηση μπορούμε να πούμε για το σκουλήκι πως έχει; Γιατί να μην μιλήσουμε και για πνεύμα τότε ή για ελευθερία βούλησης (αφού τάχα ελεύθερα επιλέγει να μην οδεύσει στον επικίνδυνο σωλήνα) στα ζώα; Είναι προφανές γιατί, διότι αυτά τα έχει μόνο ο άνθρωπος. Πηγαίνοντας ολοένα και πιο πίσω, είναι αδύνατον να έχουμε έμβια ζωή η οποία να μην έχει εξαρχής αποτυπωμένα τα ένστικτα του πόνου και της αποστροφής προς αυτόν καθώς και μιας υποτυπώδους «γνώσης» για αποφυγή τους˙ αν δεν ήταν έτσι, τότε κανένα είδος δε θα επιβίωνε εξαρχής, γιατί μέχρι να ασκήσει την συνείδησή του και έπειτα να παγιωθεί η ανακάλυψή της σε ένστικτο, θα είχε εξαφανιστεί το ζώο. Επομένως είτε υπήρξε εξαρχής ένα ένστικτο «γνώσης» και αποφυγής του πόνου-κινδύνου είτε δεν υπήρξε λελογισμένος, με το πάσο του ζώου, τρόπος αποφυγής του κινδύνου, αλλά σπασμωδικές προσπάθειες, δίχως προνοητικότητα (αφού τα ζώα δεν είχαν πνεύμα), δίχως αρχή, μέση, τέλος, και μέσω αυτών επιβίωσε το έκαστο είδος. Οι σπασμωδικές προσπάθειες αυτές μπορεί να επαναλήφθηκαν, δεν ήταν όμως δυνατόν να γίνουν λελογισμένες, γιατί η λογική απαιτεί συλλογισμό. Άλλο η επανάληψη των προσπαθειών αυτών, μέχρι να μετατραπεί σε ένστικτο, κι άλλο η ύπαρξη απόφασης, συλλογισμού κ.λπ. το οποίο μετά μετατρέπεται σε ένστικτο, ύπαρξη η οποία δεν αποδεικνύεται από πουθενά. (6/8/2007)
Οι
πρωταρχικές εξερευνητικές προσπάθειες όλων των ζώων (ώσπου αυτά να αποκτήσουν τα
βιολογικά ή – στην περίπτωση του ανθρώπου – τα πνευματικά όπλα για την
αυτοσυντήρησή τους) δεν συνιστούν θέληση για διεύρυνση της Ισχύος· πόσο μάλλον
συνεχή, όπως στον άνθρωπο, θέληση για διεύρυνση της Ισχύος. Άλλωστε, όπως τα ζώα
επαναπαύονται στα βιολογικά όπλα τους μη επιδιώκοντας να αποκτήσουν καινούργια
λ.χ. «πνεύμα», έτσι κι ο άνθρωπος επαναπαύεται στο πνεύμα του μη επιδιώκοντας να
αποκτήσει χαυλιόδοντες ή άλλα σωματικά όπλα.
Η
αναζήτηση της διάκρισης ανθρώπου-ζώων βάσει του Νοήματος είναι σωστή αλλά εν
μέρει μόνο. Γιατί τα Νοήματα εμφανίστηκαν πολύ μετά την ανάπτυξη του πνεύματος.
Εάν βέβαια θεωρήσουμε ότι, ακριβώς επειδή – «τώρα πλέον» που ο άνθρωπος
έχει πνεύμα – είναι αδύνατον να μην παράγονται χάριν αυτοσυντήρησης οι
σημασίες/νοήματα, τα νοήματα έχουν καταστεί πλέον ανεκρίζωτα, δεν σφάλλουμε
μεν, ωστόσο η αδυναμία να εκριζωθούν δεν οφείλεται στην πρωτογενή
αυθυπαρξία τους, αλλά ότι αποτελούσαν/ούν τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιείται
σε ορισμένο επίπεδο η θέληση για αυτοσυντήρηση. Δεν αρχίζει ο άνθρωπος με τα
νοήματα, αλλά ο άνθρωπος δίνει τα νοήματα – αλλιώς θα χρειαζόμασταν κάποιον που
να δώσει τα νοήματα στον «προάνθρωπο» καθιστώντας τον άνθρωπο. Ακόμη και τα
Νοήματα-Αξίες είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να βοηθούν την αυτοσυντήρηση του
ανθρώπου στον «χώρο» του πνεύματος.
Είναι
άλλο πράγμα η (από ένα σημείο και ύστερα) ταύτιση αξιών-Νοημάτων και ανθρωποσύνης και
άλλο πράγμα το ποιος και γιατί έδωσε τα νοήματα. Επειδή το πνεύμα προηγείται
των αξιών (οι αξίες είναι πνευματικές, αλλά το πνεύμα δεν παράγει μόνο «ηθικές»
αξίες ούτε ήταν αυτές η πρώτη εκδήλωσή του ούτε ήταν σκοπός δημιουργίας του
πνεύματος η παραγωγή ηθικών αξιών-νοηματοδοτήσεων· κι όταν παρήχθησαν αυτές, ο
σκοπός ήταν ιδιοτελής, η εξασφάλιση της αυτοσυντήρησης, η κατοχύρωση του
υποκειμένου ως προς τους ανθρώπους και τη φύση), και χρονικά και αιτιακά, κι
επειδή το πνεύμα καθιστά κάποιον άνθρωπο, δεν είναι τα νοήματα-αξίες αυτά που
μετέτρεψαν κάποτε ένα ον σε άνθρωπο. Ο προάνθρωπος προσπαθώντας να επιβιώσει, να προσαρμοστεί
σε μια νέα κατάσταση, «επέλεξε» να παράξει πνεύμα· επέλεξε να προσαρμοστεί κατά
έναν συγκεκριμένο τρόπο (όρθια στάση-απελευθέρωση του χεριού-συντονισμός
χεριού/προσοχής/εγκεφάλου-αύξηση εγκεφάλου), ο οποίος οδήγησε στη δημιουργία του
πνεύματος, δηλαδή στην ανθρωπογένεση, με πρώτα απτά σημεία ύπαρξης τα εργαλεία. Οι
αξίες-νοήματα ακολουθούν πολύ αργότερα, είναι τα έσχατα παράγωγα του πνεύματος.
Με άλλα λόγια το Πνεύμα είναι κάτι γενικότερο από το Νόημα. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο, όχι το αντίθετο. Το γεγονός ότι το πνεύμα παράγει τις αξίες-νόημα αποτελεί εξ ίσου λίγο απόδειξη κάποιας αντιστοιχίας της υφής του πνεύματος με την υφή των αξιών, όσο και το γεγονός της παραγωγής ιδεών από τον άνθρωπο αποδεικνύει ότι την καθαρά πνευματική του υπόσταση ως όντος. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος απέκτησε πνεύμα, λογική (με την ανθρώπινη σημασία και στο ανθρώπινο επίπεδο), άρχισε να βλέπει παντού, δηλαδή σε κάθε τι που παρατηρούσε στον κόσμο, αιτία, μέσα (μεθόδους) και σκοπούς-αποτελέσματα. Αναμενόμενο ήταν ότι αυτόν τον τρόπο μοντελοποίησης του κόσμου, των πραγμάτων και των συμβάντων, τον μετέφερε κάποιαν στιγμή σε ανώτερο επίπεδο, στο επίπεδο του Νοήματος της Ζωής. Ανακαλύπτοντας αιτίες και σκοπούς-αποτελέσματα για τα απλά πράγματα της ζωής πίστεψε ότι κάθε τι έχει αιτία λογική και σκοπό, άρα και η ίδια η Ζωή έχει σκοπό λογικό και επομένως Νόημα. (6/8/2007)
Ἐδῶ ἀνοίγουμε μιὰ παρένθεση σχετικὴ μὲ τὶς συνέπειες τῆς ὕπαρξης Νοηματοδότησης. Ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοήματα-Ἀξίες εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δηλαδὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος (δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ) παράγει νοήματα-ἀξίες, δὲν συνεπάγεται τίποτε ἀναφορικὰ μὲ τὸ ποιὰ Νοήματα καὶ ποιὲς (ἠθικὲς) Ἀξίες εἶναι τὰ ἀληθινά, τὰ "ὀρθά", τὰ ἐξωανθρωπίνως ἀντικειμενικά. Γιατὶ ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νόημα εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα εἶναι ἡ μισὴ ἀλήθεια: ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι πὼς ὁ ἄνθρωπος παράγει πολλὰ διαφορετικὰ καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενα ἀναμεταξύ τους νοήματα-ἀξίες, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν συμπεραίνεται ἡ ἀντικειμενικότητα-ἀλήθεια μίας συγκεκριμένης νοηματοδότησης (ἢ ὁρισμένων καὶ λίγων) καὶ ἑνὸς συγκεκριμένου συστήματος ἀξιῶν. Ἐπιπλέον ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοηματοδόση-Ἀξίες εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους δὲν συνιστᾶ ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς ἄποψης ὅτι τὸ Πνεῦμα, ἄρα καὶ οἱ Νοηματοδοτήσεις-Ἰδέες-Ἀξίες, συνιστοῦν ὅπλα στὸν ἀγώνα γιὰ αὐτοσυντήρηση τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τὸ γεγονὸς ("Ἄνθρωπος καὶ Νοηματοδότηση εἶναι ἀδιαχώριστα") κι ἄλλο πρᾶγμα ὁ ἰσχυρισμὸς "ἐπειδὴ εἶναι ἀδιαχώριστα, τὸ Πνεῦμα καὶ οἱ Νοηματοδοτήσεις δὲν εἶναι ὅπλα γιὰ τὴν αὐτοσυντήρηση τοῦ Ἀνθρώπου". Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ διαπίστωση ὅτι Ἄνθρωπος καὶ Νοήματα εἶναι ἄρρηκτα δεμένα μεταξύ τους συνεπάγεται ὅτι οἱ διακηρύξεις γιὰ τἐλος τῶν ἰδεολογιῶν, γιὰ ἀνάγκη τοῦ σχετικισμοῦ ὡς ἠθικοῦ δέοντος (κι ὄχι ὡς ἠθικὰ καὶ δεοντολογικᾶ οὐδέτερης διαπίστωσης-παρατήρησης) συνιστοῦν στὴν καλλίτερη περίπτωση μάταιες προσδοκίες καὶ στὴν χειρότερη ἕναν πλάγιο τρόπο ἐπιβολῆς μιᾶς συγκεκριμένης ἰδεολογίας καὶ ἑνὸς συγκεκριμένου τύπου κοινωνικῆς κυριαρχίας, τοῦ σημερινοῦ. Λάθος λοιπὸν κάνουν τόσο ἐκεῖνοι ποὺ ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς δημιουργίας Νοήματος ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπο προσπαθοῦν νὰ ἀποκομίσουν ὀφέλη ὑπὲρ τῆς συγκεκριμένης, δικῆς τους Νοηματοδότησης, ὅσο καὶ αὐτοὶ ποὺ ἀπὸ τὴν διαπίστωση τῆς πολλότητας τῶν Νοηματοδοτήσεων ὑποστηρίζουν τὴν κατάργηση τῶν ἐπὶ μέρους Νοηματοδοτήσεων ἀπαιτῶντας ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὲς τῶν τελευταίων νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν σχετικότητά τους. (10/8/2007)
Ο
άνθρωπος ακόμη και να ήθελε δεν μπορεί να εξαφανίσει το πνεύμα του, όχι μόνο
γιατί δεν τον συμφέρει αλλά διότι θα έπρεπε πρώτα να αναπτύξει άλλο όπλο για την
αυτοσυντήρησή του, τη βιολογική και την κοινωνική καθώς και διότι δεν μπορεί
λ.χ. να πάψει να σκέφτεται. Έτσι δεν υπάρχει καμμία προσπάθεια διατήρησης
των ανθρώπινων τρόπων, διότι αυτοί είναι αδύνατο να εκλείψουν, τόσο για
βιολογικούς λόγους, δηλαδή επειδή θα έπρεπε, αν καταργούνταν το πνεύμα, να
αποκτήσουμε τις σωματικές ικανότητες των συγγενικών μας ζώων, όσο και για
κοινωνικούς λόγους, επειδή οι μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου δε θα επέτρεπαν κάτι
τέτοιο.
Ο υποτιθέμενος αγώνας του Ανθρώπου να παραμείνει Άνθρωπος συνεπάγεται ένα συλλογικό υποκείμενο «ανθρωπότητα», το οποίο όμως δεν είναι υποκείμενο, δεν αγωνίζεται να παραμείνει «άνθρωπος», διότι δεν δρα συλλογικά. Άπαξ κι ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος, δεν αγωνίζεται για να παραμείνει άνθρωπος, αλλά να παραμείνει ο συγκεκριμένος άνθρωπος, οι συγκεκριμένες, επιμέρους ομάδες ανθρώπων· δεν έχουμε την περίπτωση των πιθήκων ή των υπόλοιπων ζώων, διότι αυτά δεν έχουν πνεύμα που να τα κάνει άτομα. Επιμέρους ομάδες ανθρώπων, έθνη, τάξεις καθώς και άτομα επιδιώκουν την αυτοσυντήρησή τους (αγωνίζονται να παραμείνουν έθνη κλπ), τη διατήρηση της (ευνοϊκής γι’ αυτά) κατάστασης, μέσω του πνεύματος, το οποίο όμως ακριβώς επειδή «δουλεύει» χάρη στην πρόβλεψη, η οποία αναγκαστικά είναι ανακριβής, συνεπάγεται το να επιδιώκουν την αύξηση της ισχύος τους οι παραπάνω ομάδες. Δεν υπάρχει «άνθρωπος» ώστε να επιδιώξει να παραμείνει άνθρωπος, δηλαδή δεν υπάρχει ανθρωπότητα-πρόσωπο ώστε να επιδιώξει να παραμείνει ανθρωπότητα. Υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι, που δεν έχουν κοινούς σκοπούς ούτε κοινές πνευματικές αξίες (οι οποίες αιτιολογούν την επικράτηση των εκάστοτε υποστηρικτών τους). Για παράδειγμα οι Μουσουλμάνοι αγωνίζονται για τη διατήρηση και υπεράσπιση των «νοηματοδοτήσεων»-αξιών τους, αλλά η Δύση ή το Ισραήλ δεν ενδιαφέρεται για τη διατήρηση και υπεράσπιση των ισλαμικών αξιών κι ούτε η «Ανθρωπότητα» θα πάθει τίποτα αν αυτές εκλείψουν, δηλαδή οι εκάστοτε «αξίες» του «πνεύματος» και η υπεράσπισή τους αφορούν επιμέρους ομάδες κι όχι τον «Άνθρωπο» που «τις υπερασπίζεται (όλοι) ώστε να μείνει άνθρωπος». Άλλο το πνεύμα ως δημιουργός αξιών κι άλλο η μοίρα των εκάστοτε αξιών. Κλείνουμε τὴν παρένθεση καὶ συνεχίζουμε.
(24-11-2011)Tὸ ὅτι μέσα στὸν κόσμο τῶν σημασιῶν ὑπάρχουν (ὄχι κατ’ ἀνάγκη μειοψηφικά, φυσικά) καὶ σημασίες οἱ ὁποῖες ἐναντιώνονται στὴν πρωτοκαθεδρία τοῦ κόσμου τῶν σημασιῶν καὶ τοῦ "Νοήματος" καταρρίπτει ἀμέσως τὸ θέατρο ποὺ σκηνοθετεῖται ὡς "σημασία/νόημα vs μηδενισμός". Γιατὶ μόνο ἂν οἱ σημασίες καὶ τὰ νοήματα ἦταν ἀπὸ τὴ μία πλευρά, ὅλα τους (ἢ τὰ περισσότερα) «καλὰ» καὶ «ἀντιμηδενιστικά», καὶ μόνο ἂν ἡ ἄλλη πλευρὰ ἀποτελεῖτο ἀπὸ ἀδίστακτους ἀνηθικιστὲς (πέρα ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό) ποὺ δεκάρα δὲν ἔδιναν γιὰ τὸ νόημα καὶ τὴ σημασία (εἴτε ἦταν Χίτλερ εἴτε Λένιν κ.λπ.), θὰ εἶχε κάποιο νόημα ἡ σκηνοθεσία τῆς διαμάχης αὐτῆς. Καὶ ἀφοῦ ἡ θεατρικὴ αὐτὴ διαμάχη εἶναι ἀνούσια (ἐπιγραμματικά: Οἱ ἠθικιστὲς εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ χρησιμοποιήσουν «καλὴ» βία -ἐκτὸς κι ἂν ἔχουν τόσο μεγάλη ἰδέα γιὰ τὶς νοηματοδοτήσεις τους ὥστε νὰ πιστεύουν ὅτι θὰ πείσουν μὲ τὰ λόγια-νοήματά τους τοὺς πάντες- ἂν ἐπεδίωκαν τὴν κοινωνικὴ ἐπικράτηση τῶν σημασιῶν τους, ἐνῶ οἱ «κυνικοὶ μηδενιστὲς» πάντα -ἀκόμη καὶ οἱ Ναζί- ἐκλογίκευαν καὶ νοηματοδοτοῦσαν τὴν «ὠμὴ βία» τους ὥστε νὰ ἀποκτήσουν ὁπαδούς), ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ διαμάχη αὐτὴ στερεῖται τὴν καθαρότητα ποὺ οἱ ὑπέρμαχοι τῶν «σημασιῶν» καὶ τοῦ (γενικὰ καὶ ἀόριστα) "Νοήματος" τῆς δίνουν, μπορεῖ κανεὶς νὰ ψάξει γιὰ ἀντίστοιχα ἱστορικὰ παραδείγματα, στὰ ὁποία ἡ πρωτοκαθεδρία τοῦ νοήματος δὲν ἦταν, πρακτικά, περισσότερο ἐπιτυχὴς (ὅσον ἀφορᾶ στοὺς διακηρυγμένους σκοποὺς τῶν ἠθικιστῶν) ἀπὸ τὴν «μπρεχτικὴ» ἀντιστροφὴ τῆς παραπάνω πρωτοκαθεδρίας: Ἡ ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ δέχεται τὴν προτεραιότητα τοῦ νοήματος, δὲν ἔφερε τὴν κατάργηση τῆς δυστυχίας περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἐπικράτηση τοῦ «ὠφελιμιστικοῦ», «ἀντινοηματικοῦ» μαρξισμοῦ. Κι ἂν πιστέψουμε ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀξεῖς ἐπικριτὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ἐπικράτησή του ὀφειλόταν στὴν ἔμπρακτη φιλανθρωπία καὶ ἀλληλεγγύη, τότε ἡ σημασία τῶν σημασιῶν δὲν θὰ ἦταν τόσο μεγάλη, τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὸν βαθμὸ κοινωνικῆς ἐπικράτησης τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. (24-11-2011)
Κανείς
δεν ισχυρίζεται ούτε πιθανολογεί, σήμερα τουλάχιστον, σοβαρά ότι ο άνθρωπος
κατάγεται από τον πίθηκο (γίββωνα, χιμπατζή, ουρακοτάγκο κ.ά.). Άνθρωπος και
πίθηκος προέρχονται από έναν κοινό πρόγονο που προφανώς δεν ήταν άνθρωπος αλλά
ούτε και πίθηκος. Αυτό το είδος, όταν άλλαξαν κάποιες συνθήκες, οι οποίες ώς
τότε επέτρεπαν την επιβίωσή του, διαχωρίστηκε σε δύο ομάδες, από τη μια τους
πιθήκους κι από την άλλη τους «προανθρώπους». Ώστε ο πίθηκος δεν συντηρήθηκε
στην ίδια κατάσταση, είναι κι αυτός αποτέλεσμα εξέλιξης προς μια άλλη
κατεύθυνση, του κοινού προγόνου. Ότι ο άνθρωπος κατάγεται από κάποιο ζώο δε
σημαίνει ότι το ζώο αυτό εξακολουθεί να υφίσταται. Αλλά κι αν ακόμη
εξακολουθούσε (που δεν εξακολουθεί, γιατί και οι πίθηκοι είναι προϊόντα
εξέλιξης) να υφίσταται το ζώο αυτό, ποιο είναι το πρόβλημα με την αυτοσυντήρηση
και την σχέση της με την μετεξέλιξη; Εφόσον σε ορισμένες περιοχές η
αυτοσυντήρηση του προκόνσουλ (κοινού πρόγονου) εξακολουθούσε να είναι δυνατή,
αυτό διατηρήθηκε όπως ήταν (με τα εκατομμύρια χρόνια φυσικά, θα υπέστη κι αυτό
μεταλλάξεις – δεν ισχύει ότι μόνο ο αγώνας υπέρ της αυτοσυντήρησης οδηγεί σε
μετάλλαξη) και δε χρειάστηκε να προσαρμοστεί, όσο ο μετέπειτα άνθρωπος, σε
κάποιες νέες συνθήκες αναπτύσσοντας επινοητικότητα, εργαλεία και πνεύμα, ενώ
στις περιοχές όπου ζούσε ο κοινός πρόγονος οι οποίες δεν παρείχαν τις
δυνατότητες για εξακολούθηση της αυτοσυντήρησης, για κάποιο λόγο οι
συγκεκριμένες αυτές ομάδες αντί να ξανατρυπώσουν στα δάση (όταν αυτά
περιορίστηκαν ή εξαφανίστηκαν από τις περιοχές τους) προσαρμόστηκαν στον νέο
τρόπο ζωής· και για να το κάνουν αυτό χρειάζονταν επινοητικότητα, όχι απλώς την
επινοητικότητα που είχαν οι πρόγονοι, δηλαδή έπρεπε να αναπτύξουν, σταδιακά,
πνεύμα. Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι δεν υπάρχει καμμία ασυνέχεια
στην εξέλιξη.
Άπαξ και ο κοινός πρόγονος έγινε άνθρωπος επιλέγοντας (μέσω της
εγκατάλειψης του δάσους, της όρθιας στάσης, της απελευθέρωσης του χεριού, της
νοητικής εκγύμνασης/αυτοβελτίωσης του νου δια του χεριού και της οράσεως) να
αποκτήσει πνεύμα, αυτό το πνεύμα κατέστησε λίγο-πολύ άχρηστη την σωματική
βελτίωση (π.χ. να αναπτύξει στη σαβάνα ταχύτητα της τίγρης).
Η
σημερινή διαφορά μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου δεν συνεπάγεται ούτε τομή
ούτε ασυνέχεια. Άλλο «διαφορά» και άλλο «ασυνέχεια». Το πνεύμα ήταν ένας
επιτυχημένος τρόπος για να επιβιώσει ένα ζώο· τέτοιος παραμένει. Ούτε ο άνθρωπος
αγωνίζεται για να διατηρήσει το πνεύμα του ούτε ο ελέφαντας διεξάγει κάποιον
συγκεκριμένο αγώνα για να διατηρήσει την προβοσκίδα του. Αγώνας για το πνεύμα ως
πνεύμα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει αγώνας να διατηρηθούν τα γαϊδούρια ως
μεταφορικά μέσα από τη στιγμή που εφευρέθηκαν τα φορτηγά αμάξια. Το πνεύμα ως
πνεύμα δεν θα μας ενδιέφερε διόλου αν δεν γνωρίζαμε την πολύτιμη αξία του για
την αυτοσυντήρησή μας/ αν δεν είχε τέτοια αξία. Θα ατροφούσε αμέσως, όπως
ατρόφησε η ουρά μας, αν υπήρχαν άλλοι καλύτεροι τρόποι επιβίωσης. Συμπέρασμα: η
όποια προσπάθεια για «αγώνα υπέρ του πνεύματος, της διαφύλαξής του» είναι
απόλυτα ιδιοτελής, δηλαδή αποτέλεσμα της ανάγκης· ο φόβος για την εξαφάνιση του
πνεύματος είναι απόλυτα αβάσιμος. Ο άνθρωπος πράγματι δε διεξάγει αγώνα
ενστικτώδους επιβίωσης, διότι τον αγώνα για αυτοσυντήρηση τον έχει αναλάβει κατά
βάση το πνεύμα του.
Δεν κάνουν τα εργαλεία
τον άνθρωπο, δεν κάνουν τα αξιακά νοήματα τον άνθρωπο, απλώς δείχνουν ότι έχει
ήδη πνεύμα, άρα είναι άνθρωπος. Είναι αναπόφευκτο, βέβαια, ότι ο άνθρωπος που
κατασκεύαζε λίθινα εργαλεία κάποια στιγμή κάποτε θα αποφάσιζε, λόγω της τάσης
του πνεύματος/της Λογικής να ψάχνει αιτίες και αποτελέσματα και να αναζητά (λόγω
ανθρωπομορφικής σκέψης) «συνείδηση» πίσω από τα γεγονότα, ότι η ζωή έχει
νόημα, ότι το νόημα της ζωής είναι αυτό ή το άλλο, ότι πρέπει να λατρεύουμε τον
κεραυνό γιατί αλλιώς θα θυμώσει και θα κεραυνοβοληθούμε κοκ. Αλλά αυτά είναι
μεταγενέστερα και χρησιμοθηρικά.
Εάν το
προγονικό μας πρωτεύον αυτό δεν είχε χέρια, αλλά φτερά ή αν δεν είχαν
απελευθερώσει τα χέρια του από το περπάτημα, δε θα μπορούσε να αναπτυχθεί η
όρθια στάση, η εξέταση αντικειμένων και η επαύξηση της προσοχής, άρα εν τέλει
και της νοητικής διεργασίας, που οδηγεί στο πολύπλοκο νευρικό σύστημα και στο
πνεύμα. Δίχως τη σωματοδομή του κοινού προγόνου και τις δυνατότητες που δίνει
αυτή, δε θα υπήρχε καμμία πιθανότητα να αναπτυχθεί το πνεύμα. Εν μέσω των
ορίων που οι δυνατότητες του αμέσως προηγούμενου είδους θέτουν θα κινηθεί το
εύρος των ικανοτήτων του απογόνου· όχι εν μέσω των ορίων των δυνατοτήτων του
προπροηγούμενου είδους. Αν δεν δεχτούμε ότι το πνεύμα έπεσε από τον ουρανό
άνευ αιτίας, τότε η συνάρτηση βιοδομής και πνεύματος είναι αναπόφευκτη και μόνο
από τα πρωτεύοντα (από ζώα με δυνατότητα απελευθέρωσης του χεριού, λόγω της
απόκτησης της όρθιας στάσης και αύξησης, λόγω του συστήματος
μάτι-χέρι-εγκέφαλος, του νευρικού συστήματος) θα μπορούσε να παραχθεί τέτοια
πολυπλοκότητα, αλλιώς όλα τα ζώα θα έπρεπε να αποκτούν πνεύμα άπαξ και
ικανοποιούσαν (που τις ικανοποιούν άλλωστε) πλήρως τις ενστικτικές τους ανάγκες.
Η κοινωνικότητα ως
επιχείρημα κατά της αναγωγής των πάντων στον αγώνα για αυτοσυντήρηση (χάρη στην
επιτυχία του οποίου έχουμε ακριβώς αυτή τη βιοδομή, με ό,τι συνεπάγεται αυτή, το
πνεύμα) δεν λέει πολλά. Διότι σκοπός της κοινωνίας,
τόσο των προανθρώπων όσο και του ανθρώπου, ήταν η αυτοσυντήρησή της· το πέρασμα
στην κοινωνία των ανθρώπων δεν συνεπάγεται κάποια υπέρβαση του αγώνα αυτού,
ίσα-ίσα οφείλεται σε αυτόν τον αγώνα, κι επομένως δεν υπάρχει κάποιο προϊόν της
πρώιμης ανθρώπινης κοινωνίας που να αντιβαίνει τον παραπάνω κανόνα και που
σηματοδοτεί «την ενστικτική ελευθερία». Εάν μόνο (ανθρώπινη) κοινωνία έφτιαξε το
πνεύμα, έχουμε κυκλική σκέψη, αφού οι άνθρωποι ήδη ήταν ανθρώπινοι και η
κοινωνία επίσης, οπότε καταλήγουμε ότι ο άνθρωπος έφτιαξε τον άνθρωπο· είναι σα
να λέμε ότι ο άνθρωπος έπεται του ανθρώπου και ταυτόχρονα ότι ο άνθρωπος
προηγείται του ανθρώπου, δεν έχουμε δηλαδή ανθρωπογένεση, αφού πάντα θα πρέπει
να υπάρχει μια κοινωνία (ανθρώπινη, πάντα!) που να φτιάχνει πνεύμα/τον Άνθρωπο.
Άρα ο άνθρωπος υπήρξε ανέκαθεν. Εάν, για μια στιγμή δεχτούμε ότι και οι
προάνθρωποι έχουν κοινωνία, έστω και πιο κατώτερης οργάνωσης. Τότε δεν μπορούμε
να πούμε ότι η προανθρώπινη κοινωνία έγινε ανθρώπινη κοινωνία εξαιτίας της
κοινωνίας. Κοινωνία είχαμε πριν, κοινωνία και μετά, άρα δεν είναι το αίτιο της
αλλαγής η κοινωνικότητα, αλλά ο αγώνας για την αυτοσυντήρηση, ο οποίος διαπλάθει
την βιοδομή. Δεν διαπλάθει η κοινωνία τη βιοδομή, όσο κι αν σήμερα ορισμένες
δουλειές προκαλούν ορισμένες αρρώστιες. Αν υπάρχει κοινωνία μόνο από τον
άνθρωπο, πώς γίνεται η κοινωνία έφτιαξε το πνεύμα; Η κοινωνία των προανθρώπων;
Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Των ανθρώπων; Αυτοί ήδη είχαν πνεύμα. Το πρόβλημα
λύνεται, εάν αντί να έχουμε τέτοιους φαύλους κύκλους, δεχτούμε ότι ναι μεν η
ανθρώπινη, με πνεύμα πλέον, κοινωνία αναδιαπλάθει κι εμβαθύνει το πνεύμα, αλλά
ότι η αιτία της γένεσης του πνεύματος δεν είναι η κοινωνικότητα και συνεπώς ότι το
πνεύμα δημιούργησε την (ανθρώπινη) κοινωνία.
Η απόδοση της ανθρωπογένεσης στη γλώσσα είναι λανθασμένη. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι και τα ζώα έχουν γλώσσα. Θα παρέθετε κανείς χαρακτηριστικά της ανθρώπινης γλώσσας τα οποία δεν υπάρχουν στις «γλώσσες» των άλλων ζώων. Ωστόσο η παράθεση αυτή δεν καθιστά τη μια γλώσσα «αληθινή» και τις υπόλοιπες «ψεύτικες». Η διαμάχη αυτή θα είχε τόση σοβαρότητα όσο η διαμάχη για το αν η μύγα κι όχι ο άνθρωπος έχει Αληθινά Χέρια. Η πλάνη στην απόδειξη ότι η αληθινή γλώσσα-έναρθρος λόγος είναι μόνο η ανθρώπινη «είναι ότι θεωρείται πως πρέπει να χαραχθεί μια γραμμή που τέμνει την κλίμακα και ότι στα είδη που βρίσκονται στις βαθμίδες πάνω από αυτήν αναγνωρίζεται κάποιο λαμπρό χαρακτηριστικό, ενώ εκείνα που βρίσκονται κάτω από αυτήν το στερούνται. Στο δέντρο της ζωής, χαρακτηριστικά όπως μάτια ή χέρια ή άπειρες φωνήσεις μπορούν να εμφανίζονται σε κάθε κλάδο, ή περισσότερες φορές σε διαφορετικούς κλάδους, μερικοί από τους οποίους οδηγούν στον άνθρωπο, άλλοι όχι. Το σημαντικό επιστημονικό ζήτημα που διακυβεύεται δεν είναι αν μερικά είδη κατέχουν την αληθινή εκδοχή ενός χαρακτηριστικού ή κάποια ωχρή απομίμηση ή και μια ευτελή απάτη. Το ζήτημα είναι πια χαρακτηριστικά είναι ομόλογα με ποια άλλα. (...)Τα "ομόλογα" χαρακτηριστικά μπορεί να επιτελούν ή να μην επιτελούν κάποια κοινή λειτουργία, αλλά κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο και, συνεπώς, έχουν κάποια κοινή δομή που μαρτυρεί ότι είναι "το ίδιο" όργανο. Το φτερό μιας νυχτερίδας, το μπροστινό πόδι ενός αλόγου, το πτερύγιο μιας φώκιας, το νύχι ενός τυφλοπόντικα και το χέρι ενός ανθρώπου επιτελούν πολύ διαφορετικές λειτουργίες, αλλά είναι όλα τροποποιήσεις του μπροστινού άκρου του προγόνου όλων των θηλαστικών (....) Το ενδιαφέρον ερώτημα έγκειται στο αν η ανθρώπινη γλώσσα είναι ομόλογη – βιολογικά, "το ίδιο πράγμα" – με κάτι άλλο στο σύγχρονο ζωικό βασίλειο. (...)Για να ελέγξουμε αν υπάρχει ομολογία, πρέπει να βρούμε κάποιο σημαίνον χαρακτηριστικό που να αναδύεται τόσο στα συστήματα συμβόλων των ανθρωποειδών πιθήκων όσο και στην ανθρώπινη γλώσσα, και το οποίο να μην είναι τόσο απαραίτητο στην επικοινωνία ώστε να υπάρχει πιθανότητα να αναδύθηκε δύο φορές, μία κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης εξέλιξης και μία στις εργαστηριακές συναντήσεις των ψυχολόγων, όταν αυτοί επινόησαν το σύστημα διδασκαλίας των πιθήκων τους. (...) αν και η φυσική επιλογή περιλαμβάνει αυξητικά στάδια τα οποία ενισχύουν τη λειτουργικότητα, οι ενισχύσεις δεν είναι ανάγκη να γίνονται σε έναν υπαρκτό γνωσιακό υπομηχανισμό. Μπορούν σιγά σιγά να σχηματίσουν έναν νέο από τμήμα της ανατομίας του σώματος το οποίο πρωτύτερα δεν είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή από τα μεταίχμια ανάμεσα στους υπάρχοντες υπομηχανισμούς, τους οποίους οι βιολόγοι Stephen Jay Gould και Richard Lewontin ονομάζουν "τύμπανα", από τον αρχιτεκτονικό όρο για το χώρο ανάμεσα σε δύο αψίδες. Ένα παράδειγμα νέου αυτόνομου υπομηχανισμού είναι το μάτι, που εμφανίστηκε εκ νέου περίπου σαράντα ανεξάρτητες φορές κατά την εξέλιξη των ζώων. Μπορεί να ξεκινήσει σ’ έναν τυφλό οργανισμό που έχει ένα μικρό κομμάτι δέρματος με κύτταρα ευαίσθητα στο φως. Αυτό μπορεί να βαθύνει και να γίνει λακκούβα, να ασφαλιστεί μέσα σε μια σφαίρα με ένα άνοιγμα στο μπροστινό μέρος, να αναπτύξει ένα διαφανές κάλυμμα πάνω από το άνοιγμα, και ούτω καθεξής, και κάθε στάδιο να επιτρέπει στον κάτοχο να διακρίνει λίγο καλύτερα τα γεγονότα. Παράδειγμα αυτόνομου υπομηχανισμού που δημιουργείται από τμήματα τα οποία αρχικά δεν αποτελούσαν υπομηχανισμό είναι η προβοσκίδα του ελέφαντα. Πρόκειται για ολοκαίνουργιο όργανο, αλλά οι ομολογίες που το χαρακτηρίζουν υποδεικνύουν ότι εξελίχθηκε από τη συγχώνευση των ρουθουνιών και μερικών μυών του άνω χείλους του εξαφανισμένου κοινού προγόνου του ελέφαντα και του ύρακα, συγχώνευση που ακολουθήθηκε από ριζικές περιπλοκές και βελτιώσεις. Η γλώσσα θα μπορούσε να εμφανιστεί, με τον ίδιο τρόπο: με τη χρησιμοποίηση εγκεφαλικών κυκλωμάτων των πρωτευόντων τα οποία αρχικά δεν έπαιζαν κανένα ρόλο στη φωνητική επικοινωνία και με την προσθήκη μερικών καινούργιων. Οι νευροανατόμοι Al Galaburda και Terrence Deacon έχουν ανακαλύψει σε εγκεφάλους πιθήκων περιοχές οι οποίες, ως προς τη θέση, τις διασυνδέσεις εισόδου-εξόδου και την κυτταρική σύνθεση, αντιστοιχούν στις ανθρώπινες γλωσσικές περιοχές. Για παράδειγμα, υπάρχουν περιοχές ομόλογες των περιοχών του Broca και του Wernicke και μια δεσμίδα ινών που τις συνδέει – όπως και στους ανθρώπους. Οι περιοχές αυτές δεν εμπλέκονται στην παραγωγή των κραυγών των πιθήκων ούτε στην παραγωγή των χειρονομιών τους. Ο πίθηκος μοιάζει να χρησιμοποιεί τις περιοχές που αντιστοιχούν στην περιοχή του Wernicke και τις γειτονικές της για να αναγνωρίζει ακολουθίες ήχων και για να διακρίνει τις κραυγές άλλων πιθήκων από τις δικές του. Οι ομόλογες της περιοχής του Broca εμπλέκονται στον έλεγχο των μυών του προσώπου, του στόματος, της γλώσσας και του λάρυγγα, και διάφορες υποπεριοχές τους δέχονται δεδομένα από τα τμήματα του εγκεφάλου που είναι εξειδικευμένα στην ακοή, στην αίσθηση της αφής μέσα στο στόμα, τη γλώσσα και το λάρυγγα, και από τις περιοχές όπου συρρέουν πληροφορίες από όλες τις αισθήσεις. Κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια γιατί υπάρχει αυτή η διευθέτηση στους πιθήκους και, ενδεχομένως στον κοινό με τους ανθρώπους πρόγονό τους· ωστόσο η εν λόγω διευθέτηση θα μπορούσε να έχει δώσει τη δυνατότητα εξέλιξης σε κάποια τμήματα τα οποία θα τροποποιούσε για να παραγάγει τα κυκλώματα της ανθρώπινης γλώσσας, εκμεταλλευόμενη ίσως τη συρροή φωνητικών, ακουστικών και άλλων σημάτων σ’ αυτό το σημείο. Επίσης θα μπορούσε να αναπτυχθούν ολοκαίνουργια κυκλώματα σ’ αυτή τη γενική περιοχή. Οι νευροεπιστήμονες, καθώς χαρτογραφούν το φλοιό με τη βοήθεια ηλεκτροδίων, έχουν περιστασιακά βρει μεταλλαγμένους πιθήκους με έναν επιπλέον οπτικό χάρτη στον εγκέφαλό τους σε σύγκριση με τους κανονικούς πιθήκους. Μια αλληλουχία γενετικών αλλαγών που αντιγράφει έναν εγκεφαλικό χάρτη ή κύκλωμα, επαναδρομολογεί τις εισόδους και τις εξόδους του και "παίζει" άσκοπα με τις εσωτερικές του συνδέσεις, θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εγκέφαλο έναν αληθινά καινούργιο υπομηχανισμό. Οι εγκέφαλοι μπορούν να επανακαλωδιωθούν μόνο αν έχουν αλλάξει τα γονίδια που ελέγχουν την καλωδίωσή τους. (...) Ο προγονικός εγκέφαλος θα μπορούσε να επανακαλωδιωθεί μόνο αν τα νέα κυκλώματα είχαν κάποια επίδραση στην αντίληψη και τη συμπεριφορά. (...) Αν ήμουν αναγκασμένος να σκεφτώ ενδιάμεσα στάδια, θα συλλογιζόμουν τις κραυγές συναγερμού των κερκοπιθήκων που μελέτησαν οι Cheney και Seyfarth, μία από τις οποίες προειδοποιεί για αετούς, μία για φίδια και μία για λεοπαρδάλεις. Ίσως ένα σύνολο οιονεί αναφορικών κραυγών σαν αυτές περιήλθαν στον εκούσιο έλεγχο του εγκεφαλικού φλοιού, και κατέληξαν να παράγονται σε συνδυασμούς για πολύπλοκα γεγονότα· κατόπιν, η ικανότητα να αναλύονται συνδυασμοί κραυγών χρησιμοποιήθηκε στα τμήματα κάθε κραυγής» (Stephen Pinker, Το γλωσσικό ένστικτο, έκδ. Κάτοπτρο, σ. 390-396).
Άλλωστε «όπως οι
κραυγές των πρωτεύοντων θηλαστικών ελέγχονται όχι από τον εγκεφαλικό φλοιό τους
αλλά από φυλογενετικά παλαιότερες νευρωνικές δομές του εγκεφαλικού στελέχους και
του μεταιχμιακού συστήματος, δομές που εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στο
συναίσθημα. Οι ανθρώπινες φωνήσεις που δεν σχετίζονται με τη γλώσσα, όπως ο
λυγμός, το γέλιο, ο γογγυσμός και οι κραυγές πόνου, ελέγχονται επίσης υποφλοιικά.
Υποφλοιικές δομές ελέγχουν και τη βωμολοχία που ακολουθεί το χτύπημα ενός
δαχτύλου μ’ ένα σφυρί (...). Η γνήσια γλώσσα εδρεύει στον εγκεφαλικό φλοιό,
κυρίως στην αριστερή περισυλουίεια περιοχή» (ό.π., σ. 375-6). Άν υπάρχει
τέτοια ομοιότητα μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου, τότε η ανθρώπινη γλώσσα θα
ξεκίνησε από τη γλώσσα των ζώων. Αύξηση εγκεφάλου (και εγκεφαλικού φλοιού),
ανάγκη για συνεννόηση, όταν η κοινωνική πολυπλοκότητα σταδιακά αυξανόταν, μπορεί
να είναι οι αιτίες της μετατροπής της ζωώδους γλώσσας σε ανθρώπινη. «Είπαν,
βέβαια, μερικοί πως "η ομιλία εξαρτάται αμοιβαία από το εργαλείο" και πως "ο
άνθρωπος άρχισε, όπως φαίνεται, να χρησιμοποιεί κάποια μορφή γλώσσας την ίδια
ακριβώς εποχή που έμαθε να κατασκευάζει εργαλεία". Ο συσχετισμός αυτός, όμως,
δεν είναι απόλυτα δικαιολογημένος· η μόνη του σχεδόν βάση είναι ότι η λογική
χρήση του χεριού και του ματιού στην κατασκευή εργαλείων αποτελούσε ένα μέρος
από τη γενική όξυνση των ικανοτήτων που έκανε δυνατή της ομιλία. (....) η
ανάπτυξη του έναρθρου λόγου στον άνθρωπο ήταν αποτέλεσμα της βαθμιαίας αύξησης
των εγκεφαλικών του ικανοτήτων και της ανάλογης χωρητικότητας του τεράστιοιυ
πρόσθιου εγκεφάλου του. (...) Η πιο συνεπής θεωρία για την προέλευση του
έναρθρου λόγου, που έχει διτυπωθεί ώς τώρα, υποστηρίζει πως οι πρώτοι συμβολικοί
ήχοιι προφέρθηκαν ως συνοδεία εκφραστικών σημάτων, ιδίως χειρονομιών. Οι
υποστηρικτές της θεωρίας τονίζουν την αντανακλαστική αμοιβαία εξάρτηση του
χεριού και του στόματος, που διακρίνεται καθαρά στην περίπτωση που ένα παιδί
κινεί τη γλώσσα του ενώ γράφει ή στην περίπτωση που η ομιλία ενός ανθρώπου
συνοδεύεται από χειρονομίες. Και οι πίθηκοι επίσης συγχρονίζουν συχνά τις
κινήσεις των χεριών και των χειλιών τους. Είναι βέβαιο, εξάλλου, ότι πρωτόγονοι
λαοί, όπως μερικές από τις ιθαγενείς φυλές της Αυστραλίας και της Βόρειας
Αμερικής, διατηρούν ακόμη μιαν απολύτως ακριβή γλώσσα σημάτων, που μπορεί να
εξελίχθηκε από έναν πρωτόγονο τρόπο συνεννοήσεως. Οι Αρούντα, λόγου χάρη,
χρησιμοποιούν μια τέτοια γλώσσα με τετρακόσια πενήντα σήματα, που γίνονται από
τα χέρια και τους βραχίονες. (....) Η ιστορία, λοιπόν, της πρώτης εμφάνισης της
γλώσσας και της ομιλίας, επιβάλλει την ακόλουθη αλληλουχία γεγονότων. Πρώτο, ένα
στάδιο γενικής παντομίμας με επικουρική συνοδεία άναρθρων ήχων από το στόμα
(ψέλλισμα). Το ψέλλισμα μπορεί, μερικές φορές, να γεννά καθιερωμένες ολοφράσεις
ή συμφύρματα συλλαβών, που δεν έχουν σημασία αυτές οι ίδιες, αλλά όλες μαζί
εκφράζουν μιαν ιδιαίτερη κατάσταση ή ένα συμβάν. Δεύτερο, ένα στάδιο κατά το
οποίο η παντομίμα και το ψέλλισμα αρχίζουν να παραχωρούν τη θέση τους σε
χειρονομίες με ακριβέστερη σημασία, που σχετίζονται με αντιστοίχως ακριβέστερα
ηχητικά σύμβολα ή λέξεις. Σ’ αυτό το στάδιο, μπορούμε να υποθέσουμε πως άρχισε η
άμεση σκέψη. Στο τρίτο στάδιο επέρχεται η πλήρης αντικατάσταση της παντομίμας
και του ψελλίσματος από συστηματοποιημένα σήματα και λέξεις. Ενώ στις πιο
προοδευμένες κοινωνίες, οι συμβολικές χειρονομίες και οι λοφράσεις
εγκαταλείφθηκαν, σε άλλες έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Οι σηματικές γλώσσες
έχουν ήδη αρκετά ερευνηθεί· ένα γνωστό παράδειγμα ολοφράσεως που έχει διατηρηθεί
ώς σήμερα μας έρχεται από τη Γη του Πυρός· οι Φουέγιοι χρησιμοποιούν την φράση
μαμιλαπιναταπαϊ (mamilhapinatapai), που σημαίνει
"την κατάσταση ή το συμβάν, κατά το οποίο δύο πρόσωπα αλληλοκοιτάζονται και το
καθένα ελπίζει πως το άλλο θα κάνει κάτι που και τα δυο επιθυμούν, αλλά δεν
είναι πρόθυμα να επιχειρήσουν". Μόλις έφθασε στο τρίτο στάδιο, η γλώσσα
κατόρθωσε να ξεχωρίζει τα ατομικά είδη και τα αντικείμενα που ήταν γνωστά από
πείρα, δίνοντας στο καθένα ένα ιδιαίτερο όνομα· έτσι έγινε δυνατή η αναλυτική
σκέψη. Από τη στιγμή αυτή κι έπειτα, ήταν έυκολο για τη γλώσσα να προοδεύσει
γρήγορα, αποκτώντας σύνταξη, λεξιλόγιο και ιδιαίτερες γλωσσικές κατηγορίες, όπως
η αρίθμηση, και προχωρώντας, παράλληλα με τη γενική πολιτιστική ανάπτυξη, προς
ολοένα μεγαλύτερο πλούτο λέξεων και σύνθεση φράσεων»
(Ιστορία της Ανθρωπότητας, τ. Α’, σ. 127-129). Η σταδιακή ανάδυση της γλώσσας –
κι όχι κάποια «έκρηξη ανθρωποσύνης» – διαφαίνεται κι από την ποιότητα
εκλέπτυνσης των εργαλείων (και μόνο άνθρωποι κατασκευάζουν εργαλεία), η οποία
ήταν χαμηλή για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και μόλις πρόσφατα αναβαθμίστηκε.
Πρόσθετη απόδειξη για την σταδιακή ανάδυση είναι ότι τα βρέφη για ένα
διάστημα έχουν το λάρυγγά τους διατεταγμένο όπως οι πίθηκοι, ψηλότερα. Μπορεί
από κάποια εποχή και ύστερα η ανάπτυξη της γλώσσας να επιταχύνθηκε· αλλά αυτή η
εποχή είναι σίγουρα πολύ μετά την εμφάνιση εργαλείων και Homo.
Για ποιο λόγο να
εμφανίστηκε και να επικράτησε η γλώσσα; Αν εμφανίστηκε λόγω ανάγκης για
καλλίτερη επικοινωνία κι αν συνεχίζει να συνιστά τον αμεσότερο τρόπο
επικοινωνίας (γραπτός ή προφορικός λόγος), μπορεί να συνιστά η ίδια εναντίωση
στην αυτοσυντήρηση; Είναι πολύ πιο λογική η αντίληψη που βλέπει τη γλώσσα ως
προϊόν ανάγκης: ανάγκης για επικράτηση εντός της κοινωνίας και ανάγκης για
αντιμετώπιση των εξωτερικών (από τη φύση) κινδύνων που θα επιτείνονταν, εάν δεν
αντισταθμιζόταν η ολοένα και μεγαλύτερη πολυπλοκότητα της κοινωνίας (η οποία
προέκυψε λόγω π.χ. της ικανότητας να θρέφονται περισσότερα μέλη – με κρέας – και
της ανάγκης να είναι οι ανθρώπινες ομάδες πολυάριθμες, ακριβώς για να μπορούν να
συνεχίσουν να θρέφονται με κρέας: η μετατροπή της αυτοσυντήρησης σε επιδίωξη
ισχύος). Ο πρώτος λόγος: όταν υπάρχει ανταγωνισμός για την κυριαρχία επί της
«φυλής» (της ομάδας που περιπλανιόταν κυνηγώντας ζώα και συλλέγοντας καρπούς),
για την επιβολή της θέλησης κάποιου σχετικά με τα εσωτερικά ζητήματα της
ομάδας), ακόμη και για το ζευγάρωμα, όποιος κατέχει μηχανισμούς ή προτερήματα
που τον ανεβάζουν αυτόματα σε ανώτερη θέση ισχύος, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη
θέση έναντι όσων δεν τους έχουν. «Μερικοί ανθρωπολόγοι πιστεύουν ότι η
εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου προωθήθηκε περισσότερο από έναν γνωστικό
ανταγωνισμό εξοπλισμών μεταξύ κοινωνικών αντιπάλων παρά από την κατάκτηση της
τεχνολογίας και του φυσικού περιβάλλοντος. Στο κάτω κάτω, δεν χρειάζεται τόσο
μεγάλη εγκεφαλική ισχύς για να γνωρίσει κανείς τα μέσα και τα έξω ενός
πετρώματος ή για να επωφεληθεί με τον καλύτερο τρόπο από ένα μούρο. Το να
ξεπεράσει όμως σε ευφυΐα και να προβλέψει τις κινήσεις ενός οργανισμού με τις
ίδιες περίπου νοητικές ικανότητες αλλά με συμφέροντα που δεν συμπίπτουν, στην
καλύτερη περίπτωση, και με κακόβουλες προθέσεις, στη χειρότερη, προβάλλει
τρομακτικές συνεχώς κλιμακούμενες απαιτήσεις από τη τη γνωστική λειτουργία.
Και ένας γνωστικός ανταγωνισμός εξοπλισμών θα μπορούσε σαφώς να δώσει ώθηση σ’
έναν αντίστοιχο γλωσσικό. Σε όλους τους πολιτισμούς οι κοινωνικές
αλληλεπιδράσεις διαμεσολαβούνται από την πειθώ και την επιχειρηματολογία. Το
πλαίσιο στο οποίο τίθεται μια επιλογή παίζει σπουδαίο ρόλο στον καθορισμό της
εναλλακτικής λύσης που διαλέγουν οι άνθρωποι. οπότε, για κάθε πλευρά, θα
μπορούσε εύκολα να έχει γίνει επιλογή στην ικανότητα να διατυπωθεί μια προσφορά
έτσι που να φαίνεται ότι παρουσιάζει μέγιστα οφέλη και ελάχιστο κόστος για τον
διαπραγματευόμενο εταίρο, και στην ικανότητα να διαβλέπει κανείς τέτοιες
προσπάθειες και να διατυπώσει ελκυστικές αντιπροτάσεις. Τέλος, οι ανθρωπολόγοι
έχουν παρατηρήσει ότι συχνά οι αρχηγοί των φυλών και είναι
προικισμένοι ομιλητές και έχουν πολλές γυναίκες – αυτό θα μπορούσε
να κεντρίσει θαυμάσια τη φαντασία όσων αδυνατούν να διανοηθούν πώς είναι δυνατόν
οι γλωσσικές δεξιότητες να έχουν από δαρβινική άποψη κάποια σημασία.» (Pinker,
Το γλωσσικό ένστικτο, σ. 415).
Μήπως όμως και η γλώσσα
δεν ήταν απαραίτητη, όταν η πολυπλοκότητα της κοινωνίας απαιτούσε συνεργασία και
καλύτερη αξιοποίηση-συντονισμό των προσπαθειών; Μια πολυάνθρωπη ομάδα θα
διαλυόταν ευκολότερα χωρίς την ύπαρξη ενός τρόπου επικοινωνίας. Ήταν ανάγκη να
δημιουργηθεί/εξελιχθεί η γλώσσα, όπως είναι ανάγκη κάθε κοινωνία να έχει τη
γλώσσα που ταιριάζει στο πολιτισμικό επίπεδό της· αυτό καθορίζει τη γλώσσα, όχι
η γλώσσα αυτό, π.χ. σε μια αγροτική κοινότητα είναι άχρηστες οι φιλοσοφικές
έννοιες. Συνεπώς δεν ήταν η γλώσσα η πρώτιστη εμφάνιση του πνεύματος, παρά
μάλλον εμφανίστηκε εξ ανάγκης, όταν ήδη το πνεύμα είχε κάνει την εμφάνισή του.
Το γεγονός ότι είναι η ύψιστη κατάκτηση του πνεύματος δείχνει κι ότι είναι η πιο
πρόσφατη – όχι λοιπόν η αιτία ή η πρώτη εκδήλωση της ύπαρξής του. Αν εμφανίστηκε
εξ ανάγκης η γλώσσα, έχουμε ακόμη μια επιβεβαίωση της πολεμικότητας του
πνεύματος, ότι αυτό δεν δημιουργήθηκε δίχως λόγο, αλλά για την υπεράσπιση των
κτητόρων του.
Το ότι κανένα άλλο είδος
δεν κατόρθωσε να αναπτύξει τη γλώσσα δεν λέει απολύτως τίποτε. Κανένα άλλο είδος
δεν δημιούργησε μια προβοσκίδα, όπως ο ελέφαντας ή σόναρ όπως η νυχτερίδα. Με βάση ποια κριτήρια θα κριθεί η ανωτερότητα της γλώσσας επί της
προβοσκίδας; Είναι περισσότερο χρήσιμη σε έναν ελέφαντα η γλώσσα απ’ ό,τι σε
έναν άνθρωπο η προβοσκίδα;
Υπάρχει το επιχείρημα της ανθρωπογένεσης και μέσω της κατοχής της φωτιάς. Ωστόσο δεν είναι αρκετό. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη φωτιά, ήταν ο προάνθρωπος ή ο άνθρωπος αυτός που κατείχε τη φωτιά; Εάν πρόκειται για τον άνθρωπο, τότε πρέπει να τονιστεί ότι η ανθρωπογένεση είχε συμβεί πιο πριν και η φωτιά δεν έπαιξε ρόλο σε αυτήν, απλώς ενέτεινε την διαφορά ισχύος μεταξύ υπόλοιπων ζώων και ανθρώπου. Άλλο όμως η δημιουργία της διαφοράς (η στιγμή και η αιτία της) και άλλο η διεύρυνση της διαφοράς. Εάν πρόκειται για τον προάνθρωπο που «δια της κατοχής της πυράς τρομοκράτησε τα υπόλοιπα ζώα», τότε βρισκόμαστε σε μία αντίφαση: ούτε η διατήρηση ούτε η παραγωγή της φωτιάς μπορούν να γίνουν από ένα ζώο, για τον απλούστατο λόγο ότι απαιτείται, και για τις δύο διαδικασίες, χρήση εργαλείων. Γιατί η μεν παραγωγή της φωτιάς απαιτεί χρήση ξύλων ή λίθων, η δε διατήρηση-μεταφορά στον καταυλισμό απαιτεί χτίσιμο «φωλιών». Χρήση εργαλείων, όμως, γίνεται μόνο από τον άνθρωπο.
Συγκεκριμένα: «Σύμφωνα
με τις παρατηρήσεις του Köhler:
1) Ο χιμπατζής χρησιμοποιεί το ραβδί σαν εργαλείο· π.χ. για να πιάσει μια
μπανάνα που βρίσκεται έξω από τα κάγκελα του κλουβιού του. χρησιμοποιεί, επίσης,
και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο μοιάζει με ραβδί, αδιαφορώντας για τις διαφορές
τους. Επομένως το ραβδί είναι γι’ αυτόν εργαλείο πολλαπλής χρήσης, δηλαδή
μοναδικό εργαλείο. 2) Χρησιμοποιεί το ραβδί, ή και άλλα αντικείμενα, ως
εργαλεία, μόνο εφόσον αυτά βρίσκονται σε οπτική σύνδεση με την μπανάνα που θέλει
να πιάσει. Αν πετύχει τη λύσει σ’ ένα πείραμα – π.χ. να φτάσει κρεμασμένη
μπανάνα χρησιμοποιώντας ένα κουτί για ν’ ανέβει κι ένα ραβδί για να την πιάσει –
όταν ξαναβρεθεί σε παρόμοιες συνθήκες, δε θα ψάξει να βρει το κουτί και το
ραβδί, εφόσον δε βρίσκονται μπροστά του. Επομένως δεν έχει μνήμη ούτε παρελθόν.
Εάν κατακτήσει τη χρήση του κουτιού, δεν το χρησιμοποιεί κάθε φορά που το έχει
ανάγκη. 3) Οι χειρισμοί χρήσης του εργαλείου είναι ασαφείς και αδέξιοι. (....)
Κανένα άλλο ζώο δεν κατασκευάζει εργαλείο. Στους πιθήκους τα εργαλεία
δίνονται βιολογικά κι έχουν παθητικό χαρακτήρα. Δεν τα κατασκευάζουν, δε
διατηρούν τη μνήμη τους, τα πετάνε μετά τη χρήση τους και τα αντιμετωπίζουν όλα
σαν ραβδί, χωρίς να τα διαφορίζουν σύμφωνα με το αντικείμενο της δραστηριότητας.
Από τη στιγμή που ο χιμπατζής τροποποιεί τα "φυσικά" εργαλεία (κλαδί, φύλλο) για
να τα κάνει πιο αποτελεσματικά, εμφανίζεται η δυνατότητα της κατασκευής
εργαλείου. Δεν έχουμε φτάσει, όμως, ακόμα στο κρίσιμο σημείο της ασυνέχειας που
προσδιορίζει η εμφάνιση της εργασίας. Το σημείο της ασυνέχειας είναι η
κατασκευή εργαλείου για να φτιαχτεί ένα άλλο εργαλείο, π.χ. η κατασκευή
πέτρινου κόπτη για να φτιαχτεί ένα ξύλινο μπαστούνι με μυτερή άκρη για το
ξερίζωμα βολβών. (...) Τα εργαλεία που τροποποιεί ο χιμπατζής συνίστανται από
μαλακό υλικό, κλαδιά και φύλλα, και τα επεξεργάζεται μόνο με τα χέρια και τα
δόντια, χωρίς τη βοήθεια άλλου εργαλείου. Κατά τα πειράματα του G.
Khrustov (1970), ο χιμπατζής δεν μπόρεσε να
χρησιμοποιήσει άλλο εργαλείο ούτε να μιμηθεί παρόμοια κατασκευή που του την
έδειξαν. Αν κρίνουμε αό τα πρώτα πέτρινα εργαλεία του αυστραλοπιθήκου, τα
ολδόβια, και ξέχωρα από εκείνα που δε διασώθηκαν (τα ξύλινα κ.ά.), παρουσιάζεται
μια μεγάλη ποικιλία από εργαλεία κι από τρόπους κατασκευής με 19 τουλάχιστον
λειτουργίες χρήσης. Έχει εξακριβωθεί ότι η ολδόβια τεχνολογία
[σημ.: 2,9-2,5 εκατομμύρια χρόνια πριν] περικλείει εργαλεία
για την κατασκευή άλλων εργαλείων, π.χ. τα λιθοπελέκια. Η κατασκευή εργαλείου
για να φτιαχτεί άλλο εργαλείο συνεπάγεται το σχεδιασμό, αυτό ακριβώς που
ξεχωρίζει τον άνθρωπο. Το συμπέρασμα του R.
Wright (1972), από πειράματα που έκανε, ότι μια τέτοια
κατασκευή ανήκει στις δυνατότητες του ουραγκουτάγκου, αναιρέθηκε από την ανάλυση
του K. Hall· σχετικές αναφορές
στον Woolfson. Νεότερες έρευνες έδειξαν ότι λείπει
ο σχεδιασμός από τον χιμπατζή όταν "ψαρεύει" με το κλαδί τερμίτες, ενώ άλλες
επιβεβαίωσαν ότι οι πίθηκοι εγκαταλείπουν πάντα το εργαλείο μετά τη χρήση. (...)
Ένας τρόπος διατήρησης του εργαλείου είναι η επισκευή του, που είναι, επίσης,
άγνωστη στον πίθηκο». (Σ. Δημητρίου, Η Εξέλιξη,
Ι, σ. 458-460). Όμως, αν ο χιμπατζής, που ως εξελιγμένος πίθηκος θα διάνυσε κι
αυτός κάποια στάδια εξέλιξης συγκριτικά με τον κοινό μας πρόγονο, δεν μπορεί να
κατασκευάσει εργαλεία, γιατί να μπορούσε ο «προάνθρωπος»-κοινός μας πρόγονος;
Στο κάτω-κάτω, τα αρχαιότερα ευρήματα φωτιάς ανάγονται μεταξύ 1-0,7
εκατομμύρια χρόνια, ενώ τα αρχαιότερα εργαλεία μεταξύ 2,9-2,5 εκ. χρόνια.
Υπάρχει το θέμα της γνώσης της θνητότητας (υπάρχουν τάφοι εδώ και 100 χλδ χρόνια). Γεγονός επίσης ήταν και είναι ότι η προσπάθεια για καλλίτερη οργάνωση και αξιοποίηση των ικανοτήτων του εαυτού και της κοινωνίας υπήρξε από τη στιγμή που δημιουργούνται τα εργαλεία. Ο άνθρωπος που κατασκεύαζε εργαλεία ήδη αναρωτιόταν πώς μπορεί να γίνει καλλίτερος κυνηγός ή καλλίτερος κατασκευαστής. Πάντως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την συνειδητοποίηση του θανάτου, όπως και την ανακάλυψη της φωτιάς (πολύ περισσότερο δεν μπορούμε αυτήν), αιτίες της παροχής αποθέματος ενέργειας που κατέστησε εφικτή την εμφάνιση του πνεύματος, για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι ότι η συνειδητοποίηση του θανάτου πρέπει να έγινε «πρόσφατα». Κι αυτό διότι, ενώ υπήρχε η λογική ήδη από το –2900 χιλιάδες, αφενός η εμβάθυνση-διεύρυνσή της απαιτούσε χρόνο, αφετέρου, λογικά, πρώτα υπήρξε η λογική διασύνδεση εργαλείου-χρήσης του κ.ά. παρόμοιων σχέσεων αίτιου-αποτελέσματος, οι οποίες αναφέρονται μόνο στη «βιωμένη πραγματικότητα», κι έπειτα, πολύ ύστερα, η «προέκταση» της λογικής (το σφάλμα τού να βλέπουμε απαραίτητα νόημα και σχέδιο εκεί όπου απλώς υπάρχει αίτιο-α και αποτέλεσμα-τα) που έκανε δυνατά τα ερωτήματα «γιατί δε ζω για πάντα;». Υπάρχει και το γνωστό ερώτημα: Ο άνθρωπος ή ο προάνθρωπος συνειδητοποίησε ότι ήταν θνητός; Εάν ήταν ο προάνθρωπος (γινόμενος έτσι, χάρη και σε άλλες, διαδικασίες, άνθρωπος), τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ανθρωπογένεση από το –100 χιλιάδες τουλάχιστον. Ωστόσο έχουμε ανθρώπους ήδη από το –2900 ώς –2500 χιλιάδες, και δεδομένου ότι η κατασκευή εργαλείων ναι μεν δεν αποκλείει αλλά ούτε κι απαιτεί την συνείδηση της θνητότητας, δεν είναι η συνειδητοποίηση της θνητότητας παράγοντας που προκάλεσε το πλούσιο απόθεμα ενέργειας το οποίο οδήγησε στο πνεύμα, δηλαδή στον άνθρωπο. Εάν πάλι ήταν ο άνθρωπος αυτός που συνειδητοποίησε την θνητότητά του, τότε δεν έχουμε δημιουργία του χάσματος μεταξύ ανθρώπου-υπόλοιπων ζώων, αλλά διεύρυνσή του μόνον. Πάντως δε φαίνεται να ισχύει η αρχή ότι το είδος μας είχε εξαρχής («από τη στιγμή της γενέσεώς του») ούτε τις πηγές για το απόθεμα ενέργειας ούτε και το απόθεμα ενέργειας. Όταν η φωτιά γίνεται αντικείμενο διαχείρισης από το 1 έως 0,7 εκ χρόνια, όταν ταφικά μνημεία έχουμε όχι πριν το 0,1 εκ. χρόνια, όταν εργαλεία έχουμε μεταξύ 2,9 και 2,5 εκ. χρόνια, τότε τέτοια υπόθεση δεν ευσταθεί. (27/2/2007)
Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ συνεπάγονται τὴν ἀνυπαρξία Θεοῦ; Καὶ ναὶ καὶ ὄχι, δηλαδή ὄχι απαραίτητα. Γιατὶ οὔτε μπορεῖ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ προέλευση τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος ἀπὸ τὴν ἀνάγκη δὲν ἦταν τμῆμα ἑνὸς θεϊκοῦ σχεδίου ἀλλὰ ταυτόχρονα οὔτε συνεπάγεται ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος κάποιος Θεός. Ἔτσι, μπορεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἴδια διαπίστωση, ὅτι το πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου προῆλθε μεταβατικᾶ, λόγῳ τῆς Ἀνάγκης, νὰ ὁδηγηθῇ ἐξίσου λογικᾶ σὲ ντεϊστικὰ ἢ ἀθεϊστικὰ συμπεράσματα.
* * *
ΠΟΙΗΣΗ
ποίηση και Νόημα.
Η άποψη ότι η ποίηση πρέπει να έχει κάποιο νόημα, ειδικά κοινωνικό, αλλιώς είναι ανάξια και δεν επιτελεί κάτι που να δικαιολογεί την ύπαρξή της, είναι εντελώς αναιτιολόγητη.
Ένα ποίημα γράφεται από
έναν άνθρωπο, όχι από την κοινωνία. Ο άνθρωπος αυτός διαλέγει αυτόν τον τρόπο
έκφρασης, γιατί αυτός του ταιριάζει και όχι η μουσική ή η φιλοσοφία ή η
ζωγραφική ή η γλυπτική. Γιατί γράφει ο άνθρωπος αυτός; Μα, για να εκφράσει αυτό
που έχει μέσα του. Αν ήταν να εκφράσει κάτι με το οποίο δεν έχει καμμία σχέση,
δε θα ήταν δική του η ποίηση, αλλά εξαναγκασμένη. Για ποιο λόγο θα έπρεπε ο
ποιητής να σκεφτεί τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι τις δικές του ανάγκες, αφού
μόνο η ανάγκη αυτοέκφρασης είναι η πρώτη του ανάγκη; Πού βρίσκεται το παράλογο,
λοιπόν, αν ο ποιητής μιλά για τον εαυτό του, με τον εαυτό του ή για ό,τι τον
απασχολεί; Πουθενά.
Ασφαλώς ο ποιητής δεν
μπορεί να γράψει για κάτι με το οποίο κανείς δεν θα ταυτίζεται έστω κι εν μέρει,
γιατί ο ποιητής είναι άνθρωπος και όλο και κάποια εμπειρία θα είναι κοινή με
άλλους. Υπάρχει η κοινή ανθρώπινη φύση, η οποία κάνει το ποίημα να γίνεται εν
μέρει κατανοητό από ορισμένους άλλους ανθρώπους. Μπορεί αυτοί να είναι λίγοι ή
περισσότεροι, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Επομένως η "κοινωνική σημασία" ενός
ποιήματος υπάρχει έτσι κι αλλιώς, στον βαθμό που είναι αδύνατον να μην υπάρξουν
άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι - λόγω της ανθρώπινης φύσης ποιητή και αναγνωστών - να
μην αισθανθούν να τους αγγίζει το ποίημα.
Αυτή όμως η κοινωνική
σημασία ή "διάσταση" ενός ποιήματος είναι δευτερεύουσα. Ο ποιητής δεν γράφει
σκεφτόμενος ότι θα υπάρχουν και άλλοι οι οποίοι θα αισθάνονται περίπου τα ίδια
πράγματα με τον ίδιο. Χαίρεται, βέβαια, με τη σκέψη αυτή, αλλά δεν είναι η πρώτη
του σκέψη. Η πρώτη του φροντίδα είναι ουσιαστικά η αυτοθεραπεία. Όταν βγάζει ένα
κομμάτι, άρρωστο ή υγιές, της ψυχής του, όταν το αποτυπώνει, το ακινητοποιεί στο
χαρτί, νοιώθει σα να έχει απαλλαγεί από κάτι κακό.
Μπορεί να παρατηρήσει αυτό που τον ενοχλούσε ή τον συντάραζε, να είναι
ακινητοποιημένο, προς εξέταση έτοιμο, πάνω στο χαρτί. Από εκεί που το πρόβλημα ή
η δυσφορία του ήταν νεφελώδη, ανείπωτα πράγματα, τώρα μπορεί και τα κοιτά
κατάματα. Αυτό είναι λυτρωτικό, γιατί όταν δημιουργεί, είναι σα να θέλει να
βγάλει κάτι από μέσα του: αν δεν το κάνει, υποφέρει. Ασυνείδητα λοιπόν, πρώτος
λόγος είναι η αυτοθεραπεία και όχι η κριτική της κοινωνίας ή η διάσωση της
κοινωνίας ή η καταπολέμηση των ταξικών ή ιδεολογικών εχθρών του λαού ή του
έθνους ή της θρησκείας. Μπορεί ενδεχομένως ορισμένες πτυχές της ποίησης να
εκφράζουν και τις σκέψεις των πολλών, αλλά αυτό είναι δευτερεύον και όχι
υποχρεωτικό (όσο κι αν συμβαίνει πάντα, λόγω της κοινής ανθρώπινης φύσης)
προκειμένου να αποδεχτούμε την ποίηση αυτήν. Κι όταν ακόμη κατακρίνει τους
"κακούς" της κοινωνίας, είναι ατομική η ευχαρίστηση τη στιγμή της συγγραφής.
Με αυτή την έννοια,
ισχύει μόνο και για πάντα, στους αιώνες των αιώνων το ρητό: "Η Τέχνη για την
Τέχνη". Αν ίσχυε διαφορετικά, αν το ρητό αυτό δεν ίσχυε, τότε η Τέχνη θα ήταν
νεκρή και δε θα υπηρετούσε τον καλλιτέχνη αλλά τους υπόλοιπους. Δεν μπορούμε
ωστόσο να αποκαλέσουμε Καλλιτέχνη τον οικοδόμο, επειδή χτίζει κάτι που αρέσει
στον αρχιτέκτονα ή στο πλήθος. Παρομοίως δεν μπορούμε να αποκαλέσουμε ποιητή
κάποιον που γράφοντας έχει υπόψη του την Κοινωνία, το λαό, το έθνος, την
Κοινότητα ή ξέρω γω ποια άλλη αφηρημένη και συλλογική οντότητα, η οποία σε
τελική ανάλυση υπάρχει και δίχως αυτόν, ερήμην αυτού, πριν και μετά από αυτόν.
Μπορεί βέβαια κάποιος θρησκευτικός ή κοινωνικός ποιητής να γράφει στρατευμένα
θρησκευτικά ή κοινωνικά ποιήματα αντίστοιχα: αυτή η περίπτωση δεν εναντιώνεται
στην θεωρία μας, διότι ο ποιητής αυτός εκ των προτέρων πιστεύει ο ίδιος στην
αλήθεια της θρησκείας και της κοινωνικής ιδεολογίας που υπηρετεί. Δεν ψεύδεται.
Στις υπόλοιπες τέχνες (λ.χ. μουσική) είναι εύκολο για κάποιον να μπερδέψει το
κοινό. Στην ποίηση όμως δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Ένας ποιητής που θα
έγραφε επί παραγγελία, θα υπέφερε, και ίσως αυτός ο πόνος θα τον οδηγούσε στο να
γράψει ένα αυθεντικό ποίημα, ολόδικό του. Πάντως, αυτός που όντας θρησκευόμενος
γράφει ένα θρησκευτικό ποίημα, δεν αντιστρατεύεται στο ρητό "Η Τέχνη για την
Τέχνη", γιατί "κολυμπά" ήδη ο ίδιος μέσα στον επιζητούμενο σκοπό (τη δοξολογία
του Θεού και της θρησκείας), προτού τού ζητηθεί καν να γράψει ένα θρησκευτικό
ποίημα. Προτού το αφιερώσει στους πιστούς ή στο Θεό, το ποίημα αυτό, το έχει
γράψει για την χαρά της ψυχής του, αγαλλιάζει καθώς το γράφει. Και, όσο κι αν το
μέγεθος της διάθεσης για επικοινωνία ποικίλλει (ο κοινωνικός ή θρησκευτικός
ποιητής ενδιαφέρεται για επικοινωνία με μεγαλύτερο αριθμό ατόμων απ' ό,τι ο
ποιητής που απλώς χαίρεται με τη σκέψη ότι ίσως μερικοί συμφωνήσουν μαζί του,
αλλά οπωσδήποτε δεν σκοτίζεται και πολύ με το ζήτημα αυτό), πάλι θα είχαμε
μη-ποίηση αν κάποιος έγραφε ένα θρησκευτικό ή κοινωνικό ποίημα το οποίο δε θα
μίλαγε πρώτιστα στην δική του καρδιά. Πάλι για τον εαυτό του το γράφει πρώτιστα
κάθε θρησκευτικός ή κοινωνικός ποιητής. Φυσικά, κάθε ποιητής θέλει να δείξει τα
ποιήματά του σε κάποιους, αλλά αυτό πάλι δε σημαίνει την προτεραιότητα της
επικοινωνίας ή ότι η Τέχνη αξίζει μόνο επειδή είναι επικοινωνία με τους άλλους.
Αν λ.χ. δεν έγραφε κάποιος ένα ποίημα (και, υπενθυμίζουμε, το έγραψε για δική
του απόλαυση/ευχαρίστηση), δε θα μπορούσε να επιζητήσει να το δείξει στους
άλλους. Ή η Τέχνη είναι για την Τέχνη, λοιπόν, ή η Τέχνη είναι νεκρή.
Τώρα πάμε στο νόημα και
τη σαφήνεια της ποίησης. Η ποίηση δε χρειάζεται να είναι σαφέστατη ούτε να έχει
ένα συγκεκριμένο νόημα, γιατί τότε θα ήταν φιλοσοφική διατριβή. Το ωραίο με την
ποίηση είναι ότι μπορεί ακόμη και μέσω της ασάφειας και της έλλειψης προφανούς
νοήματος να εμπνέει ένα ευρύτερο νόημα ή να απελευθερώνει τον νου. Αν σε κάθε
ποίημα υπήρχε πάντα ένα μόνο σαφές νόημα, τότε ακριβώς αυτή η επικοινωνία
ποιητή-αναγνώστη θα γινόταν δυσκολότερη, αφού ο αναγνώστης δε θα μπορούσε να
ταυτιστεί με (όλο ή τμήμα του) το ποίημα. Η ασάφεια αυτή είναι ευεργετική λοιπόν
για την "κοινωνική διάσταση" του ποιήματος, αφού αφήνεται ένα πεδίο κοινό, στο
οποίο ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει ή να ταυτιστεί με ό,τι λέει ο ποιητής.
Ακόμη καλύτερα για την φαντασία του αναγνώστη, ο αναγνώστης μπορεί με βάση το
ποίημα να βρει νέα νοήματα ή, αντίθετα από την κατανόηση/ταύτιση με τις απόψεις
του ποιητή, να ερμηνεύσει τα γραφόμενα στη βάση των δικών του παρόμοιων ή
παραπλήσιων προβληματισμών, να προσαρμόσει τους στίχους στα δικά του βιώματα.
Αυτό είναι το καλύτερο.
Ή πάλι η έλλειψη
νοήματος μπορεί να είναι ακριβώς μια απελευθέρωση ενός ακαθόριστου πράγματος ή
μιας διάθεσης. Η ύπαρξη ασύνδετων εικόνων σε ένα ποίημα μπορεί να μη βγάζει
κάποιο νόημα, όμως οι εικόνες αυτές εμπεριέχουν κάποια ηρεμία ή γαλήνη, πράγμα
που σχετίζεται με την αυτοθεραπεία (ακόμη κι όταν αυτές εμπεριέχουν εικόνες
φρίκης, είναι "Εγχείρηση αφαίρεσης της φρίκης" από την σκέψη), και αν δεν
βγαίνει νόημα, βγαίνει πάντως ένα συναίσθημα το οποίο όντας συναίσθημα διόλου
κατώτερο ενός Νοήματος δεν είναι.
Όσο για τη χρησιμότητα
της ποίησης αναφορικά με την κοινωνία: εδώ μπορούμε να καγχάσουμε με τον όχλο
των αποτυχημένων κοινωνικών ιδεολόγων που σέρνονται από
ιδεολογία σε ιδεολογία προσπαθώντας να βρουν "την Αλήθεια", οι οποίοι, αντί να
κοιτάξουν τα χάλια τους και τις αποτυχίες τους, ζητάνε και ρέστα από την Ποίηση
και ανακατεύονται σε ξένα χωράφια, τα οποία δε θα έπρεπε καν να μολύνει το
βλέμμα τους. Μας λένε λοιπόν αυτοί: "η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο (έστω και
μέσω της αναφοράς σε ένα νόημα/όραμα), άρα είναι περιττή". Εάν εννοούνε ότι
νόημα έχει μόνο το φαί και το σεξ και ο ύπνος, μάλλον ακόμη και οι ίδιοι θα
διαφωνούσαν με αυτό. Εάν εννοούν πως μόνο ό,τι αλλάζει τον κόσμο έχει νόημα,
τότε και οι σε άπειρες εκδοχές δικές τους ιδεολογίες είναι παρομοίως περιττές,
αφού δεν άλλαξαν τον κόσμο. Άλλωστε η ποίηση τουλάχιστον βοήθησε αυτούς που την
έγραψαν, ενώ οι ιδεολογίες, συνολικά κρινόμενες, δεν βοήθησαν καθόλου, αφού ούτε
πραγματοποιήθηκαν ούτε θα πραγματοποιηθούν. Θα μπορούσαμε να πούμε, ειρωνικά
ίσως, πως οι ιδεολόγοι έχουν αλλάξει τόσες πολλές φορές την κοινωνία, που οι
ποιητές αδυνατούν να παρακολουθήσουν το ρυθμό αυτής της αλλαγής. Αντί να
συμμετέχουμε στη διαδικασία αυτήν επιβραδύνοντάς την, επιλέγουμε να παρατηρούμε
τα καλύτερα στιγμιότυπα. Όταν θα αποκτήσουμε το αντικειμενικό Υπερμάτι (το οποίο
τα πάντα βλέπει) που έχουν οι "επαναστάτες" και οι νεοφώτιστοι αγωνιστές με
εκείνο το κωμικό καταγγελτικό ύφος Διαφωτιστή που τα ξέρει καλά όλα κι έχει
έτοιμο το σχέδιο δράσης (ή, ακόμη χειρότερα, λέει πως δεν υπάρχει σχέδιο), τότε
στιγμή δε θα κλείσουμε βλέφαρο. Ώς τότε είναι άδικο οι πρεσβύωπες ιδεολόγοι να
κατηγορούν ως τυφλούς τους ποιητές.
Το πρόβλημα της κριτικής για την χρησιμότητα της Ποίησης έγκειται στην ανυπαρξία αντικειμενικού μέτρου με το οποίο θα μετράμε τι είναι χρήσιμο και τι άχρηστο. Όπως η καθημερινή εμπειρία δείχνει, ό,τι είναι χρήσιμο για τον ένα συχνά είναι άχρηστο για τον άλλον. Έτσι, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι το μέτρο χρησιμότητας το οποίο έχουν οι αριστεριστές και οι αναρχικοί-καταστασιακοί για την Ποίηση είναι αντικειμενικό κι επομένως έγκυρο. Το αντίθετο, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι είναι υποκειμενικό, ότι βασίζεται σε μία απλώς από τις άπειρες δυνατές κοσμοαντιλήψεις και μάλιστα σε μία κοσμοαντίληψη που ούτε λογικά ούτε και ποσοτικά έχει αποδείξει την υπεροχή της.
Τι μπορεί κανείς να πει για τη νεύρωση του χρησιμοθήρα που ζυγίζει τα πάντα στην δήθεν αντικειμενική
ζυγαριά η οποία μετρά την κοινωνική προσφορά και μάλιστα βάζει την ατομική
απελευθέρωση κάτω από την νεφελώδη "κοινωνία" του (την υπαρκτή γκρούπα του ή
κύκλο του); Καλό παράδειγμα είναι ο σουρεαλισμός. Η σουρεαλιστική
ποίηση δεν έχει κανένα (κοινωνικό) νόημα, αφού είναι μια ασυνάρτητη τοποθέτηση
λέξεων, η μία δίπλα στην άλλη. Κατουσίαν είναι μια απελευθέρωση του νου και της
σκέψης από τη λογική αναγκαιότητα της δομής του λόγου, για χάρη της ξεκούρασης
του νου (= πάλι αυτοθεραπεία). Κι όμως, έχουμε δει τους κοινωνικούς ιδεολόγους
(αναρχικούς, κομμουνιστές κ.ά. παρόμοιους) σε κάποιες εποχές (ειδικά στις
απαρχές του σουρεαλισμού) να ενθουσιάζονται με το είδος αυτό ποίησης - και
αντίστροφα, τους σουρεαλιστές να ενθουσιάζονται με παρόμοιες πολιτικές
ιδεολογίες (όσο κι αν αυτό το φλερτ κόπασε με τον καιρό). Πράγμα εντελώς
παράλογο, αφού υποτίθεται ότι μόνο ποίηση με νόημα (και μάλιστα κοινωνικό) θα
έπρεπε οι ιδεολόγοι αυτοί να αποδέχονται. Ίσως είναι ο λόγος της "πρωτοπορίας",
της "έλλειψης συμβατικότητας" και του "ριζοσπαστισμού" που έκανε ορισμένους εξ
αυτών να χοροπηδάνε από χαρά με μια τόσο α-νόητη (διόλου όμως περιττή ή γελοία)
ποιητική έκφραση. Ότι δηλαδή "απελευθερώνει από τον μικροαστισμό" και άλλα
τέτοια ευτράπελα. Φυσικά εδώ φαίνεται ότι, ακόμη κι αν ίσχυε ένας τέτοιος λόγος,
οι κοινωνικοί ιδεολόγοι πίστεψαν ότι μέσα από το α-νόημα του σουρεαλισμού
υπάρχει κρυφό νόημα (: το νόημα της απελευθέρωσης από τη συμβατικότητα του
μικροαστισμού). Ακριβώς δηλαδή ό,τι προαναφέραμε υποστηρίζοντας ότι ακόμη κι αν ένα ποίημα φαίνεται ανόητο, στην πραγματικότητα
έχει νόημα, διότι το έγραψε κάποιος θέλοντας να εκφράσει ένα συναίσθημα ή νόημα
των πραγμάτων χρησιμοποιώντας την ασάφεια. Απλώς δεν πέτυχαν (ή δεν τους
ταίριαζε) οι κοινωνικοί ιδεολόγοι στην επιλογή τους, δηλαδή όντως ο σουρεαλισμός
είναι απελευθερωτικός, όχι όμως από από που θέλουν οι χρησιμοθήρες ιδεολόγοι.
Πάντως, και μόνη η προσπάθεια ταύτισης ενός τέτοιου καλλιτεχνικού ρεύματος με
μια τέτοια πολιτική ιδεολογία (και ο χιτλερισμός χρησιμοποίησε τον νιτσεϊσμό ή
τον Βάγκνερ) δείχνει πως αν κάτι είναι νεκρό, αυτό δεν είναι η δήθεν περιττή
Τέχνη, αλλά η σοβαρότητα όσων θέλουν να φορέσουν στους πάντες την παραλλαγή του
ιδεολογήματός τους. Για παράδειγμα, πόσο σοβαρούς θα θεωρούσαμε όσους λένε ότι η
τέχνη θα έπρεπε να υπηρετεί την ηθική καλλιτέρευση των ατόμων ή την σωτηρία της
"ψυχής" τους; Θα έπρεπε να διαβάζουμε μόνο θρησκευτικά ποιήματα της "Ζωής" και
του "Σωτήρα". Άλλο τόσο πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τους αναρχικούς και
μαρξιστές που λένε ότι η τέχνη πρέπει να εξυπηρετεί άμεσα ή έμμεσα την
Επανάσταση.
Να αναφέρουμε και το
ρεμπέτικο (του '30) στο οποίο αρέσκονται πολλοί αναρχικοί και κομμουνιστές. Το
αναφέρουμε λόγω των στίχων του, οι οποίοι είναι ποίηση μιας κοινωνικής ομάδας
βέβαια (και λόγω της αγωνιώδους προσπάθειας να οικειοποιηθούν κάποιοι κάποιες
μορφές τέχνης). Το ρεμπέτικο καθεαυτό δεν έχει καμμία μα καμμία πολιτική
ιδεολογία. Είναι εντελώς λούμπεν, όχι μόνο στα μάτια ενός κομμουνιστή (είναι
γνωστό ότι το 30-40 το ΚΚΕ κατέκρινε το ρεμπέτικο, όσο κι αν τώρα το προωθεί,
φιλτραρισμένο πάντα) αλλά και στα μάτια ενός αναρχικού που ενδιαφέρεται για την
Επανάσταση, την καταστροφή του καπιταλισμού και την αναρχία. Ουδεμία σχέση είχαν
οι χασικλίδες και οι μεροκαματιάρηδες με τόσο "υψηλόφρονες" στόχους. Η εναντίωση
προς τους μπάτσους αφορά το χασίς και τις επεμβάσεις της αστυνομίας στον χώρο
του ρεμπέτικου υποκόσμου. Δεν αφορά τις επεμβάσεις της αστυνομίας στο χώρο των "αυτοδιαχειριζόμενων"
ρεμπέτικων στεκιών! Το ζήτημα είναι σαφές. Ωστόσο, κατά περίεργο τρόπο,
κομμουνιστές και αναρχικοί (αριστεροί εν γένει) αρέσκονται στο ρεμπέτικο, ως
τάχα μου επαναστατικό, ανατρεπτικό και αντικομφορμιστικό. (29/4/2006)
Αν ήταν να μετράμε τα
πάντα βάσει της έμπρακτης χρησιμότητάς τους, θα αρχίζαμε να διαπλητιζόμαστε για
τις ζυγαριές με τις οποίες θα κρίναμε τη χρησιμότητα των πάντων. Η σημασία των
άχρηστων πραγμάτων είναι απερίγραπτη. Εκτός κι αν ό,τι δεν μετριέται δεν
μετράει. Με μια έννοια οι ιδεολογίες, η φιλοσοφία, η ιστορία κ.λπ. είναι εντελώς
περιττά, αφού δεν βοηθάνε καθόλου. Μόνο το φαΐ θα είχε σημασία. Η χρησιμότητα
καθενός πράγματος έχει τα όριά της και αναφέρεται σε ορισμένους κάθε φορά. Ο
ισχυρισμός ότι η ποίηση είναι άχρηστη αν δεν είναι φιλοσοφική διατριβή ή διάλεξη
για το νόημα της κοινωνίας και της ζωής, είναι περιοριστικός και οφείλεται στην
άγνοια ακριβώς των ορίων που αναφέραμε. Δεν είναι τα πάντα για τους πάντες
(5/3/2006).
Το μίσος
κατά της ποίησης από την πλευρά των πολιτικών ρευμάτων (αναρχικοί, αριστεριστές
κ.ά.) είναι τόσο κακοηθές, ώστε να κατηγορούνται, π.χ. μέσω ενός στίχου ενός
μουσικού συγκροτήματος, εν γένει οι ποιητές ως εξής: «θάνατος στους ποιητές,
θάνατος σ' όλους που του κόσμου τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα». Είναι
ωραίο να παίρνεις τον πόνο και να τον μετουσιώνεις σε έργο τέχνης, επειδή
γιατρεύεσαι. Αν τώρα αυτοί δεν γιατρεύονται με την ποίηση, δεν έχουν το δικαίωμα
να πουν ότι οι ποιητές δεν γιατρεύονται. Γιατί, στο κάτω κάτω, αν αυτοί
ειλικρινά το πίστευαν αυτό που λεν, τότε είτε δε θα έπρεπε να μιλάν για τα «σκατά»,
δηλαδή για τον πόνο (οιασδήποτε μορφής, ατομικής ή κοινωνικής, σωματικής ή
ψυχικής), παρά μόνο να αγωνίζονταν όλη την ώρα εναντίον του πόνου είτε θα
έπρεπε να είχαν την άποψη ότι η τέχνη πρέπει να είναι μόνο κλασσική, δηλαδή να
κρύβει τον πόνο και την ασχημιά, δηλαδή να παραμυθιάζονται οι ίδιοι με
ναζιστικές ονειρώξεις περί «στρατευμένης τέχνης» (= μόνο η στρατευμένη τέχνη, η
οποία θα δείχνει το δρόμο για την Επανάσταση, είναι καλή), είτε είναι
υποκριτές, αφού βρίζουν αυτό το οποίο χρησιμοποιούν, ενώ κανονικά θα έπρεπε να
παραμείνουν βουβοί (λ.χ. να μην γράφουν παρά ινστρουμένταλ/οργανική μουσική).
Γιατί, όταν βρίζεις αυτό που χρησιμοποιείς και αυτό, δίχως το οποίο δε θα
μπορούσες να εκφραστείς, τότε είσαι αντιφατικός και τέτοια επιχειρήματα δεν
συζητώνται καν.
Το συμπέρασμα που βγαίνει, όσο κι αν δεν το καταλαβαίνουν οι ίδιοι οι άμουσοι παρακμιακοί «κριτικοί της Ποίησης» που έχουν τις παραπάνω απόψεις, είναι ότι στην πραγματικότητα δεν κατακρίνουν γενικά την Ποίηση (άλλωστε, ως μέτριας νοητικής αντίληψης μεσσιανιστές, προσδοκούν ότι «μετά την Επανάσταση», όταν «όλα θα είναι τέλεια», κι η ίδια η Ποίηση θα είναι καλή), αλλά μόνο όσα είδη ποίησης δεν αρέσουν στον παντογνώστη-κριτή εαυτό τους. Κάνουν ακριβώς όπως οι «ανορθολογιστές», που απορρίπτουν τον «Ορθολογισμό» όχι επειδή οι ίδιοι είναι ανορθολογιστές και δήθεν δεν χρησιμοποιούν επαρκώς τη Λογική, αλλά επειδή ο «Ορθολογισμός» έχει ταυτιστεί, σχεδόν αμετάκλητα, με ορισμένες απόψεις, τις οποίες οι ίδιοι απορρίπτουν απόλυτα. Έτσι και οι ερασιτέχνες «κριτικοί της Ποίησης», που νομίζουν ότι έχουν άποψη για όλα, αρέσκονται μόνο στην (κοινωνική ή «απελευθερωτική» ή όπως αλλιώς την φαντασιώνονται και την αποκαλούν οι ίδιοι) ποίησή τους, και – απλώς επειδή είναι διαφορετικού γούστου η ποίηση των άλλων – κατακρίνουν ως «άχρηστη» την υπόλοιπη Ποίηση. Όμως, είναι φανερό ότι ανθρώπους οι οποίοι έχουν τέτοιες αντιφάσεις στην επιχειρηματολογία τους, ανθρώπους οι οποίοι εμμέσως πλην σαφώς είναι υπέρ της ναζιστικής αντίληψης περί στρατευμένης τέχνης, δεν μπορούμε να τους πάρουμε στα σοβαρά. Απλώς μιλάνε για να μιλάνε. Δεν λένε κάτι λογικό και συνεπές, αλλά ωστόσο νομίζουν ότι έχουν άποψη και νομίζουν ότι παρεμβαίνουν σε μια συζήτηση στην οποία ήταν εξαρχής απόντες. Ίσως, εκτός από την λανθάνουσα συνείδηση και των ίδιων ότι πρέπει να μιλάνε απλώς για να «πετάγονται» και να δείχνουν ότι ξέρουν κάτι, να κρύβεται και η μειονεξία ότι η δική τους μορφή ποίησης (όταν γράφουν· γιατί συχνά βλέπουμε το κωμικό φαινόμενο, απόψεις σαν τις παραπάνω να τις εκφέρουν άνθρωποι που δεν έγραψαν ποτέ κάτι) είναι, σύμφωνα με τις απόψεις των περισσότερων ποιητών, η πλέον ανόητη και άτεχνη. (29/4/2006)
Ποιητὴς καὶ εὐαισθησία
Δὲν
μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν ὁ ποιητὴς εἶναι ὁ μόνος εὐαίσθητος ἢ πιὸ εὐαίσθητος ἀπὸ
τοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους, διότι ἀπὸ τὴ μιὰ ἔχουμε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς εὐαισθησίας
του, τὴν ποίηση, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ εὐαισθησία τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου δὲν
ἀποτυπώνεται σὲ κάτι, παρὰ χάνεται στὴ στιγμὴ δίχως ὁρατὰ ἵχνη. Ἀλλὰ κι ὅταν
ἀποτυπώνεται σὲ κάτι, αὐτὸ εἶναι ἡ καθημερινότητα, ἡ ὁποία ἀναγκαστικὰ εἶναι
λιγότερο ἀνεκτικὴ στὴν ἐκδήλωση τῆς εὐαισθησίας· ἔτσι, στὴν καθημερινότητα
κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐκδηλώσει ὅλη του τὴν εὐαισθησία, ἂν αὐτὴ ἦταν ἴση μὲ αὐτὴν
τοῦ ποιητῆ καὶ ἡ σύγκριση εἶναι ἄδικη ἢ μᾶλλον ἀδύνατη.

Ποιητὴς καὶ μοναξιά
Ὁ ποιητὴς πράγματι εἶναι, βιολογικά, συνήθως ἀπομονωμένος, ἀλλὰ δὲν νοιώθει αὐτὴ τὴ μοναξιὰ ἤ, ἂν τὴν νοιώθει, δὲν ὑποφέρει τόσο ὅσο ὑποφέρουν οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι ὅταν βρίσκονται μοναχοί. Οἱ τελευταῖοι δὲν ἀντέχουν τὴν μοναξιά, ὅπως φαίνεται. Ὁ ποιητὴς τὴν ἀντέχει, ἀκριβῶς γιατὶ τὶς στιγμὲς τῆς μοναξιᾶς ἔχει τὴν ποίηση καὶ ξεχνιέται.
Προς ποιητές.
Γράφε σήμερα, που
σου έρχονται οι σκέψεις, σήμερα που μπορείς να κάτσεις κάπου ήσυχα στην ησυχία
σου και να τις καταγράψεις, ώστε αργότερα να γνωρίζεις πώς ένοιωθες τότε, δηλαδή
τώρα. Αύριο θα έχεις γίνει εργατικό πρόβατο, θα έρχεσαι κουρασμένος κάθε
απόγευμα σπίτι, πολύ κουρασμένος, ώστε να σου έρχονται φυσιολογικά και χωρίς
πίεση οι λέξεις κι οι σκέψεις (εκτός κι αν στα 30 σου έχεις γίνει διανοούμενος
και «κουλτούρα», δηλαδή εξυπνάκιας σοφιστής). Οι λέξεις θα είναι στριφνές και οι
σκέψεις νευρωτικές, αφύσικες, δήθεν, με ψεύτικο, τυφλό μίσος και ψεύτικο
αστειασμό. Γράφε σήμερα. Αύριο μόνο παραμυθάκια θα μπορείς να διαβάζεις.
* * *
ΠΟΛΙΤΙΚΟ
Οι C. Schmitt και Π. Κονδύλης αναφέρθηκαν στην έννοια του Πολιτικού και είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθούν οι διαφορές όσο και οι ομοιότητες στους ορισμούς που καθένας έδωσε για το Πολιτικό.
Ο Σμιτ στην Έννοια του Πολιτικού γράφει τα εξής: «Η ειδικά πολιτική διάκριση, στην οποία μπορούν να αναχθούν οι πολιτικές πράξεις και τα πολιτικά κίνητρα είναι η διάκριση Φίλου και Εχθρού» (σ. 60). «Εχθρός δεν είναι λοιπόν ο ανταγωνιστής ή ο αντίπαλος γενικά. Εχθρός δεν είναι επίσης ο ιδιωτικός αντίπαλος τον οποίο μισεί κανείς με αισθήματα αντιπάθειας. Εχθρός είναι μόνο μια, τουλάχιστον ενδεχομένως, δηλαδή κατά πραγματική δυνατότητα μαχόμενη ολότητα ανθρώπων η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια άλλη ακριβώς τέτοια ολότητα. Εχθρός είναι μόνο ο δημόσιος εχθρός, διότι καθετί το οποίο αναφέρεται σε μια τέτοια ολότητα ανθρώπων, ιδίως σε έναν ολόκληρο λαό, γίνεται έτσι δημόσιο. Εχθρός είναι hostis, όχι inimicus με το ευρύτερο νόημα˙ πολέμιος, όχι ἐχθρός» (σ. 64-5). «Κάθε θρησκευτική, ηθική, οικονομική ή άλλη αντίθεση μεταμορφώνεται σε μια πολιτική αντίθεση, όταν είναι αρκετά ισχυρή για να κατατάξει αποτελεσματικά τους ανθρώπους σε Φίλους και Εχθρούς. Το Πολιτικόν δεν έγκειται στη σύγκρουση καθαυτήν, η οποία…έχει τους δικούς της ιδιαίτερους νόμους, αλλά σε μια από αυτή την πραγματική δυνατότητα σύγκρουσης καθορισμένη συμπεριφορά, στη σαφή επίγνωση της κατ’ αυτό τον τρόπο καθορισμένης κατάστασης και στην υποχρέωση να διακρίνεις ορθά μεταξύ Φίλου και Εχθρού» (σ. 77). «Το Πολιτικόν μπορεί να πάρει τη δύναμή του από τις πιο διαφορετικές περιοχές της ανθρώπινης ζωή, από θρησκευτικές, οικονομικές, ηθικές και άλλες αντιθέσεις˙ δεν χαρακτηρίζει μια δική του περιοχή, αλλά μόνο το βαθμό έντασης μιας σύνδεσης ή αποσύνδεσης ανθρώπων» (σ.79)
Για τον Κονδύλη τα πράγματα είναι διαφορετικά (Το πολιτικό και ο άνθρωπος, τ. 1): «Υπάρχουν τρεις παράγοντες ή δυνάμεις που έχουν την εγγενή ιδιότητα να διατάσσονται έτσι και να αλληλοσχετίζονται πρωταρχικά: η κοινωνική σχέση, το πολιτικό και ο άνθρωπος…..Η κοινωνία διαφέρει από τις σχέσεις ανάμεσα σε χωριστά θεωρούμενους ανθρώπους, όπως και από το απλό άθροισμα τέτοιων σχέσεων, καθόσον παρέχει ένα ανοιχτό πεδίο για διαδράσεις που δεν είναι ανάγκη να σχετίζονται άμεσα με τα άτομα, αλλά αποσκοπούν στη δημιουργία ενός κατά βάση δεσμευτικού πλαισίου για όλες τις άλλες διαδράσεις….Το πολιτικό αποτελεί τρόπον τινά τη διάδραση όλων των διαδράσεων…Με την κοινωνία δεν ταυτίζεται υπό την ίδια έννοια όπως το άθροισμα των διαδράσεων, αλλά υπό την έννοια ότι η εμβέλειά του αγγίζει τα όρια της κοινωνίας ή ακόμη και τα σημαδεύει κάθε φορά, όση και αν είναι η έκταση της διάδρασης στην οποία βασίζεται και από την οποία ξεκινά….» (σ. 276-7). «Δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις πολιτικές, μολονότι το πολιτικό μπορεί να είναι μόνο κοινωνική σχέση…Το πολιτικό είναι εκείνη η ιδιαίτερη κοινωνική σχέση που κάνει αντικείμενό του το κοινωνικό ως ένα όλον που πρέπει να αποκτά τάξη και συνοχή. Ανήκει λοιπόν στην κοινωνία υπό μια πιο ειδική έννοια, όχι απλώς όπως η διάδραση γενικά, αφού στην κοινωνία όλα είναι διάδραση, δεν είναι όμως όλα πολιτικά, και ακριβώς αυτό που από την έκτασή του δεν ταυτίζεται με ολόκληρη την κοινωνία κάνει (τουλάχιστον δυνητικά) ολόκληρη την κοινωνία αντικείμενό του» (σ. 279-80). Και η υποσημείωση 252 (ό.π.): «Αν το φάσμα του πολιτικού έχει την ίδια έκταση με το φάσμα της κοινωνικής σχέσης, δηλαδή και τα δύο εκτείνονται ανάμεσα στα δύο άκρα, τη φιλία και την εχθρότητα, από αυτό προκύπτει ότι η διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού δεν είναι ειδικό γνώρισμα του πολιτικού και έτσι δεν διέπει τον ορισμό του, μολονότι το πολιτικό, όπως και η κοινωνική σχέση, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη φιλία και την εχθρότητα. Το λογικό λάθος του C. Schmitt, ο οποίος θέλησε να ορίσει το πολιτικό -χωρίς βέβαια να γνωρίζει την κοινωνικοοντολογική διάστασή του- βάσει του κριτηρίου "φίλος-εχθρός", συνίστατο στη σύγχυση της κοινωνικής σχέσης γενικά με το πολιτικό. Το πολιτικό είναι ασφαλώς κοινωνική σχέση και ως τέτοια περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής σχέσης γενικά, μαζί με τα δύο ακραία όριά του, αλλά δεν είναι όλες οι κοινωνικές σχέσεις πολιτικές, μολονότι έχουν το ίδιο φάσμα όπως οι πολιτικές».
Κατά ένα τρόπο, οι Σμιτ και Κονδύλης έχουν διαφορετικό ορισμό του εχθρού, με τον πρώτο να κάνει διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου εχθρού και να ορίζει το Πολιτικό βάσει του φάσματος «(δημόσιος)φίλος-(δημόσιος) εχθρός». Για τη διάκριση ιδιωτικού-δημόσιου εχθρού κάνει λόγο κι ο Κονδύλης (ό.π., σ. 343) αλλά δεν φαίνεται κάποια σύνδεση ανάμεσα στο Πολιτικό και στο φάσμα της (δημόσιας) σχέσης (δημόσιος φίλος-δημόσιος εχθρός), ώστε να φανεί αν ο Κονδύλης χρησιμοποιεί αδιαφοροποίητα το φίλος-εχθρός και, γι’ αυτό, δεν ορίζει το Πολιτικό με βάση το φάσμα Φίλος-Εχθρός σε αντίθεση με τον Σμιτ. (17/6/2010)
* * *
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Φύση καὶ πολιτισμός (4-12-2011)
Λέγεται ὅτι ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πολιτισμός του. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἰσχύει ἀπόλυτα. Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ ἔπειτα ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ὁ πολιτισμός του, εἶναι ἡ βιολογικὴ φύση του καὶ τὸ περιβάλλον του. Ἔτσι, καὶ ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ συγκροτεῖ τὴν ὠφέλεια. Ἂς δεχτοῦμε ὅτι τὴν συγκροτεῖ σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο βαθμὸ ἀπὸ τὴν ὑλικὴ πραγματικότητα, ἀνάλογα μὲ τὸ ἐπιμέρους ζήτημα. Ἀρκεῖ νὰ διαπιστώσει κανεὶς τὴ διαφορὰ μεταξὺ βόρειας καὶ μεσογειακῆς ψυχοσύνθεσης καὶ πολιτισμοῦ, μεταξὺ πολιτισμῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν σὲ ποτάμια καὶ πολιτισμῶν ποὺ ἀναπτύχθηκαν στὴ βάση τῆς πολεμικῆς ὀρδῆς ἢ τῆς θάλασσας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἤ, ὡς ἕνα ἄλλο παράδειγμα, θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ φανταστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν ἄγγελο ὡς ἄνθρωπο μὲ φτερὰ ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶχε φτερά, γιατὶ τότε οὔτε οἱ οὐρανοὶ θὰ ἦταν κατοικία τῶν ἀγγελιοφόρων τοῦ θεοῦ ὄντας προσιτοὶ στὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ οὔτε ὁ ἄγγελος μὲ φτερὰ θὰ διέφερε ἀπὸ ἕνα συνηθισμένο ἄνθρωπο. Σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να αποδεχτεί κανείς μια απεριόριστη ελευθερία εντός του (κάθε) πολιτισμού.
Ἐπιπλέον, οἱ προϋποθέσεις τοῦ πολιτισμοῦ δὲν περιέχονται σ' αὐτόν, τὸν περιέχουν, γιατὶ θέτουν τὰ ὅριά του. Ὁτιδήποτε συμβαίνει ἐντὸς τοῦ πολιτισμοῦ ἔχει ὡς ὅρο ὕπαρξης τὶς προϋποθέσεις τοῦ πολιτισμοῦ, ὑπάρχει ἐντὸς αὐτῶν, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ νὰ συμβαίνει. Μπορεῖ, λ.χ., διάφοροι πολιτισμοὶ νὰ εἶδαν τὴν ὠφέλεια ὡς σωτηρία τῆς ἀτομικῆς ψυχῆς ἢ ὡς ἀγώνα γιὰ χρῆμα καὶ ἐξουσία, κανεὶς πολιτισμὸς ὡστόσο δὲν ἀπέρριψε τὴν ὠφέλεια. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἕνα ὑποσύνολο τῶν προϋποθέσεών του, δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ αὐτές. Ἐντὸς αὐτοῦ μπορεῖ νὰ συμβαίνουν πολλὰ καὶ διάφορα, περίεργα καὶ ἐκπληκτικά, ποὺ χρειάζονται καὶ ἄλλες ἐξηγητικὲς αἰτίες. Ἀλλὰ ἐνῶ οἱ αἰτίες αὐτὲς μποροῦν κάθε φορὰ νὰ ἀλλάζουν, οἱ αἰτίες-προϋποθέσεις τοῦ πολιτισμοῦ δὲν μποροῦν νὰ ἀπουσιάζουν. Οἱ προϋποθέσεις τοῦ πολιτισμοῦ δὲν εἶναι κάτι ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὸν πολιτισμό, δὲν ὑπῆρξαν καθιστώντας ἐφικτὸ τὸν πολιτισμό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ὕστερα ἀνέλαβε ὁ πολιτισμὸς αὐθαίρετα καὶ ἀκόμη καὶ ἐνάντια στὶς προϋποθέσεις του νὰ οἰκοδομήσει τὴν ἀνθρώπινη ψυχοσύνθεση καὶ κοινωνία. Νὰ ἀντιδιαστέλλεται ὁ πολιτισμὸς ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις του εἶναι σὰν νὰ ἀντιδιαστέλλεται τὸ χῶμα ἀπὸ τὸ λουλούδι ποὺ φύτρωσε σὲ αὐτό.
Αὐτὰ δὲν σημαίνουν καθόλου τὴν ἀπουσία σχετικῆς αὐτονομίας τοῦ πολιτισμοῦ ἔναντι τῆς φύσης (καὶ τὴ σχετικὴ αὐτονομία μεμονωμένων ἀτόμων ἐντὸς συγκεκριμένου πολιτισμοῦ, ἐναντίον τοῦ πολιτισμοῦ αὐτοῦ), ἀλλὰ τὴν χρονικὴ προτεραιότητα τῆς φύσης. Ἡ ὕπαρξη νόμων τοῦ πολιτισμοῦ, ἀνύπαρκτων μέσα στὴ φύση, εἶναι γεγονός. Ὁ καθορισμὸς τῶν ὁρίων μέσα στὰ ὁποῖα γεννιοῦνται καὶ ὑπάρχουν τέτοιοι νόμοι εἶναι κάτι ὑπέρτερο καὶ πρότερο τῶν νόμων αὐτῶν. Ἡ Φύση φιλτράρεται ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ ἀλλὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει σὲ αὐτόν. Ἡ ὕπαρξη τοῦ βιολογικοῦ καὶ φυσικοῦ ὑποστρώματος εἶναι ἀφανὴς ἀλλὰ δύσκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι ὅλα εἶναι θέμα μάθησης καὶ κοινωνικοποίησης, ὅτι οἱ ἱκανότητες λαῶν καὶ ἀνθρώπων εἶναι ἁπλῶς ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερεντατικῆς προσπάθειας ποὺ ἔκαναν καὶ τῶν νοημάτων ποὺ εἶχαν προτοῦ ἐκδηλώσουν τὶς ἱκανότητες αὐτές. Ἁπλῶς, μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πνεύματος οἱ γυμνὲς ἀνάγκες, ἡ αὐτοσυντήρηση, ἡ θέληση γιὰ ἐξουσία, τὸ σὲξ κ.λπ. πρέπει νὰ ἐμφανίζονται ὡς κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἂν εἶναι νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Τὸ σὲξ νὰ ἐμφανιστεῖ ὡς ἀνιδιοτελὴς ἔρωτας, ἡ θέληση γιὰ ἐξουσία ὡς αὐτοθυσία-ὑπηρεσία γιὰ χάρη τῶν ὑπολοίπων τοὺς ὁποίους (θέλουμε νὰ) κυβερνᾶμε, ἡ θέληση γιὰ ζωὴ ὡς θέση ὅτι ἡ ζωὴ ἔχει νόημα κ.ο.κ. Δηλαδή, μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἀδύνατη ἡ ἄμεση, ἀδιαμεσολάβητη ἐπιστροφὴ στὴ Φύση καὶ σχέση μὲ αὐτήν, ἀλλὰ ὁ Πολιτισμὸς εἶναι ἀναγκασμένος νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πρόβλημα τῆς Φύσης.
Σύμφωνα μὲ τὸν Π. Κονδύλη (Το πολιτικό και ο Άνθρωπος, 1α, σσ. 289-90): «Η κατ' αρχήν σωστή αντίληψη ότι φύση του ανθρώπου είναι ο πολιτισμός δεν μπορεί να σημαίνει, όπως πολλοί αρέσκονται να ερμηνεύουν, ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδεσμεύεται από τους φυσικούς καθορισμούς και να διαμορφώνεται κατά το δοκούν ή να σχεδιάζει ελεύθερα την ύπαρξή του στον κόσμο αποκλειστικά σύμφωνα με πολιτιστικά στοιχεία. Τέτοιες παραδοχές ή προσδοκίες τρέφονται σιωπηρά από μια αστήρικτη αντιπαράθεση ανάμεσα στην τυφλή αναγκαιότητα των φυσικών καθορισμών και την ελευθερία στον πολιτισμό, ενώ η ελευθερία πάλι κατά λάθος συγχέεται με τον πραγματικά ανοιχτό και εύπλαστο χαρακτήρα του πολιτισμό ή παράγεται από αυτόν. Αλλά αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Ο ανοιχτός και εύπλαστος χαρακτήρας του πολιτισμού, που φαίνεται από την παράλληλη ύπαρξη ή τη διαδοχή περισσότερων πολιτισμών, δεν υφίσταται πέρα από τους αιτιώδεις καθορισμούς στη φύση και την ιστορία, και θα ήταν σκέτος παραλογισμός να τον ερμηνεύσουμε ως υπέρβασή τους. Εξίσου παράλογο θα ήταν να θέλουμε να αντιληφθούμε την ελευθερία που δήθεν χάρισε στον άνθρωπο ο πολιτισμός ως κάτι ηθικό-κανονιστικό, αφού όλα όσα συνήθως αποκαλούνται "απάνθρωπα" ή αποδίδονται στην "τυφλή" ή "κτηνώδη φύση" έχουν γίνει στη μέχρι τώρα ιστορία μέσα στον πολιτισμό και με τα μέσα του πολιτισμού· λόγου χάρη τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι καθαρό έργο του πολιτισμού, δηλαδή κάτι για το οποίο δεν υπάρχει κανένα απολύτως παράδειγμα στη φύση. Ο πολιτισμός μπορεί να είναι μια κανονιστικά φορτισμένη έννοια μόνο στη γλώσσα της ηθικής, όχι σε αυτήν της κοινωνικής οντολογίας. Λογικά και αντικειμενικά θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως τεκμήριο για την ηθική και οντική ελευθερία του ανθρώπου μόνον αν ήδη η γένεσή του αναγόταν σε μια ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου, δηλαδή αν ο άνθρωπος στην αρχή της ιστορίας του είχε σταθεί όπως ο μυθικός Ηρακλής σε ένα σταυροδρόμι και μετά από ώριμη σκέψη είχε αφήσει κατά μέρος άλλες δυνατότητες για να πάρει τον δρόμο του πολιτισμού. Δεν είχε όμως άλλες δυνατότητες εκτός από αυτήν της εξαφάνισης του είδους. Η πρόταση ότι φύση του ανθρώπου είναι ο πολιτισμός σημαίνει κατά βάθος ότι ο άνθρωπος υπό την πίεση της φύσης (του) έπρεπε να γίνει πολιτισμένο ον και ότι έτσι η φωνή της φύσης (του) μπορεί να ακούγεται ακόμη σε όλους τους τόνους και τις αποχρώσεις της. Δεν έχει την ελευθερία να μεταχειρίζεται τον πολιτισμό επιλεκτικά, όπως δεν ήταν και στους αρχέγονους χρόνους ελεύθερος να διατηρήσει μια φύση πριν από τον πολιτισμό ή όπως και τώρα να ακυρώσει τον πολιτισμό. Κατ' αυτά ο πολιτισμός του ανθρώπου είναι τόσο φύση όσο και η φύση του πολιτισμός [...] ο άνθρωπος αναπτύσσεται ως πολιτισμένο ον και γίνεται ικανός να ιστορικοποιήσει όχι μόνο τη δική του αλλά και την εξωτερική φύση. Το γίγνεσθαι στην εξωτερική φύση δεν αλλάζει βέβαια ως προς τη νομοτέλειά του, αλλά οι επιδράσεις του στο ανθρώπινο συλλογικό σώμα εξαρτώνται στο εξής από τον πολιτισμό του» (4-12-2011)
πόλεμος
Σαν να λέμε, ότι οι πόλεμοι δεν οφείλονται σε υλικές, οικονομικές και πολιτικές διαφορές, αλλά σε διαφορετικά πολιτισμικά πρότυπα. Ιδεαλισμός. Είναι γεγονός πως οι άνθρωποι πάντα θα βρίσκουν αφορμές, για να μαλώνουν μεταξύ τους, αλλά οι βασικές αιτίες των πολέμων είναι οικονομικές και γεωπολιτικές. Οι ιδεολογικές διαφορές συνήθως είναι αφορμές κι όχι αιτίες. Οι Ιάπωνες και οι Κινέζοι ποτέ δε θα συμμαχήσουν μεταξύ τους κατά των ΗΠΑ, παρόλο που αμφότερες βρίσκονται στο «αποανατολίτικο» πολιτισμικό στρατόπεδο, διότι απλούστατα και οι δύο ερίζουν για την ηγεμονία στην Ν.Α. Ασία. Το πιθανότερο είναι, ότι θα παραμείνουν εχθρικές ή έστω αντίπαλες, όπως ήταν πάντα. Ακόμα κι όταν χρησιμοποιείται το πολιτισμικό πρότυπο και η διαφορά στην κουλτούρα, τη θρησκεία κ.λ.π. ως παράγοντες τόνωσης του μίσους μεταξύ των δύο λαών, κατά τη διάρκεια της σύρραξής τους, δεν είναι αυτά η κύρια αιτία του πολέμου. Ότι υπάρχει συμπάθεια μεταξύ ομόθρησκων λαών είναι αυτονόητο, αλλά αυτή μετατρέπεται σε φανερή υποστήριξη μόνο όταν υπάρχει τωρινός κοινός εχθρός, που ήταν και στο παρελθόν εχθρικός. Κι ενώ είναι γεγονός πως στο Ισλάμ αυτή η υποστήριξη είναι πολύ έντονη παρά στον Χριστιανικό κόσμο, οι Άραβες διχάζονται, όταν πρόκειται για το Κουβέιτ, το Κουρδιστάν, ενώ οι Δυτικοί δεν κούνησαν το δακτυλάκι τους, όταν οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί κατάπιαν τις καθολικές Κροατία και Ουγγαρία, ή όταν οι Ορθόδοξοι Σλάβοι Ρώσσοι (και «κομμουνιστές») κατάπιαν την καθολική Πολωνία (για την οποία ξεκίνησε ο Β’ Π.Π.) μεταξύ 1945-1989. Επίσης, εάν η ομόδοξη Σερβία είχε 70 εκατομμύρια κατοίκους και ζητούσε να κατέβει στο Αιγαίο, ενώ η ισλαμική Τουρκία 15, τότε θα ήταν παραπάνω από σίγουρο πως η Ελλάδα θα συμμαχούσε με την Τουρκία κι όχι με την ομόδοξη Σερβία.
* * *
ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ
ἐξετάζονται ἐδῶ ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν μονοτονιστῶν.
1) «Τὸ πολυτονικὸ εἶναι συντηρητικό». Γιατί τότε μὲ πολυτονικὸ ἔγγραφαν ἀριστεροὶ ὅπως ὁ Καστοριάδης, ὁ Βρεττάκος, ἡ Ζωγράφου καὶ ὁ Ρίτσος, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ; Γιατί οἱ τρεῖς πρώτοι ἐναντιώθηκαν δημόσια στὸ μονοτονικό, ἂν καὶ Ἀριστεροί; Ἡ ἀπάντηση εἶναι μία: οἱ μονοτονιστὲς εἶναι συκοφάντες, γιατὶ, ἐνῶ ἡ πραγματικότητα δείχνει τὸ ἀντίθετο, ἰσχυρίζονται ὅτι ὅσοι ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι εἴτε (ἀκρο)δεξιοὶ εἴτε κατὰ βάθος ὁπαδοὶ τῆς καθαρεύουσας, τὴν ὁποία μὴ μπορῶντας δημόσια νὰ ὑπερασπιστοῦν, τάσσονται ὑπὲρ τοῦ πολυτονικοῦ, στὴν πραγματικότητα μὲ σκοπὸ ἀπώτερο νὰ ἐπανέλθει ἡ καθαρεύουσα. Τοὺς συμφέρει νὰ τσουβαλιάζουν τοὺς πολυτονιστὲς καθαρευουσιάνους μὲ τοὺς δημοτικιστὲς πολυτονιστές.
Η προσπάθεια νὰ ἐμφανιστεῖ τὸ μονοτονικὸ ὡς ἡ ἀναπόφευκτη ἢ λογικὴ συνέχεια τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς μεταρρύθμισης του 1976 εἶναι συνεπῶς ἀβάσιμη. Οἱ δημοτικιστὲς ποιητὲς καὶ λογοτέχνες τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ καὶ τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ. δὲν ὑποστήριζαν τὸ μονοτονικό, ἀλλὰ ἔγραφαν τὴ δημοτικὴ στὸ πολυτονικό. Τὸ μονοτονικὸ καὶ τὸ πολυτονικὸ εἶναι τονικὰ συστήματα, ἡ καθαρεύουσα κι ἡ δημοτικὴ μορφὲς τῆς ἑλληνικῆς. Τὸ ἀντίθετο τοῦ πολυτονικοῦ δὲν εἶναι ἡ δημοτική, λοιπόν (ἀφοῦ δημοτικιστὲς ἔγραφαν καὶ γράφουν στὸ πολυτονικό), ἀλλὰ τὸ μονοτονικό. Ἀγνοοῦν ἠθελημένα ἐπιπλέον ὅσοι προσδίδουν στὴν δημοτικὴ τῆς Μεταπολίτευσης (καὶ τῆς Δημοκρατίας) ἀντιπολυτονικὸ χαρακτήρα ὅτι πρὶν τὸ 1982 ὁ Ριζοσπάστης καὶ ἡ Αὐγὴ τυπώνονταν μὲ πολυτονικὸ καὶ ὄχι μὲ μονοτονικό. Φυσικὰ οἱ συκοφάντες μονοτονιστὲς δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ παραμύθι τους "πολυτονικό = καθαρεύουσα" (ὅλοι τὸ ἴδιο ἀκριβῶς λὲν... ἴσως ἔχουν κοινὸ ἰνστρούχτορα καὶ βγαίνουν ὅλοι φτυστοί), διότι ἡ παραδοχὴ ἐκ μέρους τους τῆς ἀβασιμότητάς του θὰ κονιορτοποιοῦσε ἕνα κλασσικὸ ἐπιχείρημά τους, ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ δημοκράτες, οἱ φιλολαϊκοί. Ὅτι μετὰ τὴν καθιέρωση τῆς δημοτικῆς καθιερώθηκε τὸ μονοτονικό, εἶναι ἕνα ἐπιχείρημα ἐκ τῶν ὑστέρων: δὲν ἀποδεικνύει τὴν ἐσωτερικὴ διασύνδεση δημοτικῆς καὶ μονοτονικοῦ οὔτε ἀποδεικνύει ὅτι ἅπαξ καὶ καθιερώθηκε ἡ δημοτική, τὸ μονοτονικὸ ἦταν πρὸ τῶν θυρῶν ἢ (ἀκόμη πιὸ μεταφυσικὴ ἀντίληψη) ἀναπόφευκτο.
2) «Τὸ πολυτονικὸ εἶναι ἄχρηστο. Σύμβολα ποὺ δὲν ἀλλοιώνουν τὴν ἀνάγνωση/προφορά δὲν εἶναι ἀπαραίτητα». Ἀπαντοῦμε:
i) Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ἂς ἐξηγήσουν, ἡ φράση «Η Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του» σημαίνει α’) «ἡ Νίκη πρόβαλε μοιραῖα μπροστά του» ἢ β’) «ἡ Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του»; Στὸ α’) ἡ λέξη μοιραῖα εἶναι ἐπίρρημα˙ στὸ β’) ἐπίθετο. Ἄλλο παράδειγμα: ἡ φράση «τρικυμία παρέσυρε βοηθό ασυρματιστή» σημαίνει α’) «τρικυμία παρέσυρε βοηθὸ ἀσυρματιστή» ἢ β’) «τρικυμία παρέσυρε βοηθὸ ἀσυρματιστῆ»; Στὸ α’) ὁ παρασυρμένος εἶναι β’ ἀσυρματιστὴς, ἐνῶ στὸ β’) εἶναι βοηθὸς τοῦ ἀσυρματιστῆ, ἀλλὰ ὄχι ἀσυρματιστὴς ὁ ἴδιος. Τρίτο παράδειγμα: ἡ φράση «περιμένω την ακριβή εικόνα που μου υποσχέθηκες» σημαίνει α’) περιμένω κάποια εἰκόνα μεγάλης χρηματικῆς ἀξίας («ἀκριβὴ») ἢ β’) περιμένω κάποια πιστὴ ἀντιγραφὴ τῆς αὐθεντικῆς/πρότυπης εἰκόνας («ἀκριβῆ»); Βλέπουμε, λοιπόν, πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ «ἄχρηστη» περισπωμένη ( ῀ ). Βοηθᾶ στὴν κατανόηση δύσκολων νοηματικῶς φράσεων, ποὺ, ἂν χρησιμοποιοῦμε μόνο τὴν ὀξεία, ἀδυνατοῦμε ν’ ἀντιληφθοῦμε ἄμεσα τὸ νόημα. Οἱ μονοτονιστὲς θὰ ἀπαντήσουν ὅτι τὸ νόημα βγαίνει ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα. Ἀλλὰ μιὰ γραπτὴ γλώσσα πρέπει νὰ ἔχει ἀκρίβεια νοηματικὴ δίχως νὰ πρέπει νὰ κρυφοκοιτᾶμε δίπλα, πάνω ἢ κάτω ἀπὸ τὴ φράση ποὺ διαβάζουμε, χάνοντας τὸν εἱρμὸ τῆς σκέψης. Γιατὶ ἔτσι βοηθᾶται ὁ ἀναγνώστης στὴν ἄμεση, ταχεία κατανόηση τοῦ νοήματος κάθε πρότασης. Ἀλλιῶς παρουσιάζονται νοηματικὲς ἀσάφειες. Μονοτονικὴ γραφή, ἄνευ περισπωμένης, σημαίνει γλωσσικὸ ἐπίπεδο παντομίμας.
ii) Καὶ ἡ βαρεία ( ` ) εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Παράδειγμα: μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν οἱ μονοτονιστὲς, ἂν ἡ φράση «γιατί έφυγε» σημαίνει ὅτι α’) ἀναρωτιώμαστε γιὰ ποιὸ λόγο ἔφυγε («γιατί ἔφυγε») ἢ β’) αἰτιολογοῦμε τὴν ἀναχώρηση («γιατὶ ἔφυγε»); Στὸ παράδειγμα αὐτὸ βλέπουμε πόσο χρήσιμη εἶναι ἡ «ἄχρηστη» βαρεία. Τὸ «γιατὶ» εἶναι αἰτιολογικό (ἐπειδή, διότι), ἐνῶ τὸ «γιατί» εἶναι ἐρωτηματικό (γιὰ ποιὸ λόγο). Μόνο μὲ κλεφτὲς ματιές, δηλαδὴ χάσιμο χρόνου καὶ διακοπὴ τῆς συνέχειας τῆς σκέψης, μπορεῖ κανεὶς νὰ κατανοήσει ἂν τὸ «γιατί» εἶναι «γιατὶ» ἢ «γιατί». Ἀλλὰ ἡ βαρεία, ποὺ συνήθως μπαίνει στὴν τελευταία τονισμένη συλλαβή τῶν λέξεων εἶναι καὶ φωνητικῶς ὀρθή, γιατὶ προφέροντας λ.χ. τὴ φράση «Γλυκὸ κραςί.», μαλακώνουμε τὴν τάση τῆς φωνῆς ὅταν τονίζουμε τὸ «γλυκὸ», ἐναρμονίζοντας ἔτσι μουσικὰ τὴν πρώτη μὲ τὴ δεύτερη λέξη. Ἀντίθετα, στὸ «κραςί.», ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ σημεῖο στίξης (ἡ τελεία), κόβεται δηλαδὴ ἡ ἀναπνοή, ἐντείνουμε τὴν ἔνταση τῆς φωνῆς, διότι τὸ σημεῖο στίξης τρέπει –«κοιμίζει» ἔλεγαν κάποτε – τὴν ὀξεία σὲ βαρεία. Ἂν ὅμως ἡ πρόταση δὲν σταματοῦσε στὸ «κραςί.», ἀλλὰ ἦταν «Γλυκὸ κραςὶ πεθύμησα.», ἐκφωνοῦμε τὸ «γλυκὸ» καὶ τὸ «κραςὶ» βαρύνοντας τὸν τὸνο καὶ στὶς δυὸ λέξεις. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὁρκωτικὸ μόριο "μα" ("μά τὴν ἀλήθεια"), τὸ προτρεπτικὸ μόριο "για" (γιά ἔλα) καὶ τὸ δεικτικὸ μόριο "να" (νά ἡ Μαρία) παίρνουν ὀξεία πάντοτε, ὥστε νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸν σύνδεσμο "μα" (μὰ σοῦ τὸ εἶπα), τὸν σύνδεσμο "να" (θέλω νὰ πάω) καὶ τὸ βουλητικὸ μόριο "να" (θέλω νὰ πάω), τὰ ὁποῖα παίρνουν βαρεία. Κάποιος μονοτονιστὴς ἐμμένοντας στὸ ἐπιχείρημα τοῦ κοινοῦ συκοφάντη ("πολυτονικό = καθαρεύουσα") εἰρωνεύτηκε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πολυτονιστὲς ὡς παράδειγμα ὑπὲρ τῆς βαρείας χρησιμοποιοῦν τὴ διάκριση μεταξὺ αἰτιολογικοῦ καὶ ἐρωτηματικοῦ "γιατι", ἰσχυριζόμενος ὅτι λίγες δεκαετίες πρὶν οἱ πολυτονιστὲς θὰ ἔφριτταν μὲ τέτοια "μαλλιαρὰ" παραδείγματα, γιατὶ ἀπέφευγαν νὰ χρησιμοποιήσουν τὸ δημοτικὸ "γιατὶ" προτιμῶντας ἀποκλειστικὰ τὸ καθαρευουσιάνικο "διότι". Ὁ δημοτικιστὴς Τριανταφυλλίδης πολὺ πρὶν τοὺς "καθαρευουσιάνους πολυτονιστὲς" γράφει τὴ δεκαετία του 1940 ὅτι σωστὰ τονίζονται μὲ διαφορετικὸ τρόπο τὸ ἐρωτηματικὸ "γιατί" καὶ τὸ "πῶς" σὲ σχέση μὲ τὸ αἰτιολογικὸ "γιατὶ" καὶ τὸ ἀναφορικὸ "πὼς", διότι "ἔτσι μόνο ἀναγνωρίζονται εὔκολα καὶ ἀμέσως, καὶ διαβάζονται σωστὰ λέξεις ποὺ ἀλλιῶς θὰ μπερδεύονταν μὲ τὶς ὁμόηχες". Ἄρα δὲν εἶναι ἕνα πρόσφατο, ὑπὲρ τῆς βαρείας, ἐπιχείρημα ἀπελπισίας κάποιων "κρυπτοκαθαρευουσιάνων" ἡ ἀναφορὰ στὴ διαφορὰ μεταξὺ γιατὶ καὶ γιατί, ὅπως οἱ μονοτονιστὲς ἰσχυρίζονται: εἶναι ἕνα κλάσσικὸ ἐπιχείρημα δημοτικιστῆ, ἀκόμη κι ἂν ὁ τελευταῖος ἦταν ὑπὲρ τῆς ἁπλοποίησης.
iii) Ἀλλὰ καὶ τὰ πνεύματα εἶναι ἀπόδειξη τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τοῦ προφορικοῦ λόγου. Ἄλλο πρᾶγμα τὸ «ὅρος» κι ἄλλο τὸ «ὄρος». Τὸ πρῶτο σημαίνει ὅριο, ὅρο συμφωνίας, ἐνῶ τὸ πρῶτο σημαίνει τὸ βουνό. Ἀλλά, νὰ καταργούσαμε τὴ δασεία καὶ τὴν ψιλή, ἐπειδὴ δὲν εἶναι τόσο σημαντικὴ πιὰ ἡ ἀλλαγὴ στὴν προφορά, καὶ νὰ φτιάξουμε ἕνα τρίτο, ἐνδιάμεσο σύστημα μεταξὺ ἀρχαίου πολυτονικοῦ καὶ μονοτονικοῦ (ὅπως προτείνουν μερικοί), εἶναι ἄδικος καὶ ἐπιπλέον βλαβερὸς κόπος. Θὰ σήμαινε νὰ πρέπει νὰ ξαναγράψουμε ὁλόκληρη τὴν ἀρχαία γραμματεία σὲ νέο σύστημα, ἄνευ δασειῶν, ἢ νὰ χρησιμοποιοῦμε δύο πολυτονικὰ συστήματα, ἕνα γιὰ τὴν ἀρχαία κι ἕνα γιὰ τὴ νέα γλώσσα.
Ὑπόψιν ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὰ παιδιὰ μαθαίνουν οὔτως ἢ ἄλλως δύο συστήματα τονισμοῦ, τὸ μονοτονικὸ ἀρχικᾶ καὶ ὕστερα τὸ πολυτονικό. Ὁπότε, ἀφοῦ θέλουν-δὲ-θέλουν οἱ μονοτονιστές, τὰ παιδιὰ τὸ μαθαίνουν τὸ πολυτονικό, δηλαδὴ μαθαίνουν ἔτσι κι ἀλλιῶς ποιὲς λέξεις δαςύνονται, ἀπὸ ἄποψης λιγότερων ὀδυνῶν εἶναι καλύτερο νὰ διδάσκωνται μόνο τὸ πολυτονικὸ (διότι θὰ ἦταν φρικτὸ νὰ μαθαίνουν ἀρχαῖα δίχως πνεύματα καὶ περισπωμένεςΚΑΙΜΑΛΛΟΝΘΑΗΤΑΝΛΙΓΟΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟΝΑΔΙΑΒΑΖΟΥΝΕΤΣΙΤΑΑΡΧΑΙΑΗΤΑΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑΚΕΙΜΕΝΑΕΠΕΙΔΗΕΤΣΙΤΑ
ΣΚΑΛΙΖΑΝΣΤΙΣΠΛΑΚΕΣΤΟΝΠΕΜΠΤΟΑΙΩΝΑΠΡΟΧΡΙΣΤΟΥ), παρὰ τὸ μονοτονικό. Γιατί νὰ μὴν χρησιμοποιοῦμε τὸ ὑπάρχον πολυτονικὸ σύστημα, ἑνιαῖα, λοιπόν;
iv) Ἐπιπλέον, παρατηροῦμε ὅτι στὸ μονοτονικὸ οἱ μονοςύλλαβες λέξεις δὲν παίρνουν τόνο, πράγμα ποὺ ἔρχεται σὲ σαφῆ ἀντίθεση μὲ τὴν προφορικὴ γλώσσα. Ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι ὁ τόνος μᾶς προστάζει νὰ ἐντείνουμε τὴ φωνή, μονοτονισμένες φράσεις ὅπως «να πάρεις το στυλό και το μολύβι» δὲν διαβάζονται σὲ ἁρμονία μὲ τὴν πραγματικὴ προφορά τους. Ἂς δοκιμάσουν οἱ μονοτονιστὲς νὰ προφέρουν ἄηχα τὸ «να», τὸ «το» καὶ τὸ «και», στὴν παραπάνω φράση˙ θὰ ἔχουν ἔκτρωμα προφορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς, μιὰ λαχανιασμένη ψιθυριστὴ γλώσσα. Ἀλλιῶς τὰ προφέρουμε κι ἀλλιῶς τὰ γράφουμε. Ἐκπληκτικὴ πρόοδος στὴν προφορά. Μὲ τὸ πολυτονικό, ὅπου καὶ οἱ μονοςύλλαβες λέξεις τονίζονται, δὲν ὑπάρχει τέτοια πιθανότητα νὰ «πνιγεῖ» ὁ ἀναγνώστης ἢ νὰ καταλήξει νὰ ψιθυρίζει τὶς μονοςύλλαβες λέξεις.
Θὰ ποῦν ὁρισμένοι μονοτονιστές: "Γράφουμε ἄνευ τόνου το "ναι", ἀλλὰ ἐπειδὴ ξέρουμε ἐκ τῶν προτέρων (δηλ. μιλῶντας) ὅτι τὸ "ναι" τονίζεται, δὲν ὑπάρχει πρόβλημα". Αὐτὲς τὶς ταχυδακτυλουργίες, θὰ ἦταν καλὸ νὰ τὶς ἀφήσουν. Γιατὶ αὐτοὶ ἦταν ποὺ κραυγάζανε γιὰ τὴν ἐναρμόνιση γραπτοῦ-προφορικοῦ λόγου καὶ τὴν κατάργηση, στὸν γραπτό, ὅσων πραγμάτων δὲν ὑπάρχουν στὸν προφορικό. Ὁ γραπτὸς λόγος πρέπει νὰ ἔχει σαφήνεια. Ἔτσι δὲν ὑπάρχει ἐναρμόνιση, ὑπάρχει διαστροφὴ τῆς ὑπάρχουσας προφορᾶς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν ξέρουμε ἢ δὲν ξέρουμε ἐκ τῶν προτέρων ποιὰ προφορὰ εἶναι ἡ σωστή. Γιατὶ εἶναι ὁ τρόπος τονισμοῦ ποὺ θὰ ὑποδείξει τὴ σωστὴ προφορὰ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία διαβάζουμε, ὄχι τὸ ἀντίθετο, ὄχι ἡ (ὑποτιθέμενη γνωστὴ ἢ δεδομένη) προφορὰ ποὺ θὰ διορθώνει τὸν λανθασμένο γραπτὸ τρόπο τονισμοῦ. Γιατὶ ἡ σαφήνεια εἶναι τὸ ζητούμενο ἀπὸ τὸ γραπτό λόγο.
Πράγματι οἱ μονοτονιστὲς ἐξαγριώνονται καὶ μόνο στὴν ἄποψη ὅτι τὸ μονοτονικὸ ὁδηγεῖ σὲ δυσλεξία, ὡστόσο δὲν κατέθεσαν κανένα σοβαρὸ ἀντεπιχείρημα. Ἡ μηχανιστικὴ μέθοδος τονισμοῦ (μονοσύλλαβη λέξη: ἄνευ τόνου. Δισύλλαβη: τόνος) δὲν λαμβάνει ὑπόψη της ὅτι στὴν Νέα Ἑλληνικὴ καὶ οἱ μονοσύλλαβες λέξεις τονίζονται. Τί ἀπαντοῦν οἱ μονοτονιστὲς γι' αὐτό; Εἴτε (α) ὅτι "τίποτε δὲν ἔχει σημασία", ἀφοῦ γι' αὐτοὺς γλώσσα=προφορικὸς λόγος μόνον(!), ὁπότε δὲν ἔχει (!) σημασία ὁ τρόπος γραφῆς: ἔτσι ὅμως καταρρίπτουν τὸ δικό τους ἐπιχείρημα κατὰ τῶν πολλῶν τόνων, ὅτι "ἀφοῦ δὲν τοὺς προφέρετε, τί τοὺς βάζετε;", γιατὶ ἂν "δὲν πειράζει" ποὺ ὁ γραπτὸς λόγος ἀποκλίνει ἀπὸ τὸν προφορικό (ὅπως μὲ τὸν μονοτονικὸ μὴ-τονισμὸ τῶν μονοσύλλαβων λέξεων οἱ ὁποῖες στὸν προφορικὸ λόγο τονίζονται), τότε ἐπίσης "δὲν πειράζει" ἐὰν ὑπάρχει καὶ ἡ περισπωμένη ἢ τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι τὸ πολυτονικό, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τονίζει καὶ τὶς μονοσύλλαβες λέξεις, εἶναι πιὸ κοντὰ στὸν προφορικὸ λόγο ἀπὸ τὸ μηχανιστικὸ μονοτονικό. Εἴτε (β) ὅτι θὰ ἀπαντήσουν ἀργότερα: τὴν ἑπόμενη χιλιετία προφανῶς.
Ἐδῶ πρέπει νὰ γίνει λόγος γιὰ τὸ "μηχανιστικὸ" τοῦ μονοτονικοῦ τονισμοῦ. Ποιὸς φωστήρας ἄραγε σκέφτηκε ὅτι οἱ μονοσύλλαβες λέξεις (το, την, θα, για, θες, ναι κ.ο.κ.) δὲν τονίζονται στὸν προφορικὸ λόγο καί, συνεπῶς, δὲν (πρέπει νὰ) παίρνουν τόνο στὸν γραπτό; "Δύο πόδια κακό, τέσσερα πόδια καλό", ποὺ φώναζαν τὰ πρόβατα στὴ Φάρμα τῶν Ζώων. Γιατὶ προφανῶς κάποιος καρα-δημοκράτης γλωσσολόγος ἦταν αὐτὸς ποὺ σκέφτηκε τὸν παραπάνω κανόνα τονισμοῦ. Δὲν ἦταν "φυσικὸς" ὁ κανόνας αὐτός. Κανονίστηκε ἔτσι. Ἔ, λοιπόν, ἂς τοὺς χαίρονται τέτοιους γλωσσολόγους οἱ μονοτονιστές. Τοὺς ἱατροδικαστὲς αὐτοὺς τῆς γλώσσας, ποὺ καθορίζουν ὅπως γουστάρουν καὶ σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν προφορικὸ λόγο τὸν τονισμὸ τοῦ γραπτοῦ, ἂς τοὺς κάνουν ὅσα ἀγάλματα θέλουν κι ἂς τοὺς λιβανίζουν στοὺς αἰῶνες. Ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν τὴν προφορὰ τῆς γλώσσας στὸ ὀνομα μάλιστα τῆς ἐναρμόνισης τοῦ γραπτοῦ μὲ τὸν προφορικὸ λόγο, εἶναι - στὸ σημεῖο αὐτὸ - γιὰ γέλια καὶ ὄχι ἄξιοι σεβασμοῦ. Ἂς τοὺς κάνουν καὶ σημαία καὶ λάβαρο τοῦ ἀγώνα τους οἱ μονοτονιστές. Ἄνθρωποι ποὺ ἔκαναν τέτοια λάθη δὲν εἶναι ἀξιοσέβαστοι ὡς "ἀντικειμενικοὶ" ἐπιστήμονες οὔτε ὅσα ὑποστήριξαν στὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι δόγματα ἀκαταμάχητα.
3) «Τὸ πολυτονικὸ εἶναι χάσιμο χρόνου. Δὲν μαθαίνεται εὔκολα καὶ βασανίζονται τὰ παιδιά», λένε οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ μονοτονικοῦ. Κρίνοντας ἀπὸ τὰ παραπάνω, τὸ πολυτονικὸ ὄχι μόνο δὲν εἶναι χάσιμο χρόνου, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ μὴν καταλήξουμε τραυλοί, μουγγοὶ καὶ ἀποβλακωθοῦμε, ὅταν διαβάζουμε, φωναχτὰ ἢ σιωπηρά, τὰ γραπτὰ ἑλληνικὰ κείμενα. Ὅσο γιὰ τὴ δυσκολία, αὐτὸ ἀφενὸς εἶναι ἐπιχείρημα τῶν τεμπέληδων, δηλαδὴ τῶν χαραμοφάηδων, ἀφετέρου εἶναι πολὺ σαθρὸ ἐπιχείρημα: τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ παιδάκια τοῦ δημοτικοῦ μαθαίνουν ἀπέξω χιλιάδες ἄχρηστα πράγματα (ἀπὸ τοὺς παῖχτες τῶν ὁμάδων ὣς τοὺς παῖχτες τῶν τηλεπαιχνιδιῶν), τὸ νὰ μάθουν τοὺς κανόνες τοὺ πολυτονικοῦ εἶναι ἀπείρως εὐκολότερο καὶ ἀπαιτεῖ ἀπείρως λιγότερη σπατάλη φαιᾶς οὐσίας.
4) Ἀσυναίσθητα τὸ μονοτονικὸ ὁδηγεῖ στὴ φωνητικὴ γραφή, δηλαδὴ στὴ γραφή, ὅπου ἡ σημαςία περιορίζεται στὴν ἡχητικὴ μορφὴ τῆς λέξης˙ στὴ φωνητικὴ γραφή, ποὺ λειτουργεῖ σὰ μαγνητόφωνο, ποὺ ἀντὶ σημασιῶν ἐγγράφει ἁπλῶς ἥχους. «Πάλι», «πάλη», «pali». Σὲ τέτοιου εἴδους μονοπάτια ὁδηγεῖ τὸ μονοτονικό. Σὲ μορφὴ γραπτῆς γλώσσας ποὺ εἶναι μηχανιστική.
Ἐδῶ ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἀκόμη μιὰ κουτοπονηριὰ τῶν μονοτονιστῶν. Οἱ τελευταῖοι ἰσχυρίζονται πὼς ὅταν οἱ πολυτονιστὲς ὑποστηρίζουν ὅτι μονοτονικὸ καὶ ἐκλατινισμὸς τῆς γραφῆς ἢ φωνητικὴ γραφὴ εἶναι ἀλληλένδετα, ὅτι τὸ μονοτονικὸ εἶναι προθάλαμος στὴν φωνητικὴ γραφὴ κι ἔπειτα στὴν λατινικὴ γραφή, ψεύδονται. Ἰσχυρίζονται δηλαδὴ οἱ μονοτονιστὲς ὅτι οἱ πολυτονιστὲς τοὺς συκοφαντοῦν ἀποδίδοντας στοὺς πρώτους πρόθεση ἐκλατινισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς καὶ ὅτι ἡ κατάργηση τῶν τόνων καμμία ἀμεση ἢ ἔμμεση σχέση μὲ υἱοθέτηση τοῦ λατινικοῦ ἀλφάβητου δὲν ἔχει οὔτε εἶχε ποτέ. Ἀλλὰ ἀκριβῶς οἱ μονοτονιστὲς ἀποσιωποῦν τὶς προτάσεις Γληνοῦ καὶ προβάλλουν μόνο τὸν Κακριδῆ (ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ δημοκράτης, σύμφωνα μὲ τὸν Γ. Κορδᾶτο ["Ἱστορία τοῦ γλωσσικοῦ μας ζητήματος" σ. 244, Ε' Ἔκδοση, Μπουκουμάνης, 1973] ὑπῆρξε πνευματικὸς σύμβουλος τῆς 4ης Αὐγούστου): ὁ Γληνὸς συνδύαζε τὴν πρότασή του γιὰ κατάργηση τῶν τόνων ὄχι ἁπλῶς μὲ τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν υἱοθέτηση τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Ὁ λόγος ποὺ τὶς ἀποσιωπᾶ ὅλη ἡ παράταξη τῶν μονοτονιστῶν εἶναι ὅτι αὐτὲς ἀποδεικνύουν πὼς διόλου "κινδυνολογία" δὲν εἶναι ἡ ἐπισήμανση τῆς σύνδεσης μεταξὺ προτάσεων γιὰ κατάργηση τῶν τόνων καὶ προτάσεων γιὰ λατινικὸ ἀλφάβητο: ἱστορικὰ οἱ ἐμπνευστὲς τοῦ μονοτονικοῦ, παρὰ τὶς διαβεβαιώσεις τῶν σημερινῶν μονοτονιστῶν γιὰ τὸ ἀντίθετο, συνδύαζαν ἄνετα μονοτονικὸ καὶ ἐκλατινισμὸ τῆς γραφῆς. Δὲν πρόκειται γιὰ "ἀκόμη μιὰ φοβία τῶν πολυτονιστῶν", ἀλλὰ γιὰ προγραμματικὴ θέση τῶν πρώτων μονοτονιστῶν. Καὶ δὲν ἦταν μόνο ὁ Γληνός, ὁ ὁποῖος ἦταν τόσο ἀπύθμενα κομπλεξικός, ὥστε πίστευε (στὰ 1929) ὅτι τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο "μᾶς εἰσάγει μορφικὰ στὴν οἰκογένεια τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν" (λὲς καὶ οἱ Σλάβοι ποὺ δὲν ἔχουν τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο, δὲν εἶναι Εὐρωπαῖοι!), ἀλλὰ καὶ ὁ Φῶτος Γιοφύλλης, ὁ Μ. Φιληντάς κ.ἄ. Ὥστε δὲν εἶναι οἱ πολυτονιστὲς "γλωσσαμύντορες" ποὺ ἀδίκως κατηγοροῦν τοὺς μονοτονιστὲς γιὰ ὅλα τὰ κακὰ τῆς γλώσσας βάσει τῶν "ἀνυπόστατων φοβιῶν τους", ἀλλὰ οἱ μονοτονιστὲς ποὺ κρύβουν τοὺς λατινικοὺς σκελετοὺς μέσα στὰ κρανία τους καὶ μετὰ παίρνουν αὐτὸ τὸ ὑφάκι ἀνήξερου ποὺ προσβλήθηκε ἀπὸ τὰ λεγόμενά μας. Ἀλλὰ εἴτε εἶναι εἴτε παριστάνουν τοὺς ἠλίθιους, αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια: ὅσα ἔχουν ὑποστηρίξει τοὺς καταδικάζουν.
Ἡ εἰρωνία μὲ τοὺς πρώιμους μονοτονιστὲς ἔγκειται καὶ στὸ ὅτι ἐπεδίωκαν ἡ νέα ὀρθογραφία "νὰ ζωγραφίζει μονάχα τὴν ἠχητικὴ μορφὴ τῆς γλώσσας μας" (Φ. Γιοφύλλης, περ. Πρωτοπορία, Μάρτιος 1930). Ὅπως.. ξεκάθαρα εἴδαμε, τὸ μονοτονικὸ "ζωγραφίζει" ἀπολύτως! τὸν προφορικὸ τονισμὸ τῶν μονοσύλλαβων λέξεων.
Ὅτι τὸ μονοτονικὸ ὁδηγεῖ στὴ φωνητικὴ ὀρθογραφία (μὲ ὅσες κωμικοτραγικὲς συνέπειες γιὰ τὶς πολλὲς ὁμόηχες λέξεις τῆς νεοελληνικῆς) καὶ τὴ λατινικὴ γραφὴ δὲν ἀποδεικνύεται μόνο ἀπὸ ὅσα ὑποστήριζαν οἱ πρῶτοι μονοτονιστές, ἀλλὰ καὶ λογικῶς. Γιατὶ βάση τοῦ μονοτονικοῦ, προκειμένου νὰ μὴν ὑπάρχουν δασεῖες, ψιλὲς καὶ περισπωμένες στὸ γραπτὸ λόγο, εἶναι ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ σημάδια δὲν προφέρονται. Δηλαδὴ βάση τῆς μονοτονικῆς ἐπιχειρηματολογίας εἶναι ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἀντιστοιχία μεταξὺ τοῦ φωνολογικοῦ συστήματος τοῦ προφορικοῦ λόγου καὶ τῆς ὀρθογραφίας - π.χ. μᾶς λένε ὅτι μπορεῖ κάποτε νὰ χρειάζονταν τὰ πολυτονικὰ σημάδια, εἶναι ἄχρηστα ὅμως ἀπὸ τότε ποὺ χάθηκε ἡ ἀρχαία προφορά. Ὅμως οὔτε τὸ "αι", τὸ "η", τὸ "ει", τὸ "υ" χρειάζονται πιά, ἀφοῦ προφέρονται ὡς "e" και "i", ἀκριβῶς ὅπως τὸ "ε" καὶ τὸ "ι". Ἂν ἡ περισπωμένη στὸ "μῆκος" εἶναι ἄχρηστη, ἐπειδὴ τὸ "η" δὲν εἶναι μακρὸ οὔτε τὸ "ο" βραχύ, τότε γιατί, μὲ τὴν ἴδια λογική, δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ἄχρηστο τὸ "ει" ἐφόσον φωνολογικῶς δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ "ι"; Ἄρα ἡ βάση τοῦ ἐπιχειρήματος ὑπὲρ τῆς ἐξάλειψης τῶν πολυτονικῶν σημαδιῶν εἶναι ἡ ἴδια ἀκριβῶς μὲ τὴν βάση τοῦ ἐπιχειρήματος τὸ ὁποίο θὰ δικαιολογοῦσε τὴν κατάργηση των "οι", "ει", "αι" κ.λπ. (φωνητικὴ γραφὴ) καί, ἀργότερα, γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς λατινικῆς γραφῆς. Σήμερα βέβαια οἱ μονοτονιστὲς ἀποκρύβουν ἀκριβῶς τόσο τὰ λογικὰ καὶ συνεπῆ συμπεράσματα τῶν πρώτων μονοτονιστῶν (ὅτι τὸ μονοτονικὸ ὁδηγεῖ στὴ φωνητικὴ-λατινικὴ γραφή), μὲ σκοπὸ νὰ παρουσιάζουν τὸ μονοτονικὸ ὡς "μετριοπαθές" (ἐνῶ δὲν εἶναι, ἀφοῦ ὁδηγεῖ, βάσει τῶν ἀρχῶν του, στὴ φωνητικὴ γραφή, στὴν ἀτονική, στὰ greeklish κ.λπ.) καὶ ὡς "πόρισμα τῆς Ἐπιστήμης" (ἐνῶ δὲν εἶναι, διότι ἡ ἀπαίτηση γιὰ ἀντιστοιχία προφορικοῦ λόγου καὶ ὀρθογραφίας ἦταν παλιότερο αἴτημα καὶ ἀντίληψη τῆς Ἐπιστήμης).
5) «Μὰ τὸ πολυτονικὸ εἶναι οἰκονομικᾶ ἐπιβαρυντικό», θὰ ποῦν ἄλλοι. Ἡ γλώσσα μας δὲν εἶναι μπακαλοτέφτερο νὰ τὴν καταστρέφουμε, ἐπειδὴ μὲ τὸ μονοτονικὸ θὰ γλιτώσουν κάποια ἑκατομμύρια τὸ χρόνο οἱ ἰδιοκτῆτες ἐφημερίδων καὶ οἱ ἐκδότες βιβλίων. Αὐτοὶ καὶ οἱ ἑταιρεῖες ὑπολογιστῶν ἦταν ποὺ ὑποστήριξαν τὸ μονοτονικό. Οἱ ἐκδότες/ἰδιοκτῆτες, διότι θὰ τὰ κονόμαγαν, χρησιμοποιῶντας λιγότερο μελάνι, καὶ οἱ ἑταιρεῖες ὑπολογιστῶν, διότι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν εἶχαν ἀναπτύξει ἀκόμη προγράμματα πολυτονικῶν ἐπεξεργαστῶν κειμένου καὶ συνεπῶς δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ πουλήσουν τὰ προγράμματά τους στοὺς Ἕλληνες. Γιὰ τὰ φράγκα λοιπὸν καταστρέψαμε τὴ γλώσσα μας. Τώρα ὅμως ὑπάρχουν προγράμματα πολυτονικὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ δικαιολογία ποὺ ὑπῆρχε τὴ δεκαετία τοῦ ’80.
6) «Μὰ γιατί τόσος συντηρητισμός; Οἱ γλῶσσες ἐξελίσσονται», λένε οἱ ὁπαδοὶ τοῦ μονοτονικοῦ.
i) Ναί, ἐξελίσσονται, ἀλλὰ ὄχι μὲ διατάγματα χάριν τῆς κονόμας καὶ εἰς βάρος τῆς ἴδιας τῆς γλώσσας. Καὶ οὔτε ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη. Ἂς μᾶς ποῦν, ὑπάρχει κανένα σπουδαῖο κείμενο νεοελληνικῆς γλώσσας ποὺ νὰ γράφτηκε στὸ μονοτονικὸ ἀπὸ κανένα μεγάλο νεοέλληνα συγγραφέα πρὶν τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικόῦ; Δὲν ὑπάρχει. Κανεὶς ποιητής, κανεὶς συγγραφέας μεγάλος, δὲν καταδέχθηκε νὰ «εἰσάγει» καὶ νὰ προωθήσει τὸ μονοτονικὸ πρὶν τὸ 1982. Δηλαδὴ ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πολιτική, οἰκονομίστικη, ψευτοπροοδευτικὴ ἀπόφαση ὑποστηριζόμενη ἀπὸ τοὺς μεγαλέμπορες τοῦ τύπου. Ἄλλωστε, καὶ μετὰ το 1982 οἱ μεγάλοι ποιητές, π.χ. Ἐλύτης, οὐδέποτε ἔγραψαν στὸ μονοτονικό. Δὲν ἦταν τὸ μονοτονικὸ ἐπίτευγμα τοῦ γραπτοῦ λόγου, μὲ καρποὺς πνευματικούς, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ εἰσαγωγή του. Ἦταν μιὰ πρόταση ἀκαδημαϊκή.
ii) Δὲν ὑπάρχει λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο μιὰ περιστασιακὴ κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία διάρκειας 4 ἑτῶν μπορεῖ νὰ κάνει ὅ,τι τῆς καπνίσει καὶ νὰ διαγράφει ἱστορία 2000 χρόνων μέσα στὰ μαῦρα μεςάνυχτα. Τὸ ὅτι ἔχουμε «δημοκρατία», δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ πλειοψηφία μπορεῖ νὰ ἀποφαςίζει γιὰ κάθε ζήτημα. Δηλαδή, ἂν λ.χ. ἡ πλειοψηφία ἀποφάσιζε ὅτι καταργοῦνται τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, θὰ ἦταν σωστὴ καὶ δημοκρατικὴ ἡ ἀπόφαςή της, ἁπλῶς ἐπειδὴ τὴν ἔλαβε ἡ πλειοψηφία; Ὄχι βέβαια. Ἐπιπλέον, αὐτοὶ οἱ βουλευτὲς ἦταν δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί, κ.ἄ. Δὲν ἦταν λογοτέχνες, δὲν ἦταν φιλόλογοι. Ἀδιαφοροῦσαν καὶ εἶχαν ἄγνοια γιὰ τὴ γλώσσα, ὅπως κι ἕνας φιλόλογος ἀδιαφορεῖ ἢ ἔχει ἄγνοια γιὰ τὴν ἰατρική. Οἱ μόνοι ποὺ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀλλάζουν τὴ μορφὴ τῆς γλώσσας, εἶναι οἱ λογοτέχνες. Κάθε ἄλλου εἴδους παρέμβαση εἶναι φασιστική, διότι τὸ Κράτος παρεμβαίνει στὴν ἐλεύθερη διαμόρφωση τῆς γλώσσας. Καὶ ἡ γραπτὴ γλώσσα διαμορφώνεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν γράφουν καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν γράφουν, ἀλλὰ ἀποδίδουν στὸ λαό τους λογοτεχνικὰ ἔργα. Οἱ ἀκαδημαϊκοὶ δὲν εἶχαν κανένα δικαίωμα περισςότερο ἀπὸ τοὺς λογοτέχνες. Ἐὰν οἱ τελευταῖοι, δεκαετίες πρὶν ἐπιβληθεῖ τὸ μονοτονικό, εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐγκαταλείπουν τὸ πολυτονικὸ καὶ ἔγραφαν στὸ μονοτονικό, τότε ἡ γνώμη τους θὰ μετροῦσε καταλυτικά, διότι οἱ λογοτέχνες εἶναι οἱ καλλίτεροι καὶ ἐγκυρότεροι χρῆστες μιᾶς γλώσσας. (Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀμόρφωτο ὁ ὁποῖος ξέρει ἴσα-ἴσα νὰ διαβάζει, καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀκαδημαϊκό, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς μελετᾶ τὴ γλώσσα, οἱ λογοτέχνες ἔρχονται σ’ ἐπαφὴ καθημερινὰ μαζί της) Αὐτὸ, ὅμως, δὲν συνέβη, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι ἡ ὅλη κίνηση γιὰ μονοτονικό, ἦταν τεχνητή, ἀπὸ ὁρισμένους πανεπιστημιακοὺς καὶ κατ' ἐπάγγελμα προοδευτικοὺς ποὺ κάθονται στὶς ἔδρες τους καὶ κατεβάζουν ἰδέες - ἢ μᾶλλον ἀντιγράφουν ἰδέες – καὶ βοηθούμενη ἀπὸ τὰ κοράκια τοὺς ἐκδότες ἐφημερίδων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιῶντας τὸ μονοτονικό, θὰ κέρδιζαν περισςότερα χρήματα.
Τὸ θέμα τῆς ἐλεύθερης διαμόρφωσης, δίχως κρατικὴ παρέμβαση, τῆς ὀρθογραφίας ἔχει σημασία, γιατὶ οἱ μονοτονιστὲς συνεχῶς (τὸ συκοφαντικὸ ἐπιχείρημα ξανά "πολυτονικὸ = καθαρεύουσα") λὲν ὅτι ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία καὶ οἱ τόνοι εἶναι προϊὸν ἀντιδημοκρατικῆς νοοτροπίας, συντηρητισμοῦ κ.λπ. Τὸ πολυτονικὸ δὲν τὸ ἐπέβαλε κανείς, κανὲνα κράτος: τὸ υἱοθέτησαν ὅσοι ἔγραφαν τὴν ἑλληνικὴ μεταξὺ 2ου καὶ 9ου αἰ. Κρατιστὲς καὶ ὁπαδοὶ τοῦ "ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν" εἶναι ὅσοι λύνουν γλωσσικὰ ζητήματα μὲ ἐγκυκλίους καὶ νόμους.
Οἱ μονοτονιστὲς παρουσιάζουν μιὰ μυριάδα γλωσσολόγων οἱ ὁποῖοι (ὑποτίθεται ὅτι) ὑποστήριζαν τὸ μονοτονικὸ πρὶν τὸ 1982. Καταρχὴν λένε τὴ μισὴ ἀλήθεια. Γιατὶ ὁ Βιλάμοβιτς δὲν ὑποστήριξε ὅτι οἱ σύγχρονοί του Ἕλληνες πρέπει νὰ υἱοθετήσουν τὸ μονοτονικό, ἀλλὰ οἱ μαθητὲς Γερμανοί. Ὁ Χατζηδάκις ὑποστήριξε πάλι ἁπλῶς ὅτι πρέπει ἡ διδασκαλία τοῦ τονισμοῦ νὰ γίνεται στὸ γυμνάσιο καὶ ὄχι στὸ δημοτικό, ὄχι ὅτι οἱ τόνοι πρέπει νὰ καταργηθοῦν. Ἀλλά, ὅπως ὁ πόλεμος εἶναι πολὺ σοβαρὴ ὑπόθεση γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουμε στοὺς στρατιωτικούς, ἔτσι καὶ ἡ γλώσσα εἶναι πολὺ σοβαρὴ ὑπόθεση γιὰ νὰ τὴν ἀφήσουμε στοὺς γλωσσολόγους. Οἱ τελευταῖοι μποροῦν νὰ μιλήσουν γιὰ τὴ γλώσσα, ὄχι νὰ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ γνώμη τους εἶναι ὑπεράνω ὅλων σὲ θέματα ὅπως τὸ πολυτονικό. Γιατὶ ἡ ἐπιστημοσύνη τους - αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων - οὔτε ὑπεράνω τῆς ζωῆς (δηλ. τῆς γραφῆς ὅπως τὴν διαμόρφωσαν οἱ λογοτέχνες) εἶναι οὔτε πολιτικῶς οὐδέτερη καὶ ἀντικειμενική.
iii) Ἐπιπλέον, εἶναι παράξενο, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ Ρῶσσοι ἄφησαν τὴ γραπτὴ γλώσσα τους ἀνέπαφη, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ Ἄραβες, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰνδοί, οἱ τεχνολογικῶς προηγμένοι Ἰάπωνες (ὁπότε δὲν ὑπάρχει ἡ δικαιολογία ὅτι τάχα «μόνον ὑπανάπτυκτοι δὲν μεταβάλλουν τὴ γλώσσα τους») δὲν διανοοῦνται νὰ ἀλλάξουν τίποτε ἀπὸ τὸ γραπτὸ λόγο, νὰ καταστρέφουμε τὴ γλώσσα μας, νὰ χωρίζουμε τὴ λογοτεχνία μας καὶ τὴ φιλολογικὴ παραγωγὴ 3000 χρόνων σὲ «πρὸ 1982» καὶ «μετὰ 1982» κάνοντας ἀκόμη δυσκολότερη τὴν ἀνάγνωση στὸ πρωτότυπο τῶν ἀρχαίων, μεσαιωνικῶν καὶ νεότερων κειμένων μας (καὶ ἡ ἐπαφὴ μὲ τὸ πρωτότυπο σημαίνει ὅτι δὲν χρειαζόμαστε τοὺς «μεςάζοντες» ποὺ ἴσως τὸ διαστρεβλώνουν). Μόνο λαοὶ σὰ τοὺς Τούρκους μποροῦν, προφανῶς ἐξαιτίας τῆς τόσο τεράστιας λογοτεχνικῆς παραγωγῆς ποὺ ἔχουν, νὰ ἀλλάξουν ἀπὸ τὴ μιὰ στιγμὴ στὴν ἀλλη τὴ μορφὴ τῆς γραπτῆς γλώσσας τους. Ἐμεῖς ὅμως δὲν ἔχουμε ἱστορία 1000 χρόνων. Εἶναι ντροπή, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ξένοι διατηροῦν ἀκόμη καὶ τὴ δασεία ( ῾ ) ὡς h- ἢ s- (π.χ. harmony, hellas, history), ἐμεῖς νὰ τὰ θεωροῦμε ὅλα αὐτὰ «βαρετά», «δύσκολα», «ἄχρηστα».
Προφανῶς γιὰ τοὺς Κινέζους, τοὺς Ἰάπωνες καὶ τοὺς Ρώσσους ποὺ δὲ σκοτίζονται, ὅπως ὁ Γληνός, νὰ μποῦν "στὴν εὐρωπαϊκὴ οἰκογένεια", ἡ ἀντι-οικονομικότητα τῆς γραφῆς τους οὔτε πρόβλημα εἴναι οὔτε ντροπή.
7) Νὰ τονίσουμε, ὅτι τὴν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία προωθοῦνταν τὸ μονοτονικό, ἐπικρατοῦσαν ἀπόψεις, ποὺ ἔφταναν ὣς καὶ τὴν πρόταση λογοκριςίας κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ καὶ ὅσων ἐπέμεναν σὲ αὐτό! Ἔτσι, σὲ ἐρώτηση ποὺ ὑποβλήθηκε στὸν διευθυντὴ τοῦ Ἰνστιτούτου Νεοελληνικῶν Σπουδῶν τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Β. Φόρη, σὲ δημόσια συζήτηση στὴν Ἀθήνα τὸ 1979, ἐὰν ὁ λογοτέχνης ἢ οἱ κληρονόμοι τοῦ λογοτέχνη δὲν ἐπιτρέπουν νὰ τυπωθοῦν τὰ κείμενά τους μὲ τὸ μονοτονικὸ στὰ σχολεῖα, ἐκεῖνος ἀπάντησε:
«Κανονικὰ δὲν θὰ διδαχτοῦν αὐτὰ τὰ κείμενα ὅσο οἱ ἴδιοι οἱ λογοτέχνες ἢ οἱ κληρονόμοι τους ἐξαρτοῦν ἀπὸ τὶς δασεῖες καὶ τὶς περισπωμένες τὴν ἀξία τῶν πνευματικῶν τους προϊόντων» (Ἀπὸ ἄρθρο τοῦ Φόρη, στὴν ἐφ. «Ο ΧΡΟΝΟΣ» τῆς Κοζάνης, 1 καὶ 8 Ὀκτωβρίου 1984). Τέτοιο ἦταν τὸ ἦθος τῆς «πρωτοπορίας», ποὺ κυριαρχοῦσε ἐκεῖνα τὰ χρόνια - καὶ κυριαρχεῖ παραλλαγμένη ἀκόμη. Τὸ ἀστεῖο τῆς ὑπόθεσης εἶναι ὅτι οἱ μονοτονιστὲς παριστὰνουν τοὺς "διωκόμενους", ἐνῶ εἶναι τὸ κατεστημένο πλέον, καὶ ὅτι παριστάνουν τοὺς ἁγνοὺς καραδημοκράτες πολέμιους τῶν "φασιστῶν" πολυτονιστῶν. Ποιὸς εἶναι ὁ δημοκράτης καὶ ποιὸς ὄχι, ποιὸς ζῆ ἀκόμη στὸ 1950 καὶ ποιὸς σήμερα, εἶναι προφανές.
8) Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει: «Ἂν δὲν θέλετε κύριοι τοῦ ὑπουργείου νὰ κάνετε φωνητικὴ ὀρθογραφία, τότε πρέπει ν’ ἀφήσετε τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ τοὺς βάλανε ἤξεραν τί κάνανε. Δὲν ὑπῆρχαν στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, γιατὶ ἁπλούστατα ὑπῆρχαν μέσα στὶς ἴδιες τὶς λέξεις. Αὐτοί, τὰ κτήνη τὰ τετράποδα ποὺ ἔκαναν αὐτὲς τὶς μεταρρυθμίσεις – αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γραφῇ στὶς ἐφημερίδες – δὲν ξέρουν τί εἶναι γλώσσα. (...) Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι ἡ κατάργηση τῆς ὀρθογραφίας, ποὺ εἶναι τελικὰ ἡ καταστροφὴ τῆς συνέχειας. Ἤδη, τὰ παιδιὰ δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ἐλύτη, γιατὶ αὐτοὶ εἶναι γεμᾶτοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν. Δηλαδή, πᾶμε νὰ καταστρέψουμε ὅ,τι χτίσαμε. Αὐτὴ εἶναι η δραματικὴ μοῖρα τοῦ σύγχρονου ἑλληνισμού» (Διάλεξη στὸ Βόλο, 16.2.1989). Ἀσφαλῶς τὸ ὕφος τοῦ Καστοριάδη εἶναι ἔντονο καὶ προσβλητικό. Τί ἄλλο παρὰ προσβλητικὸ εἶναι ὅμως τὸ ὕφος τῶν μονοτονιστῶν ποὺ κατηγοροῦν γιὰ ἐθνικισμὸ τοὺς "γλωσσαμύντορες", τοὺς "κρυπτοκαθαρευουσιάνους", ποὺ κάνουν λόγο γιὰ "πολυτονιάτες" καὶ εἶχαν τὸ θράσος νὰ ζητᾶν πράγματα ὅπως αὐτὸ τὴς παραγράφου 7; Ἀσφαλῶς καὶ τοὺς ἀξίζουν τέτοιοι χαρακτηρισμοί.
9) Οἱ μονοτονιστὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν μὲ τὸ μέρος τους τὴν "ἀντικειμενικὴ" ἐπιστήμη, τοὺς γλωσσολόγους καὶ τοὺς καθηγητές φιλολογίας. Νομίζουν ὅτι αὐτὸ εἶναι σοβαρὸ ἐπιχείρημα. Πρέπει νὰ δοῦν πάλι ὅτι στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αι. ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν τοτεινῶν "εἰδημόνων" (γλωσσολόγων, φιλολόγων, ἀκαδημαϊκῶν) ὑποστήριζε τὴν καθαρεύουσα, ἐνῶ τὴ δημοτικὴ ὑποστήριζε μιὰ μειοψηφία φιλολόγων καὶ οἱ ποιητές. Τί ἀποδεικνύουν αὐτά; Ὅτι οἱ μονοτονιστὲς εἶναι ὑπέρμαχοι τῆς κατεστημένης "ἐπιστήμης" ὅποτε τοὺς συμφέρει, διαφορετικὰ πρέπει νὰ ἀποδέχονται ὅτι ἡ κρατούσα ἄποψη ἰσχυρίζεται. Ἄλλο πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύεται εἶναι ὅτι οἱ ποιητές, τοὺς ὁποίους χλευάζουν σήμερα ὡς ρομαντικοὺς οἱ μονοτονιστές, ὥστε νὰ ἀπορρίψουν ἀσυζητητὶ τὰ ἐπιχειρήματά τους ὡς ὑποκειμενικὰ, ἦταν ἡ σημαία τοῦ δημοτικισμοῦ. Σήμερα πάλι εἶναι αὐτοί, οἱ ποιητές, ποὺ γράφουν καὶ στηρίζουν περισσότερο ἀπὸ ὅλους τὸ πολυτονικό. Συνεπῶς, ὅποτε συμφέρει τοὺς μονοτονιστὲς οἱ λογοτέχνες εἶναι καλοί, προοδευτικοὶ κ.λπ., ἐνῶ ὅποτε δὲν τοὺς συμφέρει, εἶναι ρομαντικοί, λιγάκι χαζούληδες κ.λπ. Ἀντιφάσεις ἐπὶ ἀντιφάσεων. Τέλος, ἐπειδὴ οἱ λογοτέχνες ἦταν καὶ δημοτικιστὲς καὶ πολυτονιστές, ἀποδεικνύεται ἀβάσιμο γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ ἐπιχείρημα "πολυτονικὸ = καθαρεύουσα" καὶ τοῦ "οἱ πολυτονιστὲς κατὰ βάθος ἐπιθυμοῦν τὴν ἐπαναφορὰ τῆς καθαρεύουσας".
10) Στὴ συνέχεια τοῦ παραπάνω, οἱ εἰρωνίες τῶν μονοτονιστῶν ἐπικεντρώνονται στὸ ὅτι τὸ πολυτονικὸ θὰ ἐκλείψει, ὅτι τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἀναπόφευκτο καὶ ἀκλόνητο, ὅτι θὰ θάψουν τοὺς πολυτονιστὲς βάζοντας πολυτονικὴ ἐπιτύμβια πλάκα κ.λπ., νομίζουμε ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο θὰ συμβεῖ. Τὸ πολυτονικὸ θὰ ἐπιβιώνει καὶ θὰ κερδίζει ὅλο καὶ περισσότερο ἔδαφος μεταξὺ τῶν λογοτεχνῶν. Τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει αὐξηθεῖ κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν βιβλίων, τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων καὶ τῶν περιοδικῶν ποὺ χρησιμοποιοῦν τὸ πολυτονικό, καὶ δὲν εἶναι τὸ τελευταῖο διόλου ἀποκλειστικὴ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας ἢ τῶν ἀκροδεξιῶν, ὅπως θὰ ἤθελαν πολὺ οἱ κακομοίρηδες μονοτονιστές.
Ἀσφαλῶς οἱ μονοτονιστὲς νομίζουν πώς, ἐπειδὴ οἱ πολλοὶ γράφουν μὲ μονοτονικό, ἡ ὑπόθεση ἔκλεισε. Ὅμως οἱ πολλοί, ποὺ δὲν ξέρουν οὔτε μιὰ αἴτηση νὰ κάνουν, ποὺ δὲν ξέρουν οὔτε πῶς τὸ ὄνομά τους γράφεται σωστά (στὸ μονοτονικό, ἐννοεῖται!), καὶ οἱ ὁποῖοι μόνο στὶς περιπτώσεις αὐτὲς γράφουν κάτι, ἂν λοιπὸν ὅλοι αὐτοὶ χρησιμοποιοῦν τὸ μονοτονικό, δὲν ἔχει καμμία σημασία, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν πρόκειται νὰ ἀφήσουν τίποτε, ὅταν πεθάνουν καὶ ξεχαστοῦν, στὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία ἢ τὶς ἐπιστῆμες. Ἡ βαρύτητα τῆς ἐπιλογῆς τους εἶναι - ὄχι λόγω ἐλιτιστικῆς διάθεσής μας - ἀσήμαντη στὸ γραπτὸ ἑλληνικὸ λόγο. Ἔχει τὴν ἴδια σημασία γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς γραφῆς καὶ γιὰ τὴν ἑλληνικὴ λογοτεχνία ὅση εἶχε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ περισσότεροι στὸ Μεσαίωνα καὶ τὴν Ἀρχαιότητα ἦταν ἀγράμματοι, δὲν ὑπῆρχαν γιὰ τὸν κόσμο τῆς γραφῆς. Ὅτι τὶς 10-20 σελίδες, ὅλες κι ὅλες κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς τους, θὰ τὶς γράψουν αὐτοὶ στὸ μονοτονικό, δὲ συνιστᾶ γιὰ κανένα λόγο αἰτία θριαμβολογιῶν γιὰ τοὺς μονοτονιστές. Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὶς ἐφημερίδες. Κανεὶς δὲ θὰ διαβάζει μετὰ ἀπὸ 40 χρόνια μιὰ σημερινὴ ἐφημερίδα. Θὰ διαβάζει ὅμως, ἴσως, ἕνα μυθιστόρημα ἢ μιὰ ποιητικὴ συλλογὴ ποὺ ἐκδόθηκε σήμερα στὸ πολυτονικό.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ τὸ μέλλον τῆς ἑλληνικῆς θεωρεῖτο ἡ καθαρεύουσα, ὅπως ἔλεγε ὁ Χατζιδάκις. Οἱ μονοτονιστὲς μὲ τὴ σαχλὴ θριαμβολογία τους ἐπαναλαμβάνουν τὰ ἴδια λάθη παρουσιάζοντας τὶς πολιτικὲς ἀπόψεις καὶ τὰ μεσοπολεμικὰ ἰδεολογήματά τους (γιὰ γραφή = ἁπλὴ ἠχητικὴ ἀναπαράσταση τοῦ προφορικοῦ λόγου, γιὰ πολύπλοκη ὀρθογραφία = συντηρητισμό, κ.ἄ τέτοια εὑρισκόμενα σὲ σταλινικὲς μπροσοῦρες τῆς ἐποχῆς) ὡς τὸ Μέλλον καὶ ὡς τὸ "ζουμὶ" τῆς Ἐπιστήμης. Χαρακτηριστικὸ τῆς ἀφελοῦς θριαμβολογίας τους εἶναι ὅτι δηλώνουν πώς, ἐπειδὴ τὸ πολυτονικὸ εἶναι δύσκολο, οἱ πολυτονιστὲς θὰ ἀναγκάζονται νὰ γράφουν μονοτονικῶς καὶ ἔπειτα νὰ πολυτονίζουν. Τουλάχιστον στὴ δική μου περίπτωση αὐτὸ δὲ συμβαίνει. Μάλιστα ἡ, λόγω δυσκολίας (ἡ ὁποία εἶναι σχετική: ἂν ὅλοι γράφουν πολυτονικά, τότε ἡ μικρότερη ταχύτητα γραφῆς, ὡς σχετικὴ πάντα, δὲ θὰ ξενίζει κανέναν), βραδύτητα στὴ δακτυλογράφηση ἐμπεριέχει ἕνα πλεονέκτημα: αὐτὸ τῆς ἔκλειψης τῆς πολυλογίας.
11) Οἱ μονοτονιστὲς κάνουν λόγο γιὰ τοὺς ἄπειρους κανόνες τοῦ πολυτονικοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀλληλοσυγκρούονται. Δὲ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ γεγονὸς καθεαυτὸ τῆς δυσκολίας ἐκμάθησης τῶν κανόνων, γιατὶ οἱ κανόνες εὔκολα μαθαίνονται, ὅπως τὰ μυριάδες ὀνόματα τραγουδιστῶν, ποδοσφαιριστῶν κ.ἄ. Θὰ κάνουμε λόγο γιὰ τοὺς ἀλληλοσυγκρουόμενους κανόνες. Αὐτὸ δὲν εἶναι σοβαρὸ ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ πολυτονικοῦ, γιατὶ πρὶν τὴν κατάργησή του ὑπῆρχαν ἢ διδάσκονταν συγκεκριμένοι, ὁρισμένοι κανόνες, δίχως φυσικὰ νὰ λείπουν οἱ πολυτονιστὲς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν διάφορες παραλλαγὲς τῶν κανόνων αὐτῶν. Ἀλλὰ τί λέει αὐτὸ κατἀ τοὺ πολυτονικοῦ; Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑνιαῖο πολυτονικό, ἄρα δὲν ὑπάρχει σοβαρὴ ἀντιπρόταση στοὺς μονοτονικοὺς κανόνες; Μὰ καὶ τὸ μονοτονικὸ πρὶν τὴν ἐπιβολή του ὁ καθένας τὸ ἔγραφε ὅπως νόμιζε ἢ ὅπως τοῦ κατέβαινε: ἄλλος βάζοντας τόνους σὲ κάθε λέξη, ἄλλος υἱοθετῶντας τὸ σημερινὸ μονοτονικὸ κ.ο.κ. Κατὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ (1982) μερικοὶ μονοτονιστὲς ὑποστήριζαν τὴ διατήρηση τοῦ τόνου καὶ στὶς μονοσύλλαβες λέξεις, ἄλλοι μονοτονιστὲς τὴν ἀπάλειψη τοῦ τόνου στὶς μονοσύλλαβες λέξεις, ἐνῶ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ὑποστήριζαν ὅτι τὰ συμφραζόμενα ἐξασφαλίζουν τὸ νόημα καὶ δὲν χρειάζεται καθόλου τόνος. Στὸ σοβιετικό, ποντιακὸ μονοτονικὸ σύστημα ἡ λήγουσα δὲν τονιζόταν. Ποιοὺς ἑνιαίους κανόνες μονοτονικοῦ λοιπὸν εἶχαν κατὰ νοῦ οἱ μονοτονιστές; Γιὰ ποιὰ ἁπλότητα τοῦ μονοτονικοῦ κάνουν λόγο οἱ σημερινοὶ μονοτονιστές; Καθένας εἶχε καὶ διαφορετικοὺς κανόνες. Ὅταν ἐπιβλήθηκε τὸ μονοτονικό, ὅσοι ἔγραφαν σὲ αὐτὸ μὲ διαφορετικὸ τρόπο ἀπὸ τὸν σημερινὸ υἱοθέτησαν τὸν σημερινὸ τρόπο μονοτονικοῦ τονισμοῦ. Κανεὶς πολυτονιστὴς δὲν κατέθεσε τὸ βλακῶδες ἐπιχείρημα "πόσα μονοτονικὰ συστήματα ὑπάρχουν;", διότι αὐτὸ ἦταν δευτερεῦον καὶ ἀνούσιο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ὕπαρξη πολλῶν πολυτονικῶν κανόνων, λοιπόν. Ὅπως κανονιστικὰ ἐπιβλήθηκε τὸ "δυὸ συλλαβές, τόνος", ἔτσι καὶ στὸ πολυτονικὸ μπορεῖ νὰ ἰσχύει λ.χ. ἡ γραμματικὴ τοῦ Τριανταφυλλίδη.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ μονοτονιστὲς ἀναρωτιῶνται τί νόημα ἔχει ἡ περισπωμένη ὅταν ὁ φυσικὸς λόγος τῆς νέας ἑλληνικῆς δὲν ἔχει μακρὰ καὶ βραχέα. Τὸ πρόβλημα ποὺ ἔχουν εἶναι ἡ ἀντίληψη περὶ "φυσικῆς γλώσσας". Ἀσφαλῶς ἀγνοοῦν ὅτι καὶ ἡ ἐπίσημη δημοτικὴ εἶναι μιὰ λόγια, τεχνητὴ γλώσσα, γλώσσα μιὰς περιοχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους (Μωριάς-Ρούμελη) ἡ οποία ἔχει μιὰ ντουζίνα λέξεις τὶς ὁποῖες δημιούργησαν οἱ καθαρευουσιάνοι. Κανεὶς λαὸς δὲν ἔλεγε ἐφημερίδα, διαβατήριο, κουρέας, στρατός, ἀλλὰ γκαζέτα, πασαπόρτι, μπαρμπέρης, ἀσκέρι. Ἂν εἶναι τόσο ἀκραιφνεῖς δημοτικιστές, οἱ μονοτονιστὲς θὰ ἔπρεπε νὰ σκέφτονται περιγραφικά, δηλαδὴ νὰ μὴν ἀλλάζουν τίποτε ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ φυσικὰ ἄλλαξαν, καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ καθαρευουσιάνοι. Ἔτσι, εἶναι τελείως μάταιο νὰ ψάχνει κανεὶς γιὰ "φυσικὴ γλώσσα", δίχως παρεμβάσεις. Τὸ θέμα εἶναι ποιοὶ κάνουν τὶς παρεμβάσεις αὐτές: οἱ νεκροτόμοι τῆς γραπτῆς γλώσσας, οἱ γλωσσολόγοι καὶ οἱ πανεπιστημιακοὶ μὲ τὴ βοήθεια τῆς βίας τοῦ κράτους, ἢ οἱ λογοτέχνες;
12) Οἱ μονοτονιστές, προσπαθῶντας νὰ ἀποκρούσουν τὰ περὶ ἀφελληνισμοῦ τῆς γλώσσας λόγω ἀγγλομανίας καὶ ἐκλατινισμοῦ, παραθέτουν ὡς "δημοκρατικιὰ" τὴν ἀπόφαση τοῦ ΕΑΜ γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας καὶ τοῦ μονοτονικοῦ (1944). Ἔτσι, μᾶς λένε, τὸ πολυτονικὸ δὲν ἦταν κάτι ξενόφερτο ἢ κοσμοπολίτικο, ἀλλὰ προϊὸν τῶν ἴδιων τῶν Ἑλλήνων. Ἀσφαλῶς αὐτὰ δὲν στέκουν. Γιατὶ τὸ σταλινοκρατούμενο ΕΑΜ τοῦ 1944 μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ τόσο ἀνεπηρέαστο ἀπὸ ξενικὲς ἐπεμβάσεις ὅσο ἡ βασιλεία τοῦ Μεσοπολέμου. Ἐπιπλέον οἱ μονοτονιστὲς ἀποκρύβουν ὅτι ἡ φωνητικὴ ὀρθογραφία καθιερώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ σύμφωνα μὲ τὶς ὑποδείξεις, δηλαδὴ τὴν ἐπιβολή, τῆς ΕΣΣΔ στὸν ποντιακὸ ἑλληνισμὸ τῆς ΕΣΣΔ τοῦ Μεσοπολέμου, μὲ προφανὴ σκοπό: οἱ Πόντιοι ἀποκόβονταν ἀπὸ τὴ γλώσσα καὶ τὴ γραφὴ τοῦ ὑπόλοιπου ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἄρα γίνονταν πιὸ νομοταγεῖς σοβιετικοὶ πολίτες. Ἔτσι λ.χ. οἱ Πόντιοι πρόσφυγες στὴν ΕΣΣΔ δὲ θὰ κατανοοῦσαν τίποτα ἀπὸ ὅσα θὰ ἔγραφαν στὴν κοινὴ δημοτικὴ οἱ Πόντιοι πρόσφυγες στὴν Ἑλλάδα.
13) Ὅτι ἡ ἀντιπολυτονικὴ μανία τῶν μονοτονιστῶν εἶναι περίεργη, ἀπατεωνίστικη καὶ ὑποκριτικὴ φαίνεται ἀμέσως ἀπὸ τὶς ἀντιδράσεις τους ἐναντίον τοῦ ἀτονικοῦ συστήματος ποὺ γιὰ περισσότερη κονόμα χρησιμοποιοῦν οἱ ἀγράμματοι τῶν τηλεοπτικῶν σταθμῶν: εἶναι ἀνύπαρκτες. Κάνουν τὴν πάπια, ὅταν παρουσιάζονται τὰ φαινόμενα τοῦ ἀτονικοῦ στὸν γραπτὸ λόγο. Εἶναι προφανὲς γιατί τὴν κάνουν: διότι ἡ ἐμφάνιση, σὲ σημαντικὴ ποσότητα, ἀτονικῶν κειμένων στὴν τηλεόραση ἢ ἀλλοῦ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ "ἀνυπόστατες φοβίες τῶν γλωσσαμυντόρων", πὼς τὸ μονοτονικὸ θὰ φέρει (ὡς συνειρμὸ τουλάχιστον) τὸ ἀτονικό, τὴ φωνητικὴ καὶ τέλος τὴ λατινικὴ γραφή, δὲν εἶναι ἀνυπόστατες - τουλάχιστον τόσο ἀνυπόστατες, ὥστε νὰ μὴν προβάλλονται ἀπὸ τηλεοπτικοὺς (καὶ τοὺς κρατικοὺς) σταθμοὺς καὶ ἀπὸ διάφορους συγγραφεῖς.
14) Τὸ ἐπιχείρημα τῶν μονοτονιστῶν ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν τόνους εἶναι πραγματικὰ δεῖγμα τῆς ἀνοησίας τους. Γιατὶ οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν οὔτε μικρογράμματη γραφή. Συνιστᾶ ὅμως περιφρόνηση τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας ἀπὸ τὸν 2ο-9ο αἰ. καὶ μετὰ ἡ ἀναφορὰ στὴν "ἀνυπαρξία τόνων στὴν ἀρχαία γραφή". Κι ἂν οἱ Βυζαντινοὶ δὲν γεμίζουν τὸ μάτι τῶν μονοτονιστῶν, θὰ ἔπρεπε οἱ τελευταῖοι νὰ δώσουν σημασία στὰ κείμενα τοῦ 18ου κ.ἑ. αἰώνα. Οἱ πολυτονιστὲς συνεχίζουν τὴν παράδοση, δὲν ἀρνοῦνται τὴν ἐξέλιξή της ὅμως, ὅπως οἱ καθαρολόγοι μονοτονιστές, ποὺ ὡς κριτήριο γιὰ τὸ τονικὸ σύστημα (εἶναι ἱκανοὶ νὰ) ἔχουν ἀποκλειστικὰ τὴν ἑλληνικὴ γραφὴ τοῦ "Χρυσοῦ Αἰώνα". Οἱ μονοτονιστὲς φτιάχνουν μιὰ καρικατούρα, μιὰ μαριονέτα-ἀχυράνθρωπο ὡς ἀντίπαλό τους καὶ ἔπειτα χλευάζουν ὅτι "δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν (ἄτονη ἀρχαιοελληνικὴ) παράδοση, ἐνῶ ὑποστηρίζετε τὸ πολυτονικὸ λόγω παραδόσεως".
Μὲ ἄλλα λόγια ἕνα βασικὸ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ ("οἱ Ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν τόνους, ἄρα πρέπει νὰ τοὺς καταργήσουμε") προέρχεται ἀπὸ μιὰ ρατσιστικὴ καὶ (προ)ναζιστικὴ θεώρηση τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας, αὐτὴν ποὺ κάνει λόγο γιὰ "κλασσικὴ ἀκμὴ" καὶ γιὰ "ἑλληνιστικὴ παρακμὴ" καὶ θεωρεῖ πραγματικοὺς Ἕλληνες μόνο ἐκείνους τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς - ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὅσοι τὸ ὑιοθετοῦν σήμερα δὲν εἶναι ρατσιστὲς οὔτε ναζιστές.
15) Οἱ πολυτονιστὲς συνεχῶς ἀναφέρουν τὰ παραδείγματα λαῶν τῶν ὁποίων ἡ γραφὴ ἔχει τόνους (λ.χ Γάλλους), ὥστε νὰ "ἀποδείξουν" ὅτι οἱ τελευταῖοι διατηροῦν τοὺς πολύπλοκους τόνους μόνο ὅταν εἶναι ἀπαραίτητοι, ὄχι -λὲν οἱ μονοτονιστὲς - ὅπως στὴν Ἑλλάδα τὸ μὴ ἀπαραίτητο πολυτονικό. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουν ἔτσι. Γιὰ παράδειγμα στὰ Ἀγγλικά, ὅπου δὲν σημειώνονται τόνοι οἱ Ἄγγλοι διατήρησαν τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία, δίχως κανεὶς νὰ κατορθώσει νὰ ἐπιβάλει τὴ φωνητικὴ ὀρθογραφία. Κανεὶς δὲν γράφει lait ἀντὶ light, κανεὶς δὲν γράφει speis ἀντὶ space. Τὸ κυριότερο: κανεὶς Ἀγγλοσάξωνας δὲν ἰσχυρίστηκε (ἢ τόσοι νεκροτόμοι-γλωσσολόγοι, ὥστε νὰ δημιουργηθεῖ θέμα) ὅτι λόγω τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας (ἡ ὁποία εἶναι ὁλοφάνερα περιττὴ καὶ δυσκολεύει ὅσους μαθαίνουν τὴν ἀγγλικὴ) τίθεται θέμα ἀγραμματοσύνης τῶν Ἄγγλων καὶ τῶν Ἀμερικάνων, οὔτε κανεὶς κατόρθωσε νὰ καταστρέψει τὴν ἀγγλικὴ ὀρθογραφία στὸ ὄνομα τῆς δημοκρατίας (ἐδῶ γελᾶμε) ἢ τῆς προόδου ἢ τῆς ἐξάλειψης τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας. Οἱ μεταβολὲς ἔγιναν ὁμαλὰ ἢ τουλάχιστον δὲν ὑπῆρξε καμμία τέτοια ἀπόφαση τοῦ Κράτους γιὰ ἐξάλλειψη τῶν γραμμάτων ὅταν αὐτὰ δὲν προφέρονται στὶς λέξεις. Θὰ ἀπαντήσουν οἱ μονοτονιστὲς ποτέ: γιατί ἡ Ἑλλάδα νὰ κάνει ὅ,τι δὲν ἔκαναν ἡ Ἀγγλία καὶ οἱ ἀγγλόφωνες χῶρες; Τὸ παράδειγμα τῆς ὀρθογραφικῆς μεταρρύθμισης στὴ Γερμανία τὸ 1996 θὰ πρέπει νὰ προβληματίσει τοὺς χλευαστές. Κάποιοι ἐπέβαλαν μέσω νόμου μιὰ νέα μορφὴ τῆς Γερμανικῆς (δίχως ἔς-τσὲτ κ.ἄ., Filosofie ἀντὶ Philosophie κ.ο.κ.), οἱ Γερμανοὶ λογοτέχνες ἀντέδρασαν, ἡ ὑπόθεση πῆγε ὣς τὰ δικαστήρια, οἱ ὁπαδοὶ τῆς ἱστορικῆς (καὶ ... περιττῆς!) ὀρθογραφίας νίκησαν, καὶ τελικὰ ἡ μεταρρύθμιση οὔτε πέρασε οὔτε ἔπικράτησε. Ὥστε λοιπόν ὅταν ψάχνουμε γιὰ ἀντίστοιχα παραδείγματα στὸ ἐξωτερικό, στὴν Δ. Εὐρώπη, πρέπει νὰ κοιτᾶμε τί πράττουν μὲ τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία τους οἱ λαοὶ καὶ ὄχι μὲ τοὺς τόνους τους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουν οἱ περισσότεροι. Δηλαδὴ νὰ κοιτᾶμε τί πράττουν μὲ ὅ,τι θεωρεῖται ἐκεῖ "περιττό" (κατ' ἀντιστοιχία μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς τόνους καὶ πνεύματα).
Σχετικὸ μὲ τὸ παραπάνω εἶναι καὶ τὸ μονοτονικὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἔχει νόημα ὁ τονισμὸς μὲ πολυτονικὸ λέξεων οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι ἀρχαιοελληνικές, π.χ. τὸ οὖζο. Οἱ Ἄγγλοι γράφουν spaceship καὶ δὲν τοὺς πέρασε ποτὲ κατὰ νοῦ ἡ ἀντίστοιχη ἐξυπνάδα τῶν μονοτονιστῶν μας, νὰ γράφουν μὲν space γιατὶ εἶναι ἀρχαῖα λέξη καὶ θέμα παράδοσης, ἀλλὰ γιὰ κάτι καινούργιο, τὸ διαστημόπλοιο, νὰ γράφουν λ.χ. speissip.
16) Ἡ γλώσσα
δὲν εἶναι μόνο περιεχόμενο, εἶναι καὶ μορφή. Διαφορετικὰ διαβάζοντας ποίηση θὰ
νοιαζόμασταν μόνο γιὰ τὸ περιεχόμενο ἑνὸς ποιήματος καὶ ὄχι γιὰ τὴ μορφή του,
τὴν πρόζα κ.λπ. Κανεὶς ὅμως δὲ διαβάζει ἔτσι ἕνα ποίημα. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο
συμβαίνει στὸν γραπτὸ λόγο. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅτι στὸ πολυτονικὸ ἡ πληροφορία
παρέχεται μὲ πολὺ μεγαλύτερη σαφήνεια. Εἶναι καὶ ὅτι στὸ γραπτὸ λόγο Περιεχόμενο
καὶ Μορφὴ εἶναι ἀλληλένδετα.
(22/5/2008)
ΚΡΙΤΙΚΗ
Ὅπως εἶναι φυσικό, ὑπάρχουν καὶ διαφωνοῦντες μὲ ὅσα ὑποστηρίζουμε οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ πολυτονικοῦ. Χάριν συντομίας, ἂς ἀποκαλέσουμε τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ ἢ μᾶλλον τὰ ἀντεπιχειρήματα ἐναντίον τῶν ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τοῦ πολυτονικοῦ ὡς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ μονοτονιστῆ μας.
Ἀντεπιχείρημα πρῶτο: «ἐπιλέγεις λίγες λέξεις ὁμόηχες (ἢ τὴν ἴδια λέξη μὲ ἄλλη σημαςία) καὶ ὅπου ὁριακὰ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σύγχυση, καὶ πάνω σ’ αὐτὸ χτίζεις ὅλο τὸ οἰκοδόμημά σου περὶ ἀναγκαιότητας τοῦ πολυτονικοῦ!»
Ἀπάντηση: τὸ πραγματικὸ ζήτημα εἶναι: σὲ ποιόν βαθμὸ μπορεῖ καθένας τρόπος γραφῆς νὰ κάνει πιὸ κατανοητὸ τί θέλει νὰ πεῖ ὁ γράφων; Στὰ θέματα στὰ ὁποῖα ὑπάρχει δυνατότητα σύγκρισης, σὲ αὐτὰ ὑπερνικᾶ τὸ πολυτονικό. Τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχουν περισσότερα θέματα σύγκρισης δὲ συνεπάγεται πὼς τὰ ὑπαρκτὰ θέματα δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ τὴν ἀπόδειξη τῆς ὀρθότητας τοῦ πολυτονικοῦ. Καὶ τὸ πολυτονικὸ κερδίζει, τουλάχιστον στὶς λίγες περιπτώσεις ποὺ ἀναφέρθηκαν. Δηλαδή, ἀκόμα κι ἂν τὸ μονοτονικὸ εἶχε πλεονεκτήματα (ποὺ δὲν ἔχει) ἀλλὰ ὄχι τόσα πολλὰ ὅσα τὸ πολυτονικό, πάλι τὸ πολυτονικὸ θὰ ἦταν καλύτερο καὶ χρησιμότερο ἀπὸ τὸ μονοτονικό, ἀκόμη κι ἂν ὑπῆρχαν ἄλλες 600 περιπτώσεις ὅπου οὔτε τὸ πολυτονικὸ οὔτε τὸ μονοτονικὸ ἐπαρκοῦν.
Ἀντεπιχείρημα δεύτερο: «α) ὑπάρχουν ἄλλες τόσες καὶ περισςότερες περιπτώσεις ἀμφισημίας ὅπου τὸ πολυτονικὸ δὲν βοηθάει, καὶ ὅτι β) ἡ ἄρση τῆς ἀμφισημίας δὲν εἶναι ἐγγενὴς ἰδιότητα τοῦ πολυτονικοῦ ἀλλὰ σύμπτωματική».
Ἀπάντηση: ποῦ βρίσκεται τὸ συμπτωματικό; Ἀπὸ πότε συνιστᾶ σύμπτωση ἡ ἐπιλογὴ τῆς χρήσης τῆς βαρείας; Ὅταν ἐξαιτίας – καὶ μόνο ἐξαιτίας αὐτῆς – τῆς περισπωμένης (δηλαδὴ χαρακτηριστικοῦ ἀποκλειστικᾶ τοῦ πολυτονικοῦ) αἴρεται μιὰ ἀμφισημία, τότε ἡ ἄρση τῆς ἀμφισημίας ὀφείλεται ἀποκλειστικᾶ στὸ πολυτονικὸ καὶ εἶναι ἐγγενὴς ἰδιότητα τοῦ πολυτονικοῦ - ὄχι συμπτωματική. Τὸ μονοτονικὸ εἶναι «δομημένο» νὰ εἶναι ἐκφραστικὰ πολὺ πιὸ ἀνεπαρκὲς ἀπὸ τὸ πολυτονικό. Εἶναι σὰ νὰ λέγαμε, ποιὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι ἐπαρκές, αὐτὸ μὲ 20 ἢ κάποιο μὲ 24 γράμματα. Σίγουρα ὑπάρχουν φθόγγοι γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπάρχει ἀντιστοιχία στὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο. Ὡστόσο, παρ’ ὅλο ποὺ τὸ ἀλφάβητο τῶν 24 γραμμάτων εἶναι ἀνεπαρκές, ἐξακολουθοῦμε νὰ τὸ προτιμᾶμε ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο τῶν 30 ἢ 27 γραμμάτων. Τὸ ἀντίστοιχο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ πολυτονικό: ὅσο κι ἂν δὲν λύνει ὅλα τὰ προβλήματα, λύνει περισςότερα προβλήματα ἀπὸ τὸ μονοτονικό (ποὺ δὲν λύνει κανένα). Ἂν τὸ πολυτονικὸ ἐκφράζει καλύτερα ὸ τὸ μονοτονικὸ τὸν γραπτὸ λόγο λ.χ. σὲ 5 ἀπὸ τὶς 100 περιπτώσεις, αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος νὰ πεῖ κανεὶς «τὸ πολυτονικὸ εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὸ μονοτονικό»! Ἴσα-ἴσα, θὰ πεῖ: «ἀφοῦ πρὸς τὸ παρὸν ἔχω αὐτὰ τὰ δύο συστήματα, ἐπιλέγω ὅποιο ἐπιλύνει τὰ περισςότερα προβλήματα». Τὸ ἂν αὐτὰ τὰ προβλήματα ἀφοροῦν λέξεις ὁμόηχες ἢ εἶναι τὰ ἔσχατα προβλήματα ἢ λέξεις ποὺ βλέπει κανεὶς μιὰ στὶς 1 ἑκ., δὲν ἔχει καμμία σημαςία. Σημαςία ἔχει πιὸ εἶναι τὸ τονικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο λύνονται συγκριτικὰ τὰ περισςότερα προβλήματα.
Ἀντεπιχείρημα τρίτο, ἐναντίον τῆς βαρείας: «Πολὺ πρὶν τὴν ἀποφράδα νύχτα τοῦ 1982 ὅταν μιὰ δράκα ἐπίορκων ἐθνοπατέρων ἀποψίλωσαν τὴ γλώσσα μας, ἡ βαρεία εἶχε σταματήσει νὰ διδάσκεται στὴν ἐκπαίδευση. Ἔβγαλα τὸ μιςὸ δημοτικὸ καὶ τὸ μιςὸ (ἑξατάξιο) γυμνάσιο ἐπὶ δικτατορίας καὶ θυμᾶμαι πολὺ καθαρᾶ ὅτι τὴ βαρεία τὴν ἀναφέραμε μόνο ἐν παρόδῳ στὸ μάθημα τῆς γλώσσας. Δὲν διόρθωνε ὁ δάσκαλος ὅταν δὲν βάζαμε τὴ βαρεία».
Ἀπάντηση: αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, ὅπως δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ὅτι τὰ ἰδιωτικὰ κανάλια γράφουν τοὺς τίτλους στὸ ἀτονικό, δίχως κανένα ΕΡΣ νὰ τοὺς τραβήξει τ’ αὐτί. Δὲν εἴδαμε κανέναν μονοτονιστή, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἐπιτίθενται στὸ πολυτονικό, νὰ οὐρλιάζει ἔξαλλος ἢ νὰ εἰρωνεύεται τὸ ἀτονικὸ κι αὐτοὺς ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν στὰ κανάλια. Ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ὑποκριςία, τότε τί εἶναι ὑποκριςία; Ἡ ἀναφορὰ στὸ 1982 καὶ τοὺς «ἐπίορκους ἐθνοπατέρες» εἶναι σκόπιμη, ὥστε ὁ μονοτονιστής μας ν’ ἀποδείξει εἴτε ὅτι ὅσοι κατακρίνουν τὸ μονοτονικὸ εἶναι δεξιοὶ ἢ ἀντικοινοβουλευτικοὶ ἀκροδεξιοὶ ποὺ δὲν κατακρίνουν τὴ χούντα ἢ τὶς μεταδικτατορικὲς δεξιὲς κυβερνήσεις γιὰ τὰ λάθη τους στὸ ζήτημα αὐτό, εἴτε - προφανῶς πιστεύοντας ὅτι οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ πολυτονικοῦ εἶναι (ἀκρο)δεξιοί - ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ πολυτονικοῦ, νὰ τοὺς πεῖ: «ἀφοῦ καὶ ἡ χούντα (σας) εἶχε καταργήσει τὴ βαρεία, ἐσεῖς γιατί διαμαρτύρεστε;» Στ’ ἀλήθεια, πολὺ ἔξυπνο τὸ ἐπιχείρημα τοῦ μονοτονιστῆ μας. Ὡστόσο ἡ ἀναφορά στὸ 1982 δὲ σημαίνει ὅτι πιστεύουμε πὼς πρὶν τὸ 1982 ὅλα ἦταν ρόδινα ἢ ὅτι δὲν εἶχε ἀρχίσει ἡ καταστροφὴ τοῦ γραπτοῦ λόγου πρὶν τὸ 1982. Αὐτὰ τὰ περὶ «ἐπίορκων» (=προδοτῶν) εἶναι οἱ γνωστὲς προσπάθειες τῶν «δημοκρατῶν» μονοτονιστῶν, νὰ μαντρώσουν στὸ ἀκροδεξιὸ μαντρὶ τῆς φανταςίας τους ὅποιον ὑπερασπίζεται τὸ πολυτονικό, μὲ τὸ ἀφελὲς ἐπιχείρημα «δὲν μιλᾶτε γιὰ τὰ πρὶν τὸ 1982», ὥστε νὰ φιμώσουν ὡς «φαςίστες» ὅσους διαφωνοῦν μαζί τους. Φυσικᾶ καὶ μιλᾶμε γιὰ ὅλες τὶς καταστροφικὲς ἐπεμβάσεις, εἴτε αὐτὲς ἔλαβαν χώρα πρὶν εἴτε μετὰ τὸ 1982. Μὲ τὴν ἴδια πανἐξυπνη μονότονη λογικὴ θὰ μποροῦσαμε κι ἐμεῖς νὰ κατηγορήσουμε τοὺς μονοτονιστὲς ὅτι εἶναι ὑπέρμαχοι τοῦ ἀτονικοῦ, γιατὶ τὸ ἀνέχονται καὶ δὲν τὸ στηλιτεύουν τόσο λυσσασμένα, ὅσο τὸ πολυτονικό. Ὅταν κανεὶς δὲν ἔχει ἐπιχειρήματα, κρύβεται στὶς παράλογες πολιτικές του ταξινομήσεις. Ἐμεῖς ὅμως λέμε ὅτι τὸ μεγαλύτερο λάθος ἔγινε τὸ 1982, ὄχι ὅτι πρὶν δὲν ἔγιναν τραγικὰ λάθη.
Ἀντεπιχείρημα τέταρτο, πάλι ἐναντίον τῆς τρισκατάρατης βαρείας: «πολλὰ βιβλία, ἰδίως ἐκεῖνα ποὺ τυπώνονται μὲ πολυτονικὸ μὲν ἀλλὰ στὶς μέρες μας, δὲν χρησιμοποιοῦν βαρεία».
Ἀπάντηση: ὑπάρχει τὸ καλό, ὑπάρχει καὶ τὸ καλύτερο. Ἐξάλλου ὑπάρχει καὶ τὸ κίνητρο τοῦ κέρδους. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ ἐν γένει. Διαφωνίες ὑπάρχουν καὶ μεταξὺ μονοτονιστῶν, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζουν ὅτι εἶναι λάθος νὰ μὴ τονίζονται οἱ μονοςύλλαβες λέξεις. Αὐτοὶ εἶναι ἁπλῶς διαφοροποιημένοι μονοτονιστές, ὅπως καὶ ὅσοι πολυτονιστὲς ἐνῶ δὲν βάζουν τὴ βαρεία γιὰ λόγους κέρδους, τεμπελιᾶς ἢ ἄγνοιας τῆς σημαςίας τῆς βαρείας, παραμένουν ὑπέρμαχοι τοῦ πολυτονικοῦ.
Ἀντεπιχείρημα πέμπτο: ὁ μονοτονιστής μας παραθέτει διάφορα παραδείγματα, ὥστε νὰ δείξει ὅτι ἡ βαρεία στὸ «γιατί» ἢ σὲ ἄλλες λέξεις δὲν ἀρκεῖ, γιατὶ ἡ ὠφέλεια ἀπὸ αὐτὴν δὲν καλύπτει τὰ ἑξῆς παραδείγματα ποὺ παραθέτει, λ.χ. δὲν καθιστᾶ πάντα σαφὲς ἂν ἡ πρόταση εἶναι ἐρωτηματική:
-- Δεν σου είπα να κλείνεις την τηλεόραση όταν μιλάει ο Πολύδωρας;
-- Δεν σου είπα να κλείσεις την τηλεόραση, σου είπα να μη βάλεις τον Πολύδωρα. ή
-- Έφυγε η Μαρία και δεν άφησε τίποτα για φαγητό.
-- Έφυγε η Μαρία να φωνάξω τα παιδιά για κανένα χαρτάκι; ή
-- Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου!
-- Πάντα ανοιχτά θ' αφήνεις τα φώτα στο μπάνιο βρε παιδάκι μου;
Ἀπάντηση: ἐδῶ ὁ μονοτονιστής μας παίζει μὲ τὶς ἔννοιες τοῦ χειρότερου καὶ τοῦ κακοῦ. Προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξει ὅτι καὶ τὰ δυὸ εἶναι τὸ ἴδιο. Κανεὶς δὲν εἶπε ὅτι τὸ πολυτονικὸ ἐπιλύνει ὅλα τὰ προβλήματα καὶ ὅτι ἐκφράζει τέλεια τὸν προφορικὸ λόγο στὸ χαρτί. Ἀλλὰ ὁ μονοτονιστής μας κάνει ὡς ἂν ὑπῆρχε κάποιος τρόπος νὰ εἴχαμε τέλεια ἀπόδοση τοῦ προφορικοῦ λόγου (τῆς χροιᾶς, τοῦ ἂν ἡ πρόταση εἶναι ἐρωτηματικὴ ἢ ὄχι κ.λπ.). Ἑπομένως ἰσχύει τὸ «μὴ χεῖρον βέλτιστον». Μάλιστα, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι ἐπιπρόσθετα σύμβολα μποροῦν νὰ προστεθοῦν στὸ πολυτονικὸ καὶ ὄχι στὸ μονοτονικό, ὅπως ὁ μονοτονιστής μας θέλει, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κάνουμε πὼς δὲν βλέπουμε τὶς διαφορές. Ἐδὼ νὰ ποῦμε ὅτι τὸ μονοτονικό, ἐπειδὴ εἶναι παράλογα δομημένο, καθιστᾶ ἀδύνατη τὴν ἄμεση κατανόηση τῆς φράση «Ο Νίκος στο γιαπί του είπε» καὶ ἀναγκάζεται νὰ παραβεῖ τὸν κανόνα του «οἱ μονοςύλλαβες λέξεις δὲν τονίζονται» καὶ νὰ τονίσει τὸ «του» (ἂν τὸ γιαπὶ δὲν ἀνήκει στὸ Νίκο), ὥστε νὰ καταλάβουμε ὅτι δὲν εἶναι τὸ γιαπὶ ἰδιοκτηςία τοῦ Νίκου. Ἀντίθετα, στὸ πολυτονικὸ (ἂν ἰσχύῃ ἡ ὑπόθεςή μας ὅτι εἶναι ἰδιοκτηςία του), βάζουμε ὀξεία στὸ «ι» τοῦ «γιαππί» καὶ (ἂν μιλᾶ σὲ ἄλλον) περισπωμένη στὸ «υ» τοῦ «του», ἐνῶ ἂν βάλουμε βαρεία στὸ «ι» τοῦ «γιαπί» (καὶ περισπωμένη στὸ «τοῦ»), τότε καταλαβαίνουμε ἀμέσως τὸ ἰδιοκτησιακό καθεστὼς τοῦ κτιρίου, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀνήκει στὸ Νίκο.
Ἀντεπιχείρημα ἕκτο: «νὰ ἐπισημάνω ὅτι στὰ λίγο παλιότερα χρόνια, τότε ποὺ ἔμπαινε ἡ βαρεία (ἂν ἔμπαινε), θὰ ἦταν πολὺ δύσκολο ὁ πολυτονιστής μας νὰ δεῖ "γιατί" μὲ βαρεία, διότι ἁπλούστατα τὸ "γιατί" σὲ ἀπάντηση (δηλαδὴ μὲ τὴ σημαςία "ἐπειδὴ») ἐθεωρεῖτο σχεδὸν σολοικισμός – μιλᾶμε βέβαια γιὰ τὸν γραπτὸ λόγο. Προκειμένου νὰ βροῦν μιὰ τόση δὰ ἀδυναμία τοῦ μονοτονικοῦ, οἱ ὁπαδοὶ τοῦ πολυτονικοῦ δὲν διστάζουν νὰ ἀγκαλιάσουν μιὰ χρήση ποὺ παλιότερα θὰ τὴν ἐξοβέλιζαν μὲ βδελυγμία. Ἀλλὰ ὁ πνιγμένος πρέπει ἀπὸ κάπου νὰ πιαστεῖ».
Ἀπάντηση: πάλι τὸ γνωστὸ ἁπλοϊκὸ ἐπιχείρημα. Οἱ μονοτονιστὲς προσπαθοῦν νὰ μαντρώσουν τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ πολυτονικοῦ στὸ μαντρὶ τῆς Καθαρεύουσας, ὥστε νὰ τοὺς σταμπάρουν ὡς «κακοὺς συντηρητικοὺς» ἢ καὶ ἀστείους (ἀφοῦ συχνὰ ἡ Καθαρεύουσα χρησιμοποιεῖται εἰρωνικῶς), γραφικοὺς - καὶ ποιός ἀσχολεῖται μὲ γραφικούς; - παλιομοδίτες. Βλέπουμε ἐδῶ πόσο ἀντιδημοκρατικὴ - γιὰ νὰ μὴ πεῖ κανεὶς τίποτε ἄλλο – νοοτροπία ἔχουν οἱ μονοτονιστές, ἀφοῦ ἀντὶ νὰ κοιτᾶνε τὰ ἀντίθετα ἐπιχειρήματα, συνεχῶς προσπαθοῦν μὲ ἀνακριβῆ πολιτικὰ ἐπιχειρήματα νὰ μειώσουν τοὺς ἰδεολογικούς τους ἀντιπάλους. Ἔτσι σκέφτονται οἱ μονοτονιστές. Πάντως, πρέπει νὰ ποῦμε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ὅτι ἄλλο πρᾶγμα ἡ Καθαρεύουσα καὶ ἄλλο τὸ πολυτονικὸ σύστημα. Ἡ Καθαρεύουσα εἶναι μορφὴ τὴς γλώσσας (τὸ ἀντίθετό της εἶναι ἡ Δημοτικὴ καὶ ὄχι τὸ μονοτονικό). Τὸ πολυτονικὸ εἶναι τονικὸ σύστημα (τὸ ἀντίθετό του εἶναι τὸ μονοτονικὸ καὶ ὄχι ἡ Δημοτική). Τὸ πολυτονικὸ ἐφαρμόζεται καὶ στὴ δημοτική, ὄχι μόνο στὴν καθαρεύουσα. Ἂν δὲν τὸ ξέρουν ὥς τώρα οἱ μονοτονιστές, ἂς τὸ μάθουν. Ἑπομένως τὸ αἰτιολογικὸ «γιατὶ» δὲν ἀνήκει μόνο στοὺς μονοτονιστές: ἀνήκει στοὺς δημοτικιστές, καὶ σ’ αὐτοὺς συγκαταλέγονται πάμπολοι ὑπέρμαχοι τοῦ πολυτονικοῦ. Τέτοιο βάθος ἐπιχειρημάτων ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ, πάντως, εἶναι λογικὸ νὰ μᾶς κάνῃ νὰ πνιγόμαστε, καὶ νὰ πιανόμαστε ἀπ’ τὰ μαλλιά μας. Μᾶλλον τραβᾶμε τὰ μαλλιά μας.
Ἀντεπιχείρημα ἕβδομο, πάλι ἐναντίον τῆς τρισκατάρατης βαρείας, ἀναφορικᾶ μὲ τὰ παραδείγματα «γλυκὸ κραςί.» καὶ «γλυκὸ κραςὶ πεθύμησα»: «ἔχω μιὰ ἀπορία ὅταν διαβάζω τέτοια δῆθεν ἐπιστημονικά: τώρα ἐσεῖς ποῦ βλέπετε τὴν παραπάνω φράση "γλυκό κρασί πεθύμησα" γραμμένη μονοτονικᾶ, χωρὶς βαρείες, τὴ διαβάζετε ἀλλιώτικα ἀπὸ τὸν κ. Ράμφο; Προφανῶς ὄχι».
Ἀπάντηση: καὶ gliko krasi pethimisa νὰ γράφαμε – γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴ λογικὴ τοῦ μονοτονιστῆ μας – πάλι τὸ ἴδιο θὰ τὴν καταλαβαίναμε ὅλοι· εἶναι τῶρα αὐτὸ λόγος νὰ ἀρχίσουμε, «γιὰ περισςότερη εὐκολία καὶ ταχύτητα», νὰ γράφουμε μὲ λατινικὸ ἀλφάβητο; Προφανῶς ὄχι. Στὸ πολυτονικὸ ἀκόμη καὶ ἡ ἀνάσα ἢ ἡ διακοπή της φαίνονται τουλάχιστον περισςότερες φορὲς ἀπὸ ὅ,τι στὸ μονοτονικό. Στὸ μονοτονικὸ ἁπλῶς δείχνεται ποιὰ συλλαβὴ τονίζεται περισςότερο (ἀνακριβῶς, ὅπως δείξαμε, ἀφοῦ καὶ οἱ μονοςύλλαβες λέξεις τονίζονται, ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα «οἱ μονοςύλλαβες λέξεις δὲν παίρνουν τόνο», ποὺ κάποιο πανέξυπνο μονοτονικὸ «προοδευτικὸ» think tank σκέφτηκε καὶ ἐπέβαλε), δίχως ἡ ἀπόχρωση νὰ δείχνεται σαφῶς, νὰ γίνεται κατανοητή ἡ ὕπαρξή της. Κι αὐτὸ ἀποτελεῖ συρρίκνωση ἢ μᾶλλον στραγγαλισμὸ τοῦ λόγου. Καὶ τὸ νὰ ξαναρχίζουν τὰ γνωστὰ «μὰ δὲν τὰ καταφέρνει σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις τὸ πολυτονικό», δὲν ὠφελεῖ. Καμμιὰ γραπτὴ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τόσο «ζωντανὴ» ὅσο ὁ προφορικός της λόγος. Νὰ τὶς καταργήσουμε; Νὰ φτιάξουμε ἄλλα 400-500 σύμβολα, γιὰ νὰ δείχνουν τὴν ἀκριβῆ χροιά; Δὲν γίνεται, ἀλλὰ ἂς μὴ πᾶμε γι’ αὐτὸ σὲ χειρότερο στάδιο (τοῦ μονοτονικοῦ). Καὶ ναί, ἀκούγεται διαφορετικὰ ὁ τονισμὸς τῆς λέξης «κρασί», ὅταν ὑπάρχῃ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τελεία, ἀπ’, ὅ,τι ὅταν ὑπάρχει ἄλλη λέξη καὶ ὄχι τελεία, γιατὶ ὅταν ὑπάρχει τελεία, τότε ἡ ἔνταση στὸ «ί» δυναμώνει καὶ κόβεται ἀπότομα ἡ φωνή. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὸ παραπάνω παράδειγμα «Ο Νίκος στο γιαπί του είπε». Ἂν βάλουμε βαρεία στὸ «ι» τοῦ «γιαπί» (καὶ περισπωμένη στὸ «του»), τότε σημαίνει, ὅπως εἴπαμε, ὅτι τὸ γιαπί δὲν ἀνήκει στὸν Νίκο. Ὅταν διαβάσουμε φωναχτὰ τὴ φράση «Ὁ Νίκος στὸ γιαπὶ τοῦ εἶπε», δὲν προφέρουμε κολλητὰ τὶς λέξεις «γιαπὶ» καὶ «τοῦ» (μὴ τυχὸν παρανοήσει ὁ ἀκροατής μας ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ἑπόμενη περίπτωση, τὸ γιαπὶ νὰ εἶναι τοῦ Νίκου) καί, κατὰ κάποιο τρόπο σὰ νὰ σταματᾶμε λίγο στὸ «γιαπί». Ἀντίθετα, ἂν βάλουμε ὀξεία στὸ «ι» τοῦ «γιαπί» (δίχως νὰ παίζῃ ρόλο ἂν θὰ βάλουμε περισπωμένη στὸ «του» ἢ ὄχι), τότε ἀμέσως καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ γιαπὶ ἀνήκει στὸ Νίκο καί, ταυτόχρονα, ὅταν διαβάσουμε φωναχτὰ τὴν φράση «Ὁ Νίκος στὸ γιαπί του εἶπε», τότε προφέρουμε (ἀσυναίσθητα) κολλητά, μαζὶ σχεδόν, τὶς λέξεις «γιαπί» καὶ «του», δείχνοντας ἔτσι μὲ τὴ φωνή μας ὅτι τὸ γιαπὶ ἀνήκει στὸ Νίκο. Ὅλη αὐτὴ ἡ σημαντικὴ λεπτομέρεια φαίνεται καὶ ἀποτυπώνεται μόνο στὸ πολυτονικό. Ἀντίθετα, ὅταν διαβάζουμε «Ο Νίκος στο γιαπί του είπε», δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Νίκος μιλᾶ στὸν ἑαυτό του ἢ ὄχι. Στὸ πολυτονικὸ «Ὁ Νίκος στὸ γιαπί του εἶπε» ὅμως ἀμέσως καταλαβαίνουμε 1) ὅτι τὸ γιαπὶ εἶναι τοῦ Νίκου καὶ ταυτόχρονα 2) ὅτι ὁ Νίκος μιλᾶ στὸν ἑαυτό του (ἂν γράφαμε «... στὸ γιαπὶ τοῦ εἶπε», θὰ ξέραμε ὅτι ὁ Νίκος μιλᾶ σὲ ἄλλον). Τὸ μονοτονικὸ πρέπει ὑποχρεωτικᾶ νὰ παραβῇ τοὺς κανόνες του (σχετικᾶ μὲ τὸν μὴ τονισμὸ μονοςύλλαβων), ἂν θέλει νὰ δείξει σὲ ποιὸν μιλᾶ ὁ Νίκος. Ἐδῶ νὰ σχολιάσουμε ὅτι ὅλες αὐτὲς οἱ, ἀναγκαστικὲς γιὰ τὸ μονοτονικό, παραβάσεις τῶν μονοτονικῶν κανόνων του θυμίζουν λίγο τοῦς νόμους ποὺ ψηφίζονται: «ἀπαγορεύεται αὐτό, ἀλλὰ στὴν περίπτωση ἐκείνη εἰσάγουμε τροπολογία, "ρύθμιση", καὶ ἐπιτρέπεται». Τὰ γνωστὰ χάλια τῶν τσαπατσούληδων. Ἂν οἱ μονοτονιστές μας ἀδυνατοῦν νὰ δοῦν τὶς διαφορὲς αὐτές, δὲν τοὺς φταίει κανείς, οὔτε... ἡ ἀκοή τους.
Ἀντεπιχείρημα ὄγδοο,
αὐτὴ τὴ φορὰ κατὰ τῆς περισπωμένης, ἀναφορικὰ μὲ τὸ παράδειγμα «ακριβή εικόνα».
Ἐδῶ ὁ μονοτονιστής μας παραδέχεται ὅτι ἴσως ἡ περισπωμένη λύνει τὴν ἀμφισημία.
Τί λέει ὅμως μετά; «ὅπως δὲν αἴρει τὴν ἀμφισημία ἡ περισπωμένη σὲ χίλιες δυὸ
ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως ἂς ποῦμε στὰ ὁμόηχα τόνος (τὸ τονικὸ σημάδι) καὶ τόνος
(τὰ χίλια κιλά), ποὺ ἂν κάτσω λίγο νὰ σπαζοκεφαλιάσω θὰ βρῶ ἕνα φτιαχτὸ ἀμφίσημο
παράδειγμα σὰν τὴν ἀκριβὴ εἰκόνα. Καὶ μὴ μοῦ πεῖτε ὅτι θὰ μὲ γλιτώσουν τὰ δύο
νῦ, διότι μὲ δύο νῦ γράφεται ἄλλος τόνος, τὸ ψάρι. Μήπως νὰ βάλουμε περισπωμένη
καὶ στὸ ὄμικρον τῆς λέξης τόνος γιὰ νὰ ξεχωρίζουμε τὸν μὲν ἀπὸ τὸν δέ;
Καὶ τὰ κόμματα τὰ πολιτικὰ πῶς θὰ τὰ ξεχωρίσουμε στὸ πολυτονικὸ ἀπὸ τὰ κόμματα
τῆς στίξης;»
Ἀπάντηση: τὸ ξαναλέμε, τὸ πολυτονικὸ σύστημα «ἁπλῶς» ἐπιλύνει πολὺ καλύτερα κάποια προβλήματα ποὺ τὸ μονοτονικὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἐπιλύσῃ· καὶ ἀποτυπώνει καλύτερα τὸν προφορικὸ λόγο. Τί κάνει ὅμως ἐδὼ ὁ μονοτονιστής μας, φέρνοντας ὡς παράδειγμα τὸν τόνο-ψάρι καὶ τὸν τόνο-σημάδι ἢ τὸ κόμμα-σημάδι καὶ τὸ πολιτικὸ κόμμα, προκειμένου νὰ πείσει ὅτι τὸ πολυτονικὸ δὲν ἐπαρκεῖ; Πάει νὰ μᾶς πείσει ὅτι αὐτὰ τὰ προβλήματα εἶναι προβλήματα ποὺ ὀφείλονται στὶς περισπωμένες καὶ τὰ πνεύματα, στὸ τονικὸ σύστημα, ἐνῶ σαφέστατα εἶναι προβλήματα ποὺ ὀφείλονται στὴν ὀρθογραφία. Νὰ τὸ ξαναποῦμε: ἄλλο πρᾶγμα τὸ τονικὸ σύστημα, ἄλλο πρᾶγμα ἡ ὀρθογραφία. Διότι, γιὰ παράδειγμα, εἴτε μὲ πολυτονικὸ γράψουμε τὴ λέξη τόνος εἴτε μὲ μονοτονικό, πάλι τὸ ἴδιο γράφεται αὐτή, πάλι ὑπάρχε πρόβλημα κατανόηςής της: ἄρα δὲν φταίει ἐδῶ τὸ τὸνικὸ σύστημα γραφῆς (πολυτονικὸ ἢ μονοτονικό), ἀλλὰ ἡ ὀρθογραφία. Ὁ μονοτονιστὴς μᾶς ἀποπροσανατολίζει, ὥστε νὰ νομίσουμε ὅτι φταίει τὸ πολυτονικό. Ὅμως ἀφοῦ ἡ λέξη τόνος γράφεται τὸ ἴδιο καὶ στὸ μονοτονικό, θὰ μποροῦσε, ἐξίσου ἀφελῶς, κάποιος νὰ πεῖ ὅτι εὐθύνεται τὸ μονοτονικὸ γιὰ τὴ σύγχυση τόνου-σημαδιοῦ καὶ τόνου-ψαριοῦ. Ὡστόσο μιὰ ἀπάντηση θὰ ἦταν ἠ ἑξῆς: τὸ πολυτονικὸ εἶναι τόσο καλό, ὥστε νὰ ἐπιλύει τὴν ἀμφισημία ἐνίοτε ἀκόμη καὶ σὲ ζητήματα ὀρθογραφίας, ἐνῶ τὸ μονοτονικὸ ποτὲ δὲ θὰ μπορέσει κάτι τέτοιο (δὲν πιστεύουμε ὅτι κάποτε νὰ βρεῖ κάποιο «φτιαχτὸ ἀμφίσημο παράδειγμα, σὰν τὴν ἀκριβῆ/ή εἰκόνα» ὁ μονοτονιστής μας, τὸ ὁποῖο θὰ δείχνει ἢ ὅτι καὶ τὸ μονοτονικὸ τὰ καταφέρνει καλᾶ ἢ ὅτι τὸ πολυτονικὸ δὲν τὰ καταφέρνει καλά).
Ἀντεπιχείρημα ἕνατο, πάλι γιὰ τὸ ἴδιο ζήτημα: «ἢ μήπως νὰ ἀπαγορέψουμε τὴ φράση "ἔχεις πέντε λεπτά;" ἐπειδὴ μπορεὶ νὰ μὴν εἶναι ἀμέσως φανερὸ ἂν πρόκειται γιὰ λεπτὰ τῆς ὥρας ἢ λεπτὰ τοῦ εὑρώ;»
Ἀπάντηση: ὁ μονοτονιστής μας προσπαθεῖ νὰ ἀντικρούσει τὰ παραδείγματα ἀμφισημίας ὅπου σαφέστατα ἀποδεικνύεται καλύτερο τὸ πολυτονικὸ μὲ παραδείγματα ἀμφισημίας τὰ ὁποῖα ὄχι μόνο δὲν ἀποδεικνύουν πιὸ καλὸ τὸ μονοτονικὸ ἀλλὰ καὶ ἀναφέρονται σὲ ἀμφισημία καθαρᾶ ὀρθογραφικῆς φύσης (δηλαδὴ ἂν γράφαμε «λεππτά» γιὰ τὰ χρήματα, ὁ μονοτονιστής μας δὲν θὰ ἀνέφερε κἂν τὸ παράδειγμα). Μὲ ἄλλα λόγια προσπαθοῦν νὰ δείξουν τὴν ἀνεπάρκεια τοῦ πολυτονικοῦ σὲ παραδείγματα ποὺ δὲν ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὸ τί τονικὸ σύστημα ἐπιλέγουμε, ἀφοῦ ἄλλο πράγμα ἡ ὀρθογραφία καὶ ἄλλο οἱ τόνοι. Δηλαδὴ λένε: «δὲν διακρίνουμε τὰ λεφτὰ ἀπὸ τὰ λεπτὰ τῆς ὥρας; Φταίει τὸ πολυτονικό!» Φυσικὰ οὔτε τὸ πολυτονικὸ οὔτε τὸ μονοτονικὸ φταῖνε ἐδῶ, διότι ἁπλούστατα εἶναι διαφορετικὸ ζήτημα αὐτοῦ τοῦ εἶδους ἡ ὁμοηχία ἀπὸ τὴν ὁμοηχία «ακριβή». Εἶναι πρόβλημα ὀρθογραφικό, ὄχι τονικοῦ συστήματος. Κανονικὰ οἱ μονοτονιστὲς θὰ ἔπρεπε νὰ ποῦν «καὶ πάλι, τὸ ὅτι διὰ τοῦ πολυτονικοῦ ἀποσαφηνίζεται μιὰ ἔστω ἀμφισημία, εἶναι θετικό». Θὰ συγκρίνουμε λοιπὸν τὸ πολυτονικὸ μὲ τὸ μονοτονικὸ σὲ ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴν βοήθεια ποὺ προσφέρει ὁ τονισμὸς στὴν ἀποσαφήνιση ἀμφισημιῶν, καὶ ὄχι σὲ ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴν ὀρθογραφία τῆς λέξης, ἡ ὁποία προϋπάρχει τοῦ χρησιμοποιούμενου τονικοῦ συστήματος. Ἂν τέτοια εἶναι τὰ ἀρνητικὰ (ἀρνητικά, γιατὶ δὲν ἔχουν νὰ ποῦν τίποτε ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ, ἁπλῶς ἐπιχειροῦν ν’ ἀποδείξουν τὴν ἀνεπάρκεια τοῦ πολυτονικοῦ ὡς πρὸς τὸ σύμπαν τῶν γλωσσικῶν προβλημάτων «ξεχνῶντας» ὅτι ἐξίσου ἀνεπαρκὲς εἶναι τὸ μονοτονικὸ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ γλωσσικὰ προβλήματα) ἐπιχειρήματα, ἔχουμε κάθε δίκαιο νὰ θεωροῦμε τὰ ἐπιχειρήματά τους ἀβάσιμα. Ἐκτὸς κι ἂν ἰσχυριστοῦν ὅτι... τυχαῖα τὸ πολυτονικὸ ξεκαθαρίζει τὴ σημασία τῆς λέξης «ακριβή», ἐπειδὴ... «τυχαῖα» χρησιμοποιεῖ περισπωμένες! Τόσες πολλὲς συμπτώσεις μαζεμένες!
Ἀντεπιχείρημα δέκατο, ὅπου ὁ μονοτονιστής μας συμπεραίνει εὐχαριστημένος ποὺ κατατρόπωσε μὲ τέτοια παραδείγματα τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ πολυτονικοῦ: «Ὁμόηχα δόξα τῷ Θεῷ ἡ γλώσσα μας ἔχει πολλά, ἀμφισημία ὑπάρχει σὲ ἐλάχιστες περιπτώσεις καὶ ὅταν ὑπάρχῃ τὰ συμφραζόμενα σχεδὸν πάντοτε βοηθοῦν στὴν ἄρση της»· κι ὅσες περιπτώσεις μένουν, τὶς διηγούμαστε γιὰ νὰ γελᾶμε, δὲν βαςίζουμε πάνω τους γλωσσικὴ πολιτικὴ» καὶ ἀναρωτιέται ἂν οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ πολυτονικοῦ «ὅταν ἀκοῦν τὴ Χαρούλα Ἀλεξίου νὰ τραγουδάει "χείλια ἔχεις μέλι κι ἄπιστη καρδιὰ» σκέφτονται ὅτι μπορεῖ νὰ ἀπευθύνεται σὲ κάποια μετρίου μεγέθους πολιτικὴ ὀργάνωση (χίλια ἔχεις μέλη) ἀφοῦ δὲν τὸ ἔχουν δεῖ γραμμένο νὰ τοὺς διαλυθεῖ ἡ σύγχυση».
Ἀπάντηση: ἐκτὸς κι ἂν ὁ μονοτονιστής μας γελᾶ μὲ τὴν παραδοχή του ὅτι τὸ πολυτονικὸ ἀποσαφηνίζει τὸ «ακριβη», τὴν γλωσσικὴ πολιτική μας τὴ βαςίζουμε πάνω σὲ συγκρίσεις ἐπὶ συγκεκριμένων προβλημάτων καὶ ὄχι σὲ ἁπλουστεύσεις. Ποιὸ σύστημα βοηθᾶ καλύτερα τὴν ἀπόδοση τοῦ προφορικοῦ λόγου, δηλαδή. Ἡ ἐνδεχόμενη ἄρση τῆς ἀμφισημίας ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα εἶναι, τὸ ἔχουμε πεῖ, λάθος «λογική», διότι πρέπει ἀμέσως νὰ καταλαβαίνουμε τί διαβάζουμε τὴν ἴδια στιγμή, δίχως νὰ κοιτᾶμε ταυτόχρονα σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ γραπτοῦ (ἡ «λογικὴ» τοῦ μονοτονιστῆ μας καταρρίπτεται ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ «γιατὶ», ἐκτὸς κι ἂν ὁ μονοτονιστής μας εἴτε γελᾶ μ’ αὐτὴν τὴν ἀμφισημία εἴτε κάνει διαγωνισμὸ ταχύτητας μὲ τοὺς λοιποὺς μονοτονιστές, ποιὸς θὰ φτάσει, τὴ στιγμὴ ποὺ διαβάζουν τὸ «γιατί», στὸ τέλος τῆς φράσης, θὰ δεῖ ἂν ἔχει ἐρωτηματικὸ καὶ ἀμέσως θὰ ἐπιστρέψει οὔτε ἔχοντας χάσει τὸν εἰρμό του οὔτε ἔχοντας διαταράξει τὴν φωναχτὴ ἀνάγνωση). Ὅσο γιὰ τὸν στίχο τῆς Ἀλεξίου, ὁ μονοτονιστής μας καὶ πάλι μπερδεύει καὶ περιπλέκει τὰ ζητήματα. Ἡ διαμάχη μεταξὺ μονοτονιστῶν καὶ ὑπέρμαχων τοῦ πολυτονικοῦ δὲν εἶναι στὸ πῶς θὰ γραφτοῦν τὰ «Χείλια» (χείλια ἢ χίλια ἢ hilia ἢ chelia), ἀλλὰ στοὺς τόνους. Δὲν ἐτέθη ποτὲ ζήτημα σύγχυσης, ὅταν ἀκοῦμε μιὰ προφορικὴ φράση, σὰν κι αὐτὴν ποὺ ἀνέφερε, οὔτε καὶ ζήτημα ὀρθογραφίας τῆς λέξης (θὰ ὑπῆρχε πρόβλημα, μόνο ἂν χρησιμοποιούσαμε τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο), ἀλλὰ (ἡ διαμάχη ἀφορᾶ) μόνο στὸν γραπτὸ λόγο: ὄχι στὸ τί καταλαβαίνουμε (ἢ παρανοοῦμε), ὅταν ἀκοῦμε μιὰ φράση ποὺ λέει κάποιος, ἀλλὰ πόσο ἄμεσα καὶ καλὰ καταλαβαίνουμε μιὰ φράση ποὺ διαβάζουμε. Οἱ ὁμοηχίες στὸν προφορικὸ λόγο εἶναι ἀθεράπευτο κακό, ἐνῶ στὸν γραπτὸ λόγο ὑπάρχει περίπτωση θεραπείας (ὅταν ἡ ὀρθογραφία τους εἶναι διαφορετική). Καμμία σχέση δὲν ἔχει τὸ παράδειγμα τῆς Ἀλεξίου (ἄσε ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ κατηγορήσει ἐπίσης τὸ μονοτονικό· ἂν τὸ ἔκανε, ὁ μονοτονιστής μας θὰ ἀντιδροῦσε λέγοντας ὅτι δὲν φταίει τὸ μονοτονικό, ἀλλὰ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἐκτὸς τοῦ τύπου «χείλη» καὶ τόν, ὁμόηχο τοῦ «χίλια», τύπο «χείλια»). Στὸν προφορικὸ λόγο δὲν ὑπάρχει θέμα τί τονικὸ σύστημα θὰ διαλέξουμε, ΑΠΛΩΣ ΔΙΟΤΙ στὸν προφορικὸ λόγο δὲν... γράφουμε ἐντελῶς τίποτε – αὐτὸ προφανῶς δὲν τὸ ἔχει ἀντιληφθεῖ ὁ μονοτονιστής μας, ποὺ συνεχῶς φέρνει ἄσχετα παραδείγματα. Τὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικὸ δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸν προφορικὸ λόγο καθεαυτὸ (ἀφοῦ εἶναι συστήματα ποὺ χρησιμοποιοῦμε ὅταν γράφουμε, ὄχι ὅταν μιλᾶμε), ἀλλὰ μὲ τὸ ποιὸ ἀπ’ τὰ δύο εἶναι ἀκριβέστερο, ὅταν ὁ προφορικὸς λόγος γίνεται γραπτός. Ὁπότε προκύπτει τὸ ἐρώτημα: τί φταίει ἢ γιατί εἶναι ἀνεπαρκὲς ἕνα τονικὸ σύστημα, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀμφισημία ὀφείλεται στὴν ἴδια τὴ γλώσσα;
Ἀντεπιχείρημα ἑνδέκατο,
γιὰ τὸ «μοιραία» (ἐπίρρημα ἢ ἐπίθετο): «αὐτὰ ἀρκοῦν καὶ γιὰ τὸ «μοιραία» (τάχα
ἐπίθετο ἢ ἐπίρρημα;) ἂν καὶ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ πολὺ πιὸ συχνὴ καὶ ὑπαρκτὴ
σύγχυση τοῦ «τὰ παράνομα σταθμευμένα ὀχήματα» δὲν θεραπεύεται μὲ τὸ πολυτονικό».
Ἀπάντηση: εἶναι ἐκπληκτικὴ ἡ ἐθελοτυφλία τῶν μονοτονιστῶν: κατηγοροῦν τὸ πολυτονικὸ γιὰ κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ να θεραπεύσει οὔτε τὸ μονοτονικό, ἐνῶ ταυτόχρονα κάνουν πὼς δὲν καταλαβαίνουν γιὰ ὅ,τι θεραπεύει τὸ πολυτονικὸ ἀλλὰ ὄχι καὶ τὸ μονοτονικό. «Τὰ δικά μας δικά μας καὶ τὰ δικά σας δικά μας», σκέφτονται. Καταλαβαίνει κανεὶς ἀμέσως τὴ διαφορὰ στὸ «μοιραία», ὅταν χρησιμοποιεῖ πολυτονικό, ναὶ ἢ ὄχι; Ὅσο γιὰ τὸ «παράνομα» ἀνήκει ἐκτὸς τῆς ἀρμοδιότητας τῶν τονικῶν συστημάτων, ὁπότε δὲν λέει κάτι ἐναντίον τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀντιληπτὴ ἡ διαφορά, μόνο ἂν λέγαμε «παρανόμως». Διαφορετικὰ ὁ μονοτονιστής μας μπορεῖ νὰ σκιαμαχεῖ μὲ τὸ ἀζημίωτο καὶ νὰ φτιάχνει τοὺς πολυτονικοὺς ἀχυράνθρωπούς του, ὥστε νὰ κατηγορεῖ τὸ πολυτονικὸ γιὰ πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε κι αὐτὸς ὁ ἴδιος νὰ κατηγορήσει καὶ τὸ μονοτονικό.
Ἀντεπιχείρημα δωδέκατο, κατὰ τῆς δασείας, γιὰ τὴ διάκριση τοῦ ὄρους-βουνοῦ καὶ τοῦ ὅρου-ρήτρας: «θὰ χρησιμοποιήσουμε ἕνα ὁλόκληρο σύμβολο (τὴ δαςεία) μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ξεδιαλύνουμε τὴν ὑποθετικὴ σύγχυση ἀνάμεσα στὸ ὄρος καὶ τὸν ὅρο; Ἂν εἶναι ἔτσι, νὰ ἐπινοήσουμε κάποιο ἄλλο σύμβολο, σὲ σχῆμα βουνοῦ ἴσως, ποὺ νὰ τὸ βάζουμε δίπλα στὸ ὄρος τὸ βουνό, ἀντί νὰ ἀναγκάσουμε τὰ παιδιὰ νὰ ἀποστηθίσουν «ἅγιος, ἁγνός...» μόνο καὶ μόνο γιὰ μιὰ περίπτωση ὁμοηχίας».
Ἀπάντηση: Ὑπάρχει καὶ ἡ διάκριση «ἅρμα» (τανκ) καὶ «ἄρμα» (τὰ ὅπλα γενικὰ). Γιὰ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς τεμπελιᾶς καὶ τῆς ἀχρηστίας, ἔχουμε μιλήσει στὶς παραγράφους 2 iii) και 3). Ὁ Κριαρᾶς εἶπε ὅτι μὲ τὸ ἁπλούστερο σύστημα μαθαίνει κανεὶς εὐκολότερα/γρηγορότερα: λάθος. Μὲ τὸ πιο πολύπλοκο σύστημα ὁ ἐγκέφαλος «γίνεται» πιὸ ἔξυπνος, ἀκριβῶς ὅπως οἱ δύσκολες ξένες γλώσσες (π.χ. κινέζικη, γερμανική) ἀπαιτοῦν περισςότερη ἐξυπνάδα. Τὸ ἁπλὸ ἀποβλακώνει. Μποροῦμε βέβαια νὰ χρησιμοποιήσουμε καὶ τὰ ἱερογλυφικά, ἀφοῦ δὲν μᾶς κάνει τὸ τωρινὸ ἀλφάβητο. Ἀντὶ «παράνομα σταθμευμένα αὐτοκίνητα» νὰ ζωγραφίζουμε ἕνα ἁμάξι δίπλα σ’ ἕνα δρόμο, σταθμευμένο κάθετα στὸ πεζοδρόμιο, ἀντὶ παράλληλα. Ἀλλὰ φοβᾶμαι ὅτι ἔτσι ὁδεύουμε στὸ μονοτονικὸ τῶν σπηλαίων.
Ἐπιπλέον ἂν ἀπορρίψουμε τὶς δασεῖες/ψιλές, θὰ πρέπει νὰ λέμε «κατημερινή», πεντήμερη», «κατόλου», «κατιστός», «κατώς» κ.ο.κ. Μπορεῖ ἡ γενιὰ τῶν παλιότερων μονοτονιστῶν νὰ προσπαθοῦσε νὰ βρεῖ ἂν δαςύνεται ἡ ὁρμὴ ἀπὸ τὸ ἐφόρμηση (πολὺ σημαντικό: δείχνει ὅτι μία ἄλλη λειτουργία τοῦ πολυτονικοῦ εἶναι ὁ ἐμπλουτισμὸς τοῦ λεξιλογίου καὶ ἡ ἐπίγνωση τῆς σχέσης μεταξὺ τῶν λέξεων. Ἀκόμη καὶ οἱ μονοτονιστὲς ἄθελά τους παραδέχονται πόσο ὠφελεῖ τὸ πολυτονικό), δὲν εἶναι τόσο τραγικὰ δύσκολη ἡ ἐκμάθηση τοῦ καταλόγου τῶν λέξεων που δασύνονται (χαρὰ στὸ πρᾶγμα, ἐπὶ τέλους!). Χωρὶς γνώση ἄρα καὶ χωρὶς χρήση τῆς δασείας, ἡ λέξη «καθόλου» εἶναι οὐρανοκατέβατη, δὲν ἀναλύεται. Καὶ στὸ κάτω-κάτω, ἂν τὸἄμοιρο τὸ παιδὶ ρωτήσει στὰ 12 «γιατί λέμε καθόλου ἀντὶ κατόλου;», τί θὰ τοῦ ποῦν οἱ μονοτονιστές, «ἄλλα λόγια ν’ ἀγαπιώμαστε»; Θὰ τοῦ φανεῖ παράλογο, ἀκόμη κι ἂν οἱ δάσκαλοι θὰ τοῦ τὸ ἐξηγήσουν (τί νὰ ἐξηγήσουν, δηλαδή, τὴ στιγμὴ ποὺ δὲ θὰ ξέρει τί εἶναι ἡ δασεία). Καὶ ἂν τοῦ φανεῖ παράλογο, μὴν παραξενευτοῦν οἱ μονοτονιστές, ἂν ἀρχίσει νὰ βλέπει τὰ ἑλληνικὰ ὡς κινέζικα καὶ νὰ πειραματίζεται μὲ τὰ «κατόλου», «κατημερινή» κ.ο.κ. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ παιδάκι θὰ μάθει ἀπὸ μικρὸς τὴ λέξη «καθόλου», ὡς ἑνιαία (προτοῦ ἀναρωτηθεῖ γιὰ τὸν τρόπο σχηματισμοῦ της), ἄρα δὲ θὰ προχωρήςει στὰ παραπάνω «πειράματα», εἶναι ἀφελές, διότι ὑπάρχουν ἕνα σωρὸ λέξεις λ.χ. πρωθυπουργός, πρωθιέρεια, πρωθύστερο (εἶναι ἑκατοντάδες), ὄχι τόσο κοινές ὥστε νὰ μαθαίνονται στὴν παιδικὴ ἠλικία, τὶς ὁποῖες τὸ παιδὶ θὰ συναντᾶ ὅταν μεγαλώσει καὶ δὲν θὰ μπορεῖ νὰ ἀποδεχτεῖ ἢ νὰ καταλάβει τὸ λόγο ποὺ λέμε π.χ. «πρωθύστερο» ἀντὶ «πρωτύστερο». Εἶναι μάλιστα περίεργη ἡ ἄποψη τῶν μονοτονιστῶν ὅτι «ἡ ἀπουςία τῆς δασείας δὲν πρόκειται νὰ βλάψει τὴν ἱκανότητα τοῦ μαθητῆ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ σχηματισμὸ λέξεων ὅπως ὁ ἔφιππος καὶ τὸ καθαγιάζω. Οἱ δάσκαλοί του θὰ τοῦ ἐξηγήσουν τὸ φαινόμενο καὶ θὰ τὸ καταλάβει μιὰ χαρά, ὅπως τὸ καταλαβαίνουν τὰ ἐγγλεζάκια καὶ τὰ γαλλάκια ὅταν γράφουν hegemony, rhythm, prophecy παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ ἐκεῖνα ἡ ἑλληνικὴ λέξη εἶναι, ἂς ποῦμε, κινέζικα». Ἂν ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε τὰ ἀρχαῖα ὡς ξένη γλώσσα, κλάφ’ τα μονότονε τότε. Ἐπιπλέον, τὰ ἐγγλεζάκια ἔχουν πρόβλημα μὲ τὴ γραφὴ τῶν ἑλληνικῶν λέξεων. Κατὰ τρίτον, σὲ ἐμᾶς ἡ λέξη «ἡγεμονία» δὲν εἶναι ἀνόητη, δηλαδὴ ἕνας ἁπλὸς ἧχος ποὺ συμβατικᾶ σημαίνει τὴν ἐξουςία, ὅπως στοὺς Ἄγγλους. Γιατί, ἂν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ λέξεις-ἀνόητους ἤχους ποὺ συμβατικὰ σημαίνουν κάτι, τότε δὲν ἔχει νόημα νὰ τὰ διατηρήσει. Οὔτε, στὰ καθημᾶς («κατημάς», κατὰ μονοτονιστές, ίσως και «κατινάς» ή «στα κατιμας είπες» ἀντὶ τοῦ «στὰ καθημᾶς, εἶπες»), ἔχει νόημα νὰ ποῦμε «στὸ ἑξῆς δὲ θὰ βάζουμε θ, φ, χ», ἐκτὸς κι ἂν ἔχουμε τὴν κωμικὴ κατάσταση ὅπου οἱ μιςὲς λέξεις θὰ γράφονται μὲ τὸν παλιὸ κανόνα ἢ οἱ μισοὶ θὰ προφέρουν τὶς ἴδιες λέξεις μὲ ἄλλον τρόπο. Οἱ ἀκροβατισμοὶ τύπου «ναί, λέμε "μέθοδος", ἀλλὰ ἐγὼ τὸ εἶδα καὶ "μέτοδος" σὲ κάποια ἀρχαῖα κείμενα» ἀγνοοῦν ὅτι παρ’ ὅλη τὴν ὕπαρξη κάθε εἴδους διαφορετικῶν γλωσσικῶν τύπων, ἡ σημερινὴ ἑνιαία δημοτικὴ γλώσσα μας ἀποδέχεται τὸν κυριότερο κανόνα, ὄχι τὶς ἐξαιρέσεις.
Ἀντεπιχείρημα δέκατο τρίτο: «λέμε ἀντιαρματικά καὶ ὄχι ἀνθαρματικά, ἄρα ἔχει καταργηθεῖ ἡ δασεία ἀκόμη καὶ στὴν πράξη γιὰ νέες λέξεις, ἄρα τί τὴν θέλετε στὸ γραπτὸ λόγο;»
Ἀπάντηση: εἶναι ζήτημα γλωσσικοῦ κριτηρίου, ὄχι τέλους τῆς δασείας. Ἀλλιῶς πῶς ἐξηγεῖται τὸ «πρωθυπουργός» ἢ τὸ «αὐθύπαρκτο» ἀντὶ τοῦ «αὐτοΰπαρκτο»; Μᾶς δημιουργεῖ κόμπο στὸ λαιμὸ καὶ μόνο ἡ προφορὰ τοῦ «πρωτυπουργός» (σὰ νὰ τὸ λέει ξένος) καὶ «αὐτοΰπαρκτο», ἂν δὲ γελᾶμε κιόλας. Ὡστόσο, τί κάνουν ἐδῶ κατουςίαν οἱ μονοτονιστές μας; ἀναφέρουν ἕνα-δυὸ παραδείγματα λέξεων πού, ὅταν ἑνώνονται, δὲν μετατρέπεται τὸ ταῦ σὲ θῆτα, ὥστε ν’ ἀποδείξουν ὅτι πέθανε ἡ δασεία. Προηγουμένως ὅμως εἶχαν ἀπορρίψει τὴν ἄποψη ὅτι «ἂν ὑπάρχει ἔστω καὶ ἕνα παράδειγμα ὅπου χρειάζεται τὸ πολυτονικό, αὐτὸ δὲν λέει τίποτε ὑπὲρ τοῦ πολυτονικοῦ».
Ἀντεπιχείρημα δέκατο τέταρτο: ὁ μονοτονιστής μας, ἀπελπισμένος ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ ἔστω καὶ μιὰ περίπτωση ὅπου τὸ μονοτονικὸ ν’ ἀποδίδει καλύτερα ἀπὸ τὸ πολυτονικὸ τὸν προφορικὸ λόγο ἢ ἔστω καὶ μιὰ περίπτωση ὅπου τὸ μονοτονικὸ ὑπερτερεῖ τοῦ πολυτονικοῦ στὴν ταχύτητα κατανόησης τοῦ γραπτοῦ λόγου, ὅλο καταφεύγει στὴν ἀγκαλιὰ τῶν ὁμόηχων λέξεων, ὥστε νὰ καταγγείλει «Τὸ πολυτονικό, που δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀποδώσει σωστά». Έτσι, παίζει μὲ ἕνα παράδειγμα ποὺ ὁ Ράμφος φέρνει, ἀπὸ τὰ χωριάτικα «θέλου μιαν ουρίτσα», ὅπου ἂν τὸ «υ» τῆς «ουρίτσας» παίρνῃ δασεία, σημαίνει τὴν ὥρα, ἂν παίρνῃ ψιλή, τότε σημαίνει τὴν οὐρά. Τὸ «ἀστεῖο» ἔγκειται, ἀσφαλῶς, στὸ ὅτι τὰ ἑλλαδίτικα χωριάτικα δὲν γράφονται. Ὡστόσο θὰ ἦταν «πολὺ ἀστεῖο» ἂν ὁ μονοτονιστής μας μᾶς ἔλεγε ἂν τὸ μονοτονισμένο κυπριακὸ «εν το είπα» (τὰ κυπριακὰ δυστυχῶς γράφονται!) ἢ τὸ "εν εν ἔτσι;" σημαίνει «ἔν τὸ εἶπα», δηλαδὴ «δὲν τὸ εἶπα» ἢ ἂν σημαίνῃ «ἕν τὸ εἶπα», δηλαδὴ «τὸ εἶπα (ὅτι εἶναι) ένα».
Ἔτσι, οἱ μονοτονιστὲς συγχέουν τὰ ἑξῆς: α) τὴν περίπτωση ὅπου κατὰ τὸν προφορικὸ λόγο (πρβλ. τὸ παράδειγμα μὲ τὶς «ουρίτσες», σὲ προφορικὸ λόγο) ἀδυνατοῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ ἀκριβὲς νόημα μιᾶς λέξης, λόγῳ ὁμοηχίας (ἂν καὶ δὲν γράφωνται τὸ ἴδιο), ἡ ὁποία δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀναγκαιότητα ἢ μὴ τοῦ πολυτονικοῦ (ἀφοῦ ἐδῶ φταίει εἴτε ἡ ὀρθογραφία εἴτε ἡ ὁμοηχία) μὲ β) τὴν περίπτωση ὅπου στὸν γραπτὸ λόγο δυὸ λέξεις (ὄχι μόνο προφέρονται τὸ ἴδιο προφορικῶς, ἀλλὰ καὶ) γράφονται ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, καὶ ἡ διαφορὰ στὸ νόημα ἀποσαφηνίζεται χάρη στὸ τονικὸ σύστημα ποὺ θὰ χρησιμοποιήσουμε (δηλαδὴ ἂν γράψουμε τὴ λέξη ουρίτσα μὲ πολυτονικὸ ἢ μονοτονικό).
Τὸ συμπέρασμα τῶν ὑπέρμαχων τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ὅτι ἔχουν ἀπογοητευτεῖ πικρὰ μὲ τὶς ὁμόηχες λέξεις. Ἡ ἔσχατη λύση ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ δώσουμε, ἀφοῦ κάθε γραπτὴ άποτύπωση τοῦ προφορικοῦ λόγου ἔχει ἀτέλειες (ὅλα κι ὅλα, εἶναι τελειομανεῖς!), εἶναι νὰ παρατήσουμε τὴ γραπτὴ γλώσσα, καὶ τὴν προφορική, καὶ νὰ συνεννοούμαστε μὲ τὴ γλώσσα τῶν κωφάλαλων (μακάρι βέβαια νὰ μὴν ὑπάρχουν καὶ σ’ αὐτὴν «ὁμοσυμβολικὲς» χειρονομίες, γιατὶ ἀλλιῶς καήκαμε!). Ὅπου καταλήγουμε στὸ γνωστὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ μονοτονικὸ προωθεῖ τὸ ψέλλισμα καὶ τὴ μουγκαμάρα (παρεπιμπτόντως, ὁ μονοτονιστής μας δὲν κατάφερε, μέχρι τώρα βεβαίως, νὰ ἀπαντήσει στὸ συμπέρασμα αὐτό, ἂν καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τὸ κάνει κάποτε, δηλαδὴ «ποτὲ τὼν ποτῶν» (ὄχι τῶν ποτῶν-πιοτῶν· ἄτιμη ὁμοηχία, τὸν ἔφαγες τὸν Γληνό!). Διότι ὅποιος πάει νὰ διαβάσει μονοτονικὸ κείμενο φωνάζοντας μόνο ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει τόνος, θὰ πάθει ἀσφυξία, ἐπειδὴ δὲν θὰ τονίζει λ.χ. τὴ λέξη «ποιος», «πω», «το» κ.ἄ. Μέχρι νὰ μᾶς ἀντικρούσουν ἴσως ἐπανέλθει τὸ πολυτονικό.
Συμπέρασμα
Τὸ συμπέρασμα τῶν μονοτονιστῶν εἶναι ὅτι πρέπει νὰ προσθέσουμε στὸ γραπτὸ λόγο τὸ σύμβολο τῆς ἐρώτησης, στὴν ἀρχὴ τῆς πρότασης (α λα ἱσπανικὰ), τῆς οὐρᾶς (γιὰ τὴν οὐρίτσα), τοῦ βουνοῦ (γιὰ τὸ ὄρος), τοῦ τάνκ (γιὰ τὸ ἅρμα) κ.ο.κ., ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, ὄχι τὴν διαβολικὴ ναζιστικὴ δασεία, ὄχι τὴν ἐμετικὴ φασιστικὴ βαρεία, ὄχι τὴν πανάθλια χουντικὴ περισπωμένη, τζίζ! Δηλαδὴ καμμιὰ 20-30 σύμβολα ἐπιπλέον, ἐπειδὴ «τὸ πολυτονικὸ εἶναι ἀτελές»! Εὐτυχῶς ὑπάρχει καὶ γραμματοσειρά, γιὰ τὸ νέο ἑλληνικὸ ἀλφάβητο τῶν μορφωμένων φιλόλογων μονοτονιστῶν μας!: dfsdfewkkwlqwertyuiuioplkzxcvfbn
Γενικᾶ τὰ ἱερογλυφικὰ μᾶλλον θὰ ἀποσαφηνίσουν ὅ,τι τὸ ἄθλιο, χουντικὸ καὶ ἄχρηστο πολυτονικὸ δὲν μπορεῖ, ὁπότε δὲ θὰ ὑπάρχει πρόβλημα καὶ ἐπιτέλους θὰ πᾶμε μπροστά, μὲ τὸ προοδευτικὸτερο σύστημα γραφῆς: τὸ μονοτονικὸ τῶν σπηλαίων, ποὺ ὅλα τὰ ξεκαθαρίζει!
Πέρα ἀπ’ τὸ σοβαρὸ ἀστεῖο τριῶν εἰδῶν προβλήματα συγχέονται:
1) τὸ πρόβλημα κατὰ τὸν προφορικὸ λόγο, ὅπου δυὸ λέξεις εἶναι μόνο ὁμόηχες (ἐσφαλμένα θεωροῦν οἱ μονοτονιστὲς ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπιλύσῃ τὸ πολυτονικό, ἐνῶ καμμία σχέση μὲ τὸ τονικὸ σύστημα ἢ τὴν ὀρθογραφία δὲν ἔχει ὁ προφορικὸς λόγος καὶ συνεπῶς τὸ πρόβλημα αὐτό). Ἐδῶ, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε, οὔτε τὸ τονικὸ σύστημα (πολυτονικὸ ἢ μονοτονικὸ) βοηθάει, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ ὀρθογραφία, ἀφοῦ ἡ ὀρθογραφία (καὶ τὸ τονικὸ σύστημα, βεβαίως) ἀφορᾶ τὸν γραπτὸ λόγο. Ὁ μονοτονιστής μας ἀνέφερε χιουμοριστικὰ τὸ παράδειγμα τῆς ουριτσας καὶ τῆς Ἀλεξίου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι ζήτημα τονικοῦ συστήματος ἢ ὀρθογραφίας, νὰ κατηγορεῖ τὸ πολυτονικὸ ὅτι δὲν λύνει τὸ πρόβλημα, εἶναι λανθασμένο, ὅπως και ἡ ἐπίκληση τῶν παραδειγμάτων αὐτῶν.
2) τὸ πρόβλημα κατὰ τὴν σιωπηρὴ ἀνάγνωση τοῦ γραπτοῦ λόγου, προκειμένου γιὰ λέξεις ὁμόηχες, λ.χ. ἂν κάποιος διαβάζει σιωπηρὰ ἕνα κείμενο, στὸ ὁποῖο ὑπάρχει ἡ λέξη tonos (τὴ γράφω στὰ λατινικά, ὥστε νὰ μὴν ἐννοήσουμε ἕνα ἐκ τῶν δυὸ νοημάτων). Οὔτε κι ἐδῶ εἶναι ἁρμοδιόητα τοῦ πολυτονικοῦ ἢ τοὺ μονοτονικοῦ νὰ ἐπιλύσουν τὸ πρόβλημα. Εἶναι ἁρμοδιότητα τῆς ὀρθογραφίας. Ἄλλο «τόνος», ἄλλο «τόννος»· ἄλλο «κῶμα», ἄλλο «κόμμα». Ἐὰν ἡ ὀρθογραφία δὲν ἐπαρκεῖ, αὐτὸ δὲ σημαίνει ὅτι φταίει ἡ περισπωμένη ἢ ἡ μονοτονικὴ ὀξεία (ὅσο κι ἂν κάποιες φορὲς τὸ πολυτονικὸ καταφέρνει καὶ αὐτὸ τὸ πρόβλημα νὰ ἐπιλύσει).
3) τὸ πρόβλημα κατὰ τὴ σιωπηρὴ ἀνάγνωση τοῦ γραπτοῦ λόγου, προκειμένου γιὰ λέξεις ὄχι ἁπλῶς ὁμόηχες, ἀλλὰ μὲ ἴδια γραφή. Π.χ. «γιατί», «ουρίτσα» κ.λπ. Ἐδῶ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἄλλες δύο περιπτώσεις (τὶς ὁποῖες χρησιμοποίησε ὁ μονοτονιστής μας, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι τάχα δὲν τὶς ἐπιλύει τὸ μονοτονικό, ἐνῶ ὁλοφάνερα εἶναι ἀπολύτως ἄσχετες μὲ τὸ ζήτημα τοῦ τονικοῦ συστήματος), μόνο τὸ πολυτονικὸ τὸ ἐπιλύει.
* * *
ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Ὁ Καστοριάδης γιὰ τὸ ρατσισμό
Ὁ Καστοριάδης ὁρίζει τὸν ρατσισμὸ ὡς «τὴν καταφανὴ ἀνικανότητα τῆς συγκροτήσεώς μας ὡς ἑαυτῶν χωρὶς ἀποκλεισμὸ τοῦ ἄλλου» (Ο θρυμματισμένος κόσμος, σ. 33). Ἐπίσης κάνει ἕναν σημαντικὸ διαχωρισμὸ μεταξὺ τοῦ ρατσισμοῦ καὶ τῆς ὑποτίμησης/μίσους τοῦ ἄλλου: «ὁ ἀληθινὸς ρατσισμὸς δὲν ἐπιτρέπει στοὺς ἄλλους νὰ ἐξομώσουν (ἢ τοὺς καταδιώκει, ἢ τοὺς ὑποψιάζεται, μολονότι ἐξώμωσαν, παράδειγμα οἱ Μαρράνος). ...Ὁ ρατσισμὸς ὅμως δὲν θέλει τὴ μεταστροφὴ τῶν ἄλλων, θέλει τὸν θάνατό τους...γιὰ τὸν ρατσισμό, ὁ ἄλλος εἶναι ἀμετάστρεπτος» (ὄ.π., σ. 37). «Οἱ ἄλλοι θεσμίσθηκαν σχεδὸν πάντοτε ὡς κατώτεροι. Δὲν πρόκειται γιὰ κάτι τὸ μοιραῖο, ἢ γιὰ μιὰ λογικὴ ἀναγκαιότητα, εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀκραία πιθανότητα, ἡ "φυσικὴ κλίση" τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν. Ὁ πιὸ ἁπλὸς τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ἰσχύουν οἱ θεσμοὶ γιὰ τὰ ὑποκείμενά τους, εἶναι προφανῶς ἡ βεβαίωση - ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι ρητή - ὅτι εἶναι οἱ μόνοι "'ἀληθινοί" - καὶ ὅτι συνεπῶς οἱ θεοί, οἱ δοξασίες, τὰ ἔθιμα κλπ. τῶν ἄλλων εἶναι ψευδῆ. Μ' αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ κατωτερότητα τῶν ἄλλων εἶναι ἁπλῶς ἡ ἄλλη ὄψη τῆς κατάφασης τῆς ἴδιας ἀλήθειας τῶν θεσμῶν τῆς κοινωνίας-Ἐγώ. (...) Δεν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ θεμελίωση τῆς θέσμισης (θεμελίωση "ὀρθολογικὴ" ἢ "ἀντικειμενικῶς πραγματική"). Ἔχοντας ὡς μόνο θεμέλιο τὴν πίστη της πρὸς ἑαυτήν, καὶ εἰδικότερα τὸ γεγονὸς ὅτι ἰσχυρίζεται πὼς καθιστᾶ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωὴ συνεκτικούς (λογικούς), βρίσκεται σὲ θανάσιμο κίνδυνο ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσφέρεται ἡ ἀπόδειξη πὼς κι ἄλλοι τρόποι ὑπάρχουν ποὺ καθιστοῦν τὴ ζωὴ καὶ τὸν κόσμο συνεκτικοὺς καὶ λογικοὺς» (ὄ.π., σ. 34).
Ὁ Καστοριάδης ἀναγνωρίζει στὴν ἀπόρριψη τοῦ Ἄλλου τὸν ἑξῆς ἐσφαλμένο συλλογισμό: «Ἐὰν καταφάσκω τὴν ἀξία τοῦ Α, πρέπει ἐπίσης νὰ καταφάσκω τὴν μὴ-ἀξία τοῦ μὴ-Α. Ἡ σφαλερότητα συνίσταται σὲ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ Α παρουσιάζεται ὡς ἀποκλείουσα κάθε ἄλλη. Δηλαδή: Τὸ Α (αὐτὸ ποὺ εἶμαι) ἀξίζει/ἰσχύει - καὶ αὐτὸ ποὺ ἀξίζει/ἰσχύει εἶναι Α» (ὄ.π., σ. 38). Ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς τοῦ Κ.Κ. τὸν ὁδηγεῖ στὸ ἑξῆς μισο-λανθασμένο συμπέρασμα: «Ἡ ὕπαρξη τῶν ξυλουργῶν δὲν θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν ἀξία τῶν ὑδραυλικῶν, καὶ ἡ ὕπαρξη τῶν Ἰαπώνων δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴν ἀξία τῶν Κινέζων» (ὄ.π., σ. 40). Τὸ λάθος τοῦ Κ.Κ. ἔγκειται στὸ ἀδιαφοροποίητο τῆς χρήσης τοῦ Α. Πράγματι, εἶναι σωστὸ ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Α ἀξίζει δὲν σημαίνει ἀπαραίτητα ὅτι μόνο τὸ Α ἀξίζει (δηλαδή: αὐτὸ ποὺ ἀξίζει εἶναι πάντα Α). Ὅμως ὁ ξυλουργὸς δὲν σχετίζεται, θετικὰ ἢ ἀρνητικά, μὲ τὸν ὑδραυλικό, δὲν ἔχουν κοινὸ πεδίο συνάντησης ὅπου θὰ συναντηθοῦν εἴτε ὡς σύμμαχοι π.χ. ἐναντίον τοῦ ζαχαροπλάστη εἴτε ὡς ἀντίπαλοι. Ἀντιθέτως, ὁ ξυλουργὸς θὰ ἀντιπαρατεθεῖ/ἀνταγωνιστεῖ τὸν ξυλουργό, ὁ ὑδραυλικὸς θὰ ἀντιπαρατεθεῖ/ἀνταγωνιστεῖ τὸν ὑδραυλικό, κ.ο.κ. Γιὰ τὴν περίπτωση αὐτὴν ὁ Καστοριάδης δὲν λέει τίποτα, ὅμως ἐκεῖ βρίσκεται ἡ οὐσία τῆς ἀντιπαράθεσης, ὅταν ὑπάρχει ἕνα κοινὸ πεδίο ἀνταγωνισμοῦ, κι ὄχι ἁπλῶς ἡ διαφορετικότητα. Παρομοίως, ἡ Ἰαπωνικότητα καὶ ἡ Κινεζικότητα ἀσφαλῶς δὲν εἶναι a priori ἀντιπαρατιθέμενες ὡς διαφορετικές, ἀντιπαρατίθενται ὅμως ἀναπόφευκτα ὅταν βρίσκονται στὸ ἴδιο πεδίο συνάντησης, ὁλόκληρες ἢ τμήματά τους.
Ὁ σχετικισμὸς τοῦ Κ.Κ. γιὰ τὸ ἀθεμελίωτο κάθε ἄποψης ἄρα καὶ γιὰ τὸ ἀθεμελίωτο τῆς βεβαιότητας γιὰ τὴν ἀνωτερότητα κάθε ἄποψης εἶναι δυνατὸς μόνο στὸ θεωρητικὸ ἐπίπεδο. Στὸ πρακτικὸ ἐπίπεδο καθένας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιλέξει (ἂν θέλει νὰ ζήσει), μὲ κριτήρια ὑποκειμενικά. Ἐπιλέγοντας, ὅμως, ὁρίζει τὸ ἄξιο καὶ τὸ ἀνάξιο, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ ἔπειτα νὰ ἀπορρίψει, παρὰ μόνο γιὰ νὰ βάλει κάτι ἄλλο στὴ θέση του. Ἂν προσπαθήσει νὰ φέρει τὸ σχετικισμὸ στὸ πρακτικό ἐπίπεδο, πάλι δὲν ἀποφεύγει τὴν ἐπιλογὴ μιᾶς ἀπὸ τὶς ἰσότιμες-ἰσάξιες ἀπόψεις, ἐκτὸς κι ἂν ἐπιλέξει στὴν τύχη, ἡ ὁποία προϋποθέτει ἕναν ἄνθρωπο tabula rasa. (18/8/2010)
Ὁ ξένος καὶ ἡ ἀνομοιότητα
Ἐδῶ θὰ ἐξεταστεῖ κατὰ πόσο ἡ ξενικότητα ἢ ἀνομοιότητα ἢ διαφορὰ συντελεῖ στὴν ἐμφάνιση/ἀνάπτυξη τοῦ ρατσισμοῦ. Ὅπως προσπάθησα νὰ δείξω καὶ στὸ "Ἐχθρὸς-φίλος-μισαλλοδοξία-ἀποθεολογικοποίηση" εἶναι λανθασμένη ἡ ἄποψη ὅτι ἡ ἀνομοιότητα ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὸ ρατσισμὸ καὶ στὴ σύγκρουση. Ἡ ἄποψη αὐτὴ εἶναι κυρίαρχη χάρη στοὺς ἀκροδεξιοὺς ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως χάρη στοὺς ἐπαγγελματίες ἀντιρατσιστὲς-ὁπαδοὺς μιᾶς ὁρισμένου εἴδους πολιτικῆς ὀρθότητας ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὴν ἀγάπη ἢ τὴν ἀνοχὴ πρὸς τὸν διαφορετικό, ὡς ἀντιστάθμισμα τῶν ἀκροδεξιῶν ρατσιστικῶν ἀπόψεων, ἔτσι ποὺ ἐν τέλει κανεὶς μένει μὲ τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ρατσισμὸς λόγω ἀνομοιότητας εἶναι κάτι φυσικό ("καλὸ" ἢ κακὸ/ζωῶδες) κι ἀναπόφευκτο, τὸ ὁποῖο, ἁπλῶς, γιὰ ὁρισμένους πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ ἐνῶ γιὰ ἄλλους πρέπει νὰ θεσμοθετηθεῖ πολιτικὰ-ἠθικὰ ἀκόμη περισσότερο.
Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐσφαλμένο μὲ δύο τρόπους. Ὁ ἕνας εἶναι νὰ δειχτεῖ ὅτι ἡ ὁμοιότητα, τὸ ἀντίθετο τῆς ἀνομοιότητας, δὲν προκαλεῖ ἀπαραιτήτως αἰσθήματα φιλίας, ἐγκαρδιότητας καὶ ἀδελφωσύνης-ἀλληλοσεβασμοῦ, δηλαδὴ τὰ ἀντίθετα τοῦ ρατσισμοῦ. Πράγματι, στὴν ἱστορία, τόσο ἐντὸς ἐθνῶν ὅσο καὶ ἐντὸς οἰκογενειῶν καὶ φαρῶν, ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ πόλεμοι καὶ οἱ διενέξεις ἦταν τόσο σκληροὶ καὶ ἀπάνθρωποι ὅσο καὶ οἱ πόλεμοι μεταξὺ διαφορετικῶν ἐθνῶν καὶ οἱ συγκρούσεις-διενέξεις μεταξὺ διαφορετικῶν οἰκογενειῶν καὶ φαρῶν. Ἡ ὁμοιότητα δὲν κατάφερε στὶς περιπτῶσεις αὐτὲς νὰ ἐμποδίσει τὴν ἔχθρα. Ἔπειτα ἡ ἐπὶ μέρους ὁμοιότητα δὲν ἀποτρέπει τὴν σύγκρουση-ἀντιπάθεια ὅταν ὑφίσταται ἐπὶ μέρους ἀνομοιότητα, δηλαδὴ ἡ ὁμοιότητα πρέπει νὰ ἔχει καὶ μιὰ ποιοτικὴ ἢ ποσοτικὴ διάσταση ὥστε νὰ ἐπιβάλλει τὴν ὁμόνοια. Τέλος, ἡ ὁμοιότητα στόχων μὲ τίποτε δὲν ἐγγυᾶται τὴν ἀπουσία ἔχθρας, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὅταν τὸ κοινὰ στοχευμένο ἀντικείμενο/ὑποκείμενο δὲν μοιράζεται καθόλου (εἶναι μοναδικὸ) ἢ δὲν μοιράζεται ἱκανοποιητικά (γιὰ τὸν ἕνα ἢ καὶ τοὺς δύο στοχεύσαντες).
Ὁ δεύτερος εἶναι νὰ δειχθεῖ ὅτι ἡ ἀνομοιότητα εἶναι πηγὴ ὄχι μόνο ρατσισμοῦ ἀλλὰ καὶ φιλικῆς προσέγγισης. Τὸ ξένο μπορεῖ νὰ εἶναι ἐπικίνδυνο, μπορεῖ ὅμως, ὑπὸ ἄλλες προϋποθέσεις, νὰ εἶναι λ.χ. γοητευτικὸ-μυστήριο (ἀκόμα καὶ λόγω τῆς ἐπικινδυνότητάς του), καὶ ἡ γοητεία αὐτὴ νὰ ὁδηγεῖ σὲ θέληση γιὰ προσέγγιση μαζί του ἢ ἀκόμη καὶ σὲ αὐτοπαράδοση-"χάσιμο" στὰ γοητευτικὰ σκοτάδια τοῦ μυστηρίου. Χώρια ποὺ δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀνθρώπινο ἐντελῶς ξένο ἀλλὰ κάθε ξενικότητα ἐμπεριέχει ἕνα πυρήνα γνωστῶν στοιχείων χάρη στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ παρουσία του ἔστω καὶ ὡς ξενικότητας.
Καθεαυτὴ ἡ ξενικότητα στὶς κοινωνίες δὲν συνιστοῦσε λόγο ἐχθρότητας, δίχως ὅμως -ἐνάντια στὶς ἀντιρατσιστικὲς ἀντιλήψεις- νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὴν πιθανότητα νὰ προκαλέσει ἐχθρότητα. Ὁ ξένος λ.χ. στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα ἦταν ἱερὸ πρόσωπο, ταυτόχρονα ὅμως ἡ παρουσία του στὶς πολιτικὲς καὶ θρησκευτικὲς τελετὲς τῆς πόλης συνιστοῦσε μίασμα. Καμμιὰ φορὰ ὁ ξένος μπορεῖ νὰ χρησιμεύσει ὡς πρότυπο ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, ὅπως ἦταν γιὰ τοὺς Διαφωτιστὲς ὁ "εὐγενὴς ἄγριος" ἢ "ὁ σοφὸς Κινέζος". Ἐπίσης, ἡ κοινότητα συμφερόντων εἶναι ἱκανὴ νὰ ξεπεράσει τὴν ἀπέχθεια γιὰ τὸ ἀνόμοιο, ἔστω καὶ προσωρινά. Οἱ "Ἄριοι" Ναζὶ συμμάχησαν μὲ τοὺς "ἐκφυλισμένους" λατίνους Ἰταλοὺς ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς "Ἀσιάτες" Ἰάπωνες, ἐνῶ οἱ καπιταλιστὲς προτεστάντες Ἀγγλοσάξωνες μὲ τοὺς ὀρθόδοξους σλαβοκομμουνιστὲς Σοβιετικούς.
Ἡ πάντα ἐνύπαρκτη στὴν θέα τοῦ ξένου δυσπιστία ἢ ἔνταση καταλήγει σὲ ἐχθρότητα καὶ σὲ ρατσισμὸ μόνο ὅταν (ἐννοεῖται: θεωρηθεῖ ὅτι) κινδυνεύουν ζωτικὰ συμφέροντα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ταυτότητα. Τότε -πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὰ παραπάνω- ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν ξενικότητα/τὸν ξένο τὸ στοιχεῖο τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς γοητείας. Ἡ ἐχθρότητα ἐμφανίζεται μόνον ὅταν ἡ σχετικοποίηση τῶν ἡμέτερων ἀξιῶν λόγω τῆς παρουσίας τοῦ ξένου θεωρηθεῖ ὡς τὸ πρῶτο βῆμα ἐπίθεσης ἐναντίον μας, ὅταν θεωρηθεῖ ἔνδειξη ὅτι ἀργὰ ἢ γρήγορα τὴν σχετικοποίηση τῶν ἀξιῶν θὰ ἀκολουθήσει ἡ ἀνοιχτὴ (ἐκ μέρους τοῦ ξένου) ἐπίθεση ἐναντίον τῶν ἡμέτερων ἀξιῶν καὶ τῆς ἡμέτερης ταυτότητας. Ἡ συναίσθηση τῆς ἀπειλῆς αὐτῆς συνήθως ἐνισχύεται ἢ γεννᾶται εὐκολότερα ὅταν ἡ ποσοτικὴ παρουσία τοῦ ξένου αὐξάνεται, δηλαδὴ ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν "ποσότητα", χωρὶς ὅμως ἡ "ποιότητα" νὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ κατορθώσει τὸ ἴδιο (π.χ. μὲ τοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἦταν λίγοι/διάσπαρτοι ἀλλὰ ἀντιμετώπιζαν ρατσισμό). Εἶναι ἄλλη ἡ αἴσθηση τοῦ κινδύνου τῆς ἀφομοίωσης/ἀμφισβήτησης τῆς ἡμέτερης κοσμοεικόνας ὅταν αὐξάνεται ἡ ποσότητα ἢ/καὶ ἡ ποιότητα τῆς ξενικῆς ἐπιρροῆς στὴν καθημερινότητά μας. Πράγματι, ἀντίθετα ἀπὸ τὶς ἀντιρατσιστικὲς προκαταλήψεις, μπορεῖ νὰ φανεῖ ἢ φαίνεται (ὄχι ἀπαραίτητα μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπόδειξης) ὅτι οἱ νεοφερμένοι φορεῖς τοῦ Ἰσλὰμ στὴν Εὐρώπη ὄχι ἁπλῶς σχετικοποιοῦν τὶς ἀξίες της ἀλλὰ διέπονται καὶ ἀπὸ τὴν ἐνδόμυχη τάση ἀνατροπῆς τους στὸ ξένο εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος καὶ ἐπικράτησης τῶν ἰσλαμικῶν. Ἡ σχετικοποίηση τῶν ἀξιῶν ποὺ προκαλεῖ ἡ παρουσία τοῦ ξένου καὶ τῶν ἀξιῶν του ὄχι σπάνια ὁδηγεῖ σὲ ἐχθρότητα ἐπειδὴ συνιστᾶ ἔμπρακτη ἀμφισβήτηση τῆς καθολικότητας-κανονικότητας, δηλαδὴ "ἀντικειμενικότητας" καὶ ἀλήθειας, ἄρα καὶ χρησιμότητας γιὰ τοὺς κινδύνους τῆς ζωῆς, τῶν ἡμέτερων ἀξιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα ἡ μόνη δυνατὴ (ἱστορικῶς, ἐννοεῖται) ἢ λογικὴ (ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς "ἠθικῆς/καλῆς") ἐπιλογὴ. Ἄλλη ἐπιλογὴ εἶναι καὶ ἡ σχετικοποίηση τῆς παρουσίας τοῦ ξένου καὶ τῶν ἀξιῶν του ὡς κάπως ἐνοχλητικῶν μὰ ἀνάξιων ἐνασχόλησης μαζί τους, ὁπότε τὸ "νὰ κοιτᾶ κανεὶς τὴ δουλειά του" μισοαδιαφορώντας-μισοπεριφρονώντας τὸ ἀλλότριο/ξένο εἶναι τὸ πρακτικὸ συμπέρασμα. Τέτοιο συμπέρασμα ἀποτελοῦσε ἡ καθημερινὴ πρακτικὴ γιὰ χιλιετίες στὶς προνεωτερικὲς κοινωνίες τῶν "κοινοτήτων", λ.χ. Ἰουδαίων, Χριστιανῶν καὶ Μουσουλμάνων κ.ἄ., ποὺ κοίταζαν τὴ δουλειά τους ζώντας ἥσυχα δίπλα-δίπλα καθεμιὰ σὲ προνεωτερικὰ γκέτο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ προτιμοῦσαν νὰ ἔκοβαν τὰ κεφάλια τῶν ἀλλόθρησκων. Εἶναι, ὅμως, ἐξίσου ἐφαρμόσιμη καὶ στὴν νεωτερικὴ χαωτικὴ κοινωνία, εἰδικὰ στὴν μεταμοντέρνα.
Ἡ ἐμμονὴ τῶν παραπάνω διατυπώσεων στὸ φαίνεσθαι καὶ στὴν ὑποκειμενικὴ θεώρηση (τοῦ ξένου ὡς μυστήριου-καλοῦ ἢ ὡς ἐπικίνδυνου γιὰ τὴν ἡμέτερη ταυτότητα) δὲν δίνει ἀπαραίτητα τὸ προβάδισμα σὲ "ἐπικοινωνιακὰ" κόλπα "διαχείρισης τῆς διαφορετικότητας" (τὰ ὁποῖα λ.χ. κάνουν διάφορες ἐπιδοτούμενες ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις μὴ κυβερνητικὲς ὀργανώσεις). Κι αὐτὸ γιατὶ ἐντέλει στὴν ὑποκειμενικότητα (καὶ στὶς ὑποκειμενικὲς θεωρήσεις) ὑπάρχει ἕνα ὑπαρξιακὸ καὶ πέραν τοῦ διαλόγου στρῶμα ἢ πυρήνας. Τὰ ἔλλογα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς μίας ἢ τῆς ἄλλης ἄποψης καθίστανται ἀκόμη πιὸ ἀνίσχυρα σὲ μαζικὸ-καθημερινὸ ἐπίπεδο. Ἂν αὐτὸ δὲν πτοεῖ τὶς κυβερνητικὰ ἐπιβιώνουσες ΜΚΟ, αὐτὸ ὀφείλεται καὶ στὸ "ζεστὸ χρῆμα" τὸ ὁποῖο καρπώνονται ἀπὸ τοὺς φορολογούμενους. Πάντως, ἔγκειται ἀναγκαστικὰ κι ἐν τέλει στὸν ἄμεσα ἐνδιαφερόμενο νὰ κρίνει, συχνὰ μὲ "μὴ ὀρθολογικὰ" κριτήρια (ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπουσίας τοῦ κριτηρίου "κόστος-ὠφέλεια", ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὑπαρξιακῆς, πέραν τοῦ διαλόγου κρίσης) ἂν ὁ ξένος εἶναι καὶ ἐχθρός, ἂν ἡ ἀνομοιότητα συνιστᾶ ἀπειλὴ κατὰ τοῦ δικοῦ του τρόπου ὕπαρξης.
Στὸ παραπάνω παράδειγμα τοῦ Ἰσλάμ διαφαίνεται ἡ σημασία ποὺ οἱ ἱστορικὲς μνῆμες ἔχουν, καθὼς προκαλοῦν ἀντίστοιχα αἰσθήματα, προδιαθέτουν ἀνάλογα καὶ ὁδηγοῦν σὲ μελλοντικοὺς σχεδιασμούς. Δηλαδὴ διαφαίνεται ἡ σημασία ποὺ ἡ στιγμιαία ἢ συσσωρευμένη προδιάθεση ἔχουν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ξένου. Ἡ "προκατάληψη" δὲν εἶναι ἕνας τύπος συμπεριφορᾶς ἀποκλειστικὰ ἐφαρμοζόμενος στὸν ἀνόμοιο ἀλλὰ γενικά, καὶ εἶναι ἕνα εἴδος "οἰκονομίας τῆς σκέψης", ποὺ δὲν συνιστᾶ ἀπαραιτήτως διανοητικὴ τεμπελιά. Θὰ ἦταν, πρακτικά, ἀδύνατο ἀνὰ πάσα στιγμὴ νὰ διαγράφεται ὅλος ὁ κοινωνικὰ συσσωρευμένος κώδικας ἀντιμετώπισης ἐκτάκτων καταστάσεων, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι καὶ ἡ συνάντηση (δὲν ἐννοεῖται ἐδῶ ἡ συνάντηση στὸ δρόμο ἁπλῶς) μὲ τὸ(ν) ἀνόμοιο. Ὑπάρχει ἕνα τεράστιο εὖρος δυνατῶν ἀντιδράσεων αὐτῆς τῆς (θετικῆς ἢ ἀρνητικῆς) προκατάληψης μὲ τὴν κοινωνικὴ σχέση μὲ τὸ(ν) ἀνόμοιο. Ἡ ἀρνητικὴ προκατάληψη ἐνδεχομένως μέσω τῆς κοινωνικῆς σχέσης νὰ ἀμβλυνθεῖ/ἐξαφανιστεῖ ἢ, ἀντίθετα, ἐνδεχομένως ἡ κοινωνικὴ σχέση νὰ "προχωρήσει" υἱοθετώντας τὶς ἐπιταγὲς τῆς ἀρνητικῆς προκατάληψης, ὅταν οἱ φορεῖς της ἐμμένουν σὲ αὐτήν, ἐπιβεβαιώνοντάς την ἢ καὶ ἰσχυροποιώντας/ὀξύνοντάς την κοινωνικά. Ἀντίστοιχα ἀντιδροῦν καὶ οἱ φορεῖς τῆς ξενικότητας: προσπαθοῦν ἀρχικὰ νὰ καταστοῦν ἀόρατοι/διακριτικοὶ μέσα στὸ ὁμογενὲς ξένο πλῆθος ἐμμένοντας στὴν ἀνομοιότητά τους ἢ (μερικὲς φορὲς ταυτόχρονα μὲ τὸ προηγούμενο) προσπαθοῦν νὰ ἀφομοιωθοῦν/προσαρμοστοῦν γιὰ να ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ τῆς ὁμοιότητας. Ἀπὸ τὴν συνισταμένη τῆς ἔκβασης τοῦ διπόλου "προκατάληψη-κοινωνικὴ σχέση" καὶ τῆς ἔκβασης τοῦ διπόλου "διακριτικότητα/ἐμμονὴ στὴν ξενικότητα-διάθεση γιὰ ἀφομοίωση" κρίνεται συχνὰ καὶ τὸ ἂν ἡ ξενικότητα λαμβάνεται ὡς ἀπειλή.
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Π. Κονδύλης (Τὸ πολιτικὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος, τ. 1β, σ. 438): "Περίπου ὅπως στοὺς "πρωτόγονους λαοὺς" ἔχουν τὰ πράγματα σὲ γενικὲς γραμμὲς καὶ στὴ σημερινὴ "Δύση", κάτι που ἐπιβεβαιώνει τὴν κοινωνικοοντολογικὴ σταθερότητα αὐτῶν τῶν στάσεων. Μερικοὶ θὰ προτιμοῦσαν νὰ ποδοπατήσουν ἐπιτόπου τὸν νεοεισερχόμενο ξένο, ἂν δὲν προβλεπόταν γι' αὐτὸ καμμιὰ τιμωρία, ἄλλοι θέλουν νὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν θεὸ καὶ ἔτσι κατὰ τὴν ἀρχικὴ φάση τοῦ ἀποδίδουν τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς πάσχοντος θεοῦ. Ἡ ἐξιδανίκευση καὶ ἡ δαιμονοποίηση ἀποτελοῦν καὶ ἐδῶ τοῦς δύο πόλους, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους κινοῦνται οἱ ἀνάμεικτες τάσεις ἢ καλλιεργοῦνται δεσμευτικὲς καὶ μὴ δεσμευτικὲς "ἐπαφές"". (18/6/2010)
αντιρατσιστικός.
Αν στο λεξικό
γράψουμε «Βούλγαρος = συνώνυμο του Βόρειου Έλληνα», τότε υπερασπιζόμαστε την
ελευθερία της έκφρασης, αντιτιθέμενοι σε όποιον αντιδρά στον ορισμό αυτόν.
Ομοίως, όταν επεξηγούμε τα λήμματα «Πόντιος = βλάκας», ή «Τουρκόσπορος =
μικρασιάτης». Αν κατά τον ίδιο τρόπο στο λεξικό γράφαμε «Αλβανός = συνώνυμο του
κλέφτη, του φονιά, του φτωχομπινέ βρωμιάρη», τότε θα υπερασπιζόμασταν τον
φασισμό και το ρατσισμό. Μάλιστα! Ύστερα από αυτά απορούν οι «αντιρατσιστές»
γιατί δεν έχει απήχηση η ιδεολογία τους στον κόσμο. Δεν έχουν
ενιαία στάση έναντι του φυλετισμού και των διακρίσεων. Η ίδια η απουσία ενιαίας
στάσης έναντι του φυλετισμού είναι η αιτία που ελάχιστοι έχουν το ηθικό
«δικαίωμα» να κατακρίνουν ρατσιστικές συμπεριφορές.
σκέτος.
Ο ξένος, όταν φέρνει μετάλλια,
είναι Ελληνας, απευθείας απόγονος του Σωκράτη, ενώ όταν πρόκειται για τον χτίστη
Ρώσο της οικοδομής, τότε είναι βρωμιάρης και επικίνδυνος. Και καλά αυτό, αλλά ο
Τσενάι, γιατί να θεωρείται ξένος και επικίνδυνος, τη στιγμή που μπορεί να
ελληνοποιηθεί και να γίνει δικός μας αντί δικός τους; Δηλαδή οι αρσιβαρίστες
Ρώσοι έχουν περισσότερη αξία από τους αριστούχους Αλβανούς; Τιμούμε τη σωματική
δύναμη περισσότερο από την γνώση;
Ο φόβος της εκληματικότητας
δεν είναι η πραγματική αιτία. Ποιος φοβάται τον εργάτη που δουλεύει σαν το
σκυλί; Τον εγκληματία ξένο όλοι τον φοβούνται, αλλά μήπως τον φοβούνται
περισσότερο από τον Έλληνα εγκληματία; "Δεν θέλουμε να έρθουν κι άλλοι
εγκληματίες, να προστεθούν στους υπάρχοντες Έλληνες εγκληματίες". Πολύ σωστό,
αλλά γι'΄αυτό ακριβώς το πράγμα δεν υπάρχει η αστυνομία; "Εδώ δεν πιάνει τους
Έλληνες, θα πιάσει τους ξένους;" Γιατί, πιο έξυπνοι είναι οι ξένοι εγκληματίες;
Απλώς η αστυνομία μας, αντί να κάθεται και να προστατεύει τους πλούσιους ιδιώτες
και πολιτικούς, αντί να μαζεύεται στα γήπεδα για να εμποδίσει τα αλητάκια να τα
σπάνε, θα έπρεπε να αφοσιωθεί στην περιφρούρηση της ησυχίας. Τόσους χιλιάδες
αστυνόμους έχουμε, τζάμπα πληρώνονται; Απλώς δεν υπάρχει πολιτική βούληση και η
ησυχία των φιλάθλων και των πολιτικών θεωρείται σημαντικότερος σκοπός από την
ησυχία των πολιτών. Είναι πάρα μα πάρα πολύ εύκολο να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ
καλών και εγκληματιών ξένων. Κανείς δεν αρνείται να φυλάγονται τα σύνορα. Ας
δώσουν και κίνητρα και όπλα στους κατοίκους των ακριτικών περιοχών, να τα φυλάν
και μόνοι τους.
Το πρόβλημα είναι ότι όσοι είναι ρατσιστές εξαιτίας των κακών ξένων θέλουν και την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο. Θέλουν και τους ξένους να δουλεύουν με μισθούς κατώτερους και όντας ανασφάλιστοι, αλλά θέλουν και μια "Ελλάδα καθαρή" από ξένους. Φυσικά υπάρχουν οι λίγοι ιδεολόγοι ρατσιστές, που δεν θέλουν να δίνουν δουλειά στους ξένους. Τουλάχιστον είναι τίμιοι, αλλά οι υπόλοιποι, ο απλός κόσμος, ας σκεφτούν πιο κορόιδο θα δούλευε στα ολυμπιακά έργα σα το σκυλί και ποιοι θα δούλευαν στα χωράφια για ένα ξεροκόμματο και ποιοι στις οικοδομές.
αντιεβραϊκός και αριστερός. Έχει παρέλθει πλέον, ωστόσο είναι σχεδόν της ίδιας μορφής με τον σημερινό ρατσισμό των ακροδεξιών. Ο Προυντόν, στις σημειώσεις του, ζητούσε την απέλαση ή και την εξολόθρευση των Ιουδαίων από την Ευρώπη. Ο Μαρξ περιφρονητικά αναφερόταν στους "νέγρους που έφυγαν μαζί με τον Μωυσή από την Αίγυπτο", αν και ήταν κι ο ίδιος Εβραίος. Ο Μπακούνιν αποκαλούσε τους Ιουδαίους παράσιτα και ράτσα εκμεταλλευτών. Ασφαλώς οι επιθέσεις αυτές γίνονταν από αντικαπιταλιστική σκοπιά. Ωστόσο δεν παύουν να είναι ρατσιστικές. Παρόμοιες αντιεβραϊκές ρατσιστικές θέσεις έχουν και οι ακροδεξιοί σήμερα, οι οποίοι, συνδυάζουν τον αντιιουδαϊσμό με την (δήθεν) αντικαπιταλιστική και αντιεκμεταλλευτική ρητορεία τους, έτσι που να φαίνονται ότι επιτίθενται στους Εβραίους μόνο για λόγους σχετιζόμενους με την εκμετάλλευση που ειδικά οι Εβραίοι παγκοσμίως επιβάλλουν. Ακριβώς το ίδιο έκαναν και οι Αριστεροί τον 19ο αιώνα, και είναι κωμικό, από την άποψη της ιστορίας των ιδέων, ότι σήμερα οι Αριστεροί, οι πνευματικοί απόγονοι των Μαρξ, Μπακούνιν, Προυντόν κ.ά., εξοργίζονται στο άκουσμα τέτοιων (ακροδεξιών) απόψεων και συνδυασμών θεωριών οι οποίες και οι οποίοι είναι καθαρά δική τους εφεύρεση (29/7/2007)
Για τα αίτια του αντισημιτισμού οι μεν
ακροδεξιοί ισχυρίζονται
ότι φταίει η εχθρική
συμπεριφορά των Εβραίων προς τις χώρες
που τους φιλοξενούσαν, ενώ οι λοιποί ότι φταίει ο φθόνος των λοιπών λαών για τον
πλούτο, τα επιτεύγματα κλπ που πετύχαιναν στις χώρες τους οι φιλοξενούμενοι
Εβραίοι. Το ένα δεν αποκλείει το
άλλο και μάλιστα αλληλομπλέκονται. Η αίσθηση
μοναδικότητας μπορεί άνετα να μετατραπεί σε περιφρόνηση (αυτό για το οποίο
κατηγορούνται οι Έλληνες από τους Έλληνες
αντιεθνικιστές, επίσης ισχύει και για τους Εβραίους).
Και η επιτυχία των Εβραίων ως
τραπεζιών, διανοούμενων, κλπ, οφείλεται όχι λίγο στο ότι αυτός ήταν ο μόνος
τομέας (όχι η πολιτική, η γεωργία, η θρησκεία, ο στρατός) στον οποίον μπορούσαν
να αναπτύξουν τα ταλέντα τους, διότι μόνο σε αυτά τους επέτρεπαν οι λαοί που
αργότερα φθονούσαν τις εβραϊκές επιτυχίες. Από τέτοιο
φθόνο, σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα, ξεκινά και η συνωμοσιολογία.
Κάθε λαός έχει τα δικά του λόμπυ κ.λπ. Απλώς
οι Εβραίοι, ως διάσπαρτοι, είχαν
μεγαλύτερα λόμπυ. Αυτό δε σημαίνει
απαραίτητα ότι κυβερνούν τον κόσμο.
Αν υπάρχει τέτοια επιρροή των Εβραίων στη
Δύση, αυτό οφείλεται 1. στο
παλαιότατο δίκτυο της διασποράς. 2. στο ότι πάρα πολλοί
μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. 3. στο ότι η Δύση
νοιώθει ένοχη για το Ολοκαύτωμα και τον χριστιανικό
αντισημιτισμό (αν και στις ΗΠΑ οι φανατικοί χριστιανοί
δεν ειναι αντισημίτες, αλλά φιλοϊσραηλινοί) και θέλει να αναπληρώσει το κακό.
Τα όρια αντισιωνισμού-αντισημιτισμού είναι και θα είναι δυσδιάκριτα, κι
αυτό οφείλεται τόσο στους θύτες αντιεβραίους όσο και στα θύματα τους
Εβραίους. Αν οι τελευταίοι
υποστηρίζουν την πάσει θυσία διατήρηση και εδραίωση του Ισραήλ,
τότε αναγκαστικά ο αντισιωνισμός είναι και αντισημιτισμός. Από
την άλλη οι αντισιωνιστές πολύ εύκολα περνάνε στον αντισημιτισμό, γιατί προφανώς
θεωρούν a priori συνυπεύθυνους τους απανταχού Εβραίους,
τη θρησκεία τους κλπ, για ό,τι γίνεται στο Ισραήλ.
Όμως η συνυπευθυνότητα αυτή ισχύει μόνον
1. στο βαθμό που οι Εβραίοι είναι και
Σιωνιστές. 2.
εφόσον οι Εβραίοι είναι Σιωνιστές σε βαθμό που
δείχνει όχι απλώς θέληση για δικο τους κράτος, αλλά θέληση για μελλοντική
εξαφάνιση των Αράβων ως έθνους και κράτους από την
Παλαιστίνη. (8/11/2008)
το μέλλον, το παρελθόν του ρατσισμού. Ο φυλετικός ρατσισμός ήταν μια παρένθεση στις χιλιετίες ρατσισμού. Η περιφρόνηση και ο ρατσισμός των Αρχαίων (το ομόαιμο) δεν είχε σχέση με τα γονίδια, τα κρανία και τις φυλετικές εξετάσεις των Ναζί. Ο φυλετικός ρατσισμός, του 19ου και του α' μισού του 20ού αι. ήταν κάτι σαν αντεστραμμένη πίστη των ομοφυλόφιλων ότι υπάρχει γονίδιο της ομοφυλοφιλίας: οι μαύροι και οι Εβραίοι ήταν κατώτεροι γονιδιακά. Σήμερα, παρά τις προσπάθειες των βιολόγων να αναγάγουν τα πάντα σε γονίδια, ο φυλετικός ρατσισμός ή έστω ή κατηγοριοποίηση των ατόμων ανάλογα με τα γονίδια, δεν μπορεί να λάβει τις διαστάσεις που είχε τον 19ο-20ό αι. Πάντα θα προσκρούει στα "ανθρώπινα δικαιώματα" και την απαίτηση των υποστηρικτών τους για την οικουμενικότητα των δικαιωμάτων αυτών. Απλώς ο βιολογικός ρατσισμός θα χρησιμοποιείται "θετικά" και όχι υποτιμητικά, όπως π.χ. στην περίπτωση των ομοφυλόφιλων, οι οποίοι λεν κατ' ουσίαν: "τι να κάνουμε, το έχουμε στη φύση μας, μη μας κατηγορείτε".
Παλαιότερα, πριν το 19ο αι., ο ρατσισμός ήταν θρησκευτικός και κοινοτικός. Σε περιφρονούσαν όχι επειδή ήσουν κοντός ή μαύρος, αλλά επειδή ανήκες σε άλλη εθνική ή θρησκευτική ομάδα. Τώρα επίσης ο ρατσισμός είναι πολιτισμικός ή θρησκευτικός. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο σημερινός ρατσισμός είναι πολιτικά αμφίσημος. Ρατσιστές είναι και οι ακροδεξιοί, οι οποίοι "δε μισούν τους Άραβες", αλλά θέλουν οι τελευταίοι να μείνουν μακριά τους, στην Αφρική και την Μ. Ανατολή. Αλλά ρατσιστές είναι και οι ευρωκεντρικοί, φιλελεύθεροι δημοκράτες, οι οποίοι πιστεύουν στην κατωτερότητα των μη δυτικών πολιτισμών. Η τελευταία άποψη ενδεχομένως ακούγεται ισοπεδωτική, ωστόσο ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Οι Διαφωτιστές ήταν ρατσιστές. Βέβαια, κάθε ομάδα και πολιτισμός πιστεύει πως κατέχει την αλήθεια και πως οι άλλοι είναι κατώτεροι ή μη ανθρώπινοι. (6/9/2008)
αγγλοσαξωνικός και γερμανοναζιστικός ρατσισμός. Μετά τον Β' ΠΠ η ωμότητα των εγκλημάτων των Γερμανών Ναζί έκανε πολλούς να συγκρίνουν τον ιδεαλιστικό φυλετικό ρατσισμό τους με την κοσμοπολίτικη ανοχή των Αγγλοσαξώνων, οι οποίοι ήταν άλλωστε οι νικητές του πολέμου. Η αλήθεια είναι ότι αφενός ρατσιστικές αντιλήψεις υπήρχαν, όπως είδαμε, σε όλους τους δυτικοευρωπαϊκούς λαούς, αφετέρου ότι η ιδιαίτερη ωμότητα των ναζιστικών πράξεων δεν οφείλεται στο ρατσισμό καθεαυτό εν αντιθέσει προς τον ρατσισμό των Αγγλοσαξώνων. Ο ρατσισμός, βέβαια, οδηγεί σε καταπίεση και αναπόφευκτα σε βία. Αλλά οι Αγγλοσάξωνες, αντί να συλλάβουν την ιδέα να καθαρίσουν από τους "κατώτερους" λαούς την Ευρώπη, όπως οι φανταγμένοι Γερμανοί, προτίμησαν αρχικά να σφάξουν τους Ινδιάνους δίχως πολλές δικαιολογίες (κάτι σαν Ολοκαύτωμα αλλά δίχως φούρνους) και έπειτα να εκμεταλλευτούν πρακτικά τους μη λευκούς. Ο ναζιστικός γερμανικός ρατσισμός μπορεί να ειδωθεί ως ξέσπασμα ενός έθνους το οποίο έχοντας χάσει τον Α' Π.Π. έχασε - και εξαιτίας των υπέρογκων αποζημιώσεων, της εκδικητικότητας των νικητών καθώς και του οικονομικού κραχ - τα λογικά του και εφάρμοσε απλώς πράγματα τα οποία πριν του ήταν αδιανόητα. Αλλά είναι γνωστό λ.χ. ότι ο Τσώρτσιλ ήταν ρατσιστής και πίστευε στα 1910 περίπου, ως υπουργός αποικιών, ότι η λευκή φυλή αξίζει να κυβερνά. Τέτοιο ξέσπασμα, όπως το ναζιστικό, μπορεί να θεωρηθεί ως έκφραση αντίστοιχων τάσεων υπαρχουσών και σε Άγγλους και σε Γάλλους, η οποία κατέστη δυνατή μόνο υπό ορισμένες συνθήκες. Αν και οι Γάλλοι- Αγγλοσάξωνες δε χρησιμοποιούσαν φούρνους, αυτό δεν καθιστά ιστορικώς τους Γερμανούς πιο ρατσιστές από τους Αγγλο-Γάλλους. Ο γερμανικός "ιδεαλισμός" σε αντίθεση με την "πρακτικότητα" και χρησιμοθηρία των Αγγλοσαξώνων επεξηγεί λιγότερο ικανοποιητικά τη διαφορά στην ωμότητα του αντίστοιχου ρατσισμού από ό,τι η ανάλυση των συγκεκριμένων συνθηκών υπό τις οποίες γεννήθηκε ο ναζισμός, διότι ο γερμανικός αυτός ιδεαλισμός υπήρχε και κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αι., όταν οι μεν Γερμανοί ήταν αγαθοί ποιητές, φιλόσοφοι και φιλόλογοι, οι δε Αγγλογάλλοι σφάζονταν και έσφαζαν παγκοσμίως. (7/9/2008)
ρατσισμός βορειοελλαδικός και νοτιοελλαδικός. Αν ρωτήσει κανείς κάποιον "προοδευτικό" πολίτη για το επίκεντρο του ρατσισμού σήμερα στην Ελλάδα, θα απαντήσει αμέσως ότι αυτό βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Αποδείξεις πολλές και εύκολα ανιχνεύσιμες: ο σκυλάς νομάρχης, ο εθνικιστής μητροπολίτης, ο διάχυτος συντηρητισμός των πολιτών της πόλης αυτής, αλλά και της β. Ελλάδας, η "σκοπιανοφοβία". Μάλιστα το δάκτυλο που δείχνει την ένοχη βόρεια πόλη/επαρχία συνοδεύεται από ένα αντιεθνικιστικό δάκρυ οφειλόμενο στη σύγκριση της σημερινής β. Ελλάδας με κάποια παλιά εξιδανικευμένη, πολυπολιτισμική κ.ο.κ. Θεσσαλονίκη/Μακεδονία της Τουρκοκρατίας. Για την εξιδανίκευση αυτήν έχουμε κάνει λόγο στο "έθνος, εθνικισμός, αντιεθνικιστές" στο "τρίτο πρόβλημα". Ωστόσο η ίδια η κατηγορία είναι ισοπεδωτική: Δεν μπορεί να θεωρηθεί ο βορειοελλαδικός ρατσισμός τέτοιος, ώστε να χαρακτηριστεί σημείο μέγα και μέτρο του νεοελληνικού ρατσισμού. Γιατί είναι προφανές ότι τα ιδιότυπα γκέτο ξένων, τα οποία υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας (κάτω απ' την Αθηνάς) - στην οποία κυριαρχεί ο λεκτικός αντιρατσισμός - δεν υπάρχουν στο κέντρο ή στα δ. προάστια της Θεσσαλονίκης. Και γιατί είναι προφανές ότι στη Θεσσαλονίκη δεν κυριαρχούν ούτε κατά διάνοια διαπράττονται μαχαιρώματα μαύρων, άγριοι ξυλοδαρμοί αριστερών φοιτητών από ανενόχλητους Χρυσαυγίτες. Και είναι, επίσης, προφανές ότι ενώ η Θεσσαλονίκη/Μακεδονία έχει έναν ιδιότυπο ρατσισμό, η αντιρατσιστική ισοπέδωση των πάντων δεν βοηθά στην εξακρίβωση της ιστορίας του ρατσισμού στην Ελλάδα. Γιατί είναι άλλο πράγμα η - δίκαιη - κατάκριση και υπενθύμιση της αποσιώπησης της εβραϊκής παρουσίας αιώνων και χιλιετιών στην Θεσσαλονίκη και εντελώς άλλο πράγμα η μετατροπή αυτής της αποσιώπησης σε ένδειξη για το επίκεντρο του ρατσισμού, καθόσον, αν θέλουμε να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, ξεπάστρεμα και σφαγή Εβραίων (αλλά και Τούρκων) από Έλληνες συνέβη στη νεώτερη Ελλάδα αποκλειστικά από τους Πελοποννήσιους το 1821, στην Τριπολιτσά και όχι μόνο σ' αυτήν, ενώ - αντίθετα - καμμία σφαγή Εβραίων ή Τούρκων της Θεσσαλονίκης/Μακεδονίας αντίστοιχα δεν συνέβη μετά το 1912 (ή μεταξύ 1912-1924). Και είναι άλλο πράγμα η καταγγελία του λεκτικού ρατσισμού, των μεγαλεξανδρινών ονειρώξεων των αρχόντων της Θεσσαλονίκης από τον λεκτικό αθηναϊκό αντιρατσισμό ο οποίος ανέχεται γκέτο έξω από την Αθήνα, δεν επιτρέπει τζαμί (ώς το 2008, έτος κατά το οποίο γράφεται το άρθρο αυτό) στην "κοσμοπολίτικη" και "μη εσωστρεφή" αυτήν πόλη. Στην πραγματικότητα οι "προοδευτικοί" μη Βόρειοι έχουν βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο, οι δε Βόρειοι προοδευτικοί αυτομαστιγώνονται αποδεχόμενοι τοις μετρητοίς όσα λέγονται για το επίκεντρο και το μέτρο του ελλαδικού ρατσισμού. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο νότιος ρατσισμός είναι περισσότερο, έμπρακτα αγριότερος και επικίνδυνος, ενώ ο βορειοελλαδικός είναι απλώς λεκτικός και λιγότερο έμπρακτος.
Αντί να αποδίδουμε σε κάποια έμφυτη συντηρητικότητα τον σημερινό βορειοελλαδικό ρατσισμό, μπορούμε να τον αποδώσουμε σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Οι νότιοι Έλληνες, αφότου έσφαξαν και ξεπάστρεψαν τους αλλόδοξους στο χωριό τους, και απέμειναν δίχως εχθρούς δίχως απειλή στα σύνορά τους, έπειτα - και για τους λόγους αυτούς - εξελίχθηκαν σε ανεκτικούς "τζάμπα (αντιρατσιστές) μάγκες". Αλλά ελλείψει αλλόδοξων δεν νοείται στα σοβαρά "ανεκτικότητα". Αντίθετα, οι βόρειοι Έλληνες, έχοντας τόσο υπαρκτούς κινδύνους στα βόρεια σύνορά τους όσο κι επειδή - οι απόγονοι των προσφύγων - είχαν υποφέρει παλιότερα, έγιναν συντηρητικότεροι και λιγότερο ανεκτικοί. (15/9/2008)
Ρατσισμός διαφορικός και οι μετανάστες
Η χρησιμοποίηση για ρατσιστικούς σκοπούς αντιρατσιστικών συνθημάτων ήταν από τους πιο έξυπνους ελιγμούς των ρατσιστών τις τελευταίες δεκαετίες. Αντί να βρίζουν τους Μαύρους οι ναζί των ΗΠΑ δηλώνουν ότι αγωνίζονται για την προστασία των λευκών παιδιών. Αντί να αρνούνται το δικαίωμα στη διαφορά, το απολυτοποιούν ώστε οι αλλότριοι να είναι φύσει αδύνατο να συνυπάρξουν. Ο ελιγμός αυτός ήταν αναγκαστικός, επειδή το δικαίωμα στη διαφορά αναγνωρίστηκε από όλους ως ιερό. Η ιεροποίηση του δικαιώματος (του μαύρου, του ομοφυλόφιλου, του παράξενου γενικά) στη διαφορά χωρίς να συνεπάγεται τον ρατσιστικό ελιγμό απαραίτητα, του δίνει έδαφος να σταθεί, μπορεί να έχει, και έχει, ως μία από τις πιθανές συνέπειες τον διαφορικό ρατσισμό. Ακόμη-ακόμη έχει ως συνέπειες τα γκέτο, όχι τα ρατσιστικά όμως, όχι δηλαδή αυτά στα οποία κλείνεσαι δια της βίας από την κυβέρνηση, όπου καθένας ζει με τους ομοίους του γιατί - αφού το δικαίωμα στη διαφορά είναι ιερό - είναι ανυπόφορο να ζει σε έναν κόσμο διαφορετικών. Τα γκέτο βέβαια δεν συνυφαίνονται με τον διαφορικό ρατσισμό, ωστόσο έμπρακτα προάγουν ή καλύτερα μεγαλοποιούν ακόμη περισσότερο την άρρητη αντιπαλότητα μεταξύ των ανόμοιων από την οποία προέκυψαν.
Το πρόβλημα που θέτει ο διαφορικός ρατσισμός "αγαπώ τους Άραβες, αλλά να παν στα σπίτια τους, ας μας αφήσουν να ζήσουμε καθαροί στον τόπο μας" δεν επιλύνεται με τη φιλομεταναστευτική αντίληψη τύπου "ελάτε, είστε όλοι ευπρόσδεκτοι", ως αντίδραση σε αυτόν. Γιατί το θέμα δεν έγκειται στην υποστήριξη εκ μέρους ημών των "Δυτικών" στην μετανάστευση ούτε στην ρητορική προτροπή προς τους μετανάστες και τους δυτικούς φίλους της μετανάστευσης να γυρίσουν - εν ονόματι της διαφοράς - οι μετανάστες στα σπίτια τους στον τρίτο κόσμο, αλλά στο να καταστεί ο τρίτος κόσμος κατοικήσιμος με τέτοιο τρόπο, ώστε η μετανάστευση να μην έχει νόημα. Διότι δε θα γυρίσουν ποτέ, αν οι συνθήκες ζωής εκεί παραμείνουν άθλιες. Και, αντίστροφα, ο φιλομεταναστευτισμός θα οδηγεί σε διόγκωση το φαινόμενο της εγκατάλειψης των χωρών αυτών από το ζωτικότερο δυναμικό τους, δηλαδή σε διόγκωση τόσο την μετανάστευση όσο και την ερήμωση που προκαλεί η μετανάστευση. Επιπλέον, σκοπός δεν μπορεί να είναι η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στην Δύση, αλλά η ανάπτυξη και οι καλύτερες συνθήκες ζωής σε όλον τον κόσμο. Το δίλημμα του διαφορικού ρατσισμού και του φιλομεταναστευτισμού είναι τεχνητό, είναι πλαστό. Γιατί η μετανάστευση θα εξαφανιζόταν αμέσως, εάν οι κάτοικοι των χωρών εκείνων μπορούσαν να ζήσουν άνετα εκεί. Γι' αυτό ο διαφορικός ρατσισμός συνιστά μια λογική τύπου "και τι με νοιάζει εμένα;", η οποία όμως δεν είναι βιώσιμη πολιτικά, δηλαδή δεν μπορεί και να υιοθετείται και ταυτόχρονα να μην εξανθρωπίζεται ο τρίτος κόσμος - ενώ, αντίστροφα, το ίδιο μη βιώσιμη λύση μακροχρόνια είναι το να εισέρχονται ανεξέλεγκτα οι μετανάστες και να ερημώνονται οι χώρες προέλευσής τους αφηνόμενες ως τόπος διαμονής των πιο καθυστερημένων και λιγότερο φιλοπρόοδων κατοίκων τους. (1/6/2009)
* * *
ΣΕΞ
Το γυμνό
Το γυμνό ως άνθρωπος αντιπαρατίθεται στο γυμνό ως τσόντα. Η ίδια η ηθελημένη γυμνότητα κάποιου συνεπάγεται την απουσία άμυνας κι εν τέλει φόβου μπρος σε όποιον τη βλέπει. Η γυμνότητα ως τσόντα συνεπάγεται τη θέαση του γυμνού ανθρώπου κυρίως ή αποκλειστικά ως πράγματος και γι' αυτό συνεπάγεται/προϋποθέτει εκ μέρους του γυμνού ανθρώπου την άμυνα και το φόβο της απροσωποποίησης. Τέτοιος φόβος μπορεί να υπερνικηθεί μόνο μέσω κάποιας άμεσης υλικής αμοιβής, συνήθως χρηματικής. Δεν αποκλείεται βέβαια στη γυμνότητα ο ερωτισμός, το αντίθετο μάλιστα: η έλλειψη φόβου (ότι είσαι πράγμα) είναι ακριβώς μια αναγκαία συνθήκη/αυτονόητο της αγάπης. Δεν υπάρχουν μυστικά, μεταξύ αυτών και το μυστικό που τα ρούχα κρύβουν, ακριβώς διότι η ψυχική απόσταση μεταξύ δύο ανθρώπων είναι μηδενική. Στη γυμνότητα ως τσόντα/χυδαιότητα υπάρχει ένα είδος αυνανισμού παρά την υλική ύπαρξη του άλλου προσώπου. Αυτός/αυτή υπάρχει, μόνο που είναι πράγμα, όχι πρόσωπο. Τέτοιος αυνανισμός (ή αίσθηση πνευματικού αυνανισμού), αλλά από την ανάποδη, από την πλευρά του γυμνού ανθρώπου ο οποίος δέχεται να είναι αντικείμενο (σκεύος ηδονής), βρίσκεται εν τέλει και στον μαζοχισμό. Μπορεί κανείς, βέβαια, να ανιχνεύσει και μια μορφή/βαθμό χυδαιότητας ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσωπική ερωτική σχέση: Αλλά τότε μπορεί κανείς να υποθέσει π.χ. ότι ο άντρας απλώς φαντασιώνεται ότι η σύντροφός του είναι η πόρνη του, η αποκλειστικά δική του, κι όχι ότι είναι μια πόρνη που λίγο πιο πριν την έχει χρησιμοποιήσει ο γείτονας (γι' αυτό και η κατηγορία "πόρνη" είναι υβριστική). Ομοίως η γυναίκα ενδέχεται να θέλει να χρησιμοποιηθεί ως σκεύος ηδονής από τον δικό της σύντροφο, αλλά μόνο επειδή νοιώθει ταυτισμένη με αυτόν, κι όχι από έναν μετά τον άλλον άσχετους με αυτήν ή αποκρουστικούς άντρες. (12/4/2009)
Νεοφιλελεύθερο σέξ
Προφανῶς ἐδῶ δὲν ἐννοεῖται τὸ σὲξ μεταξὺ τῶν νεοφιλελεύθερων. Ἀναφερόμαστε στὶς ἐκλαϊκευμένες πλέον θεωρήσεις ὁρισμένων ἐξελικτιστῶν καὶ νεοφιλελεύθερων γιὰ τὶς σεξουαλικὲς προτιμήσεις καὶ συμπεριφορὲς τοῦ ἀνθρώπινου γένους οἱ ὁποῖες βασίζονται στὴν θεωρία τοῦ ἐγωιστικοῦ γονιδίου. Παρακάτω δὲν πρόκειται νὰ παρατεθοῦν ἐκτενῶς ἢ λεπτομερῶς οἱ ἀπόψεις αὐτές, ἁπλῶς παρουσιάζονται ὁρισμένα παραδείγματα ποὺ δείχνουν τὴ σαθρότητα τῶν θεωρήσεων αὐτῶν. Ἀσφαλῶς ἡ ἄποψη γιὰ τὴν ἐγωιστικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνιῶν γίνεται ἀποδεκτὴ καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ὡστόσο ὑποστηρίζουμε, ὡς ἀρχὲς τὰ ἑξῆς: Ἀφενὸς ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἐγὼ μπορεῖ φαντασιακὰ νὰ διευρύνεται ἔτσι ὥστε τὸ ἄτομο νὰ ἀγωνίζεται χάριν πραγμάτων ἢ ἀτόμων τὰ ὁποῖα δὲν ἀποτελοῦν τὸ ἐγὼ μὲ τὴν καθαρὰ ὑλικὴ σημασία (αὐτὴ ἡ θέση ὑποστηρίχτηκε ἐκτενῶς στὸ ἄρθρο μας ἰσχὺς καὶ αὐτοσυντήρηση). Ἀφετέρου ὅτι ἡ νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ θεώρηση κάνει τὸ λάθος ποὺ κάνει κάθε κοσμοθεώρηση, δηλαδὴ πιστεύει ὅτι τὸ ἀνθρώπινο παρελθὸν καὶ ἡ τοτινὴ ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ διεπόταν ἀπὸ τὶς δικές της, σημερινὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸ δίκαιο, τὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ὡραῖο. Ἔτσι, "φυσικοποιεῖ" κάποιες σημερινὲς ἀντιλήψεις, τὶς δικές της, ὑποστηρίζοντας ὅτι εἶναι φυσικές, ἐγγενεῖς στὸν ἄνθρωπο. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος της.
Ἔτσι, ἂν ἀρχίσουμε γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὶς σεξουαλικὲς προτιμήσεις, οἱ νεοφιλελεύθεροι ἐξελικτιστὲς ὑποστηρίζουν πάνω-κάτω τὰ ἑξῆς γιὰ αὐτὸ ποὺ ἑλκύει σεξουαλικὰ ἄντρες καὶ γυναῖκες: Ἐπειδὴ καὶ τὰ δύο φύλα ψάχνουν ἐρωτικὸ σύντροφο ὁ ὁποῖος, γιὰ τὸν ἄνδρα νὰ εἶναι γόνιμος καὶ ὑγιής, γιὰ τὴ γυναίκα νὰ μπορεῖ νὰ ἀναθρέφει τὰ παιδιά της, ἀναζητοῦν ὁρισμένα σωματικὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα "δείχνουν" ὅτι ὁ ὑποψήφιος σύντροφος ἐκπληρώνει τοὺς παραπάνω σκοπούς. Κατὰ τοὺς νεοφιλελεύθερους ἐξελικτιστὲς αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά, δείγματα ὑγείας καὶ "καλῶν γονιδίων" γιὰ τοὺς ἄνδρες εἶναι, μεταξὺ ἄλλων, τὸ "τριγωνικὸ" ἄνω μέρος τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀπουσία κοιλιᾶς, γιὰ τὶς γυναῖκες τὸ σχῆμα κλεψύδρας τοῦ σώματος καὶ οἱ καμπύλες, ἡ ὀμορφιά καὶ γενικὰ ἡ νεότητα. Ἐπίσης ἡ γυναίκα πρέπει νὰ ἀναζητᾶ ἄντρα ὁ ὁποῖος νὰ μπορεῖ νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιὰ τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθοῦν ἀπὸ τὴν μεταξύ τους συνεύρεση, δηλαδὴ πλούσιο ἄντρα. Ὅπως ἔχουμε πεῖ καὶ ἀλλοῦ (Γ' Μέρος) ἡ θεωρία τοῦ ἐγωιστικοῦ γονιδίου καταλήγει νὰ ἀντιμετωπίζει τὸ γονίδιο ὡς ἕνα ὄν, μὲ σκέψη, βούληση κ.ἄ. τέτοια ἀνθρωπομορφικὰ χαρακτηριστικά, ἐνῶ ἡ φυσικὴ ἐπιλογὴ καταλήγει βάσει τῆς νεοφιλελεύθερης ἐξελικτικῆς θεώρησης νὰ εἶναι ἕνα εἴδος θεοῦ ὁ ὁποῖος ἐντελῶς τυχαῖα ἔχει νεοφιλελεύθερες κοινωνικὲς προτιμήσεις.
Ὅπως καὶ νά 'χει, ὡς πρώτη ἀπάντηση σὲ τέτοιες θεωρήσεις μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι στὴν μακρινὴ ἐποχή, κατὰ τὶς ἀπαρχὲς τοῦ Homo Sapiens Sapiens οἱ κοιλαράδες καὶ οἱ παχιὲς δὲν ἦταν ἐπιθυμητoὶ σεξουαλικά. Ὡς δεύτερη ἀπάντηση μπορεῖ κανεὶς νὰ δείξει ὅτι τὰ πρότυπα τῆς ὀμορφιᾶς ὥς πρόσφατα, σὲ μὴ δυτικὲς χῶρες, ἦταν διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ σημερινά. Ὅλοι μας λίγο πολὺ παραξενευόμαστε ὅταν ἀκοῦμε σὲ παλιὰ τραγούδια (π.χ. ρεμπέτικα) νὰ ἐπαινεῖται ἡ παχιὰ νέα γυναίκα ποὺ "εἶναι ἀφράτη σὰ φρατζόλα". Καὶ γνωρίζουμε καὶ ὅτι κάτι τέτοιο ἴσχυε γιὰ ἐκλεπτυσμένες προνεωτερικὲς δυτικὲς κοινωνίες, ὅπου σὲ πίνακες τῶν ἐποχῶν αὐτῶν παριστάνονται οἱ γυναῖκες ὡς ὑπερβολικὰ παχουλὲς γιὰ τὰ σημερινά μας γοῦστα. Προφανῶς ἡ ἰσχνότητα τοῦ σώματος τότε θεωρεῖτο ἄσχημη καὶ δεῖγμα ὑψηλῆς πιθανότητας πρόωρης θνησιμότητας. Μὲ δεδομένη τὴν πείνα καὶ τὶς μὴ θεραπεύσιμες ἀρρώστιες οἱ παχεῖς ἄνθρωποι ἐπιβίωναν περισσότερο καὶ εὐκολότερα. Ἀσφαλῶς δὲν ἀμφισβητοῦμε τὸ δεδομένο τῆς ἐγωιστικῆς ὀρθολογιστικῆς ἐπιλογῆς παραθέτοντας τὰ παραδείγματα αὐτὰ τὰ ὁποῖα δείχνουν ὅτι ἡ ἀντίληψη γιὰ τὸ Ὡραῖο δὲν εἶναι μία συγκεκριμένη καὶ ἐγγεγραμμένη στὰ γονίδια ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. Ὡστόσο, εἶναι οἱ κοινωνικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνθῆκες (πείνα, ἀρρώστειες, πνευματικὲς τάσεις) καὶ ὄχι κάποιες ὑποτιθέμενες γονιδιακὲς ἐπιταγές σχετικὰ μὲ τὸ Ὡραῖο αὐτὲς ποὺ σὲ μιὰ ἐποχὴ καθιστοῦν σεξουαλικὰ ἑλκυστικὸ ἕναν καὶ ὄχι ἄλλον τύπο ἀνθρώπινου σώματος. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ὁ πυρήνας τῆς νεοφιλελεύθερης ἐξελικτικῆς θεώρησης εἶναι ὅτι σὲ κάθε ἐποχὴ οἱ λεπτὲς καὶ οἱ λεπτοὶ ἦταν ἐγγενῶς ἐπιθυμητότεροι. Ὡς τρίτη ἀπάντηση μποροῦμε νὰ δείξουμε τὶς ἐξαιρέσεις, οἱ ὁποῖες δὲν εἶναι ἐξαιρέσεις. Γιατί συμβαίνει λεπτοὶ νὰ ἐρωτεύονται χοντρὲς καὶ τὸ ἀντίστροφο; Ὑπάρχει κάποια στατιστικὴ δυσλειτουργία στὰ γονίδια τοῦ λεπτοῦ ἄντρα ἡ ὁποία τὸν ἐμποδίζει νὰ δεῖ ὅτι ἐπειδὴ ἡ σύντροφός του εἶναι χοντρὴ εἶναι καὶ γενετικὰ ἀκατάλληλη γιὰ τὴ διαιώνιση τῶν γονιδίων του; (Ἂς θεωρήσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχουν λόγοι ὑλικοῦ συμφέροντος, π.χ. ἡ χοντρὴ σύντροφος δὲν εἶναι πλούσια οὔτε εἶναι τὸ ἀφεντικὸ στὴ δουλειὰ τοῦ λεπτοῦ-γυμνασμένου ἄντρα). Κι ἐνῶ μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι πάνω κάτω ὁ ἄντρας εἶναι τῆς ἴδιας περίπου ὀμορφιᾶς, ἀναλογικά, μὲ τὴν γυναίκα τὴν ὁποία ἐπιλέγει καὶ ἡ ὁποία τὸν ἐπιλέγει, ἡ θέση αὐτὴ εἶναι τόσο ἀόριστη, δηλαδὴ ἐπιτρέπει τόσες πολλὲς ἀποκλίσεις ὥστε καθίσταται ἀνεπαρκὲς ἐρευνητικὸ ἐργαλεῖο. Ἡ νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ θεώρηση θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσει γενετικὰ γιατί τέτοιες "ἀνωμαλίες" συμβαίνουν. Τέτοιες "ἀνωμαλίες", ὅμως, μόνον πολιτισμικὰ ἐξηγοῦνται, π.χ. διότι τὸ ζεῦγος χοντρὸς-λεπτὴ ἔχει κοινὰ ἐνδιαφέροντα, ἀπόψεις ἢ κοσμοθεωρήσεις καὶ νοιώθουν ὅτι ταιριάζουν περισσότερο ἀπὸ ὅτι θὰ ταίριαζαν μὲ κάποιον/κάποια λεπτὸ-γυμνασμένο/χοντρή. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι καὶ μὲ βάση τὴν "πολιτισμικὴ-κοινωνικὴ" ὁμοιότητα δὲν ἀπαλείφεται τὸ κριτήριο τῆς ἐγωιστικῆς ὀρθολογικῆς ἐπιλογῆς (καθένας ἀναζητᾶ κάποιαν ποὺ κοινωνικῶς εἶναι ὅμοιά του), ἀλλὰ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ ἀντίληψη γι' αὐτὸ τὸ κριτήριο εἶναι περιορισμένου εὔρους, δηλαδὴ μερική. Μιὰ τέταρτη ἀπάντηση δίνεται μὲ τὴ μορφὴ τῆς ἑξῆς ἐρώτησης: γιατί, ὄχι σπάνια, πλούσιοι καὶ πλούσιες ἐρωτεύτηκαν καὶ ἔζησαν μὲ φτωχὲς καὶ φτωχοὺς ἀντίστοιχα ἀπαρνούμενοι/ες (π.χ. μέσω ἀποκλήρωσης) τὴν ὑλική, πατρικὴ κληρονομιὰ ἀντὶ νὰ ἐπιλέξουν πλούσιες καὶ πλούσιους σεξουαλικοὺς συντρόφους ("συζύγους") ἀντίστοιχα, οἱ ὁποῖοι λόγω τοῦ πλούτου θὰ μεγιστοποιοῦσαν ἀκόμη περισσότερο τὴν δυνατότητα ἐπιβίωσης τῶν τέκνων τους (= τῶν γονιδίων τους); Πῶς ἐξηγεῖται ἐξελικτικῶς μιὰ τέτοια περίπτωση; Ἁπλῶς δὲν ἐξηγεῖται ἐξελικτικὰ ἀλλὰ πολιτισμικά, δηλαδὴ ἡ ἐγωιστικὴ ὀρθολογικὴ ἐπιλογὴ δὲν ἐκδηλώνεται γονιδιακὰ καὶ ἐνστικτωδῶς, ἀλλὰ πολιτισμικῶς. Ἀκόμη περισσότερο, ἡ θεωρία ὅτι οἱ γυναῖκες ψάχνουν νὰ βροῦν κάποιον ποὺ νὰ φροντίζει τὰ παιδιὰ τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθοῦν ἀπὸ τὴ συνεύρεση μαζί του εἶναι κοινωνικὰ βασισμένη καὶ ὄχι γονιδιακά. Στὶς ἀπαρχὲς τῆς ἀνθρωπότητας οἱ ἄνθρωποι ὡς τροφοσυλλέκτες δὲν καταμέριζαν τὴν ἐργασία ἀνάλογα μὲ τὸ φύλο: τόσο οἱ ἄντρες ὅσο καὶ οἱ γυναῖκες μάζευαν τροφή. Συνεπῶς, ἐξαιτίας τῆς σχετικῆς ἰσότητας δὲν ὑπῆρχε κάποιος λόγος ὥστε οἱ γυναῖκες νὰ καθορίζουν τὶς σεξουαλικὲς ἐπιλογές τους μὲ βάση τὸν περισσότερο πλοῦτο (ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρχε) ἢ ὑλικὴ-κοινωνικὴ δύναμη (ἡ ὁποία ἦταν ἐλάχιστη) κάποιου ἄνδρα. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ κοινωνικὲς συνθῆκες ἄλλαξαν ἔτσι ὥστε ὁ ἄντρας νὰ δουλεύει καὶ ἡ γυναίκα νὰ περιορίζεται σπίτι, ἀσφαλῶς μιὰ τέτοια ἐξέλιξη σήμαινε ὅτι ἡ γυναίκα κατὰ τὴν ἐπιλογὴ συντρόφου ἔπρεπε νὰ συνυπολογίζει ὅτι αὐτὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσο πλούσιος ὥστε νὰ συντηρεῖ τὰ γονίδιά της (τὰ παιδιά της). Ἀλλὰ τέτοιος συνυπολογισμὸς εἶναι πολιτισμικὸς καὶ ὄχι γονιδιακὰ βασισμένος. Ἄλλωστε σήμερα ἡ γυναίκα στὶς δυτικὲς κοινωνίες μπορεῖ νὰ ἔχει ἰδίους πόρους, ἀφοῦ ἐργάζεται. Σύμφωνα μὲ τὴ νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ θεώρηση ἀρχικὰ δημιουργήθηκε ἕνα γονίδιο, τὸ ὁποῖο σήμερα εἶναι ἄχρηστο. Ἀντὶ γιὰ τέτοια πολύπλοκη καὶ ἀναπόδεικτη θεώρηση, ἡ πολιτισμικὴ θεώρηση εἶναι ἁπλούστερη. Γονιδιακὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐξηγηθεῖ γιατί ὁρισμένοι προτιμοῦν (μόνο) νέες καὶ ὄμορφες ἐνῶ ἄλλοι (μόνο) ἐργατικὲς καὶ ἀξιόπιστες ὅταν αὐτὲς οἱ δύο (ἢ τέσσερις) ἰδιότητες δὲν βρίσκονται στὸ ἴδιο πρόσωπο. Γονιδιακὰ (δηλ. μὲ βάση τὸ κριτήριο τῆς ἀπαίτησης γιὰ διαιώνιση τῶν ἰδίων γονιδίων) εἶναι ἐπίσης ἀδύνατο νὰ ἐξηγηθεῖ γιατί κάποιοι πάμπτωχοι ἄνδρες ἀνάμεσα σὲ μιὰ πλούσια ἀλλὰ γριὰ ἢ στείρα καὶ σὲ μιὰ νέα/ὄμορφη ἀλλὰ φτωχὴ ἐπιλέγουν τὴ γριὰ/στείρα, δηλ. ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν μὴ μεταφορὰ τῶν γονιδίων τους σὲ ἑπόμενη γενιά - ὅπως καὶ τὸ ἀντίθετο, οἱ ἴδιοι ἄνδρες νὰ ἐπιλέξουν τὴν νέα καὶ νὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἀνυπαρξία πόρων βάσει τῶν ὁποίων θὰ συντηρηθοῦν τὰ γονίδια/παιδιά τους.
Βέβαια, οἱ νεοφιλελεύθεροι ἐξελικτιστὲς ἔχουν ἐπινοήσει -ἀντιεπιστημονικῶς, εἶναι ἡ ἀλήθεια- πολλὰ ἀνύπαρκτα γονίδια ὥστε νὰ ἑρμηνεύουν κάθε ἀπόκλιση κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς καταφεύγοντας στὴν θεωρία τῆς ἐπίδρασης τέτοιων γονιδίων. Γιὰ παράδειγμα οἱ ἐξελικτιστές ἔχουν "ἀνακαλύψει" γονίδιο "ποὺ ὁδήγησε ἕνα παιδὶ νὰ θέλει νὰ δολοφονήσει τὴ νεογέννητη ἀδελφή του", ἕνα γονίδιο ποὺ "ἀνταποδίδει τὴν καλοσύνη μὲ καλοσύνη", ἕνα γονίδιο ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ ἀλκοόλ, τὴ νικοτίνη ἢ τὴν ὑπερβολικὴ τηλεθέαση κ.ο.κ., ὁπότε εἶναι ἀναγκασμένοι νὰ ἐξηγήσουν πῶς κατὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Homo Sapiens Sapiens δημιουργήθηκαν ἢ προϋπῆρχαν, ἐπὶ δεκάδες χιλιάδες ἔτη ὕπαρξης τοῦ H.S.S., γονίδια τὰ ὁποῖα χρησίμευσαν μόλις στὰ τελευταῖα 50-100 χρόνια. Ὅμως δὲν εἶναι καθόλου ἀναγκασμένοι, γιατὶ τέτοια γονίδια δὲν ὑπάρχουν καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ ἀντιστοιχία ποὺ οἱ νεοφιλελεύθεροι ἐξελικτιστὲς ὑποθέτουν, δηλαδὴ "ἕνα γονίδιο ἀνὰ χαρακτηριστικό".
Μιὰ ἄλλη νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ (Ν/Εξ.) θεώρηση ἀφορᾶ στὴν ἀνδρικὴ ζηλοτυπία ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν ἀναπαραγωγὴ τῶν συγκεκριμένων, μόνο δικῶν του (τοῦ κάθε ἄντρα) γονιδίων ἀπὸ τὴ σύντροφο. Σύμφωνα μὲ τὴν Ν/Εξ. θεώρηση ὁ ἄντρας δὲν θέλει νὰ σπαταλᾶ τοὺς γενετικούς του πόρους καὶ τὶς δυνάμεις του (λεφτά, χρόνος ποὺ διατίθεται γιὰ ἀνατροφὴ τέκνων) σὲ τέκνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δικά του, ποὺ εἶναι δηλαδὴ προϊόντα ἀπιστίας, ὁπότε γίνεται ζηλότυπος προκειμένου ἡ σύντροφός του νὰ μὴ συνευρεθεῖ μὲ ἄλλον, κρυφὰ προφανῶς, ὥστε νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι τὰ γονίδιά του θὰ διαιωνιστοῦν. Ὅπως γράφει ἡ Susan McKinnon (Νεοφιλελεύθερη γενετική, σ. 51) "οἱ ἐξελικτικοὶ ψυχολόγοι δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν γιατί τὰ ἄτομα ἀποκλίνουν στὴν ἔκφραση ἑνὸς συγκεκριμένου πολιτισμικοῦ κανονιστικοῦ προτύπου (νόρμας). Σὲ πολιτισμοὺς ὅπου ἡ ἐξωσυζυγικὴ σεξουαλικὴ σχέση ἐπιτρέπεται ἀνοικτὰ καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ζηλοτυπίας δὲν ἐνθαρρύνεται, γιατί ὁρισμένα ἄτομα ἐκφράζουν παρ' ὅλα αὐτὰ ζήλια; Καὶ ἀντίστροφα, σὲ κοινωνίες ὅπου ἡ ἐξωσυζυγικὴ σεξουαλικὴ σχέση παρεμποδίζεται καὶ ἡ ἔκφραση ζηλοτυπίας κυρώνεται ἀνοικτά, γιατί ὁρισμένα ἄτομα δὲν ἐκφράζουν καθόλου ζήλια; Δεύτερο, δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγήσουν γιατί ὑπάρχουν τόσο πολλὲς δυνατὲς ἀντιδράσεις στὴν ἴδια πράξη -τὴν ἐξωσυζυγική, λ.χ., σχέση. Γιατί θεωρεῖται ἀπιστία γιὰ μερικοὺς καὶ σεξουαλικὴ ἐλευθερία γιὰ κάποιους ἄλλους; Γιατί ἡ ψυχρὴ ἀπόσυρση ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ ἔκφραση ζηλοτυπίας γιὰ κάποιους ἄνδρες ἐνῶ ὁ φόνος μόλις καὶ ἀρκεῖ γιὰ κάποιους ἄλλους;". Ἐπιπλέον οἱ Ν/Εξ. θὰ πρέπει νὰ ἀποδείξουν γονιδιακῶς γιὰ ποιὸ λόγο συναντᾶμε περιπτώσεις ὅπου γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἔχουν μόλις παντρευτεῖ ἄντρες οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνήλικα παιδιὰ ἀπὸ προηγούμενους γάμους τους δέχονται/ἀποφασίζουν νὰ τὰ ἀναθρέψουν ἰσότιμα μὲ τὰ δικά τους παιδιά, παρ' ὅλο που δὲν μεταφέρεται τὸ γενετικό ὑλικό τους (τῶν γυναικῶν) μέσω τῶν παιδιῶν αὐτῶν. Καὶ γιὰ ποιὸν ἐξελικτικὸ λόγο ἄνδρες-σύζυγοι τῶν ὁποίων οἱ γυναῖκες εἶναι στεῖρες ἀποδέχονται νὰ υἱοθετήσουν ξένα παιδιὰ ἀντὶ νὰ τὶς χωρίσουν καὶ νὰ βροῦν σεξουαλικὲς συντρόφους οἱ ὁποῖες θὰ διαιωνίσουν τὰ δικά τους (τὰ ἀνδρικὰ) γονίδια; Φυσικά, δὲν χρειάζεται νὰ ἀναφερθοῦμε στὶς κοινωνίες ὅπου ἐπιτρέπεται ἡ πολυανδρία. Σύμφωνα μὲ τοὺς Ν/Εξ. τέτοιες κοινωνίες ἦταν μὴ ἀνθρώπινες, ἀφύσικες, ἀφοῦ οἱ ἄντρες τῆς μίας συζύγου δέχονταν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μὴν διαιωνιστοῦν τὰ δικά τους γονίδια ἀλλὰ νὰ διαιωνιστοῦν αὐτὰ τῶν ἄλλων ἀντρῶν-συζύγων. Καί, βέβαια, δὲν χρειάζεται νὰ πᾶμε στὴν Ν.Ἀ. Ἀσία καὶ τὴν ὑποσαχάρεια Ἀφρικὴ γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς πολυανδρίας, καὶ ὅπου τὰ παιδιὰ δὲν ἀντιμετωπίζονται "γονιδιακῶς", ἀλλὰ στοὺς Ἑβραίους ὅπου ἡ συγγένεια διευκρινιζόταν μέσω τῆς μητέρας. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀπαραίτητη σὲ κάθε περίπτωση ἡ "χυδαία ὑλιστικὴ" ἐξήγηση τῆς ἐμφάνισης ζηλοτυπίας στοὺς ἄντρες, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ φόβου ὅτι θὰ ἀναθρέφουν τέκνα ἄλλων ἀντρῶν. Ἡ ἐρωτικὴ ζήλεια πράγματι μπορεῖ νὰ ἐξηγεῖται μὲ τὴν σκέψη (τοῦ ζηλεύοντος) ὅτι ἐξαιτίας πιθανῆς ἐρωτικῆς ἀπιστίας τοῦ/τῆς συντρόφου του θὰ ἀναθρέφει παιδιά ποὺ δὲν εἶναι γονιδιακῶς δικά του, ἀλλὰ δὲν ἐξηγεῖται μόνο ἔτσι. Γιὰ παράδειγμα, τίποτε δὲν πιστοποιεῖ ὅτι ζευγάρια ποὺ ἔχουν ἐπιλέξει νὰ μὴν κάνουν παιδιὰ δὲν αἰσθάνονται, καθένα μέλος του γιὰ τὸ ἄλλο, ἐρωτικὴ ζήλεια σὲ περίπτωση (πιθανότητας) ἀπιστίας.
Ἀκόμη περισσότερο ἐσφαλμένη εἶναι ἡ θεώρηση τῶν δυτικῶν σεξουαλικῶν προτύπων ὡς οἰκουμενικῶν καί, ἀκόμη χειρότερα, ὡς γονιδιακὰ ἐγγεγραμμένων. Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Θράκες (ἢ κάποιες φυλές τους) ἐπέτρεπαν στὰ κορίτσια τους τὶς προγαμιαῖες σχέσεις, ἀλλὰ μετὰ τὸ γάμο ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ αὐτὲς πίστη, δίχως νὰ τὶς θεωροῦν κατώτερες ἠθικὰ λόγω τῶν προγαμιαίων σχέσεών τους.
Πιθανὴ ἀντίρρηση στὰ παραπάνω εἶναι ὅτι ὑπερτονίζεται ἡ ἐξαίρεση καὶ ὄχι ὁ κανόνας. Σὲ ὁρισμένα ἀπὸ τὰ παραπάνω παραδείγματα πράγματι ἔγινε ἀναφορὰ στὴν ἐξαίρεση. Ὡστόσο ζητήματα ὅπως αὐτὸ τῆς ἀντίδρασης στὴν ἀπιστία δὲν ἐπιλύονται στὸ πλαίσιο ἐξαίρεση-κανόνας. Τὸ κυριότερο εἶναι ὅτι ἐφόσον ἡ νεοφιλελεύθερη ἐξελικτικὴ θεώρηση ἀπαιτεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς ἐπιστημονικὴ θεωρία, θὰ πρέπει νὰ δίνει ἐπιστημονικὲς ἀπαντήσεις γιὰ τὶς "ἐξαιρέσεις" σύμφωνες μὲ τὴν ἀντίληψή της. Ἄν, δηλαδή, ἀντιμετωπίζει τὰ ζητήματα κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς καὶ σεξουαλικότητας ἀποκλειστικὰ μὲ βάση τὴν "ὑποσυνείδητη φωνὴ" τῶν γονιδίων, τότε θὰ πρέπει νὰ δώσει καὶ μιὰ "γονιδιακὰ" βασισμένη ἀπάντηση στὰ ζητήματα τῶν ἐξαιρέσεων. Καὶ πράγματι, οἱ νεοφιλελεύθεροι ἐξελικτιστὲς ἔχουν ἐπιχειρήσει κάτι τέτοιο, νὰ "ἀνακαλύπτουν" διάφορα γονίδια τὰ ὁποῖα ἐξηγοῦν τὶς "ἐξαιρέσεις". Ὡστόσο ὄχι ἁπλῶς αὐτὰ τὰ γονίδια δὲν ὑπάρχουν, ὄχι ἁπλῶς θὰ ἦταν παράλογο νὰ δημιουργηθοῦν πρὶν 60 χιλιάδες χρόνια γονίδια π.χ. γιὰ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ κάπνισμα, τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἀδρανῆ ἕως τώρα, ἀλλὰ δὲν ἰσχύει ἡ σχέση ἕνα γονίδιο ἀνὰ ἰδιότητα χαρακτήρα, δηλαδὴ τὰ γονίδια δὲν εἶναι "ἐγωιστικά", μὲ τὸν τρόπο ποὺ οἱ νεοφιλελεύθεροι ἐξελικτιστὲς τὰ ἐννοοῦν, ὡς σκεπτόμενα ἀνθρωπάκια-μυστικοσύμβουλους, ὅπου γιὰ κάθε ὑποπερίπτωση ὑπάρχει καὶ ἕνα γονίδιο τὸ ὁποῖο λύνει τὸ πρόβλημα (ἡ αὐξανόμενη πολυπλοκότητα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς ἀπαιτεῖ συνεχῶς αὐξανόμενο ἀριθμὸ σὲ σχέση μὲ αὐτὸν τῶν προϊστορικῶν γονιδίων).
Ὑποστηρίζοντας τὰ παραπάνω, δηλαδὴ ὅταν ἀπορρίπτουμε τὶς ἀπόψεις γιὰ γονιδιακὴ ἐξήγηση τῆς σεξουαλικῆς συμπεριφορᾶς τῶν δύο φύλων, δὲν δεχόμαστε κάποια πρωτοκαθεδρία κάποιου "Νοήματος" (ἑρμηνευόμενο ἔτσι ὥστε νὰ ἀντιπαρατίθεται στὴν ὕλη καὶ τὴν ἰσχύ/αὐτοσυντήρηση) τὸ ὁποῖο ὁρίζεται ἐξεπίτηδες ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι "'ἠθικό", δηλαδὴ(!) ἀνιδιοτελές. Στεκόμαστε ἐνάντια τόσο σὲ μιὰ "χυδαία" ὑλιστικὴ ἐξήγηση ἡ ὁποία παραγνωρίζει τὴν σχετικὴ πολιτισμικὴ ποικιλία, ὅσο καὶ σὲ μιὰ "πνευματοκρατικὴ" ("ἀνιδιοτελοκρατική") ἑρμηνεία τῆς σεξουαλικότητας. (25/10/2009)
Σεξ και αρχαιότητα.
Στην φαντασία των περισσότερων η Αρχαιότητα μοιάζει να είναι η εποχή όπου ο καθένας είχε το δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει αναφορικά με το σεξ - αλλά «μετά ήρθε ο Χριστιανισμός και τα απαγόρευσε όλα» . Δυστυχώς αυτό είναι ακόμη μια παρανόηση της εποχής αυτής, η οποία διαδόθηκε για λόγους πολεμικούς προς την άποψη του Χριστιανισμού για το σεξ. Δεν είναι γνωστό λ.χ. ότι η μοιχεία ήταν αδίκημα, ότι στην Αθήνα ο κερατωμένος μπορούσε και να σκοτώσει, δίχως νομικές συνέπειες, τον κερατά εάν τον έπιανε στα πράσα (Αριστοτέλη, Αθηναίων Πολιτεία, 57, 3), ότι ο πατέρας κόρης που πιανότανε με άλλον μπορούσε να την σκοτώσει (Αισχίνη, Κατά Τιμάρχου, 182) ή να την πουλήσει ως δούλα (Πλούταρχου, Σόλων 23, 2), ότι την μοιχαλίδα την έβαζαν πάνω σε λίθο ώστε να την δει όλη η πόλη, και μετά την ανέβαζαν πάνω σε ένα γαϊδούρι και τη διαπόμπευαν σε όλη την πόλη, κυκλικά. Μετά, η πομπή επέστρεφε στην αρχική θέση και πάλι την έδειχναν σε όλο τον κόσμο. Από το σημείο αυτό και για όλη της τη ζωή, η μοιχαλίδα θεωρούνταν «άτιμη» και την αποκαλούσαν «Ονοβάτιν», επειδή την διαπόμπευσαν πάνω σε γάιδαρο (Θ.Β. Βενιζέλου, Περί του ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, α' έκδοση Αθήναι 1873, επανέκδ. Δημιουργία, σ. 45) ή ότι «[Ο νόμος] απαγορεύει εις την γυναίκα που θα απεκαλύπτετο ότι εμοιχεύθη, να φορή κοσμήματα, και να παρακολουθή τας δημόσιας ιεροπραξίας, δια να μη διαθφείρη και τας τιμίας γυναίκας, αναμιγνυόμενη μαζί των. Αν δε φορέση κοσμήματα ή μεταβή εις τον ναόν, επιτρέπεται στον καθένα να της πετάει τα κοσμήματα και να της σχίζη τα ρούχα και να την κτυπά και μόνον δεν δίδη δικαίωμα να την σκοτώσουν ή να την σακατέψουν. Έτσι ατιμάζει αυτού του είδους τις γυναίκες και κάμνει τον βίον των αβίωτο» (Αισχίνη, Κατά Τιμάρχου, 183).
Δεν είναι διόλου ευρέως γνωστές επίσης ούτε οι απόψεις σημαντικών φιλοσόφων για το σεξ. Όπως μπορεί να δει κανείς πολλοί φιλόσοφοι είχαν πολύ συντηρητικές απόψεις, δίχως να είναι χριστιανοί. Ιάμβλιχου, Περί του πυθαγορικού βίου, 48, 55, 85, 210: «[ο Πυθαγόρας] τους είπε μάλιστα να προσέχουν και τούτο: να έχουν σχέσεις μονάχα με τους συζύγους τους (…) αν όμως [η γυναίκα] έρθει σε συνουσία με άλλον άνδρα [όχι το συζυγό της], ο θεός δε θα τη συγχωρέσει (…) [Ο Πυθαγόρας έλεγε ότι] οι πόνοι είναι καλό, ενώ οι ηδονές από κάθε πλευρά κακό˙ διότι, αφού γεννηθήκαμε για να τιμωρηθούμε, πρέπει να τιμωρούμαστε (…) Το μικρό αγόρι πρέπει ν’ ανατρέφεται μ’ αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην αναζητά κατά τα πρώτα του 20 έτη την συνουσία (…) [οι Πυθαγόρειοι] θεωρούσαν ότι πρέπει να περισταλούν όλες οι παρά φύση γεννητικές λειτουργίες καθώς και αυτές που γίνονται με ακόλαστο τρόπο και να παραμείνουν όσες γίνονται με σωφροσύνη και νομιμότητα, όσες δηλαδή στοχεύουν στην τεκνοποιία». Ο Πλάτων (Νόμοι 841d-e): «Μπορεί πάντως, με τη βοήθεια του θεού, να καταφέρουμε να επιβάλουμε το ένα από τα δύο πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφορά. Να μην έχει κανείς σχέσεις με οποιαδήποτε ελεύθερη γυναίκα εκτός από τη σύζυγό του και να μην κάνει νόθα παιδιά (…) να θεσπιστεί κανονισμός για τον άνδρα που έχει σχέσεις με κάποια γυναίκα, που αγόρασε ή απέκτησε με οποιονδήποτε τρόπο, εκτος από τη νόμιμη σύζυγό του, ο οποίος θα του επιβάλλει να την κρατήσει κρυφή από όλους τους άλλους». «Αν το ζευγάρι έχει κάνει παιδιά σύμφωνα με τους νόμους και ο άντρας έχει σχέσεις με άλλη γυναίκα ή η γυναίκα με άλλον άντρα, ενώ εξακολουθούν να βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποιίας, οι ένοχος θα υποστεί την ίδια ποινή με εκείνους που μπορούν ακόμα να τεκνοποιήσουν» (Νόμοι 784e). «Ξέρω κάποιο τρόπο για να επιβάλω τον νόμο που επιτρέπει τη σεξουαλική επαφή μόνο για λόγους τεκνοποιίας και απαγορεύει όχι μόνο τις σεξουαλικές σχέσεις στις οποίες σκοτώνεται σκόπιμα το ανθρώπινο γένος, αλλά και τη σπατάλη του σπέρματος πάνω σε πέτρες και χώματα, όπου δε θα ριζώσει ποτέ και δε θα δημιουργήσει νέους ανθρώπους. Πρέπει να αποφεύγουμε ακόμα και το θηλυκό έδαφος, στο οποίο δε θέλουμε να φυτρώσει ο σπόρος μας» (Νόμοι, 838e-839a). «Ο Δημόκριτος αποδοκίμαζε τις σαρκικές απολαύσεις, διότι, έλεγε, καταβάλλουν τη συνείδηση δια της ηδονής (…) [Ο Δημόκριτος] είχε κακή γνώμη για τις γυναίκες, και δεν επιθυμούσε παιδιά, γιατί η ανατροφή τους παρεμποδίζει τη φιλοσοφία» (Μπ. Ράσσελ, Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, τ. Α’, σελ. 146). Αρνείται την τεκνογονία: Στοβαίου, Εκλογαί, 4, 24: «Τεκνοτροφίη σφαλερόν˙ τὴν μὲν γὰρ ἐπιτυχίαν ἀγῶνος μεστὴν καὶ φροντίδος κέκτηται, τὴν δὲ ἀποτυχίαν ἐνυπέρθετον ἑτέρᾳ ὀδύνῃ. Οὐ δοκεῖ μοι χρῆναι παῖδας κτᾶσθαι˙ ἐνορῶ γὰρ ἐν παίδων κτήσει πολλοὺς καὶ μεγάλους κινδύνους, πολλὰς δὲ λύπας, ὀλίγα δὲ τὰ εὐθηλέοντα καὶ ταῦτα λεπτά τε καὶ ἀσθενέα». «[Ο Επίκουρος λέει ότι] ο σοφός δε θα συνευρευεί με γυναίκα, με την οποία οι νόμοι απαγορεύουν κάτι τέτοιο. (...) Οι Επικούρειοι πιστεύουν ότι ο σοφός δε θα ερωτευτεί. Ακόμη, ότι ο έρωτας δεν είναι θεόπεμπτος. (...) Η συνουσία ποτέ δεν ωφέλησε˙ καλό θα ήταν και να μην έβλαπτε» (Διογένης Λαέρτιος, X, 118). «Να απαγορεύεται ρητά η σεξουαλική επαφή με άλλη ή άλλον για οποιονδήποτε λόγο, από τη στιγμή που κάποιος θα γίνει νόμιμα σύζυγος. Κι αν κάποιος συλληφθεί να κάνει κάτι τέτοιο σε εποχή τεκνοποιίας, πρέπει να τιμωρείται με ποινή ανάλογη με το αμάρτημά του» (Αριστοτέλη, Πολιτικά, Η’, 14 (1335b 37)). «Για τούτο οι σύζυγοι αυτό πρέπει να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη ευλάβεια, μένοντας αγνοί από κάθε ανίερη και άνομη συναναστροφή μέ άλλους, να μη σπέρνουν εκεί απ’ όπου δεν θέλουν να φυτρώσει αλλά και, αν καρπίσει, ντρέπονται και προσπαθούν να το κρύψουν» (Πλούταρχου, Γαμικά παραγγέλματα, 42 (144b)). «Πρέπει να επιχειρούμε τους επιρρεπείς στις ηδονές και τους αδιάφορους στις επιπλήξεις να δένουμε με το ζυγό του γάμου˙ γιατί αυτός είναι το ασφαλέστατο χαλινάρι της νεότητας» (Πλούταρχου, Περί παίδων αγωγής, 19). «Πρέπει να απορρίψουμε τους πολλούς χιτώνες της ψυχής μας, και τούτον τον ορατό και σάρκινο, επειδή συνδέονται με το δέρμα μας» (Πορφύριου, Περί αποχής εμψύχων, 1, 31). «Επειδή όλα τα πάθη είναι ασφαλώς αισχρά, πρέπει να τα αποφεύγωμε όλα, όπως ακριβώς τα αφροδίσια» (Περί αποχής εμψύχων, 1, 40). «Οι ερωτικές πράξεις μιαίνουν. (…) Τα αφροδίσια πάθη και οι σχέσεις αυτές μολύνουν οπωσδήποτε˙ το ίδιο και οι ονειρώξεις, διότι αναμιγνύεται η ψυχή με το σώμα» (Περί αποχής εμψύχων, 4, 20). «χρὴ μόνα μὲν ἀφροδίσια νομίζειν δίκαια τὰ ἐν γάμῳ καὶ ἐπὶ γενέσει παίδων συντελούμενα, ὅτι καὶ νόμιμά ἐστιν˙ τὰ δὲ γὲ ἡδονὴν θηρώμενα ψιλὴν ἄδικα καὶ παράνομα, κἂν ἐν γάμῳ ᾗ» (Μουσώνιου, Περί Αφροδισίων, εκδ. Hense, Λειψία 1905, σ. 64). «Όσο για τα αφροδίσια, πρέπει να μείνεις αγνός πρίν το γάμο, αλλά αν είναι ανάγκη να γευτής την ηδονή, πράξε μόνο ό,τι είναι νόμιμο» (Επίκτητου, Εγχειρίδιο 33, 8). «Ο Ιππόλυτος (Αιρέσεων έλεγχος, 7, 30 = Εμπεδοκλής Β 110) κατηγορεί τον Μαρκίωνα ότι αντιγράφει τους καθαρμούς του Εμπεδοκλή στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τον γάμο: διαίρει γὰρ ὁ γάμος κατὰ Ἐμπεδοκλέα τὸ ἓν καὶ ποιεῖ πολλά. Αυτό εξηγείται από ένα άλλο δόγμα που ο Ιππόλυτος (ό.π., 7, 29 = Εμπεδοκλής Β 115) αποδίδει στον Εμπεδοκλή, ότι οι σεξουαλικές σχέσεις οδηγούν στην καταστρεπτική λειτουργία του Νείκους» (E.R. Doods, Οι Έλληνες και το παράλογο, σ. 266). Ο Ξενοκράτης «καί ποτε καὶ Φρύνην τὴν ἑταίραν ἐθελῆσαι πειρᾶσαι αὐτόν, καὶ δῆθεν διωκομένην ὑπό τινων καταφυγεῖν εἰς τὸ οἰκίδιον. τὸν δὲ ἕνεκα τοῦ ἀνθρωπίνου εἰσδέξασθαι, καὶ ἑνὸς ὄντος κλινιδίου δεομένῃμεταδοῦναι τῆς κατακλίσεως· καὶ τέλος πολλὰ ἐκλιπαροῦσαν ἄπρακτον ἀναστῆναι. λέγειν τε πρὸς τοὺς πυνθανομένους ὡς οὐκ ἀπ' ἀνδρός, ἀλλ' ἀπ' ἀνδριάντος ἀνασταίη» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 7). «[Η Νεοπλατωνική Υπατία] έφτασε την κορυφή της ηθικής αρετής˙ παρέμεινε παρθένα» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 43A). «Ο [Νεοπλατωνικός] Θεοσέβιος, ο πιο σώφρων από τους ανθρώπους, είχε συμφωνήσει να έχει σεξουαλικές σχέσεις με μια γυναίκα με σκοπό την τεκνογονία. Ωστόσο, καθώς δεν γεννιόνταν παιδιά, ο Θεοσέβιος εμφάνισε την ζώνη εγκράτειας [σωφροσύνης δακτύλιον] και είπε στη γυναίκα του: "γυναίκα, πριν από καιρό σου έδωσα ένα δακτυλίδι, για να κυβερνά μια ένωση προορισμένη για τεκνογονία˙ τώρα σου δίνω αυτήν την ζώνη εγκράτειας, η οποία θα σε βοηθήσει να ζήσεις στο εξής μια αγνή ζωή (…)"» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 46E). «[Ο Νεοπλατωνικός Μαρίνος] παρέμεινε μέχρι να πεθάνει δίχως καμμία σεξουαλική επαφή» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 97B). «Τόσο μεγάλη ήταν η περιφρόνηση [του Νεοπλατωνικού Σαραπίωνα] για τα υλικά αγαθά που (…) έμεινε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αδιάφθορος από σεξουαλική επαφή» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 111). «Ενώ απαρνιόταν όλες τις αισθήσεις [ο Νεοπλατωνικός Ισίδωρος] αποκήρυξε την αίσθηση της αφής περισσότερο από τις άλλες, γιατί είναι γήινη και στερεά, και τραβάει την ψυχή προς τα κάτω» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 12C). Σύμφωνα με τον Κέλσο (Λόγος Αληθής, Ζ’) μόνο αν κάποιος αποστρέψει τα μάτια της ψυχής του από τη σάρκα θα δει τον θεό (ἐὰν σαρκὸς ἀποστραφέντες ψυχῆς ὀφθαλμοὺς ἐγείρετε… μόνον οὕτως τὸν θεὸν ὄψεσθε). Επιπλέον δεν είναι απαραίτητο πράγμα το να προέρχεται τέτοιος φόβος λόγω σεξουαλικής ελευθεριότητας από την σκέψη για εκδικητική τιμωρία ενός παντοδύναμου όντος το οποίο προσβάλλεται εάν κάποιος είναι (σεξουαλικά) «ανήθικος», αλλά αρκεί – για την εμφάνιση φόβου και τον ηθικό αυτοπεριορισμό λόγω του φόβου αυτού – η πίστη ότι η ίδια η φύση των πραγμάτων οδηγεί σε μεταθανάτια ή επίγεια τιμωρία και δυστυχία όποιον είναι «ακόλαστος». Έτσι, ο Πλάτων αναφέρει ότι οι ακόλαστοι κ.λπ. θα τιμωρούνταν είτε με επαναφορά στη ζωή μετενσαρκωνόμενοι σε κατώτερα ζωικά είδη είτε με την αιώνια παραμονή στον Άδη. Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει την τιμωρό επέμβαση ενός θεού ο οποίος ενδιαφέρεται ειδικά για την τιμωρία των «ανήθικων», ούτε καν την ύπαρξη κάποιου παντοδύναμου θεού, αλλά προκύπτει από την ίδια τη φύση του κόσμου – όπως τον αντιλαμβάνεται ο Πλάτων – και των νόμων που τον διέπουν. Συνεπώς ο φόβος για τέτοια δυστυχή μοίρα αν δεν ακολουθηθεί η «ορθή» ηθική δεν έχει να κάνει με την πιθανότητα τιμωρίας από κάποιο υπέρτατο προσωπικό ον (και, συνεπακόλουθα, ούτε με την πίστη στην ύπαρξη τέτοιου όντος) και, γι’ αυτό, δεν ισχύει η άποψη ότι η νεοπλατωνική ηθική διέφερε από την χριστιανική επειδή μόνο η δεύτερη βασιζόταν στο φόβο για κακή τύχη της ψυχής, εάν ο άνθρωπος είχε «ακόλαστη» συμπεριφορά. Είτε τέτοια ηθική την επιτάσσει η «φύση των πραγμάτων» (με συγκεκριμένες αρνητικές συνέπειες, αν παραγνωρισθεί) είτε ένας προσωπικός εξωκοσμικός θεός, πάλι υπάρχει φόβος για τις αρνητικές συνέπειες.
Δεν είναι διόλου γνωστό ότι τα ομοφυλοφιλικά κριτήρια των Αρχαίων Ελλήνων ήταν εντελώς αντίθετα από τα σύγχρονα κριτήρια αποδοχής της ομοφυλοφιλίας: οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν «φυσιολογικές» τις ομοσεξουαλικές σχέσεις μόνο μεταξύ ενήλικα και ανήλικου που δεν είχε αναπτύξει ακόμη τριχοφυΐα. Οι Αρχαίοι θεωρούσαν «κοινωνικά αποδεκτό» ό,τι θεωρείται σήμερα έγκλημα: το σέξ μεταξύ ενήλικα και άτριχου αγοριού (από τα 11-12 – ή και νωρίτερα – ώς τα 17), ενώ θεωρούσαν ανωμαλία και διαστροφή το ομοφυλοφιλικό σεξ, όταν το αγόρι είχε αρχίσει να αναπτύσσει τριχοφυΐα. Στα μάτια των Αρχαίων Ελλήνων η σημερινή ομοφυλοφιλία (αυτό που έχουμε σήμερα όλοι κατά νου ως ομοφυλοφιλία), το σεξ ανάμεσα σε δύο ενήλικες άντρες, θα τους φαινόταν αηδιαστική (ή άξια ειρωνίας) ανωμαλία, που μόνο κτηνοβάτες τσοπάνοι – όπως λέει ο παιδεραστής Μελέαγρος σ’ ένα ποίημά του (Παλατινή Ανθολογία, XII, 41) – αρέσκονταν να διαπράττουν. Αντί ορισμένοι να διαστρεβλώνουν την Αρχαιότητα, για να υπερασπιστούν τη σύγχρονη ομοφυλοφιλία, θα 'πρεπε να επαινέσουν το σεξ με άτριχα ακόμη αγοράκια (αφού αυτό ήταν το πραγματικό κριτήριο των Ελλήνων – δες, μεταξύ άλλων, το ποίημα του παιδεραστή Αλκαίου (Παλατινή Ανθολογία, XII, 30), όπου προειδοποιείται το, άτριχο ακόμη, αγοράκι πως αρχίζοντας να βγάζει τρίχες, θα το εγκαταλείπουν οι εραστές του) και να καταδικάσουν το σεξ μεταξύ ενηλίκων ανδρών, αφού «αυτό έκαναν και οι Αρχαίοι». Ωστόσο ένα σωρό αφελείς υψώνουν, ως λάβαρο υπεράσπισης της σημερινής ομοφυλοφιλίας, την αρχαιοελληνική παιδεραστία, αγνοώντας ότι αυτά τα δύο είναι αντιδιαμετρικά αντίθετα αναμεταξύ τους. Ασφαλώς δεν χρειάζονται και πολλές αποδείξεις για να καταδειχθεί ο μισογυνικός χαρακτήρας της αρχαίας παιδεραστίας («Παιδός τοι χάρις ἐστί˙ γυναικὶ δὲ πιστὸς ἑταῖρος / οὐδείς, ἀλλ’ αἰεὶ τὸν παρεόντα φιλεῖ» = «Η ευγνωμοσύνη χαρακτηρίζει τα αγόρια. Στη γυναίκα κανείς σύντροφος δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη, αλλά κάθε φορά αυτή αγαπάει όποιον είναι μπροστά της» (Θέογνις, Ελεγειών Β’, 1367-1368). «Το άλογο το ζώο ξέρει / να σμίγει μόνο με το θηλυκό του / Όμως εμείς οι λογικοί έχουμε τούτο ακόμα˙ / βρήκαμε τη δουλειά την απο πίσω. / Κι αυτοί που περιορισμένοι είναι στις γυναίκες / σε τίποτε δε διαφέρουν των αλόγων ζώων» (Στράτωνα, Παλατινή Ανθολογία, XII, 245)).
Η σεξουαλική ελευθερία στην
Αρχαιότητα αφορούσε τους ενήλικες άντρες μόνο, και πάλι υπό προϋποθέσεις (μόνο
με εταίρες κλπ). Δεν είναι γνωστό ότι
οι Αρχαίοι άνδρες παντρεύονταν όχι από
έρωτα αλλά για να αποκτήσουν παιδιά τα οποία θα τους γηροκομούν. Ποινικό αδίκημα
ήταν για τους Σπαρτιάτες (και γενικά για τους Αρχαίους Έλληνες) το να μην
παντρευτείς. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο υπήρχαν ειδικοί κανόνες
γι’ αυτό το «αδίκημα». Το Αρχαίο Κράτος είχε απόλυτο δικαίωμα να επιβάλλει στους
πολίτες του να παντρεύονται και τιμωρούσε όσους δεν παντρεύονταν ή αργούσαν να
παντρευτούν ή έκαναν «κακό – κακό κατά την άποψη του Κράτους, βέβαια – γάμο». Ο
Διονύσιος Αλικαρνασσεύς που είχε εξετάσει τα αρχαία χρονικά της Ρώμης, λέει (IX,
22) ότι ανακάλυψε έναν παλαιό νόμο που υποχρέωνε τους νέους να παντρεύονται. Τα
ίδια λέει κι ο Κικέρωνας (De legibus,
3, 2) κι ο Πολυδεύκης (3, 48: «ἦσαν καὶ ἀγαμίου δίκαι πολλαχοῦ καὶ ὀψιγαμίου καὶ
κακογαμίου ἐν Λακεδαίμοσι»). Οι Αρχαίοι Σπαρτιάτες είχαν την «γραφήν αγαμίου»,
δηλαδή την καταγγελία με την οποία ο ανύπαντρος δικαζόταν δημόσια επειδή δεν
παντρεύτηκε, επειδή άργησε να παντρευτεί (δίκη οψιγαμίου), ακόμα και
διότι παντρεύτηκε αταίριαστα (δίκη κακογαμίου). Στη Ρώμη, με απόφαση του
τιμητή επέβαλλαν πρόστιμο στους άγαμους (Βαλέριος Μάξιμος, 2, 9˙ Α. Γέλλιος, 1,
6 & 2, 15). «Κατά τον χειμώνα οι άρχοντες διέτασσον τους αγάμους να περιέρχωνται
γυμνοί κυκλικώς την αγοράν, αυτοί δε, καθ’ όν χρόνον περιεφέροντο, απήγγελλον
τραγουδούντες έν ποίημα, το οποίον είχε κατασκευασθή δια την ιδικήν των
περίπτωσιν, ότι δηλαδή δικαίως υποβάλλονται εις αυτήν την τιμωρίαν, διότι
επιδεικνύουν ανυπακοήν εις τους νόμους της πατρίδος. Επίσης οι άγαμοι είχον
αποστερηθή των τιμητικών διακρίσεων και των περιποιήσεων, τας οποίας οι νέοι
εσυνήθιζον να προσφέρουν εις τους μεγαλύτερους των κατά την ηλικίαν»
(Πλούταρχου, Λυκούργος, 15). Όσο για τη γυναίκα, αυτή παντρευόταν όποιον
διάλεγαν οι δικοί της (Ναυμάχιος στον Στοβαίο, στίχ. 12 των Γαμικών
Παραγγελμάτων· Πλάτωνα, Νόμοι 774e·
Ξενοφώντα, Οικονομικός, 7, 10-11). Ωστόσο
επιστρατεύονται διαφορα παραμύθια, για να καταδειχθεί ο δήθεν σκοταδισμός του
Χριστιανισμού, από τους πιο διαφορετικούς ημιμαθείς, από αντιχριστιανούς πολυθεϊστές έως
Νεοέλληνες "ευρωπαϊστές". Λες και στην Αρχαιότητα δεν επικρατούσε το ίδιο
πράγμα, ελαφρώς πιο σοβινιστικό. (24/2/2007)
Σεξ και Χριστιανισμός.
Πόσο απόμακρες μοιάζουν οι συμβουλές "ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου". Πόσο απόμακρες μοιάζουν οι συμβουλές των Πατέρων του 4ου αιώνα προς τους γονείς να βρίσκουν γρήγορα γυναίκα στο παιδί τους, "για να μη πορνεύσει". Φαντάζεται κανείς να έπιανε ο γονιός τη λίστα συνοικεσίων για τον 20χρονο γιο του; Φαντάζεται κανείς πόσοι θα σπούδαζαν με βάση το πρώτο ρητό; "Δοκιμάσαμε κάθε πιθανότητα της χριστιανικής ζωής, την πιο αυστηρή, την πιο επιεική, την πιο αθώα και την πιο εκούσια, ακόμα και την πιο φρόνιμη", γράφει ο Νίτσε. Και οι δύο χριστιανικές προτάσεις στο σήμερα φαντάζουν τόσο αφελείς (όπως και οι αχριστιανικές απελευθερωτικές ίσως), η μια να ζητά την εφαρμογή του "γράμματος", η άλλη να μιλά για σχέσεις και εκστατικά-εξωτικά βιώματα που καμμία σχέση με την πραγματικότητα δεν έχουν, ώστε είναι να απελπίζεται κανείς, εάν δεν διατηρεί το χιούμορ του.
Δηλαδή, σύμφωνα με τους πρώτους ο εκδικητικός Θεός δεν ευλογεί τη σχέση τους αν αυτοί, για οποιοδήποτε λόγο, έστω οικονομικό, αδυνατούν να συνταιριάξουν τις ζωές τους, γιατί θεωρεί ότι δεν τον θέλουν. Οι οπαδοί αυτής της αντίληψης είναι ικανοί να μετρούν τα λεπτά και τα δεπτερόλεπτα πριν το γάμο, ώστε να δηλώσουν ότι λ.χ. η συνουσία 5 λεπτά πριν το γάμο συνιστά αμαρτία φοβερή, ενώ 5 λεπτά μετά δεν συνιστά αμαρτία. Τα τερτίπια τους φυσικά δεν τα αντιλαμβάνονται οι ίδιοι, αφού αφενός – στην περίπτωση αυτή λ.χ. – εμμένουν στην αυστηρή τήρηση των κανόνων, ενώ αφετέρου είναι ικανοί να κάνουν «γαργάρα» το γεγονός ότι ενώ ο Χριστός απαγόρευσε το διαζύγιο, η Εκκλησία δέχτηκε και δεύτερο και τρίτο γάμο, παραμερίζοντας τις ρητές απόψεις (χάριν «οικονομίας», φυσικά, όταν δεν είναι εφικτή η συμβίωση) του ιδρυτή της. Όπου λοιπόν τους καπνίζει τηρούν απαρέγκλιτα το «δόγμα» και φρίττουν στην ιδέα της συνουσίας δυο μονογαμικά ερωτευμένων ατόμων πριν το γάμο, ενώ όπου όχι, τότε δημιουργούν ό,τι δόγμα θέλουν, λόγω "ανθρωπιάς".
Και πόσο
περίεργα είναι επίσης τα νεορθόδοξα τερτίπια που τάχα αποσυμβολίζουν την έκσταση, το εξωτικό στοιχείο
του "γράμματος", που ώς τώρα δήθεν δεν το ήξερε κανείς, προκειμένου να κερδίσουν
κανέναν πιστό παραπάνω. Μια μεταμόρφωση της ξερής σχέσης μέσω μιας ευλογίας σε
ακαταλαβίστικα ελληνικά και να! το ζευγάρι που ώς τότε ήταν ιδιοτελές και
αδιάφορο για το Είναι του Άλλου, τώρα κοιτιέται "μεταμορφωμένο" μέσα στο φως,
τώρα ασκείται στο άθλημα της υπηρεσίας για τον Άλλον (το ότι η σεξουαλική αγάπη
είναι αποκλειστική, εχθρική - διώχνει τους άλλους, πόσο χριστιανικό -
αυτό περνάει στο ντούκου, όταν μιλάμε για τόσο υψηλές "αγαπητικές σχέσεις"). Τι
ελευθερία του ήθους, με ξεψαρωτικές δηλώσεις "ανηθικότητας". Ωστόσο ο μηχανισμός της
ιδιοτέλειας εξηγεί πολύ καλλίτερα την έλξη και την αφοσίωση παρά τα νερουλά νεορθόδοξα, τα οποία στο κάτω-κάτω πηγαίνουν 100% εναντίον τής έως τώρα,
εξαρχής, επίσημης χριστιανικής αντίληψης περί σεξ. (23/2/2007)
Κατά τον Θ. Ζιάκα «όσοι εξιδανικεύουν την αρχαιότητα», «βλέπουν το αντιερωτικό κέλυφος του μεσαιωνικού και του νεωτερικού χριστιανισμού και βγάζουν αναχρονιστικά συμπεράσματα. ((30) Για να ισιώσεις ένα στραβό ραβδί πρέπει να το λυγίσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο χριστιανισμός, παρατηρεί ο Βίλχελμ Ράιχ, όντας μια θρησκεία αγάπης, κινδύνευε, αν δεν έπαιρνε τα μέτρα του, να μετατραπεί σε θρησκεία οίκου ανοχής, καθώς ερχόταν σε επαφή με το σεξουαλικώς παθολογικό περιβάλλον τού ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το «λύγισμα του ραβδιού» προς την αντίθετη κατεύθυνση ήταν αναγκαίο. Κι αυτό ακριβώς έκαναν ο Απόστολος Παύλος και οι διάδοχοί του. Η παγίωση της μετάπτωσης στο άλλο άκρο είναι μεταγενέστερη εξέλιξη. Πραγματοποιήθηκε βαθμιαία, καθώς η Εκκλησία συγχωνευόταν με το κράτος (ή η ίδια γινόταν κράτος, όπως στη Δύση). Το αντιερωτικό κέλυφος είναι στοιχείο της εξουσιαστικής θωράκισης του συλλογικού μηχανισμού και συμβαδίζει με την αυτονόμηση των φορέων του από τη λαϊκή βάση τους» (Η έκλειψη του υποκειμένου, σ. 287). Αφήνοντας κατά μέρος το αβάσιμο μα σκόπιμο μάντρωμα για λόγους πολεμικής (=«όσοι βλέπουν τον αντιερωτισμό του Χριστιανισμού εξιδανικεύουν την αρχαιότητα») παρατηρούμε τα εξής. Εάν μερικοί δεν θέλουν να κάνουν τη διάκριση μεταξύ Χριστιανισμού του Ιησού και Χριστιανισμού του Παύλου (η οποία είναι αβάσιμη, αφού ο απ. Παύλος δεν λέει τίποτα διαφορετικό από τον Χριστό), δηλαδή εάν δεν θέλουν να μην είναι Χριστιανοί, τότε πρέπει να αντιληφθούν ότι το «λύγισμα του ραβδιού» έγινε ευθύς εξαρχής κι όχι αργότερα από τον απ. Παύλο και τους διαδόχους του· η δε «παγίωση της μετάπτωσης» δεν έγινε όταν η Εκκλησία συγχωνευόταν με το κράτος ή γινόταν κράτος (δηλ. από τα 320 μ.Χ. και μετά), αλλά πολύ πιο πριν, στους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ. Άλλωστε η ηθική του ιουδαϊκού και δη του προπαύλειου Χριστιανισμού ήταν (και θεωρούνταν αυτονόητη από τους πρωτοχριστιανούς) η αυστηρή ιουδαϊκή ηθική· δεν χρειαζόταν λοιπόν αρχικώς ρητές διευκρινίσεις/απαγορεύσεις, εκεί όπου το αυτονόητο ήταν εξαρχής και στον πυρήνα του «αντιερωτικό», αλλά οι παύλειες απαγορεύσεις ήρθαν ως επιβεβαίωση της επικράτησης και συνέχειας της αυστηρής ιουδαϊκής ηθικής, όταν ο Χριστιανισμός πρωτοκηρύττονταν στους εθνικούς. Το αντιερωτικό «κέλυφος», που δεν συνιστά κέλυφος αλλά τον πυρήνα, λοιπόν, δεν είναι ούτε στοιχείο εξουσιαστικής θωράκισης του συλλογικού μηχανισμού ούτε συμβαδίζει με την μεταγενέστερη αυτονόμηση της ιεραρχίας από τη λαϊκή εκκλησιαστική βάση. Γιατί, πώς γίνεται να θεωρείται κάτι «μεταγενέστερο κέλυφος», την στιγμή που υπήρχε εξαρχής και εξαρχής θεωρείτο αυτονόητο; Επίσης πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτός ο απολογητικός σχετικισμός (=«μη βαράτε, δεν είναι απόλυτες οι σεξουαλικές απαγορεύσεις του Χριστιανισμού») (ασφαλώς για λόγους προσέλκυσης των νέων ανθρώπων) θα έπρεπε να οδηγήσει τους υποστηρικτές του, εφόσον η σημερινή εποχή είναι (σχεδόν) εξίσου σαρκολατρική και πανσεξουαλική όπως η ύστερη ρωμαϊκή, να υιοθετήσουν την σκληρή παύλεια γραμμή, να την επαναφέρουν, ώστε να «ισιώσουν το ραβδί» το οποίο ξαναστράβωσε. Θα έπρεπε κοντολογίς να γίνουν «Ταλιμπάν», αντί να κατηγορούν τους ασεξουαλικούς «ευσεβιστές» Ορθόδοξους για παρανόηση ή διαστρέβλωση της χριστιανικής-ευαγγελικής αντίληψης για τα αφροδίσια. Δεν το πράττουν όμως.
Ο "χριστιανικός" σχετικισμός προσπαθεί, προκειμένου να εξαντικειμενικευθεί οριστικά κι έτσι να γίνει ελκυστικός, να σχετικοποιήσει τις ρητές απαγορεύσεις τις Καινής Διαθήκης. Έτσι διαβάζουμε πως «όπως έχει παρατηρηθεί οι όροι «μοιχεία» και «πορνεία» έχουν στο Ευαγγέλιο μια απόλυτη σημασία: Πορνεία είναι η δίχως έρωτα σχέση. Μοιχεία είναι να απιστείς όταν ο (η) σύντροφός σου σε αγαπά. Ο όρος περιλαμβάνει και την ενδιάθετη απιστία» (Ζιάκα, Πέρα από το Άτομο, σ. 111). Για λόγους άμβλυνσης των εντυπώσεων δεν διευκρινίζεται ότι η μοιχεία και η πορνεία στην Κ. Διαθήκη αναφέρονται ως προς το γάμο κι όχι αορίστως προς μια (ακόμη κι εκτός χριστιανικού γάμου) σχέση ή προς μια (ακόμη και εκτός χριστιανικού γάμου) συμβίωση-«συντροφία». Άλλο όμως να αναφέρονται η μοιχεία/πορνεία προς μια σχέση ή συντροφία ακόμη και εκτός γάμου κι άλλο πράγμα να αναφέρονται αποκλειστικά προς τον χριστιανικό γάμο· η δεύτερη περίπτωση αποκλείει αυτομάτως την πρώτη. Στην εκκλησιαστική παράδοση, όσο κι αν ο Ζιάκας το ερμηνεύει αλλιώς και "αντιεξουσιαστικά", ο "σύντροφος" είναι πάντοτε ο νόμιμα, δηλαδή με θρησκευτική τελετή, σύντροφος, κι όχι ο "όπως λάχει" σύντροφος. Η αοριστία ωστόσο των λέξεων «σχέση» και «σύντροφος», οι οποίες χρησιμοποιούνται, κάνει δυνατό ένα «αντιπουριτανικό» παιχνίδι. Η λεκτική αμφισημία-αοριστία του νεορθόδοξου σχετικισμού συνεπάγεται λογικά (και συνιστά ένα κωμικό παράδοξο) ότι λ.χ. μια νομότυπη («με παπά και με κουμπάρο») χριστιανική σχέση στην οποία πλέον δεν υπάρχει έρωτας ανάμεσα στο ζευγάρι, συνιστά πλέον ... πορνεία! (12/3/2007)
Λανθασμένη εἶναι ἡ
ἐπιχειρηματολογία, κυρίως τοῦ Γιανναρᾶ, βασισμένη στὸ παύλειο ρητὸ «ὁ Χριστὸς
μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν κατάρα του [ἰουδαϊκοῦ] Νόμου», ἀναφορικὰ μὲ τὴ
σεξουαλικότητα· τὸ ρητὸ αὐτὸ ἑρμηνεύεται ἀπὸ τοὺς Νεορθόδοξους ὡς ἡ ἀπόδειξη ὅτι
ὁ Χριστιανισμὸς ἐξαρχῆς ἐναντιώθηκε στὴν «εὐσεβιστικὴ» καὶ αὐστηρὴ ἠθική.
Πρόκειται γιὰ πρώτου μεγέθους παρανόηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴ
σεξουαλικότητα. Γιατὶ ἡ ἀρχικὴ καὶ ἀνέκαθεν ἑκκλησιαστικὴ ἑρμηνεία τῆς σχέσης
Νόμου καὶ Καινῆς Διαθήκης ἦταν ἡ ἄποψη ὅτι οἱ Χριστιανοὶ κάνουν περισσότερα ἀπὸ
ὅσα προστάζει ὁ Νόμος κι ὄχι ἡ νεορθόδοξη ἑρμηνεία ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν κάνουν
ὅσα προστάζει, ἀπὸ ἠθικῆς καὶ εἰδικὰ σεξουαλικῆς ἄποψης, ὁ Νόμος. Αὐτὸ μπορεῖ ν’
ἀνιχνευθεῖ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, π.χ. στὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ε’ 17-19, 27: «Μὴ
νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι
ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ
μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ
μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος
κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ' ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας
κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. (…) Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις,
Οὐ μοιχεύσεις. ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι
αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς
σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν
τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν». Δηλαδή, ἐκεῖ πού,
βάσει τοῦ Νόμου, ἀπαγορευόταν ἁπλῶς ἡ πράξη καθεαυτὴ τῆς μοιχείας,
τώρα πιὰ μὲ τὴν Καινὴ
Διαθήκη, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι λέει ὁ Νεορθόδοξος σχετικισμός, ἀπαγορεύεται καὶ ἡ
προϋπόθεση τῆς μοιχείας,
Ο Γιανναράς έχει σοβαρό πρόβλημα με την ύπαρξη εκκλησιαστικών Κανόνων που
αντιστρατεύονται στην «αντιευσεβιστική» του αντίληψη. «Βρίθουν οι Κανόνες από
τις πιο απίθανες διαστροφές, εξιδιασμένες επινοήσεις ασελγημάτων-ποικιλότροπα
εφευρήματα κτηνοβασίας, αιμομιξίας, ομοφυλοφιλίας, αυνανισμού. (…) Θεσμοποιούν
απαιτήσεις άμεμπτης κοινωνικής διαγωγής, κυρίως των κληρικών, αντικειμενοποιούν
και εκνομίζουν προϋποθέσεις εγκυρότητας μυστηρίων, ιδιαίτερα του γάμου,
επιμένουν σε λεπτομερή προγραμματισμό των σεξουαλικών σχέσεων των συζύγων» (Γιανναρά,
Ενάντια στη θρησκεία, σ. 115). Η πρώτη εντύπωση που λαμβάνει
κανείς διαβάζοντας τα παραπάνω είναι ότι, σύμφωνα με το Γιανναρά, οι παραπάνω
αναφερόμενες σεξουαλικές πρακτικές δεν υπήρχαν πριν καταχωρηθούν
(μεταξύ 3ου και
10ου αιώνα)
στους εκκλησιαστικούς
κανόνες κι ότι, επομένως, αυτοί που συνέταξαν τους εκκλησιαστικούς κανόνες ήταν
τόσο εφευρετικοί, ώστε να συμπεριλάβουν
Χρήσιμη και διδακτική, για τις σχέσεις
του ιστορικού Χριστιανισμού και του σεξ θα ήταν η παράθεση ορισμένων στοιχείων
για την σεξουαλική ζωή των Ορθόδοξων Βυζαντινών, για το βυζαντινό σεξ.
Τον 4ο αι. ο
άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος κάνει λόγο περί μαλακών ή επί της σκηνής μαλακιζομένων
νέων (PG
49, 229· 57, 427· 62, 236) και πιστοποιεί ότι στα χρόνια του πολλοί παρατούσαν
τις γυναίκες και «αρρένων σώμασιν ενύβριζον» (PG
60, 472), ότι άλλοι σκόρπιζαν την περιουσία τους «παισί πεπορνευμένοις» (PG
61, 102, 495). Προσθέτει ότι το κακό, δηλαδή η ομοφυλοφιλία «ήν εν τη συνηθεία
τη κοινή», δηλαδή ήταν κοινή συνήθεια (PG,
59, 513· 62, 706). Καταλήγει ο Χρυσόστομος ότι καταντά να είναι περιττό το γένος
των γυναικών, αφού όλα τα γυναικεία τα πράττουν οι άντρες, ότι η η παιδεραστία
στους χρόνους του ήταν νόμος στο μέσον των πόλεων (PG,
47, 361). Επίσης ο άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει άντρες οι οποίοι ούτε
άντρες ήταν ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους
άντρες (PG,
37, 1583-4). Τον ίδιο αιώνα ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει την παιδοφιλία, το ίδιο
κάνει κι ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Τον 4ο και 5ο αιώνα
επιβεβαιώνουν για την διάδοση της παιδοφιλίας και παιδεραστίας στο
Βυζάντιο-Ρωμανία ο Αμάσσειας Αστέριος, που κάνει λόγο για «ανδρογύνους ώνιον
παρέχοντας τω δήμω την ώραν» (PG,
40, 221) και ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (PG,
78, 525) καθώς και ο ασκητής Νείλος (PG,
79, 284). Τον 6ο αι. ο Ιουστινιανός ομολογεί την ύπαρξη ομοφυλοφιλίας
(JN,
2, 398). Ο ιστορικός Αγαθίας, την ίδια εποχή πιστοποιεί ότι οι άντρες «εις
αλλήλους ξείνον άγουσι γάμον», δηλαδή... παντρευόντουσαν αναμεταξύ τους
(Επίγραμμα 82). Ύπαρξη αρσενοκοιτίας και παιδοφιλίας φανερώνει ο Ιωάννης ο
Νηστευτής (PG,
88, 1912, 2893). Τον 8ο αι. ο Θεόδωρος ο Στουδίτης κάνει λόγο για
τους «ασχημοσύνην προς τους άνδρας επιδεικνυμένους» (PG,
99, 1728). Τον 9ο αι. στον Ονειροκριτικό του Αχμέτ γίνεται
μνεία για συνουσία με νέο· επίσης στην Εκλογή των νόμων του Κωνσταντίνου
Πορφυρογέννητου (PG,
113, 540). Τον 13ο αι. ο Πατριάρχης Αθανάσιος ζητεί από τον
αυτοκράτορα να μη μένουν ατιμώρητοι οι ομοφυλόφιλοι, δείγμα ότι υπήρχαν πολλοί
τέτοιοι (Μανουήλ Γεδεών, Κανονικαί διατάξεις, 2, 46). Τον 15ο αι. ο
Ιωσήφ Βρυέννιος φρονεί ότι το Βυζάντιο κατέρρεε επειδή οι άνθρωποι ήταν «αρρενομανίαις
εγκείμενοι» (Τίνες αι αιτίε των καθ’ ημάς λυπηρών, 3, 119). Τα ίδια
πίστευε κι ο Γεωργηλάς (Ιστορική εξήγησις περί Βελισσαρίου, 816) και ο
Μανόλης Σκλάβος (Η συμφορά της Κρήτης, 149). Ο Κύπριος Λεόντιος Μαχαιράς,
τον ίδιο αιώνα, πιστοποιεί ότι την ομοφυλοφιλία συνήθιζαν πολύ οι κάτοικοι της
Αμμοχώστου (Χρονικό, 1, 464, 32).
Για ευνούχους και συνουσία
με ευνούχους γίνεται μνεία τον 5ο αι. από τον άγιο Κύριλλο που λέει
ότι «τα των γυναικών έπασχον μετ’ ανδρών ως γυναίκες μαλακώς ευναζόμενοι» (Σουΐδας,
λ. σπαδώνες), τον 6ο αι. ο Ιωάννης ο Νηστευτής κάνει λόγο επίσης (PG,
88, 1921). Τον 5ο αι. ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο μικρός «εφίλει έρωτι
Χρυσάφιον κουβικουλάριον ως πάνυ ευπρεπή όντα» (Μαλάλα, Χρονογραφία, 363,
3). Τον 6ο αι. ο ύπαρχος του Ιουστινιανού Ιωάννης ο Καππαδόκης
μαρτυρείται ότι «ετρύφα μειρακίοις ψιλοίς και μήπω λείω του σώματος αρρενοφανέσι»
(Λυδού, Περί αρχών, 3, 62). Επίσης πολλοί άρχοντες και αρχιερείς βρέθηκαν
ομοφυλόφιλοι επί Ιουστιανιανού (Γεώργιου Μοναχού, Χρονικόν, 2, 645). Τον
9ο αι. στον Ονειροκριτικό (κεφ. 128) του Αχμέτ αναφέρεται
συνουσία με ευνούχο. Στα Βασιλικά, συλλογή νόμων, γίνεται αναφορά σε
όσους ευνουχίζουν άλλους λόγω φιληδονίας.
Για πρωκτική συνουσία
γυναικών κάνουν λόγο τον 4ο αι. ο Γρηγόριος Νύσσης (PG,
46, 528) και Μέγας Βασίλειος
(PG,
31, 449), τον 9ο αι. η συλλογή νόμων Βασιλικά (60, 21, 9). Τον
10ο αι. ο Ιωάννης Τζέτζης γράφει ότι μια γυναίκα «από τριών ειργάζετο
οπών την εργασίαν» (Χιλιάδες, 6, 36, 36), δηλαδή συνουσιαζόταν από τρεις
οπές. Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι οι συγγραφείς ήταν απλώς ευφάνταστοι και
δεν έγραφαν για πράγματα που έβλεπαν καθημερινά στο Βυζάντιο.
Για γυναικείο αυνανισμό, τον
6ο αι. ο Ιωάννης ο Νηστευτής γράφει «ουδέ μην και μαλακίζονται αι
γυναίκες, ως οι άνδρες» (PG,
88, 1094). Ο Βασίλειος, μαθητής του Μεγάλου Βασιλείου (4ος αι.)
γράφει ότι και οι παρθένες αυνανίζονταν όπως οι άντρες. Σε μεταγενέστερο
βυζαντινό νομοκανόνα σημειώνεται «όταν αι γυναίκες μαλακισθώσιν ατές τους ώσπερ
και οι άνδρες» (χειρ. Εθν. Βιβλ. Αθηνών, αρ. 673, φ. 194β). Ο βυζαντινός
σχολιαστής των Ιππέων του Αριστοφάνη (στ. 25) γράφει «οι γαρ απτόμενοι των
αιδοίων ουχ ως ήρξαντο, αλλά σπουδαιότερον κινούσιν εκπυρούμενοι τη συνεχεία της
κινήσεως». Τον 16ο αι. στον Έπαινο των ευγενικών γυναικών
αναφέρεται ότι υπάρχουν γυναίκες που «κάμνουσίν το μοναχές των» (στ. 675).
Στην Αφήγησιν παράξενον
του Σαχλίκη (στ. 682) αναφέρεται ότι πολλές γυναίκες όχι μόνο δεν πλήρωναν τους
εραστές τους, αλλά τους πλήρωναν αυτές. Άλλες συνευρίσκονταν με ευνούχους, όπως
παρατηρεί το Πηδάλιο.
Μια βυζαντινή συνταγή, με τη
βοήθεια της οποίας οι άλλοτε παρθένες Βυζαντινές προσπαθούσαν να φαίνονται
παρθένες, γράφει «σύμφυτον βοτάνην λειώσας υπόθες ή στυπτηρίαν σχιστήν μετά
δάφνης φύλλου ζέσας προσκλύζου». Στο μεταγενέστερο Συναξάριον των ευγενικών
γυναικών (στ. 660) οι γυναίκες θέλουν να κρύψουν το γεγονός της συνουσίας
και «βάνουν, κλείουν και ματώνουν και την τρύπα τους ορθώνουν».
Τον 4ο αι. ο
Χρυσόστομος αναφέρει την ζωοφιλία γράφοντας για άντρες «πολλούς ευρίσκομεν
γυναίκας παρατρέχοντας, αλόγοις δε μιγνυμένους» (PG,
60, 472). Επίσης αναφέρει ο Χρυσόστομος γυναίκες που συνουσιάζονταν με ζώα (PG,
60, 472). Ο Γρηγόριος ο Νύσσης κάνει λόγο επίσης, στον 4ο κανόνα του,
όπως κι ο Μέγας Βασίλειος (PG,
138, 608). Τον 6ο
αι. ο Ιωάννης Νηστευτής κάνει λόγο «περί κτηνοβασίας και ορνεοβασίας» (PG,
88, 1893, 1912, 1921). Τον 12ο αι. ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης
αναφέρεται στην γυναικεία ζωοφιλία γράφοντας «πεπείραται γουν και της του νυν
γένους γυνή κυνός ευγενούς έρωτι κατασχεθείσα και χρωτιζομένη τω κακώ» (ΕΠ,
1166, 28). Τον 15ο αι. κάνει λόγο ο Ιωσήφ Βρυέννιος για τους «ζωοφθορίας εγκειμένους» (ό.π., 3, 119). Τον 15ο αι. επίσης ο Κρητικός Στέφανος
Σαχλίκης χαρακτηρίζει κάποια γυναίκα ως εχνιογαμημένην, συνουσιαζόμενη με
ζώα δηλαδή (Γραφαί και στίχοι και ερμηνείε, στ. 170).
Παρ’ ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία
απαγόρευε το συλλούσιμο γυναικών και αντρών, τον 12ο αι. στο
Βυζάντιο-Ρωμανία έβλεπε κανείς να συλλούζονται τα αντρόγυνα στα δημόσια λουτρά,
όπως παρατηρεί ο Θ. Βαλσαμών (στο Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα, 2, 484).
Για μάλαξη των γυναικείων
στηθών, για χειρονακτικό ερεθισμό του γυναικείου αιδοίου, για φίλημα του πέους,
πεολειχία και αιδοιολειχία στο Βυζάντιο-Ρωμανία κάνουν λόγο τον 4ο
αι. ο Χρυσόστομος (PG,
61, 607), τον 6ο αι. ο ιστορικός Αγαθίας (Παλατινή Ανθολογία,
I,
271, 289) και ο ποιητής αυλικός Παύλος Σιλεντιάριος (ΠΑ,
V,
294), ο Νικηφόρος πρεσβύτερος Κων/πολης (Βίος Ανδρέου του κατά Χριστόν σαλού
(PG,
111, 643)), τον 9ο αι. ο Αχμέτ στον Ονειροκριτικό του (κεφ.
128, σ. 79) και τον 12ο αι. ο Θεόδωρος Βαλσαμών (βλ. Ράλλη-Ποτλή,
Σύνταγμα, 4, 229-30).
Στο ιπποτικό βυζαντινό
μυθιστόρημα του 12ου αι. Καλλίμαχος και Χρυσορρόη,
περιλαμβάνονται ερωτικές σκηνές που δεν προϋποθέτουν τον απαραίτητο για τα ήθη
της εποχής γάμο, ωστόσο ο ποιητής τις αναφέρει δίχως καμμία ντροπή ή κατάκριση.
Ο Νικηφόρος Βασιλάκης, κληρικός και ιεροκήρυκας στην Αγία Σοφία, σε μια
«ηθοποιία» («ηθοποιία» ήταν ένα ρητορικό προγύμνασμα όπου ένας μαθητής
αναλαμβάνει να παρουσιάσει μια ιστορική ή μυθική προσωπικότητα με τον πιο
ολοκληρωμένο τρόπο) του με τον τίτλο «Τι είπε η Πασιφάη όταν ερωτεύτηκε τον
ταύρο» περιγράφει την ακαταμάχητη ερωτική έλξη της Πασιφάης για τον ταύρο
γράφοντας, μεταξύ άλλων: «δεν ντρέπομαι γι’ αυτή την αγάπη, σαν να ήταν αφύσικη.
Και η Ευρώπη αγάπησε έναν ταύρο και μια άλλη κοπέλα ένα άλογο....ζηλεύω την
αγελάδα..έχει την τύχη να έχει τέτοιον εραστή...ό,τι ακολουθήσει δεν θα αφορά
κανέναν άλλο εκτός από εμένα την ίδια και τον θεό Έρωτα».
Τα βυζαντινά σπίτια ήταν
γεμάτα από ζωγραφιές στους τοίχους οι οποίες απεικόνιζαν σεξουαλικές σκηνές ή
γυμνές γυναίκες, Σάτυρους, την Αφροδίτη με τον Άρη κ.λπ. Τον 4ο αι. ο
Γρηγόριος Νύσσης αναφέρεται στις ζωγραφιές αυτές οι οποίες ήταν «της εμπαθούς
ηδονής υπεκκαύματα απογυμνούσης της τέχνης, από μιμήσεως τα αθέατα» (PG,
44, 345, 656). Η απεικόνιση αυτή πρέπει να εξακολουθούσε και αργότερα, αφού η εν
Τρούλλω σύνοδος, στα τέλη του 7ου αι., την απαγόρευε. Στον 100ο
κανόνα της συνόδου αυτής διαβάζουμε «τας την όρασιν καταγοητευούσας γραφάς είτε
εν πίναξιν είτε άλλως πως ανατιθεμένας και τον νουν διαφθειρούσας και κινούσας
προς τα των αισχρών ηδονών υπεκκαύματα...». Τη συνέχιση όμως του εθίμου αυτού
πιστοποιεί τον 8ο αι. η σύνοδος του 789 που κάνει λόγο για όσους
ζωγραφίζουν «σχήματα πορνικά και θεάματα». Τον 10ο αι. έχουμε τη
μαρτυρία του Συμεών του Μεταφραστού, ο οποίος γράφει «αι προς τα αισχρά κινούσαι
την όρασιν γραφαί, αζωγράφητοι» (Επιτομή κανόνων,
PG,
114, 292). Τον 12ο αι. ο Θ. Βαλσαμών επεξηγώντας τους σχετικούς
κανόνες γράφει ότι οι ερωτομανείς απεικόνιζαν σε πίνακες ή σε τοίχους ερωτίδια
«ή και τινα έτερα μυσαρά, όπως τας σαρκικάς αυτών επιθυμίας δια της προς τούτο
οράσεως εκπεραίνωσιν» (βλ. Ράλλη-Ποτλή, Σύνταγμα, 2, 545-6) και
πιστοποιεί ότι και στα χρόνια του γινόταν αυτή η συνήθεια, γράφοντας «παρά τοις
οίκοις πλουσίων τινών γραφαί τοιαύται, και ταύτα χρυσόπαστοι, μετά πάσης
ασχημοσύνης εξεικονίζονται».
Τι προκύπτει από τα
παραπάνω; Αναφορικά με τους Νεορθόδοξους προκύπτει ότι διόλου εποχή ηθικής
κάθαρσης (που τάχα επακολούθησε την διεφθαρμένη παγανιστική Αρχαιότητα) δεν ήταν
το «προσωποκεντρικό» Βυζάντιο. Όσα παραθέσαμε δείχνουν, όπως και για τις
εκστατικές και μυστικιστικές προσωποκεντρικές κοσμοθεωρήσεις, ότι ο
Χριστιανισμός δεν είχε παρά ελάχιστη απήχηση στη σεξουαλική ζωή των Βυζαντινών,
παρ’ όλο που αυτοί ήταν συνειδητά και ειλικρινώς Χριστιανοί, κι επομένως
ισχυρισμοί τύπου «όλοι είχαν τότε καημό ν’ αγιάσουν» (=να γίνουν «Πρόσωπα»)
καταρρίπτονται ακόμη μια φορά, δηλαδή ακόμη περισσότερο. Άλλους καημούς βλέπουμε
να είχαν οι Βυζαντινοί. Αναφορικά με τους Ορθόδοξους του κατηχητικού και τους
συντηρητικούς που ονειρεύονται «ορθόδοξους ηγεμόνες» οι οποίοι θα βάλουν τα
πράγματα στη θέση τους και θα επιστρέψουμε στο ηθικό, ορθοδοξότατο Βυζάντιο και
στο φρόνημα των Πατέρων που επικρατούσε τάχα τότε, παρατηρούμε ότι μόνο ηθικό
δεν μπορεί να αποκαλείται το Βυζάντιο κι επομένως το πρότυπό των συντηρητικών
είναι αναληθές· θέλουν την επιστροφή σε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ, σε μια εποχή
τάχα αγνότητας, παρθενίας και ευλάβειας. Τι σχέση είχαν με τη βυζαντινή
πραγματικότητα οι απόψεις των Πατέρων που θεωρούσαν ότι η παρθενία είναι
καλύτερη και ανώτερη του, επίσης καλού βεβαίως, γάμου; Τέλος, αναφορικά με τους
ποικίλους «αντιβυζαντινούς» (παγανιστές,
"διαφωτιστές"
κ.λπ.) που κάνουν λόγο για
Μεσαίωνα και σκοτεινό παπαδοκρατούμενο Βυζάντιο, πρέπει να κάνουμε λόγο για την
γνωστή αμάθειά τους και άγνοια της ιστορίας κι έτσι να μη χρειάζεται να
ασχοληθούμε στα σοβαρά άλλο μαζί τους. (6/4/2007).
* * *
ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ
σκεπτικισμός της ύπαρξης.
Υπάρχουμε στ’ αλήθεια ή όσα
βλέπουμε είναι ψέμα και αυταπάτη; Ο σκεπτικός θα έλεγε πως δεν ξέρει και επέχει.
Είτε θα υπάρχουμε είτε όχι, νομίζω είναι το λογικό. Έστω ότι δεν υπάρχουμε, ότι
δεν υπάρχει τίποτα. Επόμενο βήμα: τι είναι αυτά όλα που μας περιβάλλουν; Θα
υπάρχουν ως φανταστικά, ως πλάσμα της φαντασίας, αφού δεν υπάρχουν στην
πραγματικότητα. Μπορεί να υπάρχει είτε σκέψη είτε φαντασία είτε ιδέα δίχως
κάποιον που σκέπτεται ή που φαντάζεται ή που συλλαμβάνει όλα αυτά; Λογικά, δεν
μπορεί. Λέω λογικά, γιατί μπορεί να είναι ο άλλος μηδενιστής. Άρα υπάρχει
κάποιος που μπορεί να σκέφτεται και να φαντάζεται έναν κόσμο, τον κόσμο μας, και
στου οποίου το μυαλό υπάρχουν όλα όσα «υπάρχουν». Άρα: ο σκεπτικισμός κι ο
μηδενισμός είναι μορφές ιδεαλισμού, γιατί θα πρέπει είτε να απορρίψουν κάθε
λογική σκέψη, είτε να μεταθέσουν την αληθινή «πραγματικότητα» σε ένα άλλο
επίπεδο. Είτε υπάρχουμε αυθύπαρκτοι, είτε υπάρχει άλλο όν που δίχως να μάς
φτιάξει στα αλήθεια, μας «φαντάζεται». Αλλά ούτε σε αυτήν την περίπτωση
αναιρείται μια αντικειμενική πραγματικότητα, απλώς η ιδιότητα του αντικειμενικού
αποδίδεται στο ον που μας φαντάζεται. Αλλά αυτό δεν έχει καμμία πρακτική
σημασία. Γιατί είτε κάναμε ό,τι κάναμε χωρίς αυτό το ον είτε με αυτό το όν, τα
ίδια θα κάναμε.
σκεπτικισμός γνωσιολογικός και σκεπτικισμός αξιολογικός.
Δεν είναι σωστό να ταυτίζουμε τα
δύο αυτά είδη σκεπτικισμού. Στην πραγματικότητα είναι λογικό λάθος. Γιατί αν
δεχτούμε τον γνωσιολογικό σκεπτικισμό και αρνηθούμε την δυνατότητα γνώσης εκ των
προτέρων, τότε πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι οι αξίες είναι σχετικές ή
ανύπαρκτες; Ο γνωσιολογικός σκεπτικός δεν μπορεί να είναι και αξιολογικά
σκεπτικός, ενώ ο αξιολογικά σκεπτικός μπορεί να είναι τέτοιος μόνο εάν δεν είναι
γνωσιολογικά σκεπτικός. Άλλωστε, όπως έχουμε αναφέρει (α’ μέρος,
«Αγνωστικισμός») ο σκεπτικισμός-αγνωστικισμός χρησιμοποιήθηκε και από την
Εκκλησία ώστε να καταδειχθεί η ασημαντότητα της (ή ανικανότητα για την) γνώσης
του υλικού κόσμου. Ο ταυτόχρονος αξιολογικός και γνωσιολογικός σκεπτικισμός και
λογικά εσφαλμένος είναι και άγονος. (6/1/2007)
σκεπτικισμός χριστιανικός και διαφωτιστικός.
Ο θύραθεν σκεπτικισμός
αρνείται τον ισχυρισμό ότι ο άνθρωπος, η νόηση ή αισθήσεις του, μπορεί να
γνωρίσει οριστικά τις έσχατες αλήθειες του κόσμου αυτού. Σκοπός του
επιχειρήματος αυτού είναι τόσο η άρνηση του ιδεαλισμού όσο και του «θετικισμού».
Ένα παρόμοιο επιχείρημα έχει χρησιμοποιήσει και η παράταξη των πιστών, με
αντίθετες προθέσεις φυσικά: το επιχείρημα των Χριστιανών λέει ότι αφού η νόηση
αδυνατεί έτσι κι αλλιώς να γνωρίσει την αλήθεια για τον κόσμο, τότε απομένει η
χριστιανική πίστη ως μόνη διέξοδος «γνώσης» για τον άνθρωπο. Ωστόσο το
επιχείρημα αυτό προϋποθέτει ένα διπλό λογικό άλμα. Πρώτον ότι (ξέρουμε πως)
υπάρχουν έσχατες αλήθειες, ώστε η πίστη υποδεικνύοντάς τες να υποδεικνύει κάτι
αληθινό. Δεύτερον ότι το περιεχόμενο της πίστης είναι το χριστιανικό κι όχι
κάποιας άλλης θρησκείας. Ωστόσο, η πρώτη προϋπόθεση συνεπάγεται ότι υπάρχει κάτι
άλλο πέραν της πίστης, το οποίο μάς γνωστοποιεί πως υπάρχουν έσχατες αλήθειες.
Γιατί δεν θα μπορούσε η πίστη να ανακοινώνει κάποιες αλήθειες, εάν δεν έχει
βεβαιωθεί πρώτα πως υπάρχουν έσχατες αλήθειες. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι εξίσου
αναπόδεικτη λογικά. Γιατί, ακόμη κι αν υπήρχαν έσχατες αλήθειες, κι όλοι το
αποδέχονταν, δεν θα συμφωνούσαν όλοι ποιες είναι αυτές. Τυπικός εκπρόσωπος της
συμμαχίας χριστιανισμού-σκεπτικισμού στην νεώτερη εποχή είναι ο Πασκάλ, ο οποίος
όμως δεν ασχολείται με την συναγωγή από την αποδοχή της Μεταφυσικής της ειδικής
αλήθειας του Χριστιανισμού· έτσι η απολογητική του είναι ελλειπής. Και γενικά
τέτοιες συμμαχίες είναι πρόσκαιρες, αφού ο σκεπτικισμός χρησιμοποιείται εξίσου
καλά από τους πολέμιους του Χριστιανισμού.
Συγκεκριμένα οι Διαφωτιστές επιστράτευσαν εναντίον του χριστιανικού ισχυρισμού της Μίας αλήθειας έναν γεωγραφικό ή ιστορικό-κοινωνιολογικό σχετικισμό, ο οποίος υποτίθεται ότι καταδείκνυε την αποφασιστική επιρροή αυτών των εγκόσμιων παραγόντων στην διαμόρφωση της θρησκευτικής πίστης και αλήθειας, ώστε να υποσκάψουν τις χριστιανικές αξιώσεις αλήθειας και ισχύος. Ταυτόχρονα οι ίδιοι Διαφωτιστές καταπολεμούσαν το περιεχόμενο της χριστιανικής-ασκητικής ηθικής και της εκκλησιαστικής πρακτικής επικαλούμενοι οικουμενικές αντιλήψεις και αρχές περί Μίας Αλήθειας.
Νέες δόξες πάντως γνωρίζει ο χριστιανικός σκεπτικισμός χάρι στην αρχή της απροσδιοριστίας, χάρη στα κβάντα και χάρη στις πιθανότητες. Μπορεί να ισχυρίζεται ότι πίσω από αυτά κρύβεται ένας Θεός που επεμβαίνει κάθε στιγμή στον κόσμο και επεμβαίνοντας τον διατηρεί σε ύπαρξη. Τέτοιες απόψεις δεν αποδεικνύονται αλλά ούτε και αναιρούνται. Ο κίνδυνος από μία τέτοια θέση γι’ αυτόν που την υποστηρίζει είναι ότι και οι υπόλοιποι μπορούν να αρχίσουν να υποστηρίζουν κάθε λογής αναπόδεικτες αλλά μη αναιρούμενες ταυτόχρονα απόψεις κι έτσι να «πνιγεί» η δική του θέση μέσα σε έναν ωκεανό απόψεων που έχουν την ίδια αιτιολόγηση. Το πλεονέκτημα από μια τέτοια θέση γι’ αυτόν που την υποστηρίζει είναι ότι κατορθώνει να μειώσει-εξουδετερώσει την αντίληψη που έχουν οι πολέμιοι της θέσης του, ότι τάχα έχουν με το μέρος τους την επιστήμη και την αντικειμενική αλήθεια, ενώ αυτός την ρηχή πίστη· γιατί, αν αποδειχθεί ή γίνει γενικά παραδεκτό ότι «όλες οι απόψεις είναι πίστη, ακόμη και των αθεϊστών-αντιχριστιανών, κι όχι επιστημονική αλήθεια», τότε οι τελευταίοι δεν μπορούν να έχουν αυτό το ψωροπερήφανο ύφος του υπερασπιστή της Λογικής. Ασφαλώς αυτή η παραδοχή οδηγεί σε έναν σχετικισμό («όλες οι απόψεις είναι εξίσου πίστη»), όμως για τον Χριστιανό ο μεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στην υλιστική κριτική που φορά το φόρεμα της επιστημοσύνης-αντικειμενικότητας κι όχι στον συναγωνισμό λ.χ. με το Ισλάμ υπό συνθήκες σχετικισμού. Στο επίπεδο του συναγωνισμού με τις άλλες πίστεις ο Χριστιανισμός θα ξεχάσει τον παραπάνω σκεπτικισμό και θα αναφερθεί στα αντικειμενικά πειστήρια (θαύματα κ.λπ.) που αποδεικνύουν την αντικειμενική υπεροχή του. Έτσι όμως επαναφέρει εμμέσως το κριτήριο της επιστήμης-αντικειμενικότητας (έστω και υπό μία άλλη μορφή).
Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι τόσο ο Χριστιανισμός όσο και η θύραθεν αντιχριστιανική φιλοσοφία μπορούσαν και μπορούν να εκμεταλλεύονται τις κρατούσες επιστημονικές αντιλήψεις για τον κόσμο και τους φυσικούς νόμους με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμη κι αν οι τελευταίες άλλαζαν, να εξάγεται πάντα το συμπέρασμα ότι ο Χριστιανισμός και ο θύραθεν αντιχριστιανισμός έχουν αντίστοιχα δίκαιο. Έτσι, όταν ανακαλύφθηκε ότι υπάρχουν φυσικοί νόμοι οι οποίοι νομίζονταν αμετάβλητοι και λογικώς (=μαθηματικώς) εξηγήσιμοι, για τους Χριστιανούς αυτό συνιστούσε απόδειξη για την ύπαρξη ενός Νου, δηλαδή Θεού Δημιουργού, ο οποίος έφτιαξε φυσικούς νόμους με τέτοια τελειότητα και νομοτέλεια, ενώ για τους θύραθεν αντιχριστιανούς αυτό σήμαινε ότι η Φύση πράγματι είναι ένα αυτάρκες και έλλογο Όλον, το οποίο (αφού ήταν Όλον) δε χρειαζόταν κανέναν Θεό από πίσω του ούτε κάποιον Θεό που απαιτείται να επεμβαίνει (με χριστιανικά θαύματα κ.λπ.) στη Φύση. Από την άλλη, όταν ανακαλύφθηκε η αρχή της απροσδιοριστίας, της σχετικότητας, τα θερμοδυναμικά αξιώματα και η μη απολυτότητα των φυσικών νόμων, αυτό για τους Χριστιανούς συνεπαγόταν ότι πρέπει να υπάρχει ένας εξωκοσμικός Παρατηρητής (=Θεός) του Σύμπαντος, ο οποίος παρατηρώντας το θα το κρατά σε ύπαρξη, ότι η Φύση δεν είναι άφθαρτη, άρα δεν είναι αυτάρκες έλλογο Όλον, άρα μπορεί (ή και πρέπει) να υπάρξει ο Θεός ως αυτάρκες υπέρλογο Ον, κι ότι θεμελιώνεται η αρχή της ελευθερίας, ενώ για τους θύραθεν αντιχριστιανούς αυτό σήμαινε ότι η τύχη κυβερνά τα πάντα, άρα δεν υπάρχει (θεϊκό) Σχέδιο κι επομένως ούτε και Σχεδιαστής-Θεός, ότι η ελευθερία δεν μπορεί να βασιστεί στην τυχαιότητα, ότι ισχύει ο σχετικισμός-προοπτισμός των πάντων κι επομένως καμμία άποψη δεν μπορεί να αξιώνει κατοχή της Υπέρτατης Αλήθειας, ότι ο Λόγος δεν είναι η αρχή του Σύμπαντος. Βλέπουμε ότι ισχύει το παράδοξο, ότι είτε ισχύει η αιτιοκρατία είτε η απροσδιοριστία, είτε ισχύει η θεώρηση της Φύσης ως αυτάρκους Όλου είτε ως φθαρτού Όλου, παραδόξως οι δύο ιδεολογικοί αντίπαλοι συνάγουν το ίδιο συμπέρασμα ο καθένας κάθε φορά. (12/3/2007)
Το βέβαιο είναι ότι, από την εποχή του
Γαλιλαίου ο Θεός οφείλει να μην αναιρεί το φυσικοεπιστημονικό κοσμοείδωλο, παρά
να το ακολουθεί κατά γράμμα.
σκεπτικισμός, ιστορία και πρόοδος.
Ο σκεπτικισμός καθεαυτός αρνείται την δυνατότητα προόδου καθώς διαπιστώνει την μονιμότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο σκεπτικισμός όμως ως όπλο μπορεί να θεωρείται προοδευτικός ή οπισθοδρομικός όταν εξυπηρετεί ή αντιστέκεται στα σχέδια του καθενός. Η κυριαρχία του σκεπτικισμού καθεαυτού είναι συνήθως πολύ μικρή, στο διάστημα της μεσοβασιλείας, όταν υπάρχει κρίση των ιδεολογιών που ισχυρίζονται ότι κατέχουν την αντικειμενική αλήθεια. Αναμφίβολα ένας σκεπτικισμός για τον σκεπτικισμό, χάρη στην ειρωνία της ιστορίας, εντέλει είναι χρήσιμος, όταν κυριαρχεί, για τον μελλοντικό κυρίαρχο, ο οποίος και θα θέσει τέρμα στην κυριαρχία του σκεπτικισμού καταστέλλοντάς τον. Ωστόσο ο σκεπτικισμός εξακολουθεί να υπάρχει και στα υπόλοιπα διαστήματα της ιστορίας, πριν και μετά την ολιγόχρονη κυριαρχία του, όχι καθεαυτός πλέον, αλλά ως ιδεολογικό όπλο στα χέρια είτε του νέου απόλυτου κυρίαρχου (μετά τη λήξη της σκεπτικιστικής περιόδου) είτε στα χέρια του απειλούμενου κυρίαρχου και του απειλητικού αντιρρησία (πριν την έναρξη της σκεπτικιστικής περιόδου) και χρησιμοποιείται με τη γνωστή μονοπλευρικότητα προς ιδίον όφελος. (12/3/2207)
* * *
ΣΥΓΓΝΩΜΗ-ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ-ΕΚΔΙΚΗΣΗ
Η
συγχώρεση δεν έχει κανένα νόημα όταν δίνεται δίχως να ζητείται, γιατί τότε είναι
ελιτιστική. Επίσης μάταιη, όταν ζητείται πολύ αργά, γιατί είναι εντελώς «δωρεάν»
και άχρηστη. Μάταιη κι όταν ζητείται επειδή ο φταίχτης «πιάστηκε στα πράσα» και
δεν μπορεί να γλιτώσει αλλιώς. Στην τελευταία περίπτωση δεν είναι ειλικρινής,
γιατί δεν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του, παρά μόνο ότι ο θιγμένος αντιλήφθηκε πως
θίχτηκε. Είναι μάταιη η πίστη ότι μια τέτοια συγγνώμη έχει ευεργετικές
συνέπειες.
Η αίτηση συγγνώμης από μόνη της δεν αρκεί, ακόμη κι αν είναι
ειλικρινής. Κάποτε χρειάζεται και η αντίστοιχη πράξη εξιλέωσης – και κάποτε η
αντίστοιχη πράξη είναι η εξαφάνιση του φταίχτη, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα
εξιλέωσης. Αυτό το τελευταίο είναι το μόνο που μπορεί να γίνει (το οποίο ασφαλώς δεν συνιστά
άτυπη συγχώρεση εκ μέρους του θιγμένου), ειδικά όταν ο φταίχτης ζητά
μηχανικά συγγνώμη δίχως να (είναι πραγματικά πρόθυμος να) αντιληφθεί την ανοησία
των θεωρητικών προϋποθέσεών του, οι οποίες οδήγησαν στην διάπραξη του σφάλματος.
Καμώνεται πως έχει αγνή τη συνείδηση ή την πρόθεση και πως ό,τι έγινε ήταν
ατύχημα, ακριβώς επειδή (εξακολουθεί να) πιστεύει στην ανωτερότητα της «θεωρίας» του (ή του
τρόπου σκέψης του).
Η απολυτότερη μορφή άρνηση συγχώρεσης είναι η σιωπή. Το πέταγμα
«εκτός νυμφώνος». Τότε δείχνουμε στον φταίχτη ότι δεν υπάρχει καν, ότι δε μας
νοιάζει, ότι με ανόητους δεν συζητάμε άλλο. Βέβαια ο φταίχτης, είτε
μισοαντιλήφθηκε το φταίξιμό του είτε παριστάνει πως ζητά συγγνώμη, σε τέτοια
περίπτωση το καλύτερο που έχει να κάνει είναι την πάπια κι, εν τέλει, να
οχυρωθεί πίσω από την αυτοεκτίμησή του: στην έμπρακτη αδιαφορία για το φταίξιμο
και στην εξύμνηση της κοσμοθεωρητικής του στάσης. Αλλιώς ο φταίχτης θα έπρεπε να
υποφέρει ψυχικά στον αιώνα τον άπαντα, πράγμα ενάντιο στην αυτοσυντήρησή του.
Η συγχώρεση προϋποθέτει ότι πιστεύουμε πως σε μια δεύτερη ευκαιρία ο
φταίχτης δεν θα ξανακάνει τα ίδια. Η πίστη αυτή εν μέρει είναι αφελής κι εν
μέρει αβάσιμη. Είναι εν μέρει αβάσιμη γιατί μπορεί, ορισμένες φορές, μία φορά
(ένα φταίξιμο) να είναι αρκετή για να καταστρέψει τα πάντα. Είναι εν μέρει
αφελής, γιατί η δεύτερη «ευκαιρία» ποτέ δεν είναι η ίδια με την πρώτη ευκαιρία
διάπραξης εγκλήματος κι, επομένως, είναι «τζάμπα», δίχως κόστος, η μη διάπραξη
δεύτερης αδικίας και η αντίστοιχη υπόσχεση ή προσδοκία. Όταν λ.χ. κάποιος έχει
ήδη κάνει «το κομμάτι του» αδικώντας άλλον, τότε η υπόσχεση ότι δεν θα το ξανακάνει είναι
«δωρεάν», αφού το κακό (δηλαδή αυτό που θέλησε και ευχαριστήθηκε πολύ να πράξει ο
φταίχτης) έχει ήδη γίνει και είναι ανεξίτηλο.
Κι εδώ
ερχόμαστε στο κεντρικό θέμα. Το κακό είναι ανεξίτηλο στις
περισσότερες περιπτώσεις. Ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται στο μέλλον. Ούτε
αντιστρέφεται. Ούτε ξεχνιέται, παρά μόνο χάρη σε αυτεξαπάτηση. Ακόμη και στις
περιπτώσεις όπου δεν έχουμε μία μοναδιαία διάπραξη αδικίας και φαίνεται ότι το
κακό είναι μικρό, στην πραγματικότητα ενδέχεται να είναι προσθετικό. Η
αντιστροφή είναι μια μορφή εκδίκησης, η οποία κατορθώνει απλώς να θίξει τον
φταίχτη, δίχως να αποκαταστήσει τον θιγόμενο.
Η θέληση
για «συγχώρεση σε κάθε περίπτωση», είναι το ίδιο παθολογική όσο και η θέληση για
εκδίκηση ή για δικαιοσύνη. Γιατί ούτε η εκδίκηση αναπληρώνει το κακό ούτε η
δικαιοσύνη είναι κάτι άλλο πέρα από νόμιμη αποζημίωση, δηλαδή εκδίκηση, ούτε η
συγχώρεση κατορθώνει να γεφυρώσει το χάσμα. Η συγχώρεση είναι δυνατή μόνο όταν
υπάρχει κάτι υψηλότερης αξίας, στο οποίο βασισμένος ο θιγμένος θα μπορέσει να
ξεγράψει την αδικία που υπέστη. Αλλιώς είναι μια πράξη απολύτως παράλογη. Η
σιωπή είναι η πιο ακέραια στάση μετά την διάπραξη της αδικίας. Δείχνει ακριβώς
την παγερότητα και το αγεφύρωτο των κοσμοαντιλήψεων χωρίς να εκπίπτει σε
συναισθηματισμούς, θετικούς (συγχώρεση) ή αρνητικούς (εκδίκηση, δικαιοσύνη). Πιο
ακέραια στάση είναι και από την μεριά του φταίχτη η σιωπή. Δείχνει ακριβώς ότι ο
φταίχτης δεν προσπαθεί να παραστήσει τον τρελλό για να γλιτώσει τα επιτίμια, μα
ακριβώς όντας έντιμος δεν απολογείται ούτε αρνείται τώρα ό,τι πίστευε ως σωστό όταν
διέπραττε την αδικία του – γιατί στα μάτια του δεν είναι αδικία.
Ασφαλώς όλες οι μορφές αντίδρασης (συγχώρεση, εκδίκηση, δικαιοσύνη) είναι ανθρώπινες και δεν υπερέχει η μία έναντι της άλλης, λογικά τουλάχιστον. Η σιωπή δικαιολογείται όπως προαναφέραμε στη βάση της βεβαιωμένης αντιπαλότητας. Η συγχώρεση δικαιολογείται στη βάση της ύπαρξης ενός πράγματος το οποίο ενώνει τον θιγμένο και τον μετανοημένο εγκληματία. Η εκδίκηση δικαιολογείται με την υπόθεση ότι ο πόνος που νοιώθει ο αδικήσας συνεπάγεται χαρά για τον θιγμένο. Η δικαιοσύνη, τέλος, δικαιολογείται βάσει της άποψης ότι υπάρχει ένα σταθμίσιμο και γνωστό επιτίμιο, το οποίο ισοδυναμεί με το προκληθέν κακό. (29/4/2007)
Οι ενοχές είναι τις περισσότερες φορές ένας τρόπος αυτοάμυνας. Εάν δεν συντελούν στην άμεση αλλαγή συμπεριφοράς, τότε είναι επίσης χαρακτηριστικό διπροσωπίας, όχι προς εκείνον τον οποίο βλάπτουμε ή κοροϊδεύουμε, αλλά προς τον εαυτό μας. Γιατί διπρόσωπος ως προς τον εαυτό του είναι όποιος δέχεται τη σοβαρότητα μιας κατάστασης κι αμέσως μετά δεν λαμβάνει υπόψιν του τα δικά του συμπεράσματα. Οι ενοχές είναι ένας τρόπος αυτοάμυνας, υπό την έννοια ότι μέσω αυτών δίνουμε εσκεμμένα στον εαυτό μας την ψευδή εντύπωση ότι, παρ' όλο που διαπράττουμε το κακό (όπως κι αν το ορίζουμε και το δεχόμαστε εμείς που το διαπράττουμε) κατά βάθος είμαστε καλοί άνθρωποι, αφού στεναχωριόμαστε κι εμείς. Είναι σα να κάνουμε το ηθικό μας καθήκον, έστω και στο επίπεδο της σκέψης, οπότε, στη συνέχεια, όντας ευχαριστημένοι και αυτοϊκανοποιημένοι (άρα με αναπτερωμένες τις ψυχικές δυνάμεις και πιο ορεξάτοι) γι' αυτό, μπορούμε να συνεχίσουμε να διαπράττουμε το "κακό" απτόητοι. Η διπροσωπία αυτή λοιπόν μπορεί να (μην) γίνεται αντιληπτή από το Εγώ ως τέτοια, ωστόσο συνιστά, είτε το Εγώ το γνωρίζει είτε όχι, έναν τρόπο αυτοάμυνας, άμυνας κατά του ίδιου του του εαυτού. Είναι, συνήθως, μορφή εκτόνωσης λοιπόν οι ενοχές, ώστε το Εγώ να συνεχίσει να ζει με τον ίδιο τρόπο, τον οποίο κατακρίνει. Δεν έχει και πολύ νόημα η συζήτηση εάν πρέπει κάποιοι τρίτοι να δοκιμάσουν να ξεριζώσουν τη συνήθεια αυτή του υποκειμένου. Διότι η δοκιμή αυτή θα είχε θετικά αποτελέσματα μόνο για τρίτους κι όχι για το Εγώ το ίδιο, το οποίο ωφελείται. Ένας πιο ακέραιος τρόπος σκέψης, δηλαδή η περηφάνια και "ντομπροσύνη" είναι αναμφισβήτητα ηθικά ανώτερος, ωστόσο το Εγώ δεν ενδιαφέρεται, λόγω ανάγκης, για "ηθική ανωτερότητα" τη στιγμή που βρίσκεται ανάμεσα στη Σκύλα της ανοιχτής σύγκρουσης με τους άλλους, λόγω της υπερηφάνειας-ντομπροσύνης και πλήρους αποδοχής-ανάληψης των ευθυνών (αν δηλαδή τολμούσε να διακηρύξει ανοικτά ό,τι διέπραττε και σκεφτόταν στα κρυφά), και στη Χάρυβδη της αυτοκτονίας-ψυχική εκμηδένισης, λόγω των τύψεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα είναι αδύνατη η διαφυγή από την διπροσωπία αυτή, γιατί θα σήμαινε την απεμπόληση κάθε ευκολίας και απόκρυψης των ευάλωτων πλευρών του Εγώ από τους σκληρούς ανθρώπους του έξω κόσμου. (2/7/2007)
Η συγγνώμη προϋποθέτει έναν αγνωστικισμό σχετικά με τον άνθρωπο, μια άγνοια των βαθύτερων κινήτρων του και μια πίστη στην αλλαγή χαρακτήρα. Εφόσον δεν ξέρουμε τα βάθη της ψυχής του ανθρώπου που μας έθιξε, μπορούμε να είμαστε πιο διαλλακτικοί ή με περισσότερη κατανόηση, αφού δεν μπορούμε να ξέρουμε τις ακριβείς αιτίες της συμπεριφοράς του. Αυτή είναι η άλλη προϋπόθεση της συγγνώμης, πέρα από το κοινό σύμβολο. Όμως ο αγνωστικισμός δεν μπορεί να συνεπάγεται τίποτε υπέρ της συγχώρεσης ή, μάλλον, συνεπάγεται τόσα ακριβώς υπέρ αυτής όσο θα συνεπαγόταν και εναντίον της. Τίποτε δεν λέει ότι ο άνθρωπος ο οποίος μάς φέρεται άσχημα είναι δυνάμει ("στα βάθη της ψυχής του") καλός: μπορεί να είναι δυνάμει χειρότερος και απλώς - λόγω του αγνωστικισμού της ψυχής - να αδυνατούμε να το διαπιστώσουμε ή να μην μπόρεσε να εκφράσει τη χειρότερη αυτή δυνατότητά του. Πράγματι υπάρχουν άνθρωποι που ενδεχομένως μπορούν να αλλάξουν ένα τμήμα ή πολλά από τη συμπεριφορά τους, αλλά αυτοί είναι πάντοτε λίγοι και ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει τόσο πολύ όσο δήθεν συμπεραίνεται από τον αγνωστικισμό της ψυχής. Πράγματι αλλάζουν κάποιες πτυχές της συμπεριφοράς, εάν υπάρξει κατάλληλη αντίδραση από το περιβάλλον, αλλά ολοκληρωτική μεταστροφή, με την έννοια της αποκήρυξης όχι μόνο των περιεχομένων της σκέψης μα και της "δομής" της συμπεριφοράς, είναι αδύνατος. Ο τραχύς άνθρωπος, ο οποίος ώς τώρα κοιτούσε τον εαυτούλη του, θα παραμείνει τραχύς ακόμη κι αν γίνει κήρυκας της Αγάπης και της Ευσπλαχνίας - εκτός πια κι αν μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετο, στον άνθρωπο που ανέχεται να ποδοπατάται από όλους. Αλλά ο αγνωστικισμός, αν εφαρμοζόταν πλήρως, θα σήμαινε ότι κανείς δεν πρέπει να πληρώσει για τις πράξεις του, διότι δεν ξέρουμε τι υπάρχει κατά βάθος μέσα του. Οι φονιάδες δε θα έπρεπε να τιμωρούνται, οι απατεώνες δε θα έπρεπε να καταδικάζονται κ.λπ., στο όνομα της ατέλειας της ανθρώπινης δικαιοσύνης (δικαστικής ή άλλου είδους). (6/7/2008)
* * *
ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: υπάρχει συλλογική ευθύνη; Ή είναι ένα υπόλειμμα του ημιπρωτόγονου παρελθόντος μας; Ας αφήσουμε το παρελθόν κι ας έρθουμε στην εποχή μας, με παραδείγματα γνώριμα. Έφταιγαν συλλογικά ή όχι οι Γερμανοί για το Άουσβιτς ή τον β' παγκόσμιο; Έφταιγαν οι Έλληνες για τη δικτατορία ή όχι; Φταίνε οι Αμερικάνοι πολίτες για τις πράξεις των ηγετών τους; Συνήθως λέμε φταίχτη όποιον εν γνώσει του κάνει κάτι κακό, ή ανέχεται κάτι κακό. Ο βαθμός πληροφόρησης του κόσμου διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Είναι γεγονός πως όταν η πληροφόρηση που έχεις είναι άκρως ελεγχόμενη από το κράτος, η κοινή λογική δεν είναι αρκετή για να αντισταθεί στην πλύση εγκεφάλου. Και ναι μεν παντού είναι ελεγχόμενη, από τους ισχυρούς, η πληροφόρηση, αλλά έχει σαφώς μεγάλες διακυμάνσεις ο έλεγχος αυτός. π.χ. άλλο σε δικτατορία, άλλο σε αστική δημοκρατία. Έπειτα είναι το κατά πόσο μπορεί πρακτικά και εφικτά κάποιος, ή ελάχιστοι, που δεν αποδέχτηκαν την προπαγάνδα, να αντισταθεί υπό καθεστώς τρόμου. Η εσωτερική γερμανική αντίσταση κατά τον Β' παγκόσμιο ήταν ελάχιστη, ακόμα κι αν σε πολλούς -δε ξέρει κανείς σε πόσους- Γερμανούς δεν άρεσε η τακτική του Χίτλερ να κατακτήσει τον κόσμο. Από την άλλη, πρέπει να είσαι τελείως δειλός ή ρομπότ ή δούλος ώστε να εκτελείς γυναικόπαιδα και να καις χωριά για ψύλλου πήδημα, υπακούοντας. (Δε γνωρίζουμε να έγινε ανταρσία ποτέ κάποιας στρατιωτικής υποομάδας της Βέρμαχτ σε κανένα μέτωπο). Ή να απολογείσαι πως δεν ήξερες τι συνέβαινε 500 μ. από το σπίτι σου, στο Άουσβιτς. Έστω όμως πως ο τρόμος αναγκάζει τον άνθρωπο να σιωπά, οπότε δεν είναι ένοχος. Όταν οι συνθήκες είναι πιο ελεύθερες, τότε πρόβλημα καταπίεσης δεν υπάρχει. Υπάρχει ίσως πρόβλημα αδιαφορίας. Π.χ. δεν είναι ένοχος ο πολίτης μιας χώρας δημοκρατικής που κάθεται στον καναπέ του τρώγοντας πίτσα και βλέποντας το στρατό της χώρας του να σφάζει αμάχους; Κατά πόσο όμως είναι ενοχή η αδιαφορία; Ξέρουμε πως με τέτοια ζωή και τέτοιους ρυθμούς αγχωτικούς, ο καθένας είναι πολυάσχολος ώστε να ενδιαφερθεί για οτιδήποτε εκτός από το φαί και λίγη ξεκούραση. Αν όμως έχεις γνώμη, τότε πρέπει να ενδιαφερθείς να μάθεις, κι επειδή όλοι έχουν γνώμη ή μάλλον άποψη, αν τους ρωτήσουν, όλοι ευθύνονται για ένα μέρος της άγνοιάς τους. Δεν είναι αρκετά μεγάλη όμως η ευθύνη αυτή, ώστε να δικαιολογείται τιμωρία και κατάκριση. Τιμωρία δικαιολογείται μόνο όταν η συμπεριφορά ξεπεράσει κάποια όρια και πάψει να είναι ανοχή, γινόμενη ενεργητική συγκατάθεση και συμμετοχή και συνεχής συνεργασία. Αλλά και πάλι, πρέπει να γνωρίζεις τις συνθήκες (αν υπάρχει απειλή, τρομοκρατία, πλύση εγκεφάλου) ώστε να κρίνεις σωστά. Αν υπάρχει συμμετοχή υπό καθεστώς τρόμου, τότε δύσκολα αποκαλείται αυτό ευθύνη. Εξάλλου, ένα άλλο πρόβλημα είναι το χρονικό βάθος της συλλογικής ευθύνης, αν υπάρχει αυτή. Μπορεί κάποιος να φταίει για όσα κακά έκαναν οι πρόγονοί του πριν 200 ή 100 ή 500 χρόνια; Το μόνο που γίνεται είναι να δεις αν εγκρίνει τις άσχημες πράξεις των προγόνων του, ακόμα και των μακρινών. Μπορεί να απαιτήσεις συλλογική συγγνώμη για παρελθόντα λάθη (που δεν πρέπει να έχει τόσο την έννοια της καταδίκης/επανόρθωσης, όσο την υπόσχεση ότι δε θα ξαναγίνουν αυτά), και να κατηγορήσεις για αναισθησία αυτόν που αρνείται να παραδεχθεί τα παρελθόντα λάθη και να δείξει μεταμέλεια, όχι όμως τιμωρία.
* * *
ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ:
Παρόλο που ο κόσμος δεν
είναι αγγελικός και υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, ωστόσο, όσοι πιστεύουν
στην ύπαρξη παγκόσμιων
συνωμοσιών (εβραϊκών
συνωμοσιών, μασωνικών συνωμοσιών, καπιταλιστικών συνωμοσιών, κομμουνιστικών
συνωμοσιών, συνωμοσιών κατά του Ελληνισμού κτλ) εξυφασμένων σε σκοτεινά υπόγεια,
είναι ΗΛΙΘΙΟΙ. Είναι η χειρότερη μορφή συνειδητής ανευθυνότητας: «για τις
συμφορές μας φταίνε κάποιοι Κακοί που δρουν υποχθόνια, και μας μισούν γι' αυτό
που είμαστε».
Ναι, υπάρχουν συνωμοσίες, δεν είπα ότι δεν υπάρχουν καθόλου. Αλλά οι συνωμοσίες έχουν τρία βασικά χαρακτηριστικά: 1) ούτε ανακαλύπτονται κάθε μέρα, δεν τις βλέπουμε δηλαδή κάθε μέρα στο πάρκο της γειτονιάς μας 2) ούτε συμβαίνουν επί χιλιάδες χρόνια 3) συνήθως γίνονται για ταπεινούς σκοπούς κι όχι για λόγους φιλοσοφικούς.
Ποιοι αρέσκονται κυρίως στις συνωμοσιολογίες; Κυρίως οι ακραίοι, δηλαδή οι αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί, αναρχοαυτόνομοι καθώς και οι ακροδεξιοί.
Οι ακροαριστεροί μάλλον αρέσκονται στις θεωρίες συνωμοσίας εξαιτίας του πολλού ξύλου που έχουν φάει. Όταν τρως συνέχεια ξύλο, όταν φοβάσαι ότι ο διπλανός μαλλιάς φορά περούκα και είναι "πράκτορας", λογικό είναι ότι αργά ή γρήγορα θα καταλήγεις να εξηγείς την πραγματικότητα με συνωμοσίες. "Το τάδε γεγονός ήταν μια συνωμοσία με σκοπό να γίνει κάτι". "Ο δείνα είναι/ήταν πράκτορας των ..., άρα είναι ανούσιο να συζητήσουμε σοβαρά τις απόψεις του, αφού είναι/ήταν συνειδητά "κακός".
Οι ακροδεξιοί έχουν περισσότερο "στο αίμα" τους τη συνωμοσιολογία, διότι πάσχουν εντονότερα από τον μανιχαϊσμό, αφού ποτέ δεν έφαγαν ξύλο από τους κρατούντες. Επομένως η αρρώστειά τους είναι σοβαρότερη. Στη λογική τους το Σκοτάδι, αν και πιο αδύναμο, στήνει παγίδες στο Φως, το οποίο λόγω της αθωότητάς του πέφτει σε αυτές. Οι υποχθόνιες συνωμοσίες στα σκοτεινά δωμάτια απειλούν την απολλώνεια ενατένισή μας.
Η αποδοχή της ύπαρξης συνωμοσίας βασίζεται στην απλή σκέψη πως όσον αφορά την ανθρώπινη ιστορία "τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα είναι προσχεδιασμένα". Δηλαδή υπάρχει ένα αόρατο χέρι, ανθρώπινο κι όχι θεϊκό, που κατευθύνει τους ανθρώπους. Ένας ενδοκοσμικός (κι όχι υπερφυσικός) σχεδιασμός των γεγονότων, ώστε να προκληθούν συγκεκριμένα επιθυμητά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, είναι φανερό ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής οδηγεί στον ατομικισμό. Επίσης έχει αποδειχτεί ότι π.χ. πέντε άτομα που ζουν ξεχωριστά το καθένα τους καταναλώνουν, ως σύνολο περισσότερο από ό,τι καταναλώνουν πέντε άτομα, ως σύνολο, που ζουν μαζί. Ο οπαδός της συνωμοσιολογίας θα ισχυριστεί ότι υπάρχει κάποιο σχέδιο κάποιων ανθρώπων/εξουσιαστών, ώστε να οδηγηθούμε εμείς οι υπόλοιποι να ζήσουμε ατομικιστικά, ώστε να καταναλώνουμε όλο και περισσότερο, διότι αυτό συμφέρει εκείνους τους Εξουσιαστές: κερδίζουν περισσότερα λεφτά με περισσότερη κατανάλωση. Φυσικά, είναι αδύνατο να οργανώθηκε το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν μόνοι τους, με σκοπό την αύξηση της κατανάλωσης. Όσο κι αν όντως οι εταιρίες επιδιώκουν την αυξημένη κατανάλωση, απλώς δεν μπορούν να οργάνωσουν σε τέτοια κλίμακα τις κοινωνίες. Απλώς η ζωή/η κοινωνία είναι τόσο πολύπλοκη, ώστε το ένα συμβάν μπορεί να οδηγεί σε ένα άλλο, δίχως να υπάρχει προσχεδιασμός/επεξεργασία.
Με άλλα λόγια, τα αποτελέσματα των πράξεων των ανθρώπων οδηγούν σε καταστάσεις που είναι συχνά απρόβλεπτες και μη ηθελημένες από αυτούς. Αλλού, δηλαδή, στόχευσες εσύ, αλλού πέτυχες. Δεν υπήρχε "δόλος" να πετύχεις αυτό που πέτυχες. Το λεγόμενο "Τυχαίο", τα τυχαία γεγονότα, είναι προϊόν σύμπτωσης χιλιάδων λογικών και άλογων παραγόντων, τους οποίους κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αποτελεσματικά - εκτός από λίγους. Γι' αυτό και το "Τυχαίο" δεν μπορεί να θεωρηθεί σκόπιμο ή προσχεδιασμένο από κάποιους.
Πράγματι θα ήθελαν, όλοι οι άνθρωποι και κυρίως οι άρχουσες τάξεις, να κατευθύνουν τόσο ικανοποιητικά τις κοινωνίες, ώστε εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Όμως αυτό γίνεται μόνο σε μικρή ποσοτική κλίμακα και για λίγα χρόνια. Δεν μπορεί π.χ. να υπάρξει συνεχιζόμενη συνωμοσία 2000 ή 4000 χρόνων, διότι απλούστατα εκλείπουν οι σχεδιαστές, οι συνθήκες υπό τις οποίες ξεκίνησε η συνωμοσία (ΑΝ δεχτώ πως πράγματι υπήρξε αρχικά) έχουν τόσο αλλάξει και επαναπροσδιοριστεί ανάλογα με τα συμφέροντα διαφορετικών ανθρώπων.
Είναι σίγουρο ότι π.χ. οι ΗΠΑ θα ήθελαν τη διατήρηση της ηγεμονίας τους για πάντα. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να παίρνουν μέτρα για τα επόμενα 20-50 χρόνια. Αυτό δεν είναι συνωμοσία, είναι γεωστρατηγική.
Η άρνηση να παραδεχτούμε ότι τα παγκόσμια γεγονότα είναι αποτέλεσμα συνδυασμού των πράξεων πολλών (κι όχι ενός) ανθρώπινων ομάδων/ατόμων, οι οποίοι μπορεί να συμφωνούν ή να διαφωνούν μεταξύ τους, να είναι σύμμαχοι ή εχθροί, οδηγεί στο να θεωρήσουμε πως τα γεγονότα αυτά είναι προσχεδιασμένα από ΜΙΑ πηγή το καθένα. Όμως, ακόμη κι αν όντως υπήρξε προσχεδιασμός μιας πράξης από ΜΙΑ πηγή, κατά την εκτέλεσή της πολλοί άλλοι (όχι σπάνια, ανεξέλεγκτοι από την πηγή αυτή) παράγοντες πρόσθεσαν στην πράξη τις δικές τους δυνάμεις, ενδυναμωτικά ή αποδυναμωτικά. Επομένως, η τελική πράξη - ακόμη κι αν υπήρξε αντίστοιχος προσχεδιασμός - ΔΕΝ είναι αυτή που είχαν κατά νου οι "εξουσιαστές".
Η άρνηση της ερμηνείας των πολλαπλών παραγόντων που επηρεάζουν την διάπραξη ενός σχεδίου μάς αποτρέπει απ' το να σκεφτούμε λογικότερα τις πραγματικές αιτίες του γεγονότος. Η συνωμοσιολογία είναι ανορθολογισμός, αφού θεωρεί δεδομένο ότι τα διάφορα συμβάντα είναι ακριβής πραγμάτωση των μυστικών σχέδιων και ούτε τυχαία (=συνδυασμός ΠΟΛΛΩΝ άσχετων μεταξύ τους παραγόντων) ούτε αθέλητα μπορεί να είναι.
Τελικά, είναι αδύνατο να συνενοηθεί κανείς με τους ακραίους, αφού πρέπει να τους προσβάλλει, υποστηρίζοντας πως είναι ηλιθιότητα να πιστεύεις σε συνωμοσίες αιώνων, να γεμίζεις τα κενά των επιχειρημάτων σου με "πράκτορες" και καταχθόνιες συνωμοσίες - στις οποίες πρέπει αναντίρρητα να αντιταχθείς, αλλιώς είσαι κι εσύ ύποπτος ως πράκτορας. (16/4/05)
* * *
ΣΧΕΤΙΚΙΣΜΟΣ, ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΗΘΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
Είναι
κοινότοπο στην εποχή μας να διατυμπανίζεται ο σχετικισμός ως θεραπεία για την
καταπολέμηση της επιθετικότητας και ως τρόπος για την επίτευξη της ανεκτικότητας
προς τον διαφορετικό. Ωστόσο δεν προκύπτει από πουθενά η σύνδεση μεταξύ ανοχής
και σχετικισμού. Η διαπίστωση ότι οι αξίες και τα συμφέροντα είναι σχετικές δεν
συνεπάγεται την άποψη ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να επιδιώκουμε την επιβολή
των δικών μας αξιών με κάθε μέσο. Μπορεί λ.χ. να γνωρίζουμε ότι οι αξίες είναι
σχετικές, ότι τα συμφέροντά μας είναι ατομικά κι όχι ευρύτερα κ.λπ., κι όμως να
αγωνιζόμαστε με πείσμα για την επικράτησή τους επί των άλλων αξιών και
συμφερόντων. Για παράδειγμα, μπορεί ένας εθνικιστής να εννοήσει ότι τα
συμφέροντα και οι αξίες του έθνους του είναι σχετικά κι όχι απόλυτα, αλλά αυτό
δεν τον κάνει να μην αγωνίζεται για την κατατρόπωση των εχθρών του έθνους του.
Μπορεί, με άλλα λόγια, κάποιος να πιστεύει απόλυτα στην αλήθεια του, να γνωρίζει
ότι αυτή είναι μία από τις πολλές αλήθειες που υπάρχουν στον κόσμο, αλλά διόλου
ειρηνικότερος να γίνεται. Ακόμη και η σχετικιστική διαμαρτυρία κατά της Μίας και
Μοναδικής Αλήθειας ή Λόγου ως υπαιτίων της βαρβαρότητας και βίας πρέπει να
αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό: ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι η βία και η
βαρβαρότητα υπάρχουν πολύ πριν την εφεύρεση της Μίας Αλήθειας ή Λόγου· ο Ένας
και Μοναδικός Λόγος δεν αποτελεί λοιπόν την αιτία της βαρβαρότητας, αλλά απλώς
ένα από τα ενδεχόμενα όπλα της. Κι αφού είναι έτσι, τότε η σχετικιστική
αγανάκτηση κατά όσων δέχονται τον ένα και μοναδικό Λόγο είναι ανόητη. Άλλωστε οι
φιγούρες σχετικιστών τύπου Νίκου Δήμου, που ειρωνεύονται τους εκάστοτε «ταλιμπάν»,
διατυμπανίζουν την ανοχή και το ότι «δεν πιστεύουν σε τίποτα», μόνο χαμόγελα
συγκατάβασης προκαλούν, αφού ακριβώς η (αβάσιμη) πίστη τους είναι υπαρκτή κι
έγκειται στην πεποίθηση ότι η διαπίστωση της πολλότητας των διαφορετικών αξιών
οδηγεί απαραίτητα στην έλλειψη επιθετικότητας.
Από την άλλη και ο ηθικός οικουμενισμός σφάλλει, γιατί από ορισμένες
διαπιστώσεις σχετικές με την ανθρωπότητα, θεωρεί ότι οδηγούν στην συνεννόηση και
την ανεκτικότητα μεταξύ όλων των ανθρώπων. Οι διαπιστώσεις αυτές αφορούν την
ύπαρξη πανανθρώπινων καταβολών, όπως η ικανότητα για γλώσσα και η ορθολογικότητα
ή άλλες νοητικές ικανότητες. Ωστόσο ενώ οι καταβολές αυτές είναι κοινές, το
περιεχόμενο αυτών δεν είναι εκ των προτέρων κοινό ή προδιεγραμμένο, ώστε να
προκύπτει η ανοχή. Μπορεί μάλιστα τα περιεχόμενα να είναι εντελώς διαφορετικά,
οπότε δεν προκύπτει η συνεννόηση αλλά η έχθρα. Η κατανόηση=γνώση της θέσης του
άλλου δεν συνεπάγεται συμφωνία μαζί του και ανοχή. Και δύο εχθροί μπορεί να
θέλουν, ο ένας να γνωρίζει=κατανοεί τον άλλον, αλλά αυτό δε συνεπάγεται ότι
επιδιώκουν τη συμφιλίωση.
Το παράδοξο είναι ότι ενώ ο σχετικισμός κι ο ηθικός οικουμενισμός
αλληλοκατηγορούνται ως εχθροί της ανοχής (λ.χ. οι σχετικιστές διαμαρτύρονται
ενάντια στην δικτατορία της μίας Ηθικής, ενώ οι οικουμενιστές διαμαρτύρονται
εναντίον της ηθικής αδιαφορίας των σχετικιστών), στην πραγματικότητα
αλληλοσυμπληρώνονται. Έτσι, και οι δύο ισχυρίζονται ότι η ιδεολογία τους οδηγεί
στην ανοχή και την συμφιλίωση των ανθρώπων. (23/2/2007)
Σχετικισμός και ανοχή.
Ενδιαφέρουσες είναι οι απόψεις του Θανάση Τριαρίδη στο θέμα της ανοχής, γιατί συνεχίζουν τη συλλογιστική του ουμανιστικού σχετικισμού ένα βήμα παραπέρα - ή παρακάτω. Ο Τριαρίδης θεωρεί ότι πρέπει να υπάρχει ανεκτικότητα και προς αυτούς που ο ίδιος αποκαλεί "φασίστες" ή αυτούς που εμείς θα αποκαλούσαμε εχθρούς της ανοχής προς τον εχθρό. Τι εννοεί με την ανεκτικότητα; "Θα ξεκινούσα από εκείνο το παλιό habeo corpus: δηλαδή, έχω σώμα, είμαι κύριος της ζωής μου, μπορώ να την αυτοδιαθέτω, να την επιλέγω, έχω δικαίωμα να αγαπώ και να μισώ, να επενδύω ή να ξοδεύω όπως θέλω τον μάταιο χρόνο μου. Το habeo corpus προσδιορίζεται σε σχέση με το habere corpus του απέναντί μας. Ό,τι κι αν πιστεύουμε, όπως κι αν το πιστεύουμε, οφείλουμε να προτάξουμε ετούτο το δικαίωμα του απέναντι σώματος – ακόμη κι όταν αυτό (το σώμα) πάει πιο πέρα από την ηθική μας. Κάπως έτσι νομίζω πως προσδιορίζεται η ανεκτικότητα – η θεμελιακή προϋποθεση της ανοιχτής κονωνίας". Ωστόσο η θέληση για προσωπική αυτοδιάθεση διόλου δεν προσδιορίζεται, εκ φύσεως, σε σχέση με την θέληση του απέναντι σώματος για αντίστοιχο δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Όχι μόνο δεν προκύπτει από κάπου, αλλά είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως η κυριότητα της ζωής ορισμένων από τους ίδιους συνεπαγόταν ή προϋπέθετε την έλλειψη κυριότητας της ζωής κάποιων άλλων. Δεν υπάρχει αντικειμενική απόδειξη πως είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν και οι άλλοι είναι ελεύθεροι - όπως και δεν υπάρχει αντικειμενική απόδειξη πως είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν υποτάσσουμε τους άλλους. Αυτό το "οφείλουμε να προτάξουμε ετούτο το δικαίωμα του απέναντι σώματος", λοιπόν, δεν πηγάζει από πουθενά, δεν βασίζεται πουθενά, δεν πείθει παρά μόνο ως γούστο, όχι ως ανάγκη, ως βεβαιότητα, ως αλήθεια. Απλώς ένα γούστο ανάμεσα στα άλλα. Επικίνδυνος σχετικισμός; Ο ίδιος ο Τριαρίδης δηλώνει αντίπαλος των εχθρών του σχετικισμού, "εθνοφασίστα" Χριστόδουλου και του καθολικού Πάπα, φαίνεται να ευχαριστείται με τον σχετικισμό που καταρρίπτει τις απόψεις περί μίας αλήθειας. Απλώς νομίζει, όπως κι ο Νίκος Δήμου, πως ο σχετικισμός έχει ή πρέπει να έχει όρια. Τα όρια που έχουν κατά νου οι ίδιοι, φυσικά. Ένας σχετικισμός ανθρωπιστικός - ωσάν να μην υπήρχε στην ιστορία (των ιδεών) σχετικισμός αντιανθρωπιστικός και μηδενιστικός κι ωσάν ο τύπος του σχετικισμού ο οποίος είναι του γούστου τους είναι ο μόνος ορθός ή ο μόνος "πραγματικός σχετικισμός", πέραν του γούστου. Βέβαια, να είναι κανείς σχετικιστής και ταυτόχρονα να θεωρεί αυτονόητο πως ο ανθρωπιστικός σχετικισμός είναι ο πραγματικός ή, ακόμη χειρότερο, να σκέφτεται να τον αποδείξει ως πραγματικό και ωφέλιμο, είναι πράγματα που μόνο στον γεμάτο "αντιφασίστες" τόπο αυτόν τα διανοείται κανείς.
Ο Τριαρίδης συνεχίζει υποστηρίζοντας πως "Το όριο της ανεκτικότητας απέναντι στην έφραση του μίσους είναι εκείνο το θολό, αμφιλεγόμενο σημείο όπου η φασιστική ρητορική μετασχηματίζεται σε φασιστική πράξη, όταν τα λόγια γίνονται γροθιές, σιδερολοστοί και βόμβες· δηλαδή όταν το Μein Kampf γίνεται Νόμοι της Νυρεμβεργης και Kristallnacht.". Ένας σχετικισμός που δεν αποδέχεται την απόλυτη ισοτιμία των πάντων, ως ζητημάτων γούστου, είναι δεδομένο ότι σοκάρεται στο φαινόμενο της βίας, ότι το θεωρεί απαράδεκτο, και συνεπώς δεν είναι σχετικισμός. Μια απόλυτη όμως αντίθεση στη βία συνεπάγεται την άρνηση της βίας εναντίον των τυράννων. Είναι βέβαια αφελής η αντίληψη ότι η διακήρυξη της βίας (από τους "φασίστες") δεν θα οδηγήσει κάποτε στη βία· ακόμη και η διακήρυξη, άλλωστε, της μη βίας οδηγεί συχνά στη βία.
Πράγματι ἐδῶ ὑπάρχει μιὰ τεράστια ἀντίφαση ἢ ἄγνοια, γιὰ τὴν ὁποία κάναμε λόγο στὸ "Διάλογο". Ἡ ἀπόλυτη ἐξίσωση (ἰσηγορία) τῶν ἀπόψεων καὶ ὁ διάλογος, ὅταν φτάσουν στὸ ἔσχατο φιλοσοφικὸ θεμέλιο, τὸ γοῦστο καὶ τὶς προδιαθέσεις, δὲν ἀποδεικνύουν τὴν ὑπεροχὴ καμμίας ἄποψης και ἔτσι εἴτε κλονίζουν τὴν κυρίαρχη ἄποψη εἴτε ὁδηγοῦν στὴν ἐκ μέρους της ἄσκηση βίας. Πῶς ὅμως ἀποκλείεται ἀπὸ τὸν Τ. τὸ ἐνδεχόμενο δημοκρατικὰ νὰ πειστοῦν οἱ ἀκροατὲς γιὰ τὴν "ὀρθότητα" τῶν ἀκροδεξιῶν ἀπόψεων; Καὶ - ἂν πειστοῦν - νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ ἀντίστοιχες πολιτικὲς δράσεις, εἴτε αὐτὲς εἶναι, δημοκρατικὰ ψηφισμένοι, ρατσιστικοὶ νόμοι εἴτε ὠμὴ βία κατὰ τῶν μειονοτήτων καὶ (λαθρο)μεταναστῶν; Γιατὶ προφανῶς ἡ ἀνεκτικότητα αὐτὴ ἀπέναντι στὶς θεωρητικὲς ἐκφράσεις τοῦ μίσους δὲν σημαίνει συμφωνία μὲ αὐτὲς οὔτε ἄρνηση τῆς δυνατότητας ἢ τῆς ἀνάγκης διαμαρτυρίας ἐναντίον τους, ἀλλὰ ἄρνηση π.χ. νὰ ἀπαιτηθεῖ ἀπαγόρευση τῆς δυνατότητας στοὺς ἀκροδεξιοὺς νὰ ἐκφράζονται ἐλεύθερα δημοσίως. Προφανῶς ἡ δυνατότητα ἐλεύθερης ἔκφρασης, ἡ ἀπόλυτη (δηλαδὴ ἡ προτροπή λ.χ. γιὰ "ἐθνικοσοσιαλιστικὸ κράτος", γιὰ βία κατὰ τῶν μειονοτήτων, γιὰ στρατιωτικὲς ἐπεμβάσεις σὲ γειτονικὲς χῶρες - κατ' ἀντιστοιχία μὲ τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία τῶν ἀριστερῶν καὶ τῶν ἀκροαριστερῶν νὰ προτρέπουν σὲ κατάργηση τοῦ κράτους ἢ σὲ βίαιη κατάληψη τῆς ἐξουσίας καὶ ἀλλαγὴ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος) συνεπάγεται ὅτι κάποιοι πείθονται καὶ πειθόμενοι ἐπιδιώκουν νὰ πραγματώσουν τὰ πιστεύω τους. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει πράξη δίχως θεωρία πίσω της. Μόνο που, ὅταν οἱ πολλοὶ ἔχουν πειστεῖ γιὰ "τὴν ἀλήθεια" τῶν ἀκροδεξιῶν, τότε εἶναι ἀργά. Πιὸ σώφρονα ἀριστερὴ τακτικὴ εἶναι ἡ γνωστὴ ἄρνηση γιὰ διάλογο μὲ τοὺς ἀκροδεξιούς, ἢ διάλογο γιὰ τὴν ὀρθότητα ἢ μὴ τῶν ἀκροδεξιῶν θέσεων στὴ βάση τοῦ ἀπόλυτου σχετικισμοῦ καὶ ἐξίσωσης (ἡ ὁποία ὅμως ἀκριβῶς εἶναι ἡ βάση κάθε διαλόγου) ἀκριβῶς ἐπειδὴ σὲ ἔσχατα μεταφυσικὰ ζητήματα καὶ θεωρήσεις τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τεκμηρίωση καὶ ἀντικειμενικὴ ἀπόδειξη τῶν θέσεων κανενός.
Υπάρχει όμως και "αντιπρόταση": "Ποια μπορεί να είναι η αντιπρότασή μας, λοιπόν; Σίγουρα όχι μια μαγική λύση, αλλά μια διαδρομή κόντρα στη βολική αυτοκατάφασή μας: η αποθεολογικοποίηση της εκπαίδευσης μας, του πολιτικού λόγου μας, της κοινωνικής συμμετοχής μας, η έξοδός μας από το κοπάδι της ομογενοποιημένης κοινοτοπίας που συχνά είναι ασυνείδητη άσκηση βίας και μίσους". Με άλλα λόγια: αφήνουμε στους ηλίθιους φασίστες το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά λ.χ. στα σχολεία κάνουμε κατηχητικό του τύπου "οφείλουμε να προτάξουμε το δικαίωμα του άλλου σώματος" και "οι φασίστες πιστεύουν σε κάτι παράλογο". Κι αυτό καλείται "αποθεολογικοποίηση της εκπαίδευσης". Πρέπει να τονιστεί εδώ βέβαια πως δεν γίνεται υπεράσπιση του φασισμού ως τέτοιου, αλλά υπενθύμιση ότι ένας συνεπής σχετικισμός δεν μπορεί να κάνει λόγο για "φασισμό" (εννοείται υποτιμητικώς) δίχως να είναι φιλοσοφικά ασυνεπής. Επειδή δεν μπορεί να υπάρξει κοσμοεικόνα δίχως Εχθρό, η αποθεολογικοποίηση είναι αδύνατη.
Στην πραγματικότητα όλη η αβάσιμη αντίληψη περί χαμπέο κόρπους δεν είναι παρά σκέτη μεταφυσική, με ανθρωπιστικά πρόσημα. Με ελευθερόφρονα ευχολόγια του τύπου "προτιμώ να αποφασίσουν οι άνθρωποι να αγαπηθούν από μόνοι τους, παρά να τους εξαναγκάσει κάποιος άλλος". Από την μία σχετικιστικές αερολογίες και μύδροι κατά της "μίας αλήθειας" και από την άλλη δήλωση πίστης στο "habeo corpus", προφανώς ως την μία-μόνη αλήθεια, στην οποία βεβαίως έχουν ορισμένοι το δικαίωμα να μην πιστεύουν και αντ' αυτής να πιστεύουν σε "φασιστικά ψεύδη" - πόσο μεγαλόψυχη παραχώρηση ετούτη πια. Το habeo corpus δεν είναι παρά ένα ιδεολόγημα - όπως οι ρατσιστικές αντιλήψεις των Δυτικών τον 19ο και 20ό αι., όπως οι αντιλήψεις για την αιωνιότητα και το δίκαιο του φεουδαλισμού κατά το Μεσαίωνα. Αν ήταν τόσο αυταπόδεικτα φυσικό ή ωφέλιμο, θα παραμέριζε τις "τις ιδεολογίες, τις ηθικές επιταγές, τις μεγάλες αφηρημένες λέξεις-φενάκες". Κι όμως και το ίδιο είναι μια ηθική επιταγή, μια αντίληψη ότι ο κόσμος είναι ή πρέπει να είναι έτσι κι όχι αλλιώς. Με μύθους ανακατωμένους με αφελή σχετικισμό όμως δεν προκύπτει η ανοχή - άλλωστε αυτή έχει όρια, όπως πολύ καλά υπενθυμίζεται. Γι' αυτό αξίζει να σημειωθεί: ο σχετικισμός δεν οδηγεί απαραίτητα ούτε στο σεβασμό του διαφορετικού συνανθρώπου ούτε και στο μίσος εναντίον του - γι' αυτό και η καπηλεία του μόνο κωμική πράξη είναι. (4/10/2007)
Ένας φιλοσοφικά συνεπής σχετικισμός δεν παραξενεύεται αλλά, αντίθετα, βρίσκει πολύ φυσιολογικό το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι (η πλειοψηφία) που θεωρούν τον σχετικισμό λογικά και ηθικά απαράδεκτο. Τόσο φυσιολογικό = αναμενόμενο, όσο τα συμπεράσματα για την ποικιλία των αντικρουόμενων απόψεων.
Σχετικισμός και πράξη.
Ο σχετικισμός συνεπάγεται, εκτός των άλλων, ότι είναι αδύνατο να εξηγηθούν επαρκώς και να γίνουν αποδεκτές οι έσχατες κοσμοθεωρητικές προϋποθέσεις του συνομιλητή. Καθώς, όσο πιο πίσω και πιο κάτω, στα θεμέλια της επιχειρηματολογίας του αντιπάλου, οδεύει η συζήτηση, τα αυτονόητα του αντίπαλου δεν γίνονται αποδεκτά και ορισμένες φορές δε γίνονται κατανοητά, όσο κι αν τα εξηγεί ο ένας στον άλλο. Αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη ικανότητας για πειθώ ή σε ανοησία ή σε παρεξήγηση, αλλά στο ότι το γούστο του καθενός είναι διαφορετικό: η διαφορετική παιδεία του, οι διαφορετικές συναναστροφές του, η διαφορετική ανατροφή του, ακόμη και τα γονίδια, διαμορφώνουν διαφορετικές προτιμήσεις και γούστα, όχι μόνο για τα ευτελή πράγματα όπως η μπύρα και το φαγητό, αλλά και για τον τρόπο ερμηνείας του κόσμου. Ασφαλώς τα γούστα των συνομιλητών ενδέχεται να συμπίπτουν μερικώς ή πλήρως, σε συγκεκριμένο εξεταζόμενο θέμα ή σε πολλά. Η συμφωνία ή σύμπτωση δεν συνεπάγεται ότι βρήκαν την αλήθεια, αλλά ότι είχαν παραπλήσιες ή κοινές παραστάσεις και τρόπο σκέψης. Τέτοια ασυνεννοησία κυρίως προκύπτει στα θεωρητικά ζητήματα (πολιτικά, ιδεολογικά, ηθικά) και λιγότερο στα επιστημονικά, ωστόσο και στα τελευταία η αξιολόγηση της επιτυχίας ή της πρακτικότητας ή του οφέλους είναι ζήτημα υποκειμενικής κρίσης ή υποκειμενικής απαίτησης (π.χ. κρίνω ασύμφορη την απόδοση άνω του 90% γιατί δεν ενδιαφέρομαι για κάτι τέτοιο ή γιατί το κόστος μού φαίνεται υψηλό, ενώ για κάποιον άλλον η κρίση είναι διαφορετική).
Ακόμη και η διαδικασία της μάθησης στηρίζεται είτε στη συμφωνία πάνω σε κάποιες βασικές αρχές (μέθοδος ανάλυσης κ.λπ.) είτε στην παραδοχή από τον μαθητή ότι είναι ανίδεος και πρέπει να συμμορφωθεί με την κοσμοαντίληψη του δασκάλου υιοθετώντας την. Δεν αντίκειται η ύπαρξη δεδομένων γούστων στην μάθηση. Στη συζήτηση δύο γούστα συγκρούονται, συμπίπτουν και αποκλίνουν μερικώς ή πλήρως. Στη μάθηση διαμορφώνεται το γούστο του μαθητή ή προστίθενται γνώσεις στη βάση ενός προσυμφωνημένου γούστου.
Από τη διαπίστωση του σχετικισμού, δηλαδή της διαπίστωσης τής μερικής ή πλήρους ασυνεννοησίας ή διαφωνίας, δεν είναι απαραίτητη η αποχή από κάθε πράξη. Ο σχετικιστής έχει επίγνωση της ασυνεννοησίας και διαφωνίας, ωστόσο ο ίδιος, πέρα από την επίγνωση αυτήν, έχει λάβει ορισμένη παιδεία, έχει ορισμένες συναναστροφές, οικογένεια με ορισμένες απόψεις, ορισμένα γονίδια, ορισμένα αναγνώσματα και ορισμένες (περιορισμένες) εμπειρίες. Εάν δεν επιδιώξει την αυτοκαταστροφή του, πρέπει να δράσει, να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που προκύπτουν. Και θα δράσει με βάση το γούστο του και τον τρόπο σκέψης του, όπως έχει διαμορφωθεί έως τώρα. Δίχως να πείθεται για την αληθοφάνεια των άλλων κοσμοαντιλήψεων, πρέπει να στηριχθεί, θέλοντας και μη, σε ό,τι του φαίνεται αληθινό, δοκιμασμένο και εγγυημένο. Ο σχετικισμός λοιπόν μπορεί να είναι μόνο θεωρητικός και ποτέ πρακτικός. Ο πρακτικός σχετικισμός θα συνεπαγόταν την αδυναμία εκλογής της αντικειμενικής αλήθειας μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων απόψεων και κριτηρίων για την αλήθεια και τελικά την αδυναμία για δράση. Τι άλλο απομένει για κάποιον εκτός από την υιοθέτηση των δικών του (ή άλλων) γούστων; Η μη πραγμάτωση του σχετικισμού στην πράξη δεν συνεπάγεται αντίφαση με τα θεωρητικά συμπεράσματά του. Γιατί δεν είναι θεωρητικό συμπέρασμα του σχετικισμού η άρνηση να λάβει κανείς θέση, αλλά μόνο η διαπίστωση της (μερικής ή πλήρους) ασυνεννοησίας και αντίθεσης μεταξύ των θέσεων που υπάρχουν και διαφημίζονται. Για παράδειγμα, δύο λαοί ή κυβερνήσεις ή στρατοί έχουν σαφή επίγνωση της ασυνεννοησίας και διαφωνίας των λαών τους, αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι παραιτούνται από τη δράση - αυτό θα σήμαινε παραίτηση από τη ζωή. Δεν μπορεί να υπάρξει όμως καμμία δράση σύμφωνα με όλα τα γούστα, όλα τα κριτήρια, όλα τα συμπεράσματα, παρά μόνο σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια (ηθικά ή χρησιμοθηρικά), ορισμένο γούστο (με την βαθύτερη έννοια), ορισμένα βιώματα και γνώσεις. (5/12/2007)

* * *
ΤΕΧΝΗ
Ένας μοντέρνος χορός, που είναι δημιούργημα ενός
ανθρώπου, και ο οποίος χορεύεται μόνο από επαγγελματίες, μόνο σε συγκεκριμένο
τόπο κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης, είναι ασύγκριτα λιγότερο καλός
από έναν χορό, τον οποίο μπορεί να χορέψει ο οποιοςσήποτε, έναν χορό
λαϊκό-δημοτικό, που δεν είναι "ψεύτικος" αλλά μπορεί να εκφράσει πολλούς. Η
όπερα δε σημαίνει τίποτε μπροστά σε μια γιαγιά, που δίχως να έχει πάει σε ωδεία,
μπορεί να βάλει την ψυχή της στο τραγούδι της. Η λόγια τέχνη
είναι πιο περίπλοκη συνήθως (αν και μπορεί κανείς να έχει τις επιφυλάξεις του όσον αφορά τα δημοτικά
τραγούδια, τα αποκλειστικά φωνητικά) από τη λαϊκή. Ωστόσο, αφενός το συναίσθημα
είναι ίδιας ποιότητας και στις δυο περιπτώσεις, αφετέρου η λόγια τέχνη είναι για
τους λίγους, είναι ελιτιστική, είναι αδύνατον να διαδοθεί σ' όλο τον κόσμο,
είναι ατομικισμός και απομόνωση, μασκαρεμένα. Πόσοι θα χορέψουν καλλιτεχνικό πατινάζ στο γάμο τους;
Πόσοι θα τραγουδήσουν όπερα; Πόσοι θα έρθουν σε αγαλλίαση παίζοντας έργα του
Μπετόβεν; Δεν μπορούν να εκφραστούν μέσα
από τη λόγια αυτήν τέχνη, την φτιαγμένη αποκλειστικά για επαγγελματίες κι όχι
για τον κόσμο. Αλλά όταν αυτός που τέρπεται από ένα είδος τέχνης δεν μπορεί να
συμμετάσχει ενεργητικά, ή να δημιουργήσει κι αυτός, το είδος αυτό της τέχνης
είναι κουτσουρεμένο, κουτσό, ατελές. Αντίθετα, αυτός που χορεύει, αυτός που
δοκιμάζει να παίξει ή να τραγουδήσει (και δεν γίνεται αυτό με κλασσική ή με ρέιβ) συν-δημιουργεί, είναι αυτόνομος κι ελεύθερος να μιμηθεί με το δικό του
τρόπο την τέχνη που του αρέσει: αυτός είναι ο ύψιστος σκοπός της τέχνης. Να
εκφράσει κανείς τον εαυτό του μέσα από συγκεκριμένες φόρμες και εκφραστικούς
τρόπους. Όταν εξαρτάσαι από την μπρίζα της ηλεκτρικής κιθάρας, από το σι-ντί
(δηλαδή, πάλι από την μπρίζα), από τον τενόρο, από τον χορευτή μοντέρνου χορού,
δεν εκφράζεσαι, δεν βγάζεις έξω τον απώτατο εαυτό σου: αλλά παρακολουθείς κι
ακούς άλλους να το πετυχαίνουν.
Η τέχνη
έχει δύο στάδια/λειτουργίες.
Το πρώτο, η αισθητική απόλαυση, την οποία μπορούν να μάς την παράσχουν άλλοι
(τραγουδιστές, χορευτές κλπ). Το δεύτερο, στο οποίο μπορούν να εισέλθουν μόνο
συγκεκριμένα είδη τέχνης, είναι αυτό, στο οποίο ο καθένας εύκολα μπορεί να γίνει
(ερασιτεχνικά) τραγουδιστής/χορευτής/ζωγράφος κλπ, να εκφράσει δηλαδή, μέσω ενός
είδους τέχνης, τον εαυτό του. Ένα είδος τέχνης, για να είναι "τέλειο", να
περιέχει τη μέγιστη ωφέλεια, πρέπει να επιτελεί καί τις δύο λειτουργίες. Και ναι μεν, για το
πρώτο στάδιο, είναι αυτονόητο πως «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα», αλλά για το
δεύτερο, τα περισσότερα σύγχρονα είδη τέχνης /τεχνοτροπίες αποτελούν
εκφραστικούς τρόπους αποκλειστικά ελάχιστων ανθρώπων και συνεπώς δεν φτάνουν την
«τελειότητα».
Η πολυπλοκότητα της
λόγιας τέχνης ασφαλώς και παίζει ρόλο, τόσο στην προτίμηση που της έχουν οι
φίλοι της, όσο και στην αδυναμία τους να προχωρήσουν στο δεύτερο στάδιο,
γινόμενοι (ερασιτέχνες) καλλιτέχνες οι ίδιοι. Η λόγια τέχνη μάλλον αφήνει μια
γεύση ανικανοποίητου για τους φίλους της. Σαν να είναι φιμωμένοι, μη μπορώντας
να φτάσουν μόνοι τους στα εκφραστικά ύψη της. Μόνη λύση ο ατομικισμός της
ακρόασης ή του ακούσματος. Φυσικά οι
επαγγελματίες καλλιτέχνες πολύ καλά κάνουν και βρίσκουν για τον εαυτό τους νέους
χορούς, νέα τραγούδια, νέα είδη ζωγραφική κ.λ.π. Απελευθερώνουν το Είναι τους,
λυτρώνονται χορεύοντας, ζωγραφίζοντας. Αλλά μόνο αυτοί. Οι άλλοι μένουν ξένοι.
Η πολυπλοκότητα και η
καλλίτερη ποιότητα της λόγιας τέχνης ως προς την πακεταρισμένη
(βιομηχανοποιημένη) ψευτο-λαϊκή τέχνη ασφαλώς κάνει την πρώτη προτιμότερη από
την δεύτερη, έχοντας το κριτήριο της ποιότητας ως το μέγιστο κριτήριο. Αλλά το
πρόβλημα με την λόγια τέχνη παραμένει: δεν επιτρέπει τον κόσμο στον οποίον
αρέσει να εκφραστεί.
Ίσως φαίνεται ότι
τα παραπάνω συνεπάγονται για την ποιότητα της καθεαυτής τέχνης, χάριν του κριτηρίου, το οποίο
λέει ότι πρέπει όσο δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν, έστω και λίγο, να
εκφραστούν οι ίδιοι μέσω μιας μορφής τέχνης.
Καταρχήν, ότι η "τέλεια" τέχνη πρέπει να πληροί
και τις δύο λειτουργίες που προαναφέρθηκαν.
Κατά δεύτερον, η πολυπλοκότητα και η ποιότητα
δεν είναι αναγκαστικά συμβατές έννοιες. Μπορεί και κάτι απλό να είναι ποιοτικό.
Μπορεί κάτι πολύπλοκο να είναι βαρετό, επαναλαμβανόμενο (δεν είναι λίγοι π.χ. οι
συνθέτες της κλασσικής ή της ροκ που έχουν εικοσάλεπτες συνθέσεις, στις οποίες
εξαντλούν ένα μόνο μουσικό μοτίβο, εξαντλώντας εν τέλει
και την υπομονή μας. Ή πάλι, ένα απλό δίστιχο μπορεί να είναι ανώτερο από ένα
ποίημα δυό σελίδων με πολλά στολίδια, και σπάνιες λέξεις). Κατά τρίτον το τί είναι ποιοτικό, και τι
αισθητικά γούστα προϋποθέτει η έννοια «ποιότητα» είναι τόσο νεφελώδη και
προσωπικά, που αντιρρήσεις του στυλ «το είδος της τέχνης που σε σέβεται» είναι
γενικολογίες. Τι θα πει «να σε σέβεται»; Τίποτε, πέραν των σχολιασμών του τύπου:
«βρίσκω την μουσική που ακούς άθλια/γύφτική» ή «την βρίσκω ψυχρή/εγκεφαλική»
κλπ. Δηλαδή είναι ζήτημα προσωπικού γούστου, όσο κι αν αυτός που πιστεύει ότι η
τέχνη την οποία προτιμά «τον σέβεται» προσπαθεί να βγάλει αντικειμενικά
συμπεράσματα.
Επειδή
ανθρώπινο είναι ό,τι κάνουν και έκαναν οι άνθρωποι, θα πρέπει να δεχτούμε όλες
τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις. Και τον Μπαχ και το σκυλάδικο ως απολύτως
φυσιολογικές εκφάνεις του «ανθρώπινου» και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Μπορεί να πιστεύει κανείς ότι τα σκυλάδικα είναι κατώτερα, αλλά αυτό είναι
ζήτημα γούστου, γιατί τα κριτήρια είναι είδος αξιωμάτων και μη αποδείξιμα. Ο
διάλογος για αυτά τα καλλιτεχνικά κριτήρια είναι αδύνατος. Μπορεί σε έναν οπαδό
της κλασσικής μουσικής να αρέσει η πολυπλοκότητα, ωστόσο ένας "σκυλάς" θα
χλεύαζε αυτό το κριτήριο, και θα του φαίνεται περιττός και ανούσιος ο συνδυασμός
100 οργάνων, αφού το δικό του κριτήριο είναι η κλάψα και ο ρυθμός,
κριτήρια τα οποία στον οπαδό της κλασσικής μουσικής είναι απαράδεκτα. Ωστόσο, δε
μπορούμε να αποφανθούμε οριστικά ποιο κριτήριο είναι ανώτερο. Ο σκυλάς εξάλλου
δεν αισθάνεται ότι δεν «τον σέβεται» η μουσική που του αρέσει. Ο «διαφωτισμός»
του σκυλά, ώστε αυτός να καταλάβει ότι το σκυλάδικο δεν «τον σέβεται» είναι
δυνατός μόνο εφόσον δεχτούμε ότι «ανθρώπινο» είναι ένα τμήμα του «ανθρώπινου»,
αυτό στο οποίο αρεσκόμαστε εμείς.
Το γούστο όμως δεν
σημαίνει τίποτε παρά προσωπική ευχαρίστηση. Αλλά η τέχνη πρέπει να ενώνει τους
ανθρώπους (έστω ιδίου γούστου), επιτρέποντάς τους ταυτοχρόνως να καλλιτεχνούν κι
όχι να αποδέχονται μόνον.
Η τέχνη είναι νεκρή; Είναι αφελές να ελπίζουμε ότι η τέχνη που δημιουργεί ο καθένας θα έπρεπε να εκφράζει το σύνολο και την συλλογικότητα. Ο ποιητής, για παράδειγμα, όταν γράφει, μπορεί να εμπνέεται περισσότερο ή λιγότερο από τον εαυτό του ή τις συναναστροφές του, αλλά γράφει καταρχήν για τον εαυτό του και ύστερα για τους άλλους. Κανείς δεν γράφει για τους άλλους, μόνο οι γραφιάδες μπεστ-σέλλερ. Ο Μπαχ μπορεί να έγραφε κατά παραγγελία τίποτε ασήμαντων Γερμανών κληρικών και πριγκίπων, αλλά ό,τι έβγαζε απ' την ψυχή του ουδεμία σχέση είχε με την κατώτερη στόφα της ψυχής των εργοδοτών του ή των εμπόρων που πήγαιναν, σα σε "κοσμικό γεγονός" να τον ακούσουν να πρωτοεκτελεί τα έργα του. Ο καλλιτέχνης οφείλει πρώτα να δημιουργεί για τον εαυτό του, ώστε να πιστεύει σε αυτό που κάνει. Ακόμη και ο ανώνυμος καλλιτέχνης που δημιούργησε ένα δημοτικό τραγούδι, δεν το έφτιαξε συλλογικά, σε συνέλευση της κοινότητας (π.χ. "και τώρα ας δημιουργήσουμε ΟΟΛΟΙ ΜΑΖΙ το "γιάννη μου, το μαντίλι σου"."), αλλά του άρεσε ό,τι έφτιαχνε καταρχήν του ίδιου και ύστερα της οικογένειάς του ή του χωριού του. Μπορεί βέβαια να επηρεάζεται από τα κυρίαρχα μοτίβα και απόψεις περί ωραίου, ο ποιητής ή ο συνθέτης, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι γράφει και συνθέτει για την προσωπική του ευχαρίστηση.
Η αντίρρηση που χρησιμοποιεί ως επιχείρημα την συλλογικότητα της Αρχαιοελληνικής τέχνης είναι λανθασμένη. Ο αγαλματοποιός γνώριζε τα κυρίαρχα γούστα, αλλά δεν δημιουργούσε για να του πουν μπράβο. Ούτε είχε πάνω απ' το κεφάλι του ένα κάρο αργόσχολους που του έλεγαν π.χ. "σκάλισε κι άλλο τη μύτη, κόψε κάτι, βάλε κάτι". Κατά παραγγελία του πελάτη του δημιουργούσε, και αντίστροφα ο πελάτης ήξερε την τεχνοτροπία του καθενός αγαλματοποιού. Φυσικά, προκειμένου για δημόσια έργα ήταν ο λαός - και είχε κάθε δικαίωμα, αφού αυτός πλήρωνε - που προτιμούσε το α' έργο αντί του β'. Αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια συλλογικότητα στην τέχνη, απλώς με το δευτερεύον γεγονός, αν μια μορφή και ύφος τέχνης θα γινόταν δημοφιλής/ές ή όχι. Αλλά εδώ μιλάμε για την πηγή της έμπνευσης, για την αιτία που κάποιος καθόταν και σκάλιζε ένα άγαλμα (εκτός της βιοποριστικής).
Φυσικά ο καλλιτέχνης εκφράζει την εποχή του, δηλαδή δημιουργεί επηρεαζόμενος από τα καλλιτεχνικά γούστα της. Δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά δεν είναι αυτό το πράγμα η "συλλογικότητα" ή η άρνηση του "η τέχνη για την τέχνη". Δεν υπήρξε ποτέ συλλογικό άγαλμα ή συλλογικό ποίημα. Το αν μετά τον αρχικό ανώνυμο δημιουργό ενός δημοτικού τραγουδιού ήρθαν οι επόμενες γενιές και τροποποίησαν το αρχικό δημιούργημα αυτό είναι άλλο πράγμα, διότι η τροποποίηση έγινε μεταγενέστερα. Δεν έγινε την ίδια στιγμή, μια συλλογική τροποποίηση ή συλλογική σύνθεση.
Επίσης πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι μπορεί κάποιος να καλλιτεχνεί ενάντια στο κυρίαρχο ρεύμα της εποχής του, όχι ως πρωτοπόρος αλλά ως αναβιωτής. Δεν είναι αυτό απόδειξη ότι ο καλλιτέχνης γράφει στα παλιότερα των υποδημάτων του τις ανάγκες της κοινωνίας ή τις τεχνοτροπίες της ή τα προβλήματά της και ασχολείται με τον εαυτό του κι έτσι δημιουργεί πραγματικά; Διότι αν πας να κάνεις τέχνη για χάρη των άλλων, τότε είτε πρέπει να φτιάχνεις ψυγεία (κι όχι τραγούδια ή αγάλματα) είτε να γράφεις σκυλάδικα για χάρη των πολλών και για τα φράγκα. Αν όμως γράψεις για ό,τι σε πονάει εσένα κι όχι τον γείτονα, τότε είσαι αυθεντικός, ακόμη κι αν χρησιμοποιείς μη δικές σου φόρμες ή φόρμες παλιότερων εποχών. Και τέχνη δίχως αυθεντικότητα είναι νεκρή.
Τώρα, ας δούμε αν "η τέχνη είναι νεκρή", όχι από την πλευρά της έλλειψης ή μη συλλογικότητας, αλλά σχετικά με το ζήτημα των νέων τάσεων. Η άποψη ότι αν δεν υπάρχει πρωτοπορία και νέες τάσεις η τέχνη είναι νεκρή, είναι λανθασμένη. Αυτή η ιδέα της πρωτοπορίας θέλει, μεσα στον αγχωμένο της τρέξιμο, να δηλώσει ότι άμα δε βγαίνουν συνεχώς νέοι εκφραστικοί τρόποι η τέχνη έχει μαραζώσει και δεν έχει νόημα. Πρόκειται περί παρεξήγησης. Το αρχαίο στύλ, το βυζαντινό, το ελληνιστικό, το μυκηναϊκό, τα υπόλοιπα (για να μην τα παραθέτω όλα), ξένα και ελληνικά, είναι πηγές ανεξάντλητης έμπνευσης. Υπάρχει ένας απεριόριστος αριθμός συνδυασμών τους και υπάρχει ένα απεριόριστο υλικό της καθεμιάς - μόνης της - τεχνοτροπίας προς έμπνευση. Δεν έχουμε κουραστεί ούτε με το ένα ούτε με το άλλο στυλ. Θα μπορούσαμε για άλλα 10.000 χρόνια να φτιάχνουμε ποιήματα και αγάλματα και εικόνες και ναούς βασισμένοι στα υπάρχοντα στυλ. Η έμπνευση καθεαυτή είναι κάτι το ανεξάρτητο από την τεχνοτροπία στην οποία την διοχετεύει ο καλλιτέχνης. Έμπνευση δε θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Το αν ο καλλιτέχνης θα την διοχετεύει σε υπαρκτά στυλ ή θα φτιάξει νέο στυλ είναι κάτι άσχετο με το αν η τέχνη είναι νεκρή ή όχι.
Ότι δεν υπάρχει παραγωγή νέων τεχνοτροπιών δεν σημαίνει νέκρωση της τέχνης, αλλά ότι οι υπάρχουσες τεχνοτροπίες αρκούν και περισσεύουν κι ότι η κοινωνία ή ο καλλιτέχνης δεν έχουν ανάγκη για νέες εκφραστικές φόρμες, και ότι προτιμούν να κάνουν ένα είδος αυτοενδοσκόπησης, ίσως επειδή τους φάνηκε ότι ακόμα είναι ελκυστικές οι παλιές τεχνοτροπίες. Ίσως αυτό φαίνεται σκέτη μίμηση, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι, διότι, ασυνείδητα, υπάρχει διάλογος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Κι αν οι παλιές τεχνοτροπίες φαίνονται ακόμη ελκυστικές, αυτό δείχνει τη ζωντάνια - κι όχι την νέκρωση - μιας τέχνης που υποτίθεται ότι πέρασε για πάντα.
Η τέχνη δεν είναι βρακιά, ώστε να πούμε ότι αν δεν φτιάχνουμε νέες ποικιλίες και είδη στρίνγκ τότε νεκρώθηκε η βιομηχανία βρακιών. Πρέπει να τελειώνουμε με την άποψη ότι πρέπει να υπάρχει μια "πρωτοπορία", μια ανανέωση, αλλιώς νεκρωθήκαμε. Πενήντα-εξήντα χρόνια δίχως ύπαρξη νέων στυλ είναι ένα χρονικό διάστημα ασήμαντο αν θυμηθούμε τα εκατοντάδες χρόνια όπου συνεχώς επικρατούσε το μπαρόκ, το κλασσικό, το βυζαντινό ή το ελληνιστικό στυλ. (6/ 11/ 2005).
Ως εναντίωση στην αντίληψη της ελευθερίας του καλλιτέχνη, υπάρχει το επιχείρημα ότι «και στην καπιταλιστική κοινωνία κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος, αλλά υπόκειται στις δεσμεύσεις και τις αντιλήψεις τόσο της ίδιας όσο και του συστήματος και γι’ αυτό δεν μπορεί να κατηγορούνται οι αριστερές ουτοπίες ότι στα δικά τους συστήματα ο καλλιτέχνης θα καταπιέζεται. Αφού ήδη στην κοινωνία αυτήν ο καλλιτέχνης είναι ανελεύθερος». Φυσικά δεν υπάρχει «απεριόριστη ελευθερία», αλλά κάποιου βαθμού ελευθερία. Μπορούμε να δεχτούμε ότι ο καλλιτέχνης θα είναι περισσότερο ελεύθερος απ΄ ό,τι τώρα σε μια μελλοντική μαρξιστική ή αναρχική κοινωνία, όπου η τέχνη του θα απορρίπτεται ή και θα απαγορεύεται έπειτα από απόφαση του κάθε σταλινίσκου ή μιας τυχαίας πλειοψηφίας ηλιθίων ή ατάλαντων «αμεσοδημοκρατών», ως «αντικοινωνικό έργο»; Ίσα-ίσα, χάρη στην ισοπέδωση, στο όνομα της «λαοκρατίας», θα κυριαρχούν είτε τα καλλιτεχνικά πρότυπα του κάθε ψωνισμένου αναρχοπατέρα που θα ξεσηκώνει την "κοινωνία" κατά της «αντικοινωνικής τέχνης» είτε τα καλλιτεχνικά πρότυπα του ηλίθιου γείτονα, που μόνο τσιφτετέλια και ρόκ ξέρει και που θεωρεί π.χ. την ποίηση άχρηστη αφού αυτή δεν δίνει χρήματα. Το επιχείρημα ότι οι μάζες σε μια ιδανική κατάσταση δεν ΘΑ είναι αποβλακωμένες είναι εσφαλμένο, διότι κι οι μη αποβλακωμένοι Αθηναίοι, που έβλεπαν τόσες τραγωδίες, που άκουγαν τόσους φιλοσόφους, που είχαν αμεσοδημοκρατία, δίωξαν/θανάτωσαν τους Σωκράτη, Φειδία, Πρόδικο, Αριστοτέλη, Αναξαγόρα, Διαγόρα κ.ά. Αφού λοιπόν ούτε σε τέτοια ουτοπικά καθεστώτα θα είναι κοινωνικά ελεύθερος ο καλλιτέχνης (ή πιο ελεύθερος απ’ ό,τι τώρα), απομένει η ατομική του ελευθερία.
Η ελευθερία του καλλιτέχνη είναι άλλης μορφής από την κοινωνική ή θρησκευτική
ελευθερία ή την ελευθερία να πίνεις μπύρες. Όσο δικαίωμα έχει στην ελευθερία του
αυτός που νομίζει ότι αλλάζοντας το οικονομικό σύστημα θα εισέλθει στον επίγειο
παράδεισο, όσο δικαίωμα έχει στην ιδιότυπη αίσθηση ελευθερίας του ο
θρησκευόμενος ή ο πότης, το ίδιο δικαίωμα έχει κι ο καλλιτέχνης στην επίσης
περιορισμένη ελευθερία του.
Ένα
σύστημα το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για τα λεφτά, το σημερινό, σίγουρα ελέγχει
αρκετά τους επαγγελματίες καλλιτέχνες, αλλά δεν το νοιάζει ή δεν επιτρέπει στον
εαυτό του να απαγορεύει την προσωπική έκφραση. Μπορεί να υπάρχουν οι καλλιτέχνες
που τα έχουν καλά με τα ΜΜΕ και το κράτος και προβάλλονται εις βάρος των άλλων, ωστόσο οι
άσημοι καλλιτέχνες έχουν ελευθερία κινήσεων και έκφρασης· και οι ερασιτέχνες
καλλιτέχνες ακόμη μεγαλύτερη ελευθερία. Αντίθετα, ένα κοινωνιστικό πολιτικό
σύστημα, όπου το ιδιωτικό τμήμα του βίου θα υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο του
κάθε ανόητου, πολύ εύκολα θα καταδιώκει και την ιδιωτική σκέψη, αγριότερα από
ότι το σημερινό σύστημα, το οποίο δεν ανακατεύεται (έως τώρα) στον ιδιωτικό χώρο
ή στις πεποιθήσεις. Αν οι κατακαημένοι αντεξουσιαστές ηγετίσκοι ήδη καταπιέζουν σήμερα, τη στιγμή που έχουν μηδενική επιρροή στην
κοινωνία, άλλους ομοϊδεάτες τους, οι οποίοι ρίχνουν βόμβες στα γραφεία τους,
μόνο αφελείς δε θα μπορούσαν να σκεφτούν τον ιεροεξεταστικό (αν και άτυπο, μη
θεσμοθετημένο: δηλαδή χειρότερα για τους καλλιτέχνες) ρόλο που θα έχουν οι
αναρχοπατέρες ή οι σταλινίσκοι καθοδηγώντας τις αφυπνισμένες μάζες. Μηδέν
ατομικότητα, καλό ίσον καλό μόνον της κοινωνίας (ή της «κοινότητας»· ακόμη
χειρότερα, αφού μια ολιγάριθμη κοινότητα, όπου όλοι ξέρουν τους πάντες, ασκεί
πολύ πιο δυσβάστακτο έλεγχο στα μέλη της απ’ ό,τι μια πολυάριθμη κοινωνία).
Επομένως το παραμύθι της ελευθερίας (άρα έμμεσα της αλλοτρίωσης και της
αθλιότητας του καλλιτέχνη και του έργου του) στη σημερινή κοινωνία είναι πολύ
αβάσιμο. Όση αλλοτρίωση υπάρχει σε μια καπιταλιστική κοινωνία, λόγω της
κυριαρχίας των πλούσιων χορηγών, η ίδια θα υπάρχει και σε μια
αναρχική/μαρξιστική κοινωνία λόγω της ιδεοληψίας των κάθε είδους αναρχο-καθοδηγητών
και της χυδαιότητας των φανατισμένων μαζών.
Αν η
τέχνη έχει σώνει και καλά, συνειδητά, κοινωνική αποστολή, τότε ο φορέας
της δεν έχει ελευθερία. Όπου υπάρχει κάποιο Δέον αντικειμενικό, τι θα μπορούσε
να κάνει ο καλλιτέχνης παρά να το βουλώνει και να το υπηρετήσει – αλλιώς θα ήταν
«παράλογος». Το μόνο καλλιτεχνικό Δέον που απελευθερώνει είναι το ατομικό· το
κοινωνικό Δέον αναγκαστικά θα επιβληθεί και σε όσους καλλιτέχνες δεν το
συμμερίζοντα.
Πράγματι η τέχνη έμμεσα, ασυνείδητα, έχει και κοινωνική
αποστολή, καθότι οι καλλιτέχνες είναι κοινωνικά όντα, ακόμη και τα πιο απόμακρα.
Η βλάβη υπάρχει όταν ορίζεται ως σκοπός της τέχνης η κοινωνική της αποστολή, να
διδάξει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο διάφορα πράγματα. Αντίθετα, εάν δεν
υπάρχει συνειδητή θέληση για κάτι τέτοιο, το αποτέλεσμα είναι αυθόρμητο. Δεν
απαγορεύεται ασφαλώς οι καλλιτέχνες να έχουν κοινωνιστικές, μεταφυσικές κ.ά.
απόψεις και να τις εκφράζουν στα έργα τους. Απλά όταν τις εκφράζουν αυτές,
ο πρώτιστος και κύριος σκοπός που αυτοί θα θέτουν δεν πρέπει να είναι η
κοινωνική αποστολή του έργου τους, αλλά η αυτο-έκφραση. Θα είναι πολύ καλύτερο,
ακόμη και για την μέθοδο προώθησης των κοινωνιστικών ή μεταφυσικών απόψεών τους, αν
έπρατταν έτσι.
Τόσο η
έννοια της ελευθερίας όσο και η έννοια της αλλοτρίωσης ορίζονται με βάση μια
ιδεατή κατάσταση. Ωστόσο, όπως ξέρουμε υπάρχουν πολλοί ορισμοί της ιδεατής
κατάστασης. Ο καθένας έχει κι από μια αντίληψη για τη φύση του ανθρώπου και της
κοινωνίας και στιγματίζοντας έτσι ως «ανελεύθερες» και «αλλοτριωμένες» κάποιες
άλλες εποχές ή κοινωνίες, θέλει να επιβάλλει την αντίληψη αυτή στους άλλους ως
αντικειμενική. Για τους κοινωνιστές, αναρχικούς/μαρξιστές, η σημερινή κοινωνία
είναι αλλοτριωμένη εξαιτίας του οικονομικού συστήματός της, άρα και η τέχνη της
είναι αλλοτριωμένη, παρά τις εξαιρέσεις ή τι καλλιτεχνικές διαμαρτυρίες για την
αλλοτρίωση αυτήν. Ωστόσο ο σημερινός καλλιτέχνης, που αγωνίζεται με
τα δικά του προσόντα είναι πολύ πιο αυθεντικός από τον τεμπέλη αρχαίο γλύπτη που
είχε δούλους και μπορούσε όλη τη μέρα να αγορεύει, να καλλιτεχνεί, να ακούει
ρήτορες, να φιλοσοφεί με ξένα κόλλυβα.
Και στο
παρελθόν λοιπόν υπήρχε αλλοτρίωση της εργασίας και της κοινωνικής ζωής. Και τότε
υπήρχαν πλούσιοι χορηγοί που επηρέαζαν μέσω των παραγγελιών τους τα καλλιτεχνικά
ρεύματα σε μεγάλο βαθμό. Και τότε υπήρχαν δεσποτάδες που καθόριζαν τι και πώς θα
αγιογραφείται. Ε, λοιπόν, τι θα πει αυτό, ότι τα αρχαία αγάλματα ή η Αγία Σοφία
είναι μορφές τέχνης «αλλοτριωμένες» και «ανελεύθερες»; Και πόσο η τέχνη της «αμεσοδημοκρατικής» Αθήνας ήταν «μη
αλλοτριωμένη», τη στιγμή που υπήρχαν 300.000 δούλοι για 30.000 πολίτες, δηλαδή
από πλευράς εργασίας υπήρχε σαφέστατα «αλλοτρίωση»· οι ελεύθεροι πολίτες ήταν
σαν τους μεσαιωνικούς πρίγκιπες, οι οποίοι βέβαια κατηγορούνται για τις
τεχνοτροπίες που προώθησαν. Το σφάλμα είναι προφανές, το προσωπικό γούστο των
κοινωνιστών αναγορεύεται σε «μόνη αληθινά άξια να αποκαλείται έτσι, Τέχνη». Η
ερώτηση είναι άμεση, τι ενδιαφέρει αν κάποιες τεχνοτροπίες
χρηματοδοτήθηκαν από φεουδάρχες, βασιλείς, πρίγκιπες ή παπάδες, τη στιγμή που
αυτές κρίνονται από τους περισσότερους, γνώστες της Τέχνης και μη γνώστες, ως
υπέροχες και ανεπανάληπτες; Πάντα και παντού υπήρχε αυτό που ονομάζουμε
ανισότητα, αλλά με τίποτα δε θα αποκαλούσαμε την κλασσική μουσική ως απαράδεκτη
επειδή την χρηματοδοτούσαν οι πρίγκιπες της Αναγέννησης και έπειτα. Παρομοίως
επιπόλαια είναι η απόρριψη και υποτίμηση της σημερινής τέχνης με βάση το
οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που τη γεννά. Αν οι υποτιμητές ή οι
απορρίπτοντες σκέπτονταν καλλίτερα, θα απέρριπταν το οικονομικο-πολιτικό σύστημα που
τη γεννά δίχως να απορρίπτουν την τέχνη. Φυσικά η παραπάνω άποψη δε σημαίνει
αποδοχή όλης της σημερινής
τέχνης, αλλά ό,τι γίνεται αποδεκτό να γίνεται αποδεκτό αυστηρά βάσει του γούστου κι όχι λόγω εξωκαλλιτεχνικών κριτηρίων. Πώς θα αποκαλούσαμε κάποιον που απορρίπτει ή
χλευάζει ως γελοία την αραβική-ισλαμική τέχνη, απλώς επειδή τυχαίνει να είναι
άθεος ή καθολικός ή ινδουιστής ή Εβραίος ή μη μουσουλμάνος γενικά; Θα τον
θεωρούσαμε σοβαρό κριτικό της τέχνης; Το ίδιο αφελείς και
απαράδεκτους θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους αναρχικούς, καταστασιακούς, και
τους μαρξιστές/αριστεριστές που ισχυρίζονται ότι «η τέχνη είναι νεκρή» ή μιλούν
υποτιμητικά, βάσει εξωκαλλιτεχνικών και όχι καλλιτεχνικών κριτηρίων, για
την αξία της σημερινής τέχνης ή για την αξία παλαιότερων τεχνοτροπιών οι οποίες
προέρχονται από «μη κοινωνιστικά» οικονομικοπολιτικά συστήματα.
Ίσως το
«η τέχνη για την τέχνη» και το «η τέχνη είναι νεκρή», ως ιδεολογίες να ήταν
σχεδόν απολύτως εχθρικές, ωστόσο να είχαν έναν κοινό εχθρό.
***
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Ηράκλειτος.
Ο Λουκιανός κάποτε συνέταξε εξεπίτηδες ένα περίτεχνο ακατανόητο κείμενο, το οποίο παρουσίασε ως έργο του Ηράκλειτου. Το έδωσε σε κάποιον φιλόσοφο, προκειμένου να το ερμηνεύσει, πράγμα που εκείνος επιχείρησε, χωρίς να αναγνωρίσει την πλαστογραφία, με αποτέλεσμα να γελοιοποιηθεί.
Ο Ηράκλειτος προσελκύει πολλούς εξαιτίας του μονισμού του. Η σκοτεινότητά του είναι μια άλλη αιτία έλξης. Όποιος μιλά σκοτεινά μόνο ερμηνευτές απαιτεί, και υπάρχουν πολλοί επίδοξοι ερμηνευτές. Άλλοι ελκύονται από τον ελιτισμό και την αυστηρότητα του φιλοσόφου, ο οποίος όχι σε λίγα αποσπάσματα θεωρεί βλάκες τους περισσότερους ή τους υπόλοιπους συνανθρώπους του. Ασφαλώς μια ελιτιστική θεώρηση εύκολα κολακεύει τον αναγνώστη ο οποίος με τη σειρά του κάνει την ηρακλείτεια φιλοσοφία έμβλημα "ανωτερότητας" σκέψης. Βέβαια, εκείνοι που προσελκύονται εξαιτίας της αντίθεσής τους προς τον δυισμό, δεν δίνουν και τόση σημασία π.χ. στο απόσπασμα του Ηράκλειτου, ἀνθρώπους μένει ἀποθανόντας ἅσσα οὐκ ἔλπονται οὐδὲ δοκέουσιν, δηλ. πράγματα που δεν ελπίζουν ούτε φαντάζονται περιμένουν τους ανθρώπους μετά το θάνατό τους. Ούτε όσοι είναι φιλελεύθεροι δίνουν σημασία στο απόσπασμα, νόμος καὶ βουλῇ πείθεσθαι ἑνός, νόμος είναι και η πειθαρχία στη θέληση του ενός, στο Εἷς ἐμοί μύριοι, ἐὰν ἄριστος ἧ, ένας άνθρωπος αξίζει όσο μύριοι, όταν είναι άριστος, ή στο "οι άριστοι προτιμούν το ένα από όλα, την αιώνια δόξα των θνητών, αλλά οι πολλοί χορταίνουν σαν τα κτήνη". Επιπλέον οι τελευταίοι δύσκολα μπορούν να συνδυάσουν τις διαβεβαιώσεις του Ηράκλειτου για το κοινό του λόγου και της φρόνησης με το ακατάσχετο υβρεολόγιο προς τους συνανθρώπους του, που "δεν κατέχουν την αληθινή γνώση", που "δεν ξέρουν ούτε να ακούν ούτε να λένε", τους κοινούς βλάκες, που "όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι' αυτό μοιάζουν με κουφούς", που όντας πολυμαθείς είναι άννοες. Τέτοια αποσπάσματα μάς λεν κάτι για την ψυχολογία του Ηράκλειτου: την ψυχολογική κατάσταση κάποιου ο οποίος εκδικείται γραπτώς αυτούς οι οποίοι απέρριψαν τα λόγια του αποκαλώντας τους ηλίθιους. Οι υποστηριχτές του Ηράκλειτου ασφαλώς ξεχωρίζουν, μαζί με τον Ηράκλειτο, τον εαυτό τους από τους πολλούς, οι οποίοι "δεν σκέφτονται πάνω σε αυτό που συναντούν, ούτε κι όταν το μάθουν το γνωρίζουν, αλλά το φαντάζονται". Οι προοδευτικοί αριστεροί δύσκολα θα μπορούσαν να αποδεχτούν ώς τις έσχατες συνέπειες το απόσπασμα πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι. Από την άλλη οι απόψεις του για το γίγνεσθαι έχουν ενδιαφέρον, γιατί μπορούν να συνδυαστούν με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα και αναζητήσεις. Όμως, όταν έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα, είναι δύσκολο να τίθεται ο Ηράκλειτος ως σύμβολο ενός τρόπου σκέψης, προοδευτικότερου ή επιστημονικότερου.
Πλάτωνας και σοφιστές.
Ο Πλάτωνας συχνά-πυκνά θεωρείται λιγότερο ελληνικός από τους σοφιστές οι οποίοι εξέφρασαν την πραγματική ελληνικότητα, την ελευθερία της σκέψης, τον σχετικισμό και την έλλειψη δογματισμού. Επίσης ο Πλάτων θεωρήθηκε πρόδρομος του Χριστιανισμού και παρακμιακός. Τίποτε δεν είναι περισσότερο λανθασμένο, ειδικά για τα πρώτα. Κανείς δεν είναι αδογμάτιστος, όλοι έχουν ακλόνητα πιστεύω. Επίσης η ελευθερία της σκέψης και όλα τα προοδευτικά δημοκρατικά δεν είναι ακριβώς η ουσία των σοφιστών. Η ουσία της σκέψης τους είναι ο σχετικισμός, ο οποίος, αν είναι συνεπής, καταρρίπτει κάθε κανονιστική "δημοκρατική" πεποίθηση για δικαιότερη κοινωνία. Ούτε πρόδρομος του Χριστιανισμού μπορεί να θεωρηθεί ο Πλάτων. Έχει απλώς αρκετά κοινά σημεία με αυτόν, όπως και οι κυνικοί. Έχει όμως και διαφορές, τις οποίες γνώριζαν ανέκαθεν τόσο οι Χριστιανοί όσο και οι Νεοπλατωνικοί. Αντικειμενικά, δηλαδή πέρα από κοσμοθεωρητικές προτιμήσεις, για κανέναν λόγο δεν μπορούν οι σοφιστές να θεωρηθούν αυθεντικότεροι Έλληνες (ή οι πραγματικοί Έλληνες) σε σύγκριση με τον λιγότερο ή καθόλου Έλληνα Πλάτωνα. Και οι δύο είναι προϊόντα της ελληνικότητας. Η ιδιοποίηση, υπέρ των σοφιστών, της ελληνικότητας, είναι ιστορικά εσφαλμένη, όσο κι αν αναμένεται να γίνεται συνεχώς, διανθισμένη με καταγγελίες για τον "χριστιανό", τον "ιεροεξεταστή" Πλάτωνα. Η αλήθεια είναι, αντίθετα, πως ο Πλάτωνας βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψη του μέσου αρχαίου Έλληνα, παρά οι σοφιστές και φιλόσοφοι οι οποίοι διώχτηκαν ο ένας μετά τον άλλον από τον αθηναϊκό Δήμο. (20/1/2008) Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε ιστορικώς: οι Σωκράτης, Πρόδικος, Διαγόρας, Πρωταγόρας, Αναξαγόρας δεν διώχθηκαν μετά την δημοσίευση των βιβλίων του Πλάτωνα στα οποία προπαγανδίζεται η ιερά εξέταση κατά των ασεβών/αθέων, αλλά πριν τον Πλάτωνα, στον λεγόμενο χρυσό αιώνα. Πρέπει να γίνει αποδεκτό λοιπόν ότι οι Αθηναίοι και οι λοιποί Αρχαίοι είχαν την νοοτροπία του Πλάτωνα πριν τον Πλάτωνα, ότι δεν έφερε ο Πλάτων τον φανατισμό και την καταδίωξη των αντιφρονούντων στην Ιστορία, ότι απλώς την εκλογίκευσε κι ότι λαοί δίχως Πλάτωνα (π.χ. Ρωμαίοι, Ιουδαίοι) δεν ήταν λιγότερο θρησκευτικά αδιάλλακτοι. (29/1/2008).
Αντιδιανοουμενισμός.
Παρακάτω αναλύονται ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του αντιδιανοουμενισμού.
α' Ο αντιδιανοουμενισμός πάντοτε ήταν επίθεση εκ μέρους κάποιων λίγο-πολύ μορφωμένων ή και διανοουμένων εις βάρος άλλων διανοουμένων εν ονόματι του λαού ή της παράδοσης ή κάποιου ιδεώδους, τα οποία αντιπροσωπεύουν το υγιές και το φυσιολογικό και εκπροσωπούνταν από τους μορφωμένους ή διανοούμενους οι οποίοι επιτίθονταν. Αντιδιανοουμενισμός λαϊκός δεν μπορεί να υπάρξει, για τον απλό λόγο ότι φορέας του δεν μπορεί να είναι ο απόφοιτος του δημοτικού και του γυμνασίου, ο οποίος δεν μπορεί πέραν των ύβρεων να αντιμετωπίσει λεκτικά και απρόσωπα το λαβύρινθο των σκέψεων του διανοουμένου, αλλά κάποιος ο οποίος μπορεί, με τη βοήθεια του λόγου, να αποδείξει την ανωτερότητα του λαού (του απόφοιτου του δημοτικού) επί των επαγγελματιών του λόγου, των διανοουμένων, ή κάποιος διανοούμενος ο οποίος ομιλεί στο όνομα του "αληθινού διανοούμενου" κατακρίνοντας ορισμένους εκφυλισμένους διανοούμενους.
β' Ο αριστερός αντιδιανοουμενισμός έχει δύο κύρια χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η κριτική που συνοψίζεται στο "η προδοσία των διανοουμένων", προδοσία η οποία συνίσταται στην έλλειψη παρουσίας και συμμετοχής των διανοουμένων στους αγώνες και στις ενέργειες εκείνες που θεωρούνται ορθές, αριστερές, απελευθερωτικές εκ μέρους της Αριστεράς. Τέτοια κατηγορία για προδοσία έχει νόημα μόνο εάν υποτεθεί ότι ο διανοούμενος έχει μια συγκεκριμένη αποστολή, ότι είναι "πνευματικός άνθρωπος" (σαν κι αυτούς που υπογράφουν ομαδικά στις εφημερίδες δηλώσεις-διακηρύξεις αριστερών φρονημάτων "εναντίον..." ή "υπέρ..") που έχει ως χρέος, ως άμισθη εργασία, να καθοδηγεί τους συνανθρώπους του και να ανοίγει διανοητικά μονοπάτια που οδηγούν στην απελευθέρωση του Ανθρώπου από βλαβερές προλήψεις και θεσμούς. Τέτοια αποστολή θεωρείται αυτονόητη. Πράγματι σε παλιότερες εποχές, όταν σε κάθε χωριό ο εγγράμματος ήταν ο δάσκαλος και στην πόλη τα πράγματα ήταν λίγο καλλίτερα, ήταν προφανές ότι ο διανοούμενος είχε μια ειδική αποστολή εκ των πραγμάτων, καθόριζε τις αντιλήψεις που θα επικρατούσαν, μπορούσε να παραστήσει τον καθοδηγητή των μαζών οι οποίες δεν καταλάβαιναν από ιδέες και δεν ήξεραν να διαβάζουν. Σήμερα, όχι ότι οι πολλοί ενδιαφέρονται ή μπορούν να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, αλλά έχουν έρθει σε επαφή με κάποια στοιχειώδη σχετικά πράγματα, το ποσοστό των πτυχιούχων είναι μεγαλύτερο και ο διανοούμενος δεν έχει για τους πολλούς την σημασία που είχε άλλοτε. Αυτό φαίνεται με την εξέλιξη της σημασίας του δασκάλου. Παλιά ήταν ο δεύτερος ή τρίτος μετά τον χωροφύλακα και τον παπά στο χωριό, τώρα είναι απλώς ένας δημόσιος υπάλληλος. Γι' αυτό και παλιότερα ήταν αυτονόητο ότι οι διανοούμενοι (ως μέλη πολιτικών κομμάτων), οι καθηγητές κλπ ασκούσαν καθοδηγητικό ρόλο, τώρα όμως ο καθένας μπορεί να αγοράσει ένα φιλοσοφικό βιβλίο ή ένα βιβλίο κοινωνιολογικό και να μάθει αυτά στα οποία πριν μόνον ο δάσκαλος/"πνευματικός άνθρωπος" είχε πρόσβαση. Αξίζει εδώ να αναφερθεί η αντιμετώπιση εκ μέρους των Αριστερών τής χρήσης του σκεπτικισμού από τους διανοούμενους (με αφορμή τη στάση των διανοούμενων κατά τις ταραχές του Δεκεμβρίου του 2008, λόγω του φόνου του Αλέξη Γρηγορόπουλου). Ο σκεπτικισμός όταν αποδομεί την εχθρική σκέψη και καταφέρεται εναντίον των εχθρικών, μη αριστερών αντιλήψεων, είναι καλός και επαινείται. Όταν όμως εμφανίζεται ως "σκεπτικισμός ελευθέρας βοσκής" - ειδικά σε περίοδο εξέγερσης ή επαναστατικής ζύμωσης - δηλαδή ως λίγο ή πολύ αδιάφορος (αφηρημένος) σκεπτικισμός προς το επαναστατικό (ή άλλο) πρόταγμα και τον πυρετό των διαδηλώσεων, αντιμετωπίζεται εχθρικά από την Αριστερά, ως "κουβέντα για την κουβέντα", ως σκέψη που αντιτίθεται στη δράση (μπορεί κανείς εδώ να θυμηθεί τις αντισχολαστικές μομφές για νοησιαρχία τού 14ου αι.) άρα ως σκέψη βλαβερή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σιωπή ή με τον χλευασμό: Ο λόγος ο οποίος (ειδικά) σε καιρό εξέγερσης δεν παροτρύνει για δράση αλλά προσκαλεί σε στοχασμό (για τον στοχασμό, συχνά) όχι απλώς για τη μεθοδολογία της απελευθέρωσης αλλά και για το είδος της ή ακόμη και για την χρησιμότητά της, είναι επικίνδυνος αφού καθυστερεί την κοινωνική έκρηξη. Το άλλο χαρακτηριστικό είναι η λασπολογία προς τους εχθρικούς, τους αποδεδειγμένα αλλότριους πολιτικά διανοούμενους. Δεν έχει σημασία τι έχει πει ο συγκεκριμένος διανοούμενος, αλλά αρκεί η παράθεση ορισμένων άσχετων πραγμάτων με τα συγκεκριμένα λεγόμενά του. Για παράδειγμα ο καθηγητής Γιανναράς υφίσταται επίθεση όχι τόσο για τα όσα φιλοσοφικά ή αφιλοσόφητα υποστηρίζει στα δεκάδες βιβλία του, όσο για το ότι κατά τη διάρκεια της χούντας διάβαζε αντί να βασανίζεται από την Αστυνομία (κατηγορία στην οποία απαντά εξίσου επιθετικά αναφερόμενος στο γεγονός ότι όλοι μετά την Μεταπολίτευση έγιναν, σε μία νύχτα, "αντιστασιακοί") και για το ότι από καθηγητής Θεολογίας έγινε καθηγητής Φιλοσοφίας, Κύριος οίδε με τι άνομα μέσα. Όχι βέβαια ότι είναι λάθος να δείχνεται ποιος (δηλαδή με τι προθέσεις) λέει κάτι, αλλά η εμμονή μόνο ή κυρίως σε αυτή την οπτική δεν είναι δείγμα αμεροληψίας.
Αντίθετα, όταν ο διανοούμενος έχει τη σωστή στάση, γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης απέναντι στον δεξιό αντιδιανοουμενισμό.
γ' Ο δεξιός αντιδιανοουμενισμός καταφέρεται εναντίον των διανοουμένων οι οποίοι είτε δεν έχουν ως κύριο μέλημα τη διάσωση της παράδοσης, της τάξης και του έθνους (αν την έχουν ως μέλημα) είτε δεν αντιλαμβάνονται τα παραπάνω με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι εκπρόσωποι του δεξιού αντιδιανοουμενισμού τα αντιλαμβάνονται. Συνήθης κατηγορία είναι αυτή του καθεστωτικού κρατικοδίαιτου διανοουμένου, ο οποίος πληρώνεται από το λαό αλλά δεν συμφωνεί με το λαό. Εδώ προϋποτίθεται ότι θα έπρεπε να συμφωνούν ή και να κανακεύουν το λαό οι διανοούμενοι. Βέβαια, είναι σωστή η άποψη για την δημιουργία αριστερής κλίκας στα ΑΕΙ, η οποία φιμώνει τις αντίθετες φωνές ή επιδιώκει τον αποκλεισμό από την καθηγητική σταδιοδρομία όσων δεν έχουν τις ίδιες με αυτήν απόψεις. Αλλά κάτι τέτοιο γινόταν και πριν τη Μεταπολίτευση, εκ μέρους της Δεξιάς, οπότε η δημιουργία κλίκας είναι χαρακτηριστικό κάθε πολιτικής παράταξης. Υποτίθεται, επιπλέον, ότι ο τόπος κινδυνεύει από τους διανοουμένους οι οποίοι διαβρώνουν την παράδοση όπως την βιώνει αυθεντικά ο λαός. Τέτοια υπόθεση δεν λαμβάνει υπόψη της κατά πόσο ο λαός αντιδρά λ.χ. στον καταναλωτισμό, κατά πόσο δηλαδή η θεωρητική "διάβρωση" που προκαλούν οι διανοούμενοι στον αγνό λαό είναι απλώς η θεωρητική δικαιολόγηση της υλικής διάβρωσης την οποία δέχεται ο λαός στην πράξη (παρασιτισμός, ολιγαρχική έμμεση δημοκρατία). Πέραν αυτών υπάρχει η διαδικασία του αποδιοπομπαίου τράγου: εφόσον ο διανοούμενος είναι κάτι άλλο, λ.χ. ένας που δεν γουστάρει τα σκυλάδικα και τις παρελάσεις, και μόνο με την ύπαρξή του συνιστά πρόκληση για την βεβαιότητα του λαού (αλλά κυρίως του μορφωμένου υπερασπιστή του λαού) πως ο δρόμος που ακολουθεί ο λαός είναι ορθός, ασφαλής, δοκιμασμένος και με ευχάριστο προορισμό. Εδώ μιλά το ένστικτο της αγέλης ή μάλλον το ένστικτο αυτού που θέλει να γίνει βοσκός. Η κριτική της έλλειψης ριζών προέρχεται από την άποψη ότι ρίζες μπορεί να προέρχονται από ελληνικό χώμα κι ότι η σωστή δοσολογία εγχώριας-αλλότριας σκέψης είναι μία και συγκεκριμένη.
Άλλη μορφή του δεξιού αντιδιανοουμενισμού είναι η νεοφιλελεύθερη κριτική, της συμπαράστασης στον ολοκληρωτισμό. Εδώ δεν μας ενδιαφέρει κατά πόσο ήταν ολοκληρωτική η ΕΣΣΔ, αλλά ότι από τους νεοφιλελεύθερους διανοουμένους προϋποτίθεται ότι κάθε εναντίωση στο πρότυπο της έμμεσης καπιταλιστικής, μαζικής δημοκρατίας συνιστά νοσταλγία του ναζισμού και του μπολσεβικισμού, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι πανόμοιοι, ενώ, παρ' όλο που η έμμεση βία της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας γίνεται δεκτή ως δίκαιη, δηλαδή υιοθετείται η διάκριση καλή-κακή βία, προς τους αριστερούς διανοουμένους γίνεται η μομφή ότι υποστηρίζουν τη "βία" γενικά και αόριστα (εδώ εξαλείφεται η διάκριση καλής-κακής βίας, και η βία θεωρείται κακή έτσι κι αλλιώς), άρα την τρομοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι η παρουσίαση ως ταραξιών όσων δε συμφωνούν με τους (συναδέλφους τους) απολογητές του συστήματος διανοούμενους και η απαξίωση της παράλογης διανόησης - η οποία εξάλλου είναι "κρατικοδίαιτη στο τελευταίο σοσιαλιστικό κράτος της Ευρώπης", λες και οι νεοφιλελεύθεροι διανοούμενοι και πολιτικοί ήταν κάτι άλλο.
δ'. Η στάση των διανοούμενων απέναντι στην εξουσία είναι πηγή αστείρευτου αντιδιανοουμενισμού, και επειδή η εξουσία μπορεί να έχει οποιοδήποτε χρώμα, ο αντιδιανοουμενισμός αυτός υιοθετείται εύκολα και από πολλούς. Από τη μία, υποτίθεται ότι ο διανοούμενος πρέπει να έχει οξύνει την "κριτική σκέψη" του περισσότερο από τους άλλους, κι έτσι, χάρη σε μια θαυματουργική σύζευξη αρετής και γνώσης, πρέπει να αποκρούει με βδελυγμία την (κάθε) εξουσία η οποία τον χαϊδεύει προκειμένου αυτός να την εξυμνεί αποκοιμίζοντας τις συνειδήσεις των πολλών απόφοιτων του δημοτικού. Από την άλλη η στάση των ίδιων των διανοουμένων προς την εξουσία, ειδικά των αριστερών αλλά όχι μόνον αυτών, θυμίζει το ρητό "το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται". Γιατί θυμάται κανείς τον φιλοναζισμό του Χαϊντέγκερ ή τους μετεμφυλιακούς τεμενάδες των Νεοελλήνων διανοουμένων προς το πολιτικό καθεστώς μεταξύ του 1949-1974, όπως θυμάται τις οργιλές και ατελείωτες απολογίες των Ελλήνων αριστερών διανοουμένων υπέρ των κομμουνιστικών καθεστώτων της Αν. Ευρώπης ώς το 1989, όπως και θυμάται κανείς τις εκσυγχρονιστικές και σοσιαλνεοφιλελεύθερες φανφάρες της δεκαετίας του 1990-2000 εκ μέρους των μεταλλαγμένων αριστερών διανοουμένων υπέρ του πολυπολιτισμού, της Ευρώπης (και των προγραμμάτων της), της αντι-βαλκανίτιδας. Η στάση αυτή αναπόφευκτα οδηγεί σε αλληκατηγορίες μεταξύ των κλικών των διανοουμένων για ξεπούλημα στην εξουσία. Όμως οι διανοούμενοι απλώς πιστεύουν ό,τι και ο Πλάτων, ότι είναι δυνατόν είτε να γίνει ο βασιλιάς φιλόσοφος είτε ο φιλόσοφος σύμβουλος του βασιλιά (είτε, το πιο απίθανο και ανομολόγητο, να γίνει ο φιλόσοφος βασιλιάς) και, αφενός ως άνθρωποι που ελπίζουν ειλικρινά, πιστεύουν ότι ο επόμενος/άλλος εξουσιαστής θα είναι πιο φιλόσοφος από ό,τι ο προηγούμενος, ενώ αφετέρου ως επαγγελματίες γνωρίζουν ότι δίχως κλίκα και διασυνδέσεις σε χώρους έξω από αυτόν της άυλης σκέψης, θα έκλειναν το προσωπικό τους φιλοσοφικό μαγαζί. (11/1/2009)
Χρησιμότητα
Οι περισσότεροι άνθρωποι αναρωτιούνται για τη χρησιμότητα κλάδων της γνώσης όπως η φιλοσοφία και η ιστορία. Ασφαλώς, όπως τονίστηκε πολλές φορές στον ιστότοπο αυτόν, η έννοια της ανάγκης και της χρησιμότητας είναι υποκειμενική. Η φιλοσοφία προσφέρει μια ευρύτερη θέαση του κόσμου. Όποιος έχει ανάγκη από τέτοια θέαση ευρύτερη, που διευρύνει τους διανοητικούς ορίζοντές του, έχει ανάγκη και από τη φιλοσοφία. Όποιος είναι ευχαριστημένος με τον μικρόκοσμό του, δηλαδή με την αναζήτηση, την έγνοια και την ευχαρίστηση με πράγματα σχετικά με το τι θα φάει και θα πιεί, τι λεφτά κερδίζει, πού θα πάει εκδρομές ή τι θα δει στην τηλεόραση, αν θα πάει στο γυμναστήριο και στο σκυλάδικο/κλαμπ κ.ο.κ., αυτός δεν κατανοεί το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να διευρύνει τους ορίζοντές του μελετώντας τη φιλοσοφία και την ιστορία. Και το μυρμήγκι είναι ευχαριστημένο με τον μυρμηγκικό κόσμο και μικρο-ορίζοντά του, δεν γνωρίζει ούτε επιδιώκει να γνωρίζει την οπτική του ανθρώπου. Η διαφορά, λοιπόν, μεταξύ όσων θεωρούν άχρηστη τη φιλοσοφία και όσων τη θεωρούν χρήσιμη είναι διαφορά οπτικής ανάλογη με τη διαφορά μεταξύ ανθρώπου και μυρμηγκιού. Δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει το μυρμήγκι ότι θέλει να είναι μυρμήγκι, ούτε και τον άνθρωπο επειδή θέλει να είναι άνθρωπος.(12/4/2009)
* * *
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΒΑΘΟΣ
(Στην Α.)
Κάνουμε κακό σ' αυτούς που μάς αγαπούν, ακριβώς επειδή μας αγαπούν αυτοί. Τους βλέπουμε να σπαράζουν, να λειώνουν από την αδικία που ένας λατρεμένος τους τούς κάνει. Κρυφά κλαίμε και κατηγορούμε τους εαυτούς μας, πολύ αργότερα όμως, όταν το κακό έχει γίνει κι έχει τσακίσει τους λατρευτούς μας. Εκείνη τη στιγμή χαιρόμαστε που βρήκαμε πιο αδύναμους από εμάς -κατά θέληση, όχι κατά τη φύση τους- να ξεσπάσουμε πάνω τους.
Παραδεχόμενοι την κακία μας, γινόμαστε χειρότεροι κι όχι καλλίτεροι. Νοιώθουμε ότι επιζητάμε την ηδονή της απόλυτης κακίας κι όχι τη μεταβολή της ασυγκίνητης φύσης μας.
Κατά βάθος ξέρουμε ότι είμαστε όλοι καλοί, αλλά βαριόμαστε να σκάψουμε τόσο βαθειά, φοβούμενοι μήπως, σκάβοντας, ανοίξουμε καμμιά τρύπα στον Άνθρωπο και βγούμε από την πλάτη στον αφαλό.
Κατά βάθος είμαστε πάντα κάτι περισσότερο απ' ό,τι νομίζουμε ότι είμαστε. Κι αυτό είναι που μας τρομάζει.
* * *
ΩΡΑΙΟ: το τι είναι ωραίο είναι ζήτημα αφενός εκπαίδευσης και συνήθειας, και αφετέρου εκείνης της απροσδιόριστης ιδιοπροσωπίας του κάθε ανθρώπου που τον κάνει να διαφέρει σε εκείνες τις λεπτομέρειες..που κάνουν τη διαφορά.
Δεν είναι το ωραίο πάντα αγαθό, αλλά ούτε και το αγαθό είναι πάντα ωραίο. Αυτό που μάς ευχαριστεί δεν είναι και ωφέλιμο. Αυτό που είναι ωφέλιμο και αγαθό μερικές φορές είναι και απεχθές.
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Μερικά παραμύθια του χωριού μου
Αγαπημένα βίδεο και ασμάτια στο υτυβε
Μετάφραση της Ιλιάδας Α' από τον Αθ. Χριστόπουλο (1772 - 1847)
Αθανάσιου Χριστόπουλου, Λυρικά και άλλα ποιήματα
Σελίδες σύγχρονης
ελληνικής ποίησης (ιστοσελίδα του Χ. Δημάκη)
Σπουδαστήριο Νέου ελληνισμού
(αφιερωμένο στην νεοελληνική λογοτεχνία)
http://kondylis.wordpress.com/
Αφιέρωμα στον Παναγιώτη Κονδύλη
Η ιστοσελίδα του Κώστα Κουτσουρέλη.
Το ιστολόγιο του Σπ. Κουτρούλη
Επισκέψεις από Νοέμβριο 2008: