ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΕΛΙΤΣΑ (ΕΡΑΤΥΡΑ ΚΟΖΑΝΗΣ)
Επισκέπτες
1. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΛΙΤΣΑ
4.
ΣΕΛΤΣΙΩΤΙΚΕΣ
ΛΕΞΕΙΣ (ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ)
6. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΑΤΥΡΑΣ
Παραμύθια
που μού τα
διηγήθηκε η
γιαγιά μου
Δήμητρα, που με
τη σειρά τής τα
διηγήθηκε ο
πατέρας της,
Ηλίας.
Τα παραμύθια
είναι
μεταφερμένα
στην σημερινή
δημοτική, αλλά
έχω αφήσει
αρκετές λέξεις
της τοπικής
διαλέκτου, οι
οποίες
επεξηγούνται
μέσα σε
παρενθέσεις.
Η
ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ ΚΙ
Ο ΤΣΟΠΑΝΟΣ
Ηταν
κάποτε ένας
βασιλιάς, και
είχε μια κόρη
πολύ όμορφη.
Την ζητούσαν
βασιλόπουλα,
πριγκιπόπουλα,
αρχοντόπουλα,
πολλά παιδιά.
Αυτή όμως έλεγε
όλο «όχι». «Όχι!», «Όχι!»,
«Όχι!». Τι να
κάνει ο
βασιλιάς, είπε,
όποιος κάνει το
κορίτσι μου να
πει το ναι, θα
τον κάνω γαμπρό.
Πήγαιναν από
πολλές χώρες,
από πολλά μέρη,
αυτή τίποτα.
Πήγαινε ο κάθε
νεαρός, την
πλησίαζε,
μιλούσαν, «θα
παντρευτούμε;»
τη ρώταγε˙ αυτή
«Όχι!». Ήταν κι
ένας τσοπάνος,
βοσκούσε
πρόβατα, λέει «θα
πάω εγώ». «Άιντε»,
τον λένε οι
άλλοι, «εδώ
πήγαν
επιστήμονες,
πήγαν
αρχοντόπουλα,
πήγε
γραμματισμένος
κόσμος, εσύ θα
πάς; Εσένα θα σε
σκοτώσει ο
βασιλιάς
ύστερα, να το
ξέρεις». « Μωρέ
εγώ θα πάω», τους
είπε, «κι άς με
σκοτώσουν».
Πήγε λοιπόν κι
αυτός, κι αφού
είχε δώσει
διαταγή ο
βασιλιάς να
δέχονται όλους
στο παλάτι, τον
δέχτηκαν κι
αυτόν. Πήγε στο
δώματιό της, κι
εκεί που
κάθονταν λέει
στην υπηρέτρια
«θα μας φέρεις
ένα γλυκό;». Τους
το έφερε αυτή.
Λέει τότε στη
βασιλοπούλα «φάτο
το γλυκό». «Οχι!»
του απαντά
εκείνη. «Άμα στο
δώσω εγώ να το
φάς θα σε
κακοφανεί;», την
ξαναρωτά. «Όχι!»,
ξανάλέει αυτή.
Της το δίνει
λοιπόν και το
τρώει το γλυκό.
Ύστερα αυτός
παρήγγειλε
φαγητό. Τους
φέρνουν και το
φαγητό. «Φάε το
φαγητό» της
λέει. «’Οχι!» η
απάντηση. «Αμα
στο δώσω εγώ να
το φάς, θα σε
κακοφανεί;», την
ρωτάει. «Όχι!», τα
γνωστά. Το
τρώει λοιπόν
και το φαί. Οι
άλλοι χίρησαν
(άρχισαν) να λιανοπατούν
(να ανησυχούν)˙ «τι
γίνεται με
αυτούς;». Με τα
πολλά «φέρ’ το
ένα να στο δώσω
να το φάς», λέει ο
τσοπάνος στο
τέλος στην
βασιλοπούλα «φίλησέ
με» «Όχι!» απαντά
αυτή. «Άμα σε
φιλήσω εγώ, θα
σε κακοφανεί;»
την ξαναρωτά. «Όχι!».
Την αγκάλιασε.
Τέλος πάντων,
της λέει «τώρα
θα ξαπλώσουμε
στο κρεβάτι». «Όχι!».
«Θα σε βάλω εγώ
στο κρεβάτι˙ θα
σε κακοφανεί;». «Όχι!».
Την πήρε, την
έβαλε στο
κρεβάτι,
ξάπλωσε κι
αυτός μαζί της.
Άρχισε να τη
χαϊδεύει και
της λέει «χάιδεψέ
με». Αυτή, «όχι!». «Να
σε χαϊδέψω εγώ,
σε
κακοφαίνεται;». «Όχι!».
Στέλνει την
άλλη μέρα ο
βασιλιάς να δει
τί γίνεται, τι
φτιάχνουν, τους
βλέπει στο
κρεβάτι
αγκαλιασμένους.
Θύμωσε ο
βασιλιάς, λέει, «τώρα
αυτόν τι θα τον
κάνουμε, θα τον
σκοτώσουμε;». «Όχι!»,
λέει η
βασιλοπούλα.
Και την
παντρεύτηκε ο
τσοπάνος. Οι
άλλοι
απέμειναν να
κοιτούν. Ήξεραν
γράμματα και
είχαν πλούτη,
αλλά δεν είχαν
εξυπνάδα.
ΓΙΑΤΙ
Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ
ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΔΕΝ
ΦΑΙΝΕΤΑΙ.
Ο
Χριστός
μεταμορφωνόταν,
εμφανιζόταν,
πότε σε ένα
σπίτι έτσι,
πότε σε ένα
άλλο σπίτι
αλλιώς. Πήγε
και σε μια
γυναίκα, στο
σπίτι της και
ρωτά «τι κάνετε
εδώ;». «Ε, υφαίνω»
απαντά αυτή,
και δεν είχε
καταλάβει
ποιος ήταν. «Α
καλά,» λέει ο
Χριστός, «γιατί
όμως κόβεις την
κλωστή και τη
γυρνάς από την
ίδια πάλι τη
μεριά;». «Ε, και
πώς να το κάνω;»
ρωτά αυτή. «Να,
έτσι» της λέει ο
Χριστός και της
έδειξε τον
τρόπο που ήταν
καλλίτερος. «Εντάξει»
λέει αυτή.
Έφυγε ο Χριστός
και πήγε σε
έναν άλλο, που
όργωνε το
χωράφι του με
τα βόδια του.
Δεν ήξερε να
γυρνά το αλέτρι
ξανά στην ίδια
θέση και να
οργώνει
βουστροφηδόν
αλλά έπρεπε να
φέρουν το
αλέτρι από την
θέση όπου
βρισκόταν στην
απέναντι
πλευρά, και να
ξαναρχίσουν
από εκεί. «Γιατί
οργώνεις έτσι;»
λέει ο Χριστός. «Πώς
να κάνω;» απαντά
αυτός. «Να, έτσι
να κάνεις το
αλέτρι και να
μην το πας ξανά
στην απέναντι
πλευρά για να
οργώσεις». «Α
καλά λες» του
είπε αυτός, κι ο
Χριστός έφυγε.
Μεταμορφώθηκε
ο Χριστός πάλι,
ύστερα από λίγο
καιρό, και
ξανάπερνάει,
πρώτα από τη
γυναίκα, τον
κέρασε αυτή,
πάλι δίχως να
τον
αναγνωρίσει
ποιος ήταν. «Κάμποσο
(αρκετά) ύφανες.
Ποιος σε έδειξε
έτσι να
υφαίνεις;» την
ρωτά. «Το μυαλό
μου. Εγώ το
βρήκα τον τρόπο
αυτόν, στην
αρχή ύφαινα
αλλιώς, αλλά
μετά το
σκέφτηκα μόνη
μου και βρήκα
αυτόν τον τρόπο»
του απαντά αυτή.
«Καλά», της λέει
τότε ο Χριστός, «τότε
να κάνεις
δουλειά και να
μήν φαίνεται η
δουλειά σου».
Πέρασε κι απ’ το
γεωργό ο
Χριστός, του
λέει ο γεωργός,
που δεν τον
αναγνώρισε, «καλώς
ήρθες».
«Βλέπω
κάμποσο
όργωσες» του
είπε ο Χριστός. «Α,
τι να σε πω,
πέρασε ένας
ξένος, καλό να ‘χει,
και με ‘δειξε,
και γυρνώ
βουστροφηδόν
το αλέτρι˙
παλιά το
γυρνάγαμε πάλι
απ’ την αρχή και δεν
φτουρούσε ( δεν
απέδιδε
αποτέλεσμα ) η
δουλειά. Τώρα
ούτε
κουράζομαι,
ούτε τίποτα.
Όργωσα άλλο
τόσο κι άλλο
τόσο χωράφι. «Να
‘ναι
ευλογημένο»
είπε ο Χριστός, «κι
ό,τι
δουλειά
κάνεις, να
φαίνεται». Κι
από τότε, η
δουλειά που
κάνει η γυναίκα
δεν φαίνεται
ενώ η δουλειά
που κάνει ο
άντρας
φαίνεται. Γι’
αυτό και η
γυναίκα ό,τι
δουλειά και να
κάνει, πλύσιμο,
μαγείρεμα,
σκούπισμα, δεν
φαίνεται. Δεν
πα να κλώθεται
( να τριγυρνά )
όλη μέρα
δουλεύοντας˙
δεν φαίνεται. Ο
άντρας, ένα
φορτίο ξύλα να
κουβαλήσει, «α!
έφερε ένα
ολόκληρο
φορτίο ξύλα!».
ΧΡΙΣΤΟΣ
ΚΑΙ ΑΓΓΛΟΙ,
ΡΩΣΣΟΙ, ΕΛΛΗΝΕΣ
Είχαν
πάρει οι
Ρωμαίοι το
Χριστό και τον
έβαλαν φυλακή.
Το μαθαίνουν οι
Άγγλοι,
παίρνουν
κασόνια λίρες
χρυσές, χρήμα
μπόλικο και
πηγαίνουν στη
φυλακή όπου
ήταν ο Χριστός. «Ήρθαμε
να πάρουμε το
Χριστό» λένε
στους φύλακες, «έχουμε
χρυσό, θα σας
δώσουμε όσο
θέλετε, και θα
τον πάρουμε, να
μήν είντος (
είναι ) φυλακή».
Τους αφήνουν οι
φύλακες να
μπουν στο κελί,
τους βλέπει ο
Χριστός και
τους λέει «τι
θέλετε;». «Ήρθαμε
να σε πάρουμε». «Ε
και πως θα
φύγουμε, εδώ
έχει σκοπιές,
φύλακες, δεν
βλέπετε;». «Κοίταξε
έξω, τι χρήμα
πολύ που έχουμε»,
του λενε αυτοί. «Θα
δώσουμε, κι όσο
θέλουν, και θα
σε πάρουμε.». «Α»,
τους λέει ο
Χριστός, «να
είστε
ευλογημένοι,
και πάντα να
είστε πλούσιοι.
Εγώ δεν θα σας
ακολουθήσω,
πηγαίνεττε και
να ‘χετε την
ευλογία μου,
πάντα πολλά
λεφτά να έχετε».
Κι έφυγαν οι
Άγγλοι.
Μαθαίνουν και
οι Ρώσσοι ότι
φυλάκισαν τον
Χριστό, ουυ,
αμέσως
μάζεψαν
στρατό
μιλλούνια και
πα να πάρουν το
Χριστό. Και
λέγαν μεταξύ
τους «κι αμα δεν
μας τον δώσουν,
θα κηρύξουμε
πόλεμο!».
Φτάνουν στο
Χριστό, του
λένε «ήρθαμε να
σε πάρουμε». «’μ
πώς (εμ πώς) θα
φύγουμε;» λέει ο
Χριστός, «εδώ
έχει φύλακες». «Για
κοίταξε έξω απ’
το παράθυρο.
Κοίτα πόσο
στρατό έχουμε.
Αμα δεν μας αφήκ’ν
( αφήσουν) να σε
πάρουμε μαζί
μας, θα τ’ς (
τους )
κηρύξουμε
πόλεμο». «Ε, πάντα
να έχετε
πολύ πληθυσμό»,
είπε τότε
Χριστός, «πηγαίνετε
όμως εσείς,
γιατί εγώ δεν
θα σας
ακολουθήσω». Κι
έφυγαν και οι
Ρώσσοι.
Μαθαίνουν και
οι Έλληνες τα
νέα, κίνησαν (
ξεκίνησαν ) κι
αυτοί να πάρουν
το Χριστό. Πώς
να πάνε όμως.
Χρυσό δεν είχαν.
Στρατό πολύ δεν
είχαν. Πήραν
κάτι
κουμπούρια,
κάτι μαχαίρες,
πήραν και κάτι
καραμπίνες, τις
κρέμασαν στον
ώμο, και τα
φυσέκια στο
στήθος, και
πήγαν στο
Χριστό. «Ήρθαμι
να σε πάρουμι»
λένε στο Χριστό.
«Πώς θα με
πάρετε; Εδώ
είναι φύλακες
απ’ όξω», τους
απαντά αυτός. «Χά!
Ας τολμήσει
κανένας να μας
εμποδίσει, θα
τους
μαχαιρώσουμε,
και θα σε
πάρουμε. Τι
νόμιζες; Θα
πούμε εν ανάγκη
και ψέμματα, τι
να κάνουμε. Κι
άμα
αντισταθούν
πάλι,
σκοτώνουμε κι
όλας». «Ευχαριστώ
πολύ» είπε ο
Χριστός, «δεν θα
σας ακολουθήσω
εγώ. Πηγαίνετε
εσείς, αλλά σας
δίνω την ευχή
μου, πάντα να
είστε ψεύτες
και
μαχαιροβγάλτες».
ΠΑΠΑΣ
ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΜΕΝΟ
ΠΑΙΔΙ
Ήταν
κάποτε ένα
παιδί σε ένα
χωριό που αφού
σπούδασε στην
πόλη, έγινε
δάσκαλος και
γύρισε στο
χωριό του. Ο
παπάς όμως δεν
τον καλοέβλεπε
με καλό μάτι
τον δάσκαλο και
τον ρωτάει «Έμαθες
γράμματα;». «Έ,
κάτι έμαθα»,
είπεν αυτό. «Πώς
το λεν το νερό;»
το ρωτάει αυτός.
«Το νερό το λενε
ύδωρ» του
απαντάει. «Α,
τίποτα δεν
έμαθες. Το νερό
το λένε Φθήνεια,
γιατί δεν έχει
παράδες. Πααίνεις
(πηγαίνεις) το
παίρνεις, δεν
έχει ούτε
παράδες ούτε
τίποτα.» τον
αποπαίρνει ο
παπάς. [ Τοτε δεν
πλήρωναν το
νερό, το ‘παιρναν
από βρύσες]. Δεν
μίλησε το παιδί.
Ξαναρωτά ο
παπάς «Πώς λεν
το κρεβάτι;». «Ε,
το κρεβάτι το
λένε κλίνη». «Τίποτα
δεν ξέρεις. Το
κρεβάτι το λέν
Ανάπαυση, γιατί
ξαπλώνεις και
αναπαύεσαι. Δεν
έμαθες τίποτα˙
τίποτα», λέει ο
παπάς. «Την γάτα,
πώς την λένε;» το
ρωτά πάλι. «Α, τη
γάτα, γάλη». «Α,
όχι. Τη γάτα την
λένε Γράνα,
γιατί σε γρανίζει
(γρατζουνίζει),
σε βγάν’ τα
μάτια.Τη φωτιά,
πώς την λένε;». «Πυρ».
«Όχι, όχι, τη
φωτιά την λεν
Χαρά, γιατί
ανάβει και,
ουυυ, χαίρεσαι.
Την καρέκλα πώς
την λένε;». «Κάθισμα».
«Την καρέκλα
την λενε
Κωλοκούμπι,
γιατί κάθεσαι
και ακουμπάς». Το
έφτιαξε ο
παπάς το παιδί από
δυο παράδες ( το
ρεζίλεψε). «
Τίποτα, τίποτα
δεν έμαθες»,
άρχισε να του
λέει. «Ε θα σε ταιριάξω
( θα σε κανονίσω)
εγώ» είπε από
μέσα του το
παιδί.
Μια Κυριακή,
που ο παπάς
λειτουργούσε
στην εκκλησιά,
παίρνει το
παιδί μια γάτα,
την περιλούζει
πετρέλαιο,της
βάζει φωτιά και
την ρίχνει μεσ’
στο σπίτι του
παπά, που
άρχισε να
καίγεται.
Τρέχει τότε το
παιδί αγρήγορα
(γρήγορα) στην
εκκλησία, και
λέει στον παπά: «Παπά,
πήρε η Γράνα τη
Χαρά, και μπήκε
μες’ στο σπίτι,
και άμα δεν πας
με την Φθήνεια,
παίρνει ο
διάβολος και τα
Κωλοκούμπια
σου και την
Ανάπαυσή σου».
Κι
έλεγε ο
προπαππούς μου,
που ήταν βοσκός,
αφού έλεγε αυτό
το παραμύθι,
μορφωμένο
άνθρωπο να μην
πας να τον
κοροϊδέψεις
γιατί θα σε
καταφέρει
αυτός
καλλίτερα.
ΑΓΕΛΑΔΑ
ΚΑΙ ΚΟΡΊΤΣΙ
Ήταν
ένας που δεν
μπορούε να
πουλήσει την
αγελάδα του.
Πήγαινε στα
παζάρια και δεν
μπορούσε να την
πουλήσει. Τον
λέει ένας
γείτονας «πάλι
δεν την
πούλησες την
αγελάδα σου;». «Ε,
δεν την πούλησα»
απαντά αυτός. «Γιατί,
τί λες στους
υποψήφιους
αγοραστές;». «Ε,
με ρωτάν γιατί
την π’λω (πουλώ
), τ’ς λέω δεν
γεννάει τώρα
πια, είναι
στείρα.». «Ε, δεν
λένε έτσι», είπε
ο γείτονας. «Πώς
λένε;». «Λένε,
έκανε τρία και
είναι
γκαστρωμένη
στο τέταρτο. Να
δεις πώς θα την
πουλήσεις τότε.».
Πάει λοιπόν στο
παζάρι ο
ιδιοκτήτης της
αγελάδας,
ακολούθησε τη
συμβουλή του γείτονα,
την πούλησε
αμέσως. Ήρθε
μετά και η ώρα
να παντρέψει
και την κόρη
του. Πηγαίνει
σε κάποια
οικογένεια να
την προξενέψει.
Τους λέει «πάρτε
το κορίτσι μου,
είναι καλό.
Ξέρεις, έκανε
τρία και είναι
γκαστρωμένη
στο τέταρτο». «Ωωω»,
λεν αυτοί, «τι
χαζά είναι αυτά˙
μπαμπάς είναι
αυτός που τα
φανερώνει αυτά»,
και τον έδιωξαν.
Βρίσκει πάλι
αυτός τον ίδιο
γείτονα, ο
οποίος τον ρωτά
«μωρέ γιατί δεν
έγινε ο
αρραβώνας;». «Ε,
δεν έγινε, ξέρω ‘γω;»
απαντά. «Καλά, τί
τους είπες;». «Είπα,
έκανε τρεις
γέννες και
είναι
γκαστρωμένο». «Μωρέ
δεν αντρέπεσαι,
την γελάδα με
το κορίτσι να
βάλεις;».
Ο
ΧΟΤΖΑΣ ΚΑΙ ΤΟ
ΚΑΖΑΝΙ
Ο
Χότζας πάει και
δανείστηκε ένα
καζάνι από καέναν
( από κάποιον ),
ένα μεγάλο, και
το κρατούσε για
μεγάλο
διάστημα δίχως
να το
επιστρέψει.
Έλεγε στον
ιδιοκτήτη του
καζανιού «ξέρε
το, το καζάνι
γέννησε κι
έκανε ένα κακάβι
( μικρό καζάνι ).
Θα σού το δώσω
αυτό το μικρό.».
Χάρηκε ο
ιδιοκτήτης,
λέει από μέσα
του «χαζός θα ‘νάναι
( θα είναι) αυτός»,
και το πήρε.
Περνάει
κάμποσος
καιρός, και
λέει πάλι ο
Χότζας στον
ιδιοκτήτη «πάλι
γέννησε το
καζάνι, κι
έκανε ένα κακαβούλι
(μικρό καζανάκι).
Θα στο δώσω». Το
πήρε ο
ιδιοκτήτης κι
αυτό. Πέρασε
αρκετός καιρός,
λέει κάποτε ο
ιδιοκτήτης
στον χότζα «βρε
δεν μ’ έφερες το
καζάνι». «Ψόφησε»,
του λέει ο
χότζας. «Μωρέ
ψοφάει το
καζάνι;»,
έκπληκτος ρωτά
ο ιδιοκτήτης
του. «Εμ, ψοφάει». «Θα
σε κάνω μήνυση». «Κάνε
με». Τον κάνει
μήνυση,
πηγαίνουν στο
δικαστήριο. «Γιατί
το κράτησες το
καζάνι;» ρωτάει
ο δικαστής τον
Χότζα. «Δε μέ
λέτε», λέει ο
Χότζας στους
δικαστές, «ένα
πράγμα που
γεννάει, ψοφάει;».
«Ψοφάει», λεν
αυτοί. «Ε, και το
καζάνι ψόφησε.
Αφού γέννησε
κακάβι, το
έδωσα, γέννησε
κακαβούλι, το
πήρε κι αυτό,
τώρα ψόφησε.
Πού είναι το
παράξενο;».
Αθώος ο Χότζας.
ΑΛΕΠΟΥ
ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
Η
αλούπα (αλεπού) με το
λύκο αγόρασαν
μια στάμνα μέλι,
και την είχαν
για να φαν το
χειμώνα.
Κάθονταν μαζί,
και ξαφνικά
φώναζε η αλεπού
«Ορίστεεε;». «Τί
λες αλεπού;»
ρώτησε ο λύκος. «Δεν
άκουσες λύκε;
Με φώναξαν να
πάω να βαφτίσω»
είπε αυτή. «Καλά»
της είπε.
Πήγαινε αυτή,
έτρωγε στα
κρυφά το μέλι.
Γυρνούσε στον
λύκο, κι αυτός
τη ρώταγε «πώς
το βάφτισες;». «Αρχινιστί»
(αρχικά).
Περνούσαν πάλι
κάμποσες μέρες,
πάλι η αλεπού
φώναξε «ορίστεε;
Ποιος φωνάζει;». «Λύκε
με φώναξαν να
πάω να βαφτίσω». «Πάλι
θα βαφτίσεις;».
Πήγε αυτή,
έφαγε πάλι, την
έφερε τη στάμνα
ώς τη μέση. «Πώς
το ‘πες;» την
ρώτησε ο λύκος
όταν αυτή
γύρισε. «Το ‘πα Μεσηαστί»
(στη μέση). Άντε
και την τρίτη
φορά το «ορίστεεε;»
της αλεπούς. «Εγώ
δεν άκουσα
τίποτα» είπε ο
λύκος, «εσύ πώς
ακούς;». «Με
φώναξαν να πάω
να βαφτίσω, έχω
ακόμα μια
βάφτιση. Μη με
φωνάζεις, θα
πάω να βαφτίσω». «Καλά»,
λέει αυτός.
Πάει η αλεπού
στο κελάρι, το
έφαγε όλο το
μέλι, γύρισε
και τη στάμνα
ανάποδα.
Επιστρέφει
πίσω, «πώς το ‘πες;»
την ρωτά ο
λύκος. «Το ‘πα Πιπκαστή»
( Τέλειωμα). Ήρθε
μετά ο χειμώνας,
δεν είχανε
τίποτε άλλο να
φάνε, λέει η
αλεπού στο λύκο
«πάμε να
πάρουμε τη
στάμνα με το
μέλι, για τον
χειμώνα το
έχουμε».
Πηγαίνουν,
βρίσκουν τη
στάμνα ανάποδα.
«Α, ποιος το ‘φαγε
το μέλι;» ρωτά
αυτή. «Ποιος το ‘φαγε;»
ρωτά κι αυτός. «Εσύ»,
λέει η αλεπού. «Μωρέ
δεν το ‘φαγα». «Τό
‘φαγες, εσύ το
φαγες. Για να μη
λες εσύ “να ‘ρθούμε
να το φάμε”, το
έφαγες εσύ». «Δεν
το φαγα», έλεγεν
αυτός. «Το ‘φαγες.
Θα πάμε στη
λίμνη και θα
βάλουμε τις
ουρές μας μέσα.
Όποιου ουρά
παγώσει,
εκείνος έφαγε
το μέλι». «Να πάμε»
λέει ο λύκος.
Πάνε, βάζουν
τις ουρές μέσα,
η αλεπού, την
έπαιζε την ουρά
της και δεν
έπιασε πάγο. Ο
λύκος στάθηκε
ακίνητος, δεν
κούνησε την
ουρά, πάγωσε
αυτή, και δεν
μπορούσε να τη
βγάλει. «Αντε
λύκο τώρα», λέει
η αλεπού, «να
σηκωθούμε απ’
το νερό».
Πετάχτηκε η
αλεπού, βγήκε
απ’ τη λίμνη. Ο
λύκος, κόπηκε η
ουρά του. «Είδες,
εσύ το ‘φαγες»,
λέει αυτή.
ΠΑΠΑΣ
ΚΑΙ ΘΕΡΙΣΤΗΣ
Ήταν
ένας και δεν
είχε να φάει˙
ήταν φτωχός,
ήρθε και η
άνοιξη. Τότε
δεν είχε ούτε
μανάβικα ούτε
τίποτα.
Τελείωναν τα
αλεύρια στα
σπίτια κι άμα
δεν είχες
χρήματα
πεινούσες. Τι
να κάνει κι
αυτός, πήρε το
δρεπάνι και
κίνησε. Πάει σε
ένα χωριό
παρακάτω, τον
βρίσκει ο παπάς
μόλις μπήκε
αυτός στο χωριό.
«ε πού πας
λεβέντι με το
δρεπάνι;» «Ε, να
βρω καμμιά
δουλειά. Εγώ
θερίζω πολύ
καλά. Στρέμματα
ολόκληρα μόνο
για ψωμί. Να
κάτσω και να
θερίσω». Τον
παίρνει, τον
πηγαίνει σπίτι,
λέει την
παπαδιά «αυτός
θερίζει πολύ.
Εμείς έχουμε
πολλά σπαρμένα.
Δεν τον
κρατούμε, ένα
πιάτο φαί
παραπάνω;» Τον
κράτησαν, τον
τάιζαν όλη την
άνοιξη. Αυτός
έλεγε «πότε θα
έρθει ο Θέρος
να θερίσω;». «Θα
θερίσεις και να
πάρεις παράδες».
«Δεν θέλω
παράδες εγώ.
Δεν θέλω να
κάθομαι όλο,
βαρέθηκα.». «Όχι,
όχι», λέει ο
παπάς, «θα γίνει
το δικό μου». Ε
κάποια μέρα
πήγε ο παπάς,
είδε το κριθάρι
στα χωράφια,
λέει «αύριο
πάμε να
θερίσουμε το
τάδε μέρος στο
χωράφι.». «Ε να
πάμε επιτέλους!»,
λέει κι ο άλλος.
Ακόνισε το
δρεπάνι,
ξεκίνησαν το
άλλο πρωί, του
έδειξε ο παπάς
το χωράφι. «Αυτό
είναι». «Αυτό
μόνο είναι; Ε,
αυτό εγώ ούτε
δυο ώρες δεν θα
το κάνω, θα το
θερίσω αμέσως». «Ε
καλά», λέει ο
παπάς, «μη
βιάζεσαι». «Συρε
εσύ να φέρεις
το φαί κι εγώ θα
θερίσω» είπε ο
άλλος. Έφυγε ο
παπάς,
χαρούμενος,
σού λέει «μ’ ένα
ψωμί τώρα εγώ
θα θερίσω όλα
τα χωράφια»,
μαγείρεψε η
παπαδιά. Ο
άλλος, πήρε το
δρεπάνι, άνοιξε
ένα δρόμο μέσ’
στο χωράφι με
αυτό, και πάει
ίσια ώς ένα
δέντρο, θέρισε
και γύρω γύρω
από το δέντρο,
και ξάπλωσε.
Πααίνει ο παπάς
με το φαί,
κοιτάει,
αθέριστο το
χωράφι. Λέει
από μέσα του «τι
να ‘παθε αυτός;».
Κοιτάει πάλι,
βρίσκει κι
αυτός το δρόμο
που έγινε με το
χωράφι,
πηγαίνει και
τον βρίσκει
ξαπλωμένο. «Τί
έπαθες
ευλογημένε, τί
έπαθες;» τον
ρωτά με αγωνία. «Αχ,
άσ’ τα.
Αρρώστησα.
Αρρώστησα και
δεν μπορώ.» «Εμ,
άμα αρρώστησες
να πάμε να
φωνάξουμε έναν
γιατρό». «Α, δεν
είναι αυτό
ακριβώς, αλλά
το ‘χω χάληρο (
σαν αλλεργία,
περιοδικά) αυτό.
«Ε, πόσο κρατάει
αυτή η
αρρώστεια;» «
Κρατάει όσο
κρατάει ο Θέρος,
κι όσο να
σώσουν ( να
τελειώσουν ) τα αλώνια
( το αλώνισμα ). «Αχ
κερατά» του
λέει ο παπάς. «Τι
θαρρούσες ( τι
νόμιζες ) παπά,
θα κάτσω για
ένα κομμάτι
ψωμί να σε
θερίσω τα
χωράφια;» τον
λέει κι αυτός.
Η
ΠΑΠΑΔΙΑ
Ήταν
ένας παπάς και
του
παρήγγειλαν
από άλλο χωριό,
ότι θα έρθουν
μουσαφιραίοι.
Και αυτός λέει
τότε στην
παπαδιά «Να
ετοιμάσεις
τώρα εσύ, γιατι
θα έρθουν απ’ το
άλλο χωριό, 3-4
άτομα». Η
παπαδιά ήταν ψίχα
( λίγο )
ντροπαλή.
Πηγαίνει σε μια
γειτόνισα και
εκείνη την
ρωτάει «τη
φτιάχνεις;». «Εχω
καλεσμένους,
και ξέρεις, πώς
θα τους δεχτώ
τώρα, τί θα κάνω;
Τα χω χαμένα.
Εγώ δεν τους
ξέρω κι ο παπάς
είπε ότι θα
τους φέρει». «Ε,
χαζή που είσαι, αυτού
( εκεί) που
τηγανίζεις τα
κεφτέδια, φάε
κανέναν κεφτέ,
πιές και λίγο
κρασί, και θα
δεις τι καλά
που θα είσαι,
στα κέφια˙ και
μια χαρά θα
τους δεχτείς
τους ξένους.». Η
παπαδιά
συμφώνησε, κι
εκεί που
τηγάνιζε τα
κεφτέδια, ήπιε
και κρασί,
ξαναήπιε, πάει
μετά στο κατώι
(κελάρι ) να
βάλει κι άλλο
κρασί, κι άλλο
μετά, τα ‘χασε
ντιπ, άνοιξε
ένα μεγάλο
βαρέλι, άρχισε
να τρέχει στο
κατώι το κρασί,
μπήκε αυτή μέσα
σε μια κοπάνα (
σκάφη) που ήταν
εκεί, και
άρχισε η σκάφη
να πλέει μεσ’
στο κρασί που
είχε
πλημμυρίσει το
κατώι. Έρχεται
ο παπάς σπίτι
με τους
μουσαφιραίοι,
αναρωτιέται «πού
πάει η παπαδιά;»,
κατεβαίνει στο
κατώι, και
φωνάζει «παπαδιά
πού είσι ( είσαι) ;
Ήρθανε
μουσαφιραίοι.». «Εγώ
πλέω για τη
Θάσο» του
απάντησε αυτή,
και πήγαινε
γύρω γύρω η
σκάφη μεσ’ στη
θάλασσα από
κρασί.
ΧΑΡΙΣΜΑ
ΣΑΣ, ΧΑΡΙΣΜΑ
ΣΑΣ!
Ήταν τρεις ψεύτες, δύο δηλαδή κι ένας ακόμα που δεν ήξερε ψέμματα. Ανταμώθηκαν στο δρόμο οι δυο με τον ένα τυχαία, κι έγιναν τρεις. Αφού περπάτησαν μαζί, άρχισαν να πεινάνε. Ο ένας από αυτούς είπε «εγώ θα κονομήσω (θα προμηθευτώ) το ψάρι», κι ο άλλος το κρασί.. Ο ένας πάει σε μια ταβέρνα-πανδοχείο που βρήκαν μπροστά τους, και λέει στον ταβερνιάρη «βάλε ένα ψάρι μεγάλο, θα ‘ρθουμε κάμποσα άτομα εδώ να φάμε». «Καλά» είπε εκείνος και έβαλε ένα ψάρι μεγάλο στο φούρνο, το έψηνε, το ετοίμαζε. Πάει ο ψεύτης αυτός μες στο πάνω δωμάτιο του πανδοχείου, αφού είπε πρώτα στον ταβερνιάρη «όπου να ‘ναι θα ‘ρθουν και οι άλλοι». Εκείνος που δουλειά του ήταν να φέρει κρασί, έβαλε νερό μέσα σε μια νταμιτζάνα, και πήγαινε από ένα σπίτι στο άλλο και τους έλεγε «Έχετε κρασί καλό για πούλημα;». «Έχουμε» λέγαν αυτοί. «Ε, βάλε με δυο οκάδες». Είχε αυτός ο ψεύτης και δυο οκάδες νερό μέσα στη νταμιτζάνα, αλλά οι νοικοκύρηδες δεν το ήξεραν. Αφού τού έριχναν μεσα στη νταμιτζάνα το κρασί, τους έλεγε «δε με δίνεις λίγο να δοκιμάσω τι κρασί με βάλατε;» Του έδιναν να πιεί. Το κρασί πλέον όμως είχε αναμιχθεί με το νερό που προϋπήρχε στην νταμιτζάνα και ήταν άνοστο πλέον, μισό νερό-μισό κρασί, αλλά μόνο ο ψεύτης το ήξερε. Έπινε λοιπόν και έλεγε «α, δεν είναι καλό, εγώ είχα καλό κρασί μέσα. Μου χάλασες και το δικό μου. Πάρτο πίσω, δεν το αγοράζω.» κι όσοι είχαν αντίρρηση, τους έδινε να πιούν απ το νερωμένο κρασί της νταμιτζάνας. Έτσι έκανε σε όλα τα σπίτια, του έδιναν κρασί, «δεν είναι καλό» τους έλεγε, και στο τέλος το έφτιαξε σκέτο κρασί.
Και γυρνάει και πηγαίνει στο πανδοχείο όπου τον περίμεναν ο πρώτος ψεύτης και ο άλλος που δεν ήξερε να λέει ψέμματα. Μαζεύτηκαν και οι τρεις, έφαγαν καμπόσο και το υπόλοιπο ψάρι το τύλιξαν σε ένα χαρτί. Αφού το έκαναν αυτό λέει ο ένας ψεύτης στον τρίτο «τώρα, δεν έχουμε παράδες. Τώρα θα αναλάβεις εσύ να μας γλιτώσεις». Ο ταβερνιάρης, όταν πέρασε λίγη ώρα λέει στον υπάλληλό του «τώρα θα πάς πάνω στο δωμάτιο που είναι αυτοί οι τρεις, θα ζητήσεις να σε πληρώσουν, και μετά θα φύγουν». Πηγαίνει ο υπάλληλος πάνω, αρχίζουν οι ψέυτες, ο ένας «ΕΓΩ θα τα πληρώσω», ο άλλος «ΕΓΩ θα τα πληρώσω», ο τρίτος «Όχι, ΕΓΩ θα τα πληρώσω». «Ωχ αμαν» λέει ο υπάλληλος, «τι θα γίνει, ο ένας λέει να πληρώσω, ο άλλος να πληρώσω εγώ κι όχι εγώ, και γιατί εσύ». Λέει ένας ψέυτης «αφού μαλώνουμε ποιος θα τα πληρώσει, θα δέσουμε τα μάτια του υπάλληλου κι όποιον από εμάς πιάσει αυτός, εκείνος θα τα πληρώσει». «Εντάξει» είπε ο υπάλληλος». Αυτοί, τον έδεσαν τα μάτια, πήραν και τα κρασιά, πήραν και το ψάρι που απέμεινε, κι έφυγαν απ’ το δωμάτιο κρυφά μην τους αντιληφθεί ο υπάλληλος. Κατεβαίνουν και κάτω στο ισόγειο της ταβέρνας, λένε στον ταβερνιάρη «αντε γειά, φεύγουμε τώρα. Ευχαριστούμε πολύ», κι έφυγαν. Πέρασε λίγη ώρα, άρχισε να αναρωτιέται ο ταβερνιάρης «Γιατί δεν κατέβηκε αυτός ο υπάλληλος ακόμα; Μάλλον αυτοί δεν θα το ‘φαγαν όλο το ψάρι και κάθεται αυτός τώρα και το τρώει το υπόλοιπο.». Ανεβαίνει λοιπόν ο ταβερνιάρης πάνω, τον πιάνει ο υπάλληλος αυτόν και του λέει «Α, εσύ θα τα πληρώσεις!». «Μωρε πώς θα τα πληρώσω. Τι (γιατί ) να πληρώσω; Τι έχεις δεμένα τα μάτια;». «Ξέρεις;», του λέει ο υπάλληλος, «μάλλωναν ποιος θα πληρώσει και έγινε το και το». «Αχ οι κερατάδες, σε γέλασαν˙ πάεικαι το ψάρι πάει και το ψωμί», λέει ο ταβερνιάρης.
Στο μεταξύ οι
ψεύτες είχαν
φύγει άρον άρον.
Κάποτε
βράδιασε και
πάνε οι ψεύτες
να κοιμηθούν,
σε ένα δωμάτιο
που είχαν δικό
τους. «Τώρα», λεν
οι δυο
που ξέραν
περισσότερα
ψέμματα, μεταξύ
τους, αλλά
μπροστά στον
τρίτο ψεύτη, «αυτό
το ψάρι τι θα το
κάνουμε;», «Αυτό
θα το φάμε
αύριο, αλλά,
ξέρεις, όποιος
δει το
καλλίτερο
όνειρο, εκείνος
θα το φάει», λέει
ο δεύτερος
ψεύτης. Ο
τρίτος
σκέφτηκε «αυτοί
τώρα θα με
γελάσουν
εμένα».
Κοιμούνται και
οι τρεις,
σηκώνεται
αυτός ο τρίτος
τη νύχτα, το
τρώει όλο το
υπόλοιπο ψάρι.
Σηκώνονται το
πρωί όλοι, λέει
ο πρώτος ψεύτης
«τώρα πέτε (
πείτε) τι
όνειρο είδατε ο
ένας, τι ο άλλος».
Λέει ο τρίτος
ψεύτης «πέτε
εσείς πρώτα, κι
ύστερα να πω κι
εγώ το δικό μου».
Είπε ο πρώτος «εγώ
είδα, ότι
άνοιξαν τα
ουράνια, και
ήταν κάτι
χρυσές σκάλες,
και
ανεβοκατέβαιναν
αγγέλοι, όλο
στα χρυσά
ντυμένοι, και
με έπαιρναν κι
εμένα στα φτερά
τους, κι έφευγα
απάνω. Εσείς
φωνάζατε, “το
ψάρι;”, κι εγώ σας
ήλεγα ( έλεγα) “χάρισμά
σας, χάρισμά
σας!”». Ο
δεύτερος είπε «Εγώ,
είδα ότι άνοιξε
ο άδης κάτω, και
βγήκαν από εκεί
αγγέλοι και
πράματα και
θάματα, και δεν
μπορώ να τα
περιγράψω τόσα
πολλά που είδα.
Με έπαιρναν
εμένα κι εσείς
πάλι φωνάζατε “το
ψάρι;”, κι εγώ
έλεγα “χάρισμά
σας, χάρισμά
σας!». Ο τριτος
έκανε το σταυρό
του πριν
αρχίσει να
διηγείται το
όνειρό του και
είπε «Έλα πώς
δείχνεται
μεγάλη η χάρη
του Θεού! Εγώ
είδα πως ο ένας
έφευγε προς τα
πάνω κι έλεγε –χάρισμά
σας, χάρισμά
σας το ψάρι, κι ο
άλλος
κατέβαινε προς
τα κάτω κι
έλεγε –χάρισμά
σας χάρισμά σας
το ψάρι, και
σηκώθηκα κι εγώ
και το ‘φαγα». «Μωρέ
το ‘φαγες;» των
ρώτησαν οι
άλλοι δυο
έκπληκτοι. «Εμ ,
το ‘φαγα, αφού
λέγατε χάρισμά
σας, χάρισμά
σας, τι να κάνω;». «Ω
τον κερατά»,
είπαν αυτοί. «Εμ
τι νομίζατε,
εσείς
πηγαίνατε να με
γελάσετε» τους
λέει κι αυτός.
Ο
ΤΕΜΠΕΛΗΣ
Ήταν
μια φορά ένας
τεμπέλης, κι
αυτός δεν ήθελε
να δουλεύει.
Τον έλεγαν «δούλεψε»,
κι αυτός έλεγε «δεν
μπορώ να
δουλεύω, δεν
θέλω ούτε
υποχρεώσεις
ούτε τίποτα.
Καλλίτερα να με
πάτε και να με
παραχώσετε».
Τον είπαν έτσι,
τον είπαν
αλλιώς, τέλος
πάντων, τον
έβαλαν ζωντανό
στο φέρετρο να
τον πάνε στο
νεκροταφείο.
Βρίσκουν στο
δρόμο έναν, ο
οποίος είχε ένα
φορτίο αλεύρι,
έχοντας
γυρίσει από το
μύλο, όπου και
το άλεσαν. Τους
λέει, «πού τον
πηγαίνουν
αυτόν;». «Ε, δεν
θέλει να ζήσει,
βαρέθηκε τη ζωή
του και τον
πάμε εκεί.». «Α,
κρίμα. Έχω ένα
φορτίο αλεύρι,
ας πάρει το ένα
τσουβάλι αυτός,
κι ύστερα πάλι,
όταν του
τελειώσει το
αλεύρι, έχει ο
Θεός.». Του λένε
του τεμπέλη οι
συγχωριανοί «ένας
σε δίνει ένα
τσουβάλι
αλεύρι. Θα
βγεις;». «Είναι
ζυμωμένο;» ρωτά
αυτός. «Όχι». «Αμα
δεν είνι (
είναι), δεν
μπορώ˙ δεν
βγαίνω.»
Προχωρούν η
συνοδεία με το
φέρετρο
παρακάτω,
βρίσκουν
κάποιον που
είχε ένα φορτίο
καρύδια, και
πήγαινε να τα
πουλήσει στο
παζάρι. «Τι
γίνεται εδώ;»
τους ρώτησε
αυτός. Το και το,
του εξηγούνε
πάλι αυτοί. «Έχω
ένα φορτίο
καρύδια, ας του
το δώσω λέει. Θα
τα πουλήσει, θα πορέψει
( θα τα βγάλει
πέρα) κάμποσο
καιρό.». Πάν στο
φέρετρο αυτοί,
λέν στον «πεθαμένο»,
«ένας έχει ένα
φορτίο καρύδια
και λέει θα στα
δώσει. Θα τα
πάρεις;». «Είναι
σπασμένα;» ρωτά
αυτός. «Όχι». «Αμα
δεν είναι
σπασμένα δεν
μπορώ και δεν
βγαίνω». Τέλος
πάντων, τον παν
στο
νεκροταφείο,
τον έβαλαν εκεί,
του άφησαν και
ένα παραθυράκι
να παίρνει αέρα
κι έφυγαν. Το
βράδυ, ντύθηκαν
οι ίδιοι σαν
πεθαμένοι,
άλλαξαν,
φόρεσαν
σεντόνια και
πηγαίνουν από
πάνω και του
λένε «Σιούκου (σήκω)». «-Γιατί;». «Αμ
εδώ δ’λέβ’ν (δουλεύουν).
Είμασταν αλλού,
τώρα θα
κουβαλήσουμε
πέτρες να
χτίσουμε τα
ντουβάρια γύρω
γύρω. Δεν
κάθονται εδώ». «-Δεν
ήξερα που δ’λέβ’ν
οι πεθαμένοι»,
λέει αυτός. Με
τα πολλά τον
σήκωσαν,
κουβάλησε
κάμποσες
πέτρες, και
πριν νυχτώσει,
τον έβαλαν πάλι
μες στο μνήμα.
Το πρωί πάνε να
δουν τι
φτιάχνει. «Βγάλεμέτι»
( βγάλτε με), λέει,
«δ’λέβ’ν οι
πεθαμένοι, δεν
κάθονται».
Ο
ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
ΠΑΠΑΣ
Ήταν
ένας παπάς
αγράμματος
τελείως. Οι
χωρικοί έκαναν
παράπονα,
έλεγαν τί παπάς
είναι αυτός,
ούτε ξέρει να
διαβάζει στην
εκκλησία, ούτε
τίποτα. Στην
εκκλησία αυτός
άνοιγε το
ευαγγέλιο κι
έλεγε άλλα αντί
άλλων. Λέει
ένας χωρικός «να
πάμε στο
Δεσπότη να
παραπονεθούμε».
Μόλις πήγαν
μαζί με τον
παπά εκεί, πήρε
ο παπάς το
ευαγγέλιο και ήλεγεν
( έλεγε) «έχω τόσα
μελίσια˙ τόσα
είναι θ’κά ‘ς (
δικά σου), τόσα
είναι θ’κά ‘μ (
δικά μου), έχω
τόσα πρόβατα,
τόσα είναι θ’κά
‘ς, τόσα είναι θ’κά
‘μ», λέγοντάς τα
αυτά εμμέσως
προς τον
Δεσπότη, για να
μην τον
απολύσει αυτός.
Τον ακούει ο
Δεσπότης, λέει «καλός
είναι, γιατί
δεν σας αρέσει;»
και τους
διώχνει. Ε, λέει
ένας χωρικός
μετά, «εγώ θα
κάνω τον
πεθαμένο»,
γιατί όσοι πέθνησκαν
( πέθαιναν),τους
διάβαζε μόνος
μες στην
εκκλησία ο
παπάς και δεν
άφηνε κανέναν
να μπει. Λέει
λοιπόν αυτός
στους άλλους
χωριανούς, εγώ
θα μπω,
κάνοντας τον
πεθαμένο, να δω
τι λέει εκεί
μέσα. Πάει
αυτός μέσα στην
εκκλησία,
άρχισε ο παπάς
να ψέλνει «όσος
είναι απ’ τ’
εκεί ώς εκεί,
τόσος είναι απ’
τ’ εκεί ώς εκεί».
Χαμογέλασε ο
δήθεν
πεθαμένος.
Κατάλαβε ο
παπάς και λέει
μέσα του «α
αυτός δεν είναι
πεθαμένος, και
με γελούν».
Παίρνει το
μανάλι, τον
δίνει μια, τον
άφησε στον τόπο.
Βγαίνει μετά
έξω και λέει
στους
χωριανούς «άλλη
φορά να τους
πεθαίνετε καλά,
γιατί τρόμαξα
να τον πεθάνω».
Ο
προπαπούς μου
ήταν
ελληνόφωνος
Βλάχος, αλλά
είχε μάθει και
τουρκικά και
βουλγαρικά. Μια
φορά, ήρθαν στο
χωριό κάποιοι «γραμμάτισμένοι»
όπως τους
έλεγαν τότε, κι
ένας απ’ αυτούς
τον ρώτησε «Εσύ
τι γλώσσες
ξέρεις;», κι
αυτός του
απάντησε «Ε,
ξέρω κάποιες.
Ξέρω λιγα
τουρκικά, λίγα
σλαβικά, και
λίγα ελληνικά.». «Καλά»,
του λέει αυτός, «
εσύ έλληνας δεν
είσαι;». «Ε,
Έλληνας είμαι». «Τότε
γιατί λες ότι
ξέρεις λίγα
ελληνικά;». «Γιατί
εσύ τα ξέρεις
όλα;». «Ναί». «Αμα σε
πώ, σύρε στο
χωράφι και κάνε
τα γυρίσματα,
θα καταλάβεις;»
τον ρωτά ο
προπάπους (τα
γυρίσματα
είναι, όπως
οργώνεται
βουστροφηδόν
το χωράφι,
απομένουν
τελικά οι δύο
πλευρές του, απ’
τις οποίες
κάθετα αρχίζει
κάθε φορά το
όργωμα,
ανόργωτες.
Αυτές
οργώνονται
αφού οργωθεί το
υπόλοιπο
χωράφι πρώτα,
και λέγονται
γυρίσματα.). «¨Οχι»
ήταν η απάντηση.
«Ε, είδες πως
δεν τα ξέρεις
όλα τα ελληνικά;»
Παροιμίες
της Σέλιτσας, από
το βιβλίο «Λαογραφικά
Εράτυρας» του
Ιωάννη Ν.
Νασιόπουλου,
έκδοση Ένωσης
Ερατυραίων
Θεσσαλονίκης «Η
Αλληλοβοήθεια».
Παραθέτω
ορισμένες που
δεν είναι τόσο
γνωστές και
ευρέως
διαδεδομένες
όσο οι
πανελλήνιες
-Άσκιπτους
νους, διπλός
κόπος
-Άλλους
χασκάει κι
άλλους
μιταλαβαίν’
-Απ’
τουν κόρακα τί
θ’ακού’εις; Κρά.
-Γάτους
κλεισμένους
πουντίκια δεν
πιάν’
-Γέλα μι να σι γιλώ να πιρνούμι τον κιρό. (για ζευγάρι που ανέβαλαν να παντρευτούν)
-Εκεί
π’ μας
χρωστούσαν μας
πήραν κι του
βόδ’
-Εγώ
γιλώ τους
δώδικα κι μένα
οι δικαπέντι.
-Ήθιλα
να πέσου, καλά π’
μ’ άμπωξαν
-Η
αρκούδα είδιν
τουν κώλου τ’ς
κι νόμισιν
γιράν’
-Η
ψείρα μας στουν
Όλυμπο κι μείς
στου παναύρ’
-Η
νύφη που
στολίζονταν
εδώ θα μείνει
απόψε.
-Η
νύφ’
φταρνίστηκε κι
σχόλασιν ου
γάμους
-Θέλ’
ου μυξιάρ’ς να
γιλά’ς του
σαλιάρ’
-Κινούργιο
κόσκινο πού να
σι κριμάσω,
παλιό πού να σι
πιτάξω.
-Κακό
χωριό τα λίγα
σπίτια.
-Κοίταξέ
μι μι το ένα να
σι κοιτάξω μι
τα δυό
-Καναν
τουν έπιρνιν
του ποτάμ’ κι ου
άλλους έλιγιν
τι άσπρουν
κώλουν έχ’
-Καλλιο
να ξέρ’ς παρά να
μπουρείς.
-Μη
πιτάς τα λόγια
σ’ σαν άχυρου στ’
αλών’
-Μικρό
χωριό, τρανοί
διαβόλ’
-Μέτρα
πέντε, κόβι μία
-Μαύρους
σκύλους,
άσπρους
σκύλους, όλ’ μια
γινιά
-Μι
λεν Ριζου κι
όπως θέλου του
γυρίζου
-Ξέρου
να σουρίξου, μα
δεν εχου
πρόβατα.
-Ου
βριγμένους του
νιρού δεν του
φουβάτι
-Όποιος
λυπάτι του
καρφί, χάν’ κι
του πέταλου
-Όταν
μαλώνουν τα σκ’λιά,
μπαστούν’ δεν
χράζιτι
-Ου
γαμπρός γιος κι
η νύφ’ θυγατέρα
δεν γίνουντι
-Ου
λύκους απ’ τα
μιτριμένα
τρώει.
-Όσα
τραβάει του
κουρμί τα
φταίει του
κιφάλ’
-Παλιός
ου γάτους,
τρυφιρά
πουντίκια
-Σ’κώθκιν
ου φτουχός να
χουρέψ’,
έσπασιν τ’
όργανου
-Σι
ξένου φαί άλας
μη ρίχν’ς
-Σ’
είπαν κυρά μ’ να
κλάνς, όχ’ κι να
του παρακάμ’ς
-Σι
ξένουν κώλου
σαράντα
δικανίκια,
στουν θ’κό μας
ένα κι πουνάει.
-Του
πουτάμ’ δεν
κατιβάζ’ κάθι
μέρα κούτσουρα.
-Χόριβι
μουνάχους κι
πήδα όσου θέλ’ς
Μερικοί χοροί της Εράτυρας
(χορεύεται έξω από την εκκλησία, μετά το τέλος της γαμήλιας τελετής)
(αποκριάτικος χορός)
(χορός της Πρωτοχρονιάς)
ΣΕΛΤΣΙΩΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Αλούπα = αλεπού
Αδειάζω = ευκαιρώ (δεν άδειασε =δεν είχε χρόνο)
Αμπώχνου =
σπρώχνω
Αντραλίζουμι
= ζαλίζομαι
Απουλνώ =
αφήνω κάτι/κάποιον
ελεύθερο
Αραθ΄μώ =
νοσταλγώ
Αρμιά =
τουρσί
Βαένι =
βαρέλι
Βατσνιά = ο
βάτος
Βλιούσκα =
πηρούνι
Βουλιούμι
= θέλω
Γκανταλνώ
=γαργαλώ
Γκαργκαλιούμι
= γελώ δυνατά
Γκρατσανίζου
= γρατζουνίζω
Γκιζιρώ =
σερνιανώ,
άσκοπα ενίοτε
Γκιούμ(ι)
= χάλκινο
δοχείο
Γκόρτσου =αχλάδι
Γκοτζάμ =
μεγάλος, ψηλός (π.χ.
"γκοτζάμ
άντρας, και
κλαις!")
Γκουρμπέτ’ς
=γύφτος (και
μεταφορικά)
Γλυκάτσ'καβος =γλυκός (στη γεύση)
Δουκιούμι
=θυμούμαι
Έτσαϊ(γι)ά =έτσι,
μ’αυτόν τον
τρόπο
Ζαρζαβατικά
=οπωροκηπευτικά
Ζγκούραβους
=σκουριασμένος
Ζ(ι)ουτλάρ’ς
=ζητιάνος,
μεταφορικά
αχαΐρευτος
Θαραπέβουμι
(αόριστος:
θαραπαύτκ’α) =
ευχαριστήθηκα
Ιδώιά =εδώ
Ικεία =εκεί
Κάνκαμμιά
=καμμιά
Κάνκανείς
=κανένας
Καϊπιώνου
=κρύβω από
άλλον
Καναγκιρό
= στα παλιά τα
χρόνια
Καραμούζα
=καρακάξα
Καργιόλα =κρεββάτι
Καρκαλνώ =κακαρίζω
Κατράν’ =
κρίμα
Κατράναβους
=κακόμοιρος
Κατσ’μίντζιρας
= μικρόσωμος,
καχεκτικός
Κλώθουμι =γυρνώ
εδώ κι εκεί
άσκοπα
Κλώσσα = η κοτσίδα
Κλώστης = ο πλάστης
Κόραβους =σκληρός
σαν την κόρα
του ψωμιού
Κρέχτο(υ)ς =
δροσερός (για
νερό)
Λαγγίτα =
είδος πίτας
Λέραβους =λερωμένος
Λουζιάζουμι
(αοριστος:
λουζιάσ’κα) =τα
χάνω
Ματσκαλνώ
=μασώ
Μισάντρα =ντουλάπα
όπου βάζουν τις
κουβέρτες
Μούσκα =μούσκεμα
Μουκαετιά
=αδιαφορία,
αφροντισιά
Μπαΐρι =
χωράφια
ακαλλιέργητα
Μπαντηδέβου
=αλητεύω
Μπίτ(ι)σιν = τέλειωσε, ολοκληρώθηκε (π.χ. η δουλειά)
Μπιμπλιά =στραγάλια (και ρεβύθια)
Μπλι(α)γ(κ)ούρι = χυλός (και μεταφορικά)
Μπλιόντα =μουσκεμένος
Ντάμκες = λεκές
Νταμκιάζω = λεκιάζομαι (αόρ.: ντάμκιασα)
Ξιμουντσνιάζου
= σουφρώνω τη
μυτη,
δυσανασχετώ
Ξιπατώνου
=καταστρέφω
Ξ’λόψειρα =
κοριός
Ουρσούσ'κος = αναθεματισμένος
Παρατουρίζουμι/Παρατουριάζομαι = βιάζομαι
Πασπαλνώ
= πασπαλίζω
Πιαλ(ν)ώ = τρέχω
Πιρδικλώνου
=περδικλώνω
Πιρουγλιά
= κληματαριά
Πόταβος-η-ο
= τι είδους
Πρατσαλνώ
=πιτσιλώ
Ρέπετα =κακοτοπιές
Ρουπουτώ =
θορυβώ ,
ειδικότερα
κάτι άγνωστο (π.χ. τα
ποντίκια ή κάτι
άλλο ρουπουτούν
στο κελάρι)
Shακάτ
(ίσα κάτω) =προς
τα κάτω
Shαπάν
(ίσα πάνω) =προς
τα πάνω
Shαπέρα
=προς τα πέρα
Shαδώθι
= προς τα εδώ
Shακείθι
=προς τα εκεί
Σούρδος =
χαζός
Σκράπα=
σκορπιός
Σ’νί =ταψί
Σνάζου =συνάζω
Τανιούμι
ή Τανίζουμι =
τεντώνομαι
Τιρλίκια
ή Τερλίκια =μάλλινες
κάλτσες μεχρι
τον αστράγαλο
Τζουρτζουλώθομαι = ψηλώνω, υψώνομαι.
Τσιούνκς =φωνή
για να
σταματήσει ο
γάιδαρος
Τ'φάν' (Τυφάνι) = όταν ρίχνει χιόνι και φυσάει δυνατό αέρα.
Ουsh=
φωνή για
ξεκίνημα του
γαϊδάρου
Ντόsh
=φωνή για
σταμάτημα του
αλόγου
Φουρλατίζου/ω
= πετώ
Φτουρώ =
αρκώ, πετυχαίνω
Χαϊρλίθ’κο(υ)
= τυχερό (ευχή
για
νεοαποκτηθέντα
αγαθά)
Χαλές =αποχωρητήριο
Χαρχάλ’ =
το λοφείο του
πετεινού
Χ’λιάρ =κουτάλι
Φωτογραφίες
Η Σέλιτσα όπως φαίνεται από νότια
Η Εράτυρα όπως φαίνεται από δυτικά προς ανατολικά
Το παλιο καμπαναριό της Εράτυρας (ανατινάχτηκε το 1948). Δίπλα το σχολείο που κάηκε επί Κατοχής
Η Σέλιτσα από ΝΑ προς ΒΔ (φαίνεται δηλαδή η ΒΔ πλευρά της). Φωτογραφία του 1926
Η Σέλιτσα όπως φαίνεται από ΝΔ προς ΒΑ (Φωτογραφία παρμένη από το λόφο της Μαγούλας)
Ζωγραφιά απ' το αρχοντικό του Δελήβαση
Άι Μάρκος (παλιά φωτογραφία πριν το 1912)
Άγιος Νικάνορας - τοιχογραφία οσίας Μαρίας Αιγυπτίας
Άγιος Νικάνορας - τοιχογραφία αρχ. Μιχαήλ
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Εράτυρα (Σέλτζα ή Σέλ(ι)τσα ή Σέλνιτζα), είναι κτισμένη στους πρόποδες του όρους Συνάσκιου ή Συνάζυγου ή και Σ(υ)νιάτσ(ι)κου (2111 μ.) και στην αρχή μιας μεγάλης ρεματιάς, που δημιουργείται από δύο βουνοπροεκτάσεις, που αρχίζουν από την Παλιοκοζάνη. Η ανατολική βουνοσειρά αποτελείται από τις τοποθεσίες Τζαμί, Σκάρπα Πύργος, Αϊ-Θανάση πεύκα, Κουρί Αϊ Λιά, και συνεχίζεται από άλλους μικρούς ή μεγάλους ορεινούς όγκους μέχρι το Βούρινο (Μπούρινο) όρος. Η δυτική βουνοσειρά αρχίζει από τον αυχένα Πόρτες, Μπραγκανιά, Μαγγούτια, Σέλλωμα, Γρεντιά και καταλήγει σε απότομες κλιτύες ή ομαλά όπως στον Άγιο Χριστόφορο. Σε μια από τις απότομες αυτές καταλήξεις είναι τα περίφημα Κτίσματα. Τείχη και οχυρώσεις, που χρονολογούνται από το 1200 π.Χ. περίπου. Είναι μια ακρόπολη, η οποία δέχονταν τους πληθυσμούς. Τα Κτίσματα είναι τείχη κατασκευασμένα από λαξευμένους τιτανόλιθους προσαρμοσμένους χωρίς ασβέστη, λάσπη ή άλλη κολλητική ουσία. Είναι η Ακρόπολη και το σπουδαιότερο φρούριο. Μικρότερα φρούρια, ερειπωμένα βέβαια, σώζονται στο απέναντι βουνό Ριζό, στον Αϊ Γιώργη Πέλκας, στη Μαγούλα, στη βουνοσειρά Γρεντιά, στο Σέλλωμα, Μαγγούτια, Πόρτες. Στη νοτιοανατολική πλευρά της Σέλιτσας, προς τη Γαλατινή (παλιά ονομ.: Κοντσ(ι)κό), υπάρχει το παλιό φρούριο Σκαβδάκι, πιο πέρα οι Ρούπες και πάνω από το Μικρόκαστρο (παλιά ονομ.: Τσ(ι)αρούσινο) το Καστράκι. Τα φρούρια αυτά ανάγονται στην εποχή και στους χρόνους «καθ’ ούς αι διάφοροι περιοχαί της Μακεδονίας ήσαν ανεξάρτητοι απ’ αλλήλων και δεν υπήρχεν ενιαίον Μακεδονικόν Κράτος, ίσως εις χρόνους μη απέχοντας της καθόδου των Δωριέων». Ο λόφος της Μαγούλας, στο μέσον της πεδιάδας, ήταν ακρόπολη με οχύρωση˙ εντός δε του χώρου της ακροπόλεως βρίσκουμε και σήμερα κογχύλια και άλλα κεραμοθραύσματα. Το 499 μ.Χ., Ούννοι, Σλάβοι, και άλλα γερμανικά φύλα έκαμαν επιδρομές και λεηλάτησαν τις επαρχίες της νοτίου Μακεδονίας και Ηπείρου. Όπως γράφει ο ιστορικός Προκόπιος εκ κόλπου γαρ Ιονίου οι βάρβαροι ούτοι άπαντα εφεξής εληΐσαντο μέχρι και Βυζαντίου προάστεια. Για να αναχαιτίσει τις επιδρομές ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός (527-565), οχύρωσε το κράτος με πύργους και φρούρια και ανασυγκρότησε τα υπάρχοντα κατεστραμμένα από τις βαρβαρικές επιδρομές. Τότε επανακτίστηκε και κοντά στο Πέλεκον φρούριο. Πράγματι στα κτίσματα της Σέλιτσας και στη θέση Παληογλάς οι δεξαμενές είναι ασβεστόκτιστες και με «κουρσάνι». Στο φρούριο του κωνικού λόφου του Αγίου Γεωργίου Πέλκας και στο φρούριο του Ριζού υπάρχουν επίσης ασβεστόκτιστα και επιχρισμένα δείγματα. Ο Προκόπιος με το όνομα Πέλεκον εννοεί τα κτίσματα γιατί το παρακείμενο Χαραλάμπου σκάλωμα είναι πράγματι σαν πέλεκυς, αλλά και τα φρούρια της περιοχής.
Οι μοναδικές μαρτυρίες που διασώθηκαν ή καλύτερα αυτές που γνωρίζουμε εμείς, είναι τα μισογκρεμισμένα κάστρα και φρούρια που αναφέραμε. Επίσης τα Μοναστήρια: της Μεταμορφώσεως Δρυόβουνου (παλιά ονομ.: Ντράνοβο), που φέρεται ότι κτίστηκε για πρώτη φορά τον 11ο αι., της Αγίας Παρασκευής Φλαμουριάς, που το χρονολογούν το 14ο αι, το παλιομονάστηρο Εράτυρας, που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε τη χρονολογία του, το παλιοκκλήσι του Βαρκού, που απ’ τις πλάκες που διασώθηκαν πρέπει να είναι του 8ου ή 9ου αι. Το Ευαγγέλιο επί μεμβράνης του 11ου αι., που δώρισε η κοινότητα το 1913 στο Υπουργείο Παιδείας, που ανήκε στο Μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου και φυλάσσεται τώρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη με αριθμό ευρετηρίου 2.166.
Πρώτη
μνεία του
ονόματος Σέλτζα
συναντάμε τον 16ο
αι. στον κώδικα
της Ζάβορδας, ο
οποίος
γράφτηκε το 1534
και μεταξύ των
αφιερωτών
υπάρχουν και
ονόματα από τη
Σέλτζα. Ο
κώδικας αυτός
αντιγράφτηκε
το 1692. Το όνομα
Σέλιτσα
μνημονεύεται
και από τον
ιστορικό της
Κοζάνης Π.
Λιούφη που λέει
ότι το 1390
εγκαταστάθηκαν
άποικοι από την
Ήπειρο πάνω από
τη Σέλιτσα
(Λιούφη Παν.: Ιστορία
της Κοζάνης, σ.
34-35: «Περί το 1390
άποικοι εκ
Πρεμετής,
Μπιθκουκίου
και Κόσδιανης,
μη ανεχόμενοι
πιέσεις και
αλλαγήν
θρησκεύματος
μετηνάστευσαν
εκείθεν και
ανατολικώτερον
βαίνοντες
κατέλαβον
οχυράν τινα
θέσιν άνωθεν
της Σελίτσης
και ώραν
απέχουσαν
αυτής επί του
όρους, εν ή
σταθμέυσαντες
ήρξαντο
κατασκευάζοντες
καλύβας
ονομάσαντες το
μέρος Κόσδιανη»).
Πρέπει δηλαδή
το 14ο αι. να
υπήρχε η κώμη
με το όνομα
Σέλιτζα. Στο
Λαογραφικό Μουσείο
διασώθηκε και
διαφυλάσσεται
μια εικόνα της
Θεοτόκου που
βρέθηκε στο
εξωκκλήσι της
Παναγίας και
φέρει
χρονολογία 1564.
Διασώθηκαν και
λίγοι κώδικες
του 16ου αι.,
αλλά δεν είναι
βεβαιωμένο ότι
γράφτηκαν στην
Εράτυρα ή στο
μοναστήρι του
Αγίου
Αθανασίου.
Ιστορικοί
διάφορων
γειτονικών
κωμοπόλεων
μνημονεύουν τη
Σέλιτσα, ιδίως
μετά την
καταστροφή του
Σισανίου, που
ήταν έδρα
Μητροπόλεως,
κατά το 1571, όταν
πολλοί
κάτοικοι του
Σισανίου
κατέφυγαν στη
Σέλιτσα.
Στο
περιβόλι του Ν.
Κουκουλά
σώζεται
δεξαμενή νερού
κατασκευασμένη
με άμμο και
ασβέστη. Λίγο
βορειότερα
είναι η θέση Παλιοκκλήσι.
Προ ετών
γεωργικός
εκσκαφέας
έφερε στην
επιφάνεια μια
πλάκα
μαρμάρινη
δαπέδου 1,40x0,80
τ.μ., ένα
μαρμάρινο
λαξευμένο
θριγκό ναού και
ένα μαρμάρινο
θωράκιο. Τα
μαρμάρινα αυτά
ευρήματα, όπως
με βεβαίωσαν
δύο Ολλανδοί
αρχαιολόγοι
ανήκαν σε
βυζαντινό ναό
του 9ου αι.
Στη Βίλιανη εκεί που είναι οι αχυρώνες και τα πλινθόκτιστα οικήματα, συναντούμε θεμέλια πέτρινα παλαιότερου οικισμού. Την τοποθεσία αυτή τη λένε και σήμερα Χωριό. Άλλωστε ο ναός του Αγίου Γεωργίου μαρτυρεί τη χριστιανικότητα του οικισμού. Δίπλα όμως και στο κτήμα του Γιώργου Μπάτζιου πρέπει να υπήρχε νεκροταφείο της εποχής των μακεδόνων βασιλέων. Αναφέρουμε την άποψή μας αυτή από το εξής γεγονός. Ο ιδιοκτήτης Γ. Μπάτζιος φυτεύοντας στο αμπέλι του βρήκε ένα μικρό πιθαράκι που είχε μέσα συρμάτινες πόρπες. Κατά την εκτίμηση Γερμανού αρχαιολόγου είναι του 5ου αι. π.Χ. Κτίσματα παρόμοια συναντούμε και στη θέση Καραγάτσι και μάλιστα δείχνουν ερείπια που τα λένε Παλιοκκλήσι.
Ο χρόνος που έγινε η ενοποίηση των μικροοικισμών δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, αλλά μάλλον σταδιακά οι μικροοικισμοί ενσωματώθηκαν στη Σέλιτσα. Ήρθαν διάφορα πληθυσμιακά στοιχεία, αλλά αφομοιώθηκαν πολύ γρήγορα. Ο διαχωρισμός όμως παρέμεινε και σήμερα από τον τόπο καταγωγής και τη φυλετική προέλευση. Αν και ο πληθυσμός ανανεώνεται συνεχώς, ο χαρακτήρας των κατοίκων, οι αντιλήψεις, οι προκαταλήψεις, οι διακρίσεις παραμένουν π.χ. Βλάχοι, Χασιώτες, Περατ(ι)νοί, Γιούφτοι, Αρβανίτες. Ήρθαν φυγάδες από τα μακρινά χωριά της Β. Ηπείρου που μιλούσαν αρβανίτικα και τα λησμόνησαν. Προσέφυγαν οικογένειες ομαδικά από τα βλαχοχώρια του Σμόλικα και έχασαν τη γλώσσα τους από την πρώτη γενιά.
Το 1690-97 εξαπολύθηκαν διωγμοί και καταπιέσεις στους χριστιανικούς πληθυσμούς των επαρχιών Ανασελίτσης και Γρεβενών για ν’ αλλαξοπιστήσουν. Αυτή την εποχή τοποθετούν και τη δεύτερη καταστροφή του Σισανίου. Στα χρόνια αυτά ήρθαν πολλοί πρόσφυγες από τα χωριά που βρίσκονται πέρα από τον Αλιάκμονα και ζήτησαν καταφύγιο στην Εράτυρα, η οποία εν τω μεταξύ είχε αναπτυχθεί πολύ. Γι’ αυτό συναντούμε τα ονόματα Κοσταντιώτης, Μαρτσισνός, Γαϊδουροχωρίτης, Βρονγκιτστινός, Λουβριώτης, Μουλατσιώτης κ.ά. Η πίεση τούς ασκήθηκε ιδίως το 1694. Αυτή την εποχή πρέπει να έλαβε χώρα και η καταστροφή της Κουτσούφλιανης, χωριού κοντά στο Μελιδόνι, και των χωριών του ανατολικού Σινιάτσικου, Γιαγουνσκό, Πεκριβινίκος και Γράτσιανη, τα οποία το 1797 στον κώδικα του Ζωσιμά φέρονται ως Παλαιοχώρια. Αλλά και με τα Ορλωφικά (1761) εξαπολύθηκαν διωγμοί και πραγματοποιήθηκαν σφαγές από ασύδοτους Τουρκαλβανούς στην Ήπειρο και νοτιότερα. Με το πρόσχημα αυτό οι άτακτες ορδές των Τουρκαλβανών καταλήστευαν τους πάντες και ιδιαίτερα τα βλαχοχώρια του Σμόλικα και της Πίνδου. Υποθέτουμε ότι στους πρώτους διωγμούς μετά το 1494 ήρθαν από την περιοχή του Ζυγοβουνίου της ν. Ηπείρου τα Κατσιαουνοχώρια, οι Κατσιαουναίοι που κατοίκησαν στη δ. πλευρά της Εράτυρας. Σε άλλους διωγμούς από την Ήπειρο ήρθαν από τα Γραμμενοχώρια και Ζαγοροχώρια οι οικογένειες Γραμμένου, Νούτσου, Κόλλια. Στα ταραγμένα χρόνια του 18ου αι. μετοίκησαν από τα βλαχοχώρια της Πίνδου πολλές οικογένειες. Εγκαταστάθηκαν στη Σέλιτσα οι οικογένειες Τσιολέκα, Μήλιου, Ευθυμίου, Σιούγκαρη, Καρανίτσιου και άλλων.
Η Σέλιτσα
λόγω του άγονου
εδάφους της και
των ορεινών
όγκων της
περιοχής, ήταν
ίσως και
ασήμαντο χωριό,
δεν έγινε
τσιφλίκι των
διάφορων
τιμαριούχων
Τουρκαλβανων
όπως συνέβη με
τα γύρω εύφορα
χωριά. Έμεινε
απάτητο, αμιγές,
ελληνικό χωριό
και πλήρωνε
μονάχα τις
σχετικές
φορολογίες. Σ’
αυτόν τον
οικισμό
κατέφυγαν όλοι
οι ελληνικοί
μικροοικισμοί
που ήταν
διάσπαρτοι στο
Σινιάτσικο
κατά το 16ο και 17ο
αι. Η Σέλιτσα το 17ο
αι μέχρι τα
τέλη του 18ου
αι. άκμασε
εμπορικά και
αναδείχτηκε
από τα καλύτερα
κεφαλοχώρια
από πλευράς
γεωργοκτηνοτροφικής
και
βιοτεχνικής.
Καταστράφηκε
όμως από τις
επιδρομές του 1774
και έχασε
μεγάλο μέρος
του πληθυσμού
της. Στις αρχές
του 18ου αι.
περιήλθε στην
κατοχή του Αλή
πασά και έγινε
τσιφλίκι του. Ο
πληθυσμός
έφευγε συνεχώς
και η Εράτυρα
έχασε τα πρώτα
της προνόμια.
Με την πτώση
του Αλή πασά οι
μπέηδες των
γύρω
τσιφλικιών και
οι κάτοικοι των
γειτονικών
χωριών τα
άρπαξαν και τα
έκαναν δικά
τους. Η Εράτυρα
το 1820 περιήλθε
στην κατοχή του
στέμματος,
έγινε Ιμπλιάκ
χουμαγιούν
και έχασε όλα
τα εύφορα
ποτιστικά
χωριάφια τoυ
Μυρίχου, του
κάμπου και
καταπατήθηκαν
τα β.α.
βοσκοτόπια της.
Τελικά οι
Σελτσιώτες
εξαγόρασαν τις
περιουσίες
τους και έπαψαν
να είναι – το
πρώτο
δυτικομακεδονικό
χωριό –
περιουσία του
σουλτάνου στα 1865,
οπότε
συνετάχθη και
κτηματολόγιο.
Γενικά πάντως,
από διάφορα
γεγονότα
οδηγούμαστε
στο συμπέρασμα
ότι η Σέλιτσα
έτυχε διάφορων
ειδικών
προνομίων. Τα
προνόμια αυτά
μπορούμε να τα
συνοψίσουμε
στα εξής: 1)
απαγορευόταν η
εγκατάσταση
Τούρκων στην
Σέλιτσα, 2) είχαν
το δικαίωμα οι
κάτοικοι να μην
καταφεύγουν
στα τουρκικά
δικαστήρια,
αλλά να
εκδικάζουν τις
υποθέσεις στις
τοπικές
κοινοτικές ή
εκκλησιαστικές
αρχές, εκτός
από τις
ποινικές
υποθέσεις
βέβαια, 3)
επιτρεπόταν η
άσκηση των
θρησκευτικών
τους
καθηκόντων και
οι
κωδωνοκρουσίες,
4) επιτρεπόταν
να ρίχνουν
κροτίδες στις
γιορτές. Μετά
την πτώση του
Αλή Πασά τα
προνόμια αυτά
χάθηκαν, αλλά
σιγά σιγά
επανακτήθηκαν.
Το 1774 την 1η Απριλίου μέρα Δευτέρα μπήκαν στην Σέλιτσα πέντε μπουλουκμπασιάδες με τους ζορμπάδες τους. Γράφει κάποιος Καλλίνικος: «αψοδ’ Απριλίου α’ σήμερα Δευτέρα γράφο δια θύμησι όπου έγινε ο χαλασμός από τους ζορμπάδες τον μισαρόν τα ονόματα τιούτος ησούφ ο νιβιτζας ο τζάτζης και Οσμάν Μπεκηκξής κε ο Καραμαχμούτης κε ο Χοταπούλης κε ο Μπεχλιούλης κε οι επίλοιποι μπουλουκπασιάδες τα ονόματα πιός τα ξέρμη ήρθαν χιλιάδες δυό και μισή και εμπήκαν κε εσκότωσαν κε όλο το βιος το έμασαν κε έκαψαν οσπήτια κε αργαστήρια 104 και έκαψαν ανθρώοπους και απέθαναν κε επίραν βιος πολήν φορτία αμέτρητα κε εκάθισαν μέσα ημέρες 10 κε βγένοντας επίραν ως σκλάβους τον κυρ Αναγνώστην αλέξιουν Κοτζιαμπάσιν κε επίλοιπους 10 και έκαψαν την Εκκλησίαν της Αγίας Παρασκευής και τον Απόστολον την Εκκλησίαν και έγινε θρίνος και οδυρμός Καλλίνικος». Δεν αναφέρει η ενθύμηση αν οι κάτοικοι πρόβαλαν ένοπλο αντίσταση, αλλά από το γεγονός ότι οι επιδρομείς πυρπόλησαν 104 σπίτια και καταστήματα, σκότωσαν ανθρώπους και διέπραξαν βιαιότητες και αγριότητες, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι κάτοικοι πολέμησαν κατά των επιδρομέων. Οι άτακτοι ζορμπάδες εκδικούμενοι τους Σελτσιώτες πυρπόλησαν και δυο ναούς, της Αγίας Παρασκευής και των 12 Αποστόλων. Ο ναός των 12 Αποστόλων ανοικοδομήθηκε ξανά, όχι όμως και της Αγίας Παρασκευής. Ο χαλασμός αυτός κατά την προφορική παράδοση έγινε στα χρόνια του Αγίου Κοσμά. Πράγματι ο φλογερός εθναπόστολος πέρασε από το χωριό το 1776 ύστερα από δύο χρόνια και ενθάρρυνε τους κατοίκους. Τα λόγια του Αγίου Κοσμά τα διατηρεί η παράδοση μέχρι σήμερα που είναι περίπου τα εξής: Να μη φοβάστε, το χωριό σας το έχει η Παναγιά στον κόρφο της. Θα ρθη καιρός που θα μαζωχτούν εννιά χωριά για να σωθούν στα βουνά σας (αυτό συνέβη το 1912. Στις 3 Νοεμβρίου στάλθηκε τουρκικός στρατός κατά της Σιάτιστας και τρομοκρατούσε τους πληθυσμούς των γύρω χωριών του Βοΐου και της Καστοριάς. Αυτοί συγκεντρώθηκαν στην Σέλιτσα και ζητούσαν καταφύγιο. Ανέβαιναν το βουνό μια βροχερή νύχτα, δίχως φώτα, γιατί οι αντάρτες και οι αξιωματικοί έλεγαν «σβήστε τα φώτα» μη τους δουν οι Τούρκοι). Η επιδρομή των γκέγκιδων ήταν καθοριστική για την Εράτυρα, διότι καταστράφηκε η αστική τάξη. Υπολογίζεται ότι έφυγαν 100 περίπου οικογένειες για το εξωτερικό και σε άλλα μέρη της Τουρκίας. Κατά την παράδοση ομαδική μετανάστευση πραγματοποιήθηκε και προς την Πελοπόννησο, και έκτισαν επί του Ταϋγέτου το χωριό Σέλιτσα (Οι κάτοικοι αυτού του χωριού, διατηρούν την παράδοση ότι κατάγονται από τη Μακεδονία).
Το πρώτο σχολείο λειτούργησε από το 1699 ώς το 1774. Εκείνη την εποχή, κατά το 1750 λειτουργούσε και το Ελληνικό Σχολείο, το οποίο ήταν ημιγυμνάσιο και στο οποίο εκτός των άλλων μαθημάτων διδάσκονταν και τα λατινικά. Μετά το 1774 χρησιμοποιήθηκε ως διδακτήριο η Κούλια στον Αϊκάνορα (Άγιο Νικάνορα), δλδ τα οικήματα του μοναστηριού, αφού η Περιώνυμος Σχολή είχε πυρποληθεί.