ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Η συλλογή αυτή δεν αποτελεί ανθολογία των "καλλίτερων" ή των "πιο γνωστών" ελληνικών ποιημάτων, παρά μόνο παράθεση ποιημάτων που προσωπικά μού άρεσαν.
3/5/2009
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Ο ΛΥΚΟΣ (Μεταξύ Σινᾶ καί Αἰλείμ)
Σκότος ἐπί γῆς Αἰγύπτου... Ζοῦμε τήν ἐποχή
τῶν παχειῶν ἀγελάδων.
Πᾶμε νά δοῦμε, ρέ παιδιά, τό λύκο -
Ποιό λύκο ρέ βλαμμένε λένε οἱ σύντροφοι,
ὁ μόνος κάπως λύκος πού ἀπόμεινε διάγει τίς ἡμέρες του στήν
πρωτεύουσα νομοῦ
πίσω ἀπ' τό συρματόπλεγμα πίσω ἀπ' τόν προβολέα
τρώει καί κοιμᾶται τρώει καί παχαίνει τρώει καί δυστυχεῖ
δυό τσιγάρα ἀπ' τό Βελούχι
Ὁ λύκος θέλει νά πέσει χιόνι, θέλει νά κρυφτοῦν τά πρόβατα
- θέλει νά ἔρθει νά πεινάσει
ὁ λύκος θέλει τό κυνήγι
7/4/2009
ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ (Ὁ εὐτυχισμένος καιρὸς ἐπέρασε)
Μέρες πάνω στὶς μέρες,
κι ἀπὸ κάτω νὰ στενάζει πλακωμένη
μιὰ ζωή.
ΣΥΝΗΘΙΖΕΙΣ(Ὁ εὐτυχισμένος καιρὸς ἐπέρασε)
Φοβήθηκα πολὺ
ὅταν ἀντίκρυσα πρώτη φορὰ τὸ θάνατο:
Ἦταν θυμᾶμαι στὸν ὑπόγειο
στὶς πέντε τὸ πρωὶ
καθὼς μὲ κοίταξε μὲ τὰ σβηστά του μάτια.
Ὕστερα,
τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ τὸν συνάντησα
- μοῦ διαφεύγει ποῦ -
μοῦ φάνηκε ἠπιώτερος,
γιὰ νὰ μοῦ γίνει μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου οἰκεῖος.
Τώρα μπορῶ
νὰ τὸν καλημερίζω στὸ ἀνέκφραστο πρόσωπο
τοῦ θυρωροῦ,
στὴ στάση νὰ τὸν συναντῶ περιμένοντας τὸ
λεωφορεῖο,
νὰ τὸν κοιτάζω στὸ ἑστιατόριο ἀδιάφορα.
ΝΑ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙΣ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ(Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές)
Εἶσαι ἐδῶ
γιὰ νὰ μὲ προστατεύεις:
νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιὲς νὰ δράσουνε,
τὸ θάνατο
νὰ γίνει τρέλα.
ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Σ' ΕΝΑ ΘΕΜΑ (Νὰ τελειώνουμε)
Σὰν τὸν καφὲ καὶ ἡ ζωή.
Μόνο οἱ πρῶτες ρουφηξιὲς
ἀξίζουν.
ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ (Νὰ τελειώνουμε)
Ποτέ μου δὲν περίμενα
ὅτι θὰ σὲ συνήθιζα τόσο πολύ.
Πὼς θὰ γυρίζω στὸ πλευρὸ
κι ἀμέσως
θὰ μὲ παίρνει ὁ ὕπνος.
ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ(Νὰ τελειώνουμε)
Γράφουμε ποιήματα σημαίνει
ἐμποδίζουμε τὸ θάνατο,
δὲν τὸν ἀφήνουμε νὰ ἐκδηλωθεῖ.
Μὲ λέξεις τὸν τυλίγουμε,
μὲ ὄμορφα ἐπίθετα.
ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ (Σύντομο βιογραφικό)
Στὴ μάντρα τοῦ νεκροταφείου,
μὲ μαῦρα, κεφαλαῖα γράμματα,
τὸ σύνθημα:
ΨΩΜΙ
ΠΑΙΔΕΙΑ
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Σὰ νὰ βλέπω τοὺς νεκροὺς
νὰ διαβάζουν
καὶ νὰ χαμογελοῦν.
ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ (Τέλος τοῦ προγράμματος)
Συνεχίζει νὰ ζεῖ
ὅπως
μετὰ τὸ τέλος τοῦ προγράμματος
ἡ τηλεόραση
ποὺ τὴν ξεχάσαν ἀναμμένη.
ΤΑ ΔΑΝΕΙΚΑ (Δωμάτιο γιὰ ἕναν)
Δὲν ἔχει τίποτα νὰ μοῦ δώσει πλέον ἡ ζωή.
Ὅσα μοῦ ἔδωσε,
γυρίζει ἕνα-ἕνα καὶ τὰ ξαναπαίρνει.
Ἦταν, μοῦ λέει, δανεικά.
ΛΥΠΗ (Δωμάτιο γιὰ ἕναν)
Στὸ ἀπέραντο γαλάζιο
νὰ πάει καὶ νὰ κατοικήσει
δὲ μπορεῖ.
Κάθεται 'δῶ
καὶ τ' ἀγναντεύει λυπημένος.
5/4/2009
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΘΑΡΕΙΟΣ
ΣΚΥΘΡΩΠΕΣ ΜΑΣΚΕΣ (Τὰ οἰκόσημα τῆς Α.Μ. τοῦ θανάτου, 1947)
Τοῦ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
Κυττάξετε. Ἕν' ἀνούσιο καρναβάλι
σέρνεται δυσμικὸ μέσα στοὺς δρόμους.
Μιὰ danse macabre παιανίζει τὸ funébre
τῆς παγερῆς σιγῆς μὲ νύχτια φρίκη.
Πιερόττοι τραγικοὶ καὶ κολομπίνες
μὲ μάσκες σκυθρωπὲς ἄγρια ἀλαλάζουν,
σὰ μοχθηρὰ νευρόσπαστα τοῦ ἰλίγγου
ὑποταγμένα στὴ βουλὴ τοῦ πάθους.
Κι' ἄλλοι, λογῆς-λογῆς, ἄμορφοι μίμοι
- Πίνακες τραγικοὶ τοῦ Διδασκάλου -
ἀλλόκοτα κι' ἠλίθια παρασταίνουν
τὴν τραγωδία ποὺ λέγεται ΖΩΗ.
Παντοῦ φριχτὰ στοιχειὰ τοῦ λάγνου πόθου,
μὲ πένθιμα κραγιὸν σαβανωμένα,
χάσκουν ὀργιαστικὰ μπρὸς τὴν πλουτώνια
ταριχευμένη σκιὰ τῆς Ἀφροδίτης.
Μὰ ἰδέστε, μὲς τὰ ἰσχνὰ τοῦ ὄργιου πλήθη
εἰσβάλλει τοῦ Θανάτου τὸ γιγάντιο
ἀνάστημα μ' ὁρμή. Περίτρομοι ὅλοι
σὲ μιὰ ἀποτρόπαιη ἔσβυσαν νηνεμία.
Φλεβάρης 1944
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ (Τὰ οἰκόσημα τῆς Α.Μ. τοῦ θανάτου, 1947)
Τὰ βράδια, ὅταν παγώνει ἡ κρύα ὀδύνη
μιὰ ἔκφραση ὠχρὴ στὸ βλέμμα μου κι' ἡ φρίκη
ἱχνογραφεὶ μιὰ τέφρινη σελήνη
στὴν ὄψη μου, κοντὰ στὴ βιβλιοθήκη
παίρνω μιὰ θέση ὀκνὴ καὶ τὴ σοφία
τῶν σκυθρωπῶν βιβλίων μαδάω μ' ἀνία.
(Στὴ βιβλιοθήκη μου ἔχω ἐπισωρεύσει
ὅλο τὸ ἐρεβικὸ λακρυματόριο
τριῶν πρίγκηπων τῆς τρέλλας, ποὺ μιὰ γεύση
παρανοημένη ἀντλοῦν ἀπὸ κάθε μόριο:
τοῦ Poe, Daudelaire καὶ L' Isle Adam, που δρᾶμα
σπαραχτικὸ σφαλίζει κάθε γράμμα.)
Σὲ μιὰ στιγμή, π' ὁ Πλούτωνας μὲ σκότη
ψυχρὰ ἄρχισε νὰ ντύνει τὸ φριχτό μου
βάραθρο, μιὰ χαωμένη σκιά, μ' ἱππότη
φερσίματα, στοιχειώθηκε στ' ἁπλό μου
γραφεῖο, κι' ἐκεῖ μιὰ θέση πῆρε μόνη
ἀλλόκοτη, ὡς ἀκόλαστη βαρώνη.
Ὕστερα, ἀφοῦ ἕνα γέλοιο ἀφῆκε κρῦο
τὴ μούμια μου ἐξετάζοντας μὲ τ' ἄδια
μάτια της, πῆρε ἕν' ἄσπρο, σὰ μνημεῖο
ἀγγελικό, χαρτὶ καὶ μὲ πετράδια
φωσφοριστὰ νὰ τὸ κοσμεῖ ἀρχινάει,
ἐνῶ μιὰ οἰκτρὴ βλαστήμια ἠχεῖ στὰ χάη.
Ὧρες ἐκεῖ, μὲ κάποιες μαῦρες φρίκες
πνιγμένες στ' ἀχανὲς κρανίο της μέσα,
ἐφαίνετο τὴν πλήξη μου στὶς θῆκες
τῶν κοίλων της ματιῶν, ὡς πριγκηπέσσα
βαλσαμωμένη ὡραῖα νὰ ἐνατοποθέτει,
ἐνῶ ἕνα γέλοιο ὠχρὸ τὴ σκιά του ἐκθέτει.
Ὅταν τὸ πρωὶ μὲ βρῆκε ἡ μέρα μόνο
εἶδα κάποιους στριφνούς, σὰ γρίφους, στίχους
σ' ἕνα χαρτὶ κ' ἀμέσως, ὤ! παγώνω
ἀπ' τοὺς ἐρεβικούς των νύχτιους ἤχους,
π' ἀνάδιδαν μ' ἀπόκοσμες θωπεῖες
στοῦ ζώϊνου σκελετοῦ μου τὶς ἀνίες.
Ἀπ' τὴν ὑπογραφὴ τ' ὀστέϊνο πτῶμα
ἀνάσυρα τοῦ ἀλλόκοτου δασκάλου.
Ἦταν, λοιπὸν αὐτός, ὦ ἀνόσιο σκῶμμα!
τὴ νύχτα αὐτή, π' ἐσύναξε στοῦ ὑφάλου
σκότους τὴν ἀγωνία τ' ἀνάστημά του
πάνω στ' ἁπλὸ γραφεῖο μου, ὡς σκιὰ θανάτου.
Ἦταν, λοιπόν, ΕΚΕΙΝΟΣ, ποὺ μετροῦσε
ἀπόψε τοὺς παλμοὺς τῆς κρύας μου ὀδύνης,
ὡς ἠρεμαῖος ἐκάπνιζε καὶ σποῦσε
τὴν νευρική του πλήξη στῆς γαλήνης
τὰ νηπενθῆ χαμόγελα, ἦταν τ' ὄμμα
τοῦ ὑπέρτατου συμβόλου μου; (ἄχ! ὦ σκῶμμα!...)
Ὦ Ἀλχημιστή, π' ἐξαίσια μεταβάλλεις
τὰ ὠχρὰ ἄνθη τοῦ κακοῦ σὲ δηλητήριο
γλυκόπιοτο τῆς ζωῆς μου, ποιᾶς μεγάλης,
ἀνόσιας ἐπαφῆς εἶσαι ἐληξήριο;
Πόσο σ' ἀντιπαθῶ κι' ἀκόμα πόσο
σὲ νοσταλγῶ κι' ἂς εἶσ' ἡ πνοή μου ὡστόσο...
Γενάρης 1943
(πατῆστε ἐδῶ, γιὰ νὰ ἀποθηκεύσετε τὸ συμπιεσμένο ἀρχεῖο
ποὺ περιέχει ὁλόκληρη τὴν προαναφερθείσα συλλογὴ τοῦ Καθάρειου)
27/3/2009
ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΙΩΒ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3(Ἐν ἀβάτῳ καί οὐχ ὁδῷ, 1982)
I
Γιά ποιό λόγο δόθηκε αὐτό τό φῶς στούς δυστυχεῖς
κι ἡ ζωή σ' ἐκείνους πού ἡ ψυχή τους εἶναι γεμάτη πίκρα
ποθοῦνε τό θάνατο κι ὁ θάνατος δέν ἔρχεται
σκάβουν γιά νά τόν βροῦνε ὅπως ἄλλοι σκάβουνε γιά κρυμμένους
θησαυρούς
- ὅταν ὁ δρόμος εἶναι σκοτεινός
κι ὁ Θεός τόν ἔκλεισε σ' ἕναν μοιραῖο κύκλο
Τότε ὁ Ἐλιφάς ὁ Θαιμανίτης ἀποκρίθηκε:
- Μη στενοχωριέσαι, κουμπάρε, εἴμαστε καμωμένοι ἀπ' τό ἴδιο
ὑλικό πού χτίζονται τά ὄνειρα.
II
-Τό μάτι πού βλέπω τό Θεό, εἶπε ὁ Ἄγγελος, εἶναι τό μάτι
πού μέ βλέπει
Τήν πόλη τήν ξημερώνανε νευρωτικοί φιλόσοφοι
ἐξόρισαν τούς ταξιτζῆδες καί τούς γαλατάδες
ἔδιωξαν τά λεωφορεῖα καί σφράγισαν τά ραδιόφωνα
στό βάθος ἦταν ὅλα σύμβολα ἑνός συμβόλου
Στά παιδιά δέν ἄφησαν τίποτα
ποῦ νά περιμένουνε τώρα τήν ἄνοιξη μέσα σέ τόσο χιόνι.
III
Γιά ποιό λόγο δόθηκε αὐτό τό φῶς στούς δυστυχεῖς
κι ὁ μικροπωλητής πού διαλαλοῦσε στόν ὕπνο μας γρηγορεῖτε
ὅσο κι ἄν ψάξαμε τά σαββατόβραδα μᾶς βρῆκε ξεμέθυστους
τό πρωί τῆς Κυριακῆς
γι' αὐτό λέω νά πάψουμε νά σκάβουμε
ὄχι γιά νά πεθάνουμε, μά γιά νά ζήσουμε.
- Ὅταν ὁ δρόμος εἶναι σκοτεινός
δέν τό περίμενα νά 'χει ἡ ζωή τόσους πολλούς θερίσει
Τότε ὁ Ἀλιφᾶς ὁ Θαιμανίτης ἀποκρίθηκε:
- Τό ξέρουμε δά πώς ἀνήκουμε ὅλοι στό φθινόπωρο
μά ἐσύ πιά τί τοῦ ζήλεψες αὐτοῦ τοῦ κάτω κόσμου.
ΓΡΑΜΜΑ ΜΕ ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ(Θάλασσα Σαρωνικοῦ ἤρεμος, 1970)
Ὁ χρόνος σαπίζει τίς σκάλες καί τά γράμματα
σκορπίζει τά χάδια σου στόν ἄνεμο
στεγνώνουνε πικρά οἱ ἀποχαιρετισμοί
μέσα στά βήματά μας ἴσως θά χαθοῦμε.
Τό ξέρω πώς δυσπιστεῖς πώς θέλεις πάλι νά
κεντήσεις τήν ἀγάπη σου
τό ξέρω πώς φυλᾶς μέ προσοχή τά συντρίμμια μας
γιά μιάν εὐπρόσωπη κηδεία
ἁπλώνεις τίς ἴδιες λέξεις στό τραπέζι δαγκώνεις κάθε τόσο
τήν καρδιά σου
μᾶς ξέκαναν οἱ ἐρωτικές ἀλληγορίες
ἡ μνήμη καί ὁ θάνατος μᾶς φυγαδεύουνε.
Σιωπή ἑνός ἄλλου κόσμου
λαίμαργη ἀξιοπρέπεια πού συμπιέζει τήν ψηλή φωνή
τοῦ πόνου
ἀναφιλητό μέσα σέ μερακλωμένες ἁλυσίδες
Καί τ' ὄνομά σου πῶς κατάντησε σά κοιμητήρι;
Πεθαίνει ὅποιος στά μαλλιά σου γείρει.
Κρυμμένοι στήν ἀπιστία μας πληρώνουμε.
Μά πόσο καιρό θά μᾶς θυμοῦνται;
Τόσος καημός αἱμορραγοῦσε ἀπ' τό στόμα σου
πού μᾶς ἔμαθαν πιά καλά καί εἶναι μάταιο νά ἀμυνθοῦμε
μέσα στά βήματά μας θά χαθοῦμε...
4 (Παρά ταῦτα, 2001)
Τό ἀνέκαθεν
Ἡ διάγνωση ἦταν ἀμείλικτη: βαρειά ἡττοπάθεια.
Δέν θυμᾶμαι τότε ποιός συγγενής πρώτου βαθμοῦ
ράγισε τή φωνή του
ὡσάν νά ἔφταιξε
ὡσάν νά φταίξαμε.
Καί σέ τί μπορεῖ νά φταίξαμε;
Τί μεγάλοι, ψιθύρισε, πού φτάσαμε ὥς ἐδῶ
πόσους καί πόσους Ἀπρίληδες δέν κηδέψαμε.
Εἶναι πολύ ἀργά.
Ἀλλά, τόν παρηγόρησα,
εἶναι ζήτημα DNA
τῆς κληρονομικότητας
Ὅλοι στήν οἰκογένειά μας γνωρίζουμε
ὅτι ἀνέκαθεν
ἦταν
πάρα πολύ ἀργά.
16 (Παρά ταῦτα, 2001)
Ἰδιωτικό μνημόσυνο
Ὁ καλύτερός μου φίλος ἔφυγε
χωρίς προειδοποίηση.
Εἶχα βέβαια κι ἐγώ τίς δουλειές μου, τά συμφέροντά μου νά
φροντίσω, ἐν ἑνί λόγῳ τίς σκοτοῦρες μου.
Μάθαινα πώς εἶχε κι αὐτός τίς δικές του.
Κάνεις ἔτσι τά δάχτυλά σου
μετρᾶς μιά μέρα τό ἐπί τοῦ συνόλου καί βλέπεις τρομάζοντας
πόση ζωή
ἄφησες ἀπέξω.
Φυσικά, δέν εἶπε ποτέ (τόσα χρόνια φιλίας!) μιά καλή κουβέντα
γιά τά ποιήματά μου.
Φυσικά, ἔπαιζε καλύτερη μπάλα.
Τόν βλέπω νά διαλέγει μέ ἀντικειμενικά κριτήρια τήν ἑνδεκάδα του
κι ἐμένα νά μέ βιδώνει στήν κερκίδα.
Τέτοιο κωλόπαιδο μοῦ ἔτυχε νά ἔχω φίλο παιδιόθεν.
Οὔτε ἕνα σῆμα, οὔτε ἕνας ὑπαινιγμός ὅτι φεύγοντας μέ σκέφτηκε
ὅτι τοῦ ἄρεσαν κάποιες ντρίπλες μου
ὅτι συμβούλευε -ἔστω καί ἀργά- νά μέ συμπεριλάβουν στήν ὁμάδα.
Καθ' ὅσον μέ ἀφορᾶ δέν ἄφησε πίσω του διαθήκη.
Ἄν ὄχι γιά τή θέση τοῦ ἐξτρέμ, οὔτε γιά τή θέση τοῦ μπάκ διατύπωσε
γνώμη.
Δέν εἶχα σταθερότητα, δέν μέ ἐμπιστευόταν στό γήπεδο.
Τέτοιο κωλόπαιδο μοῦ ἔτυχε νά ἔχω φίλο.
Ἄντε νά πνιγεῖς ἐκεῖ πού πᾶς, ὅπου κι ἄν πᾶς, δέν σέ χρειάζομαι
δέν ἔχω κατ' ἐλάχιστον τήν ἀνάγκη σου
μπορῶ νά τά βγάλω πέρα καί μόνος μου μέ τόν διαιτητή
βλέπω ὁλοκάθαρα τό γκολπόστ.
Κι ὅμως, γιά κάποια ἀδιευκρίνιστη στά ποιήματά μου αἰτία,
γιά κάποιο μυστηριώδη λόγο πού σέ ἔκανε μέχρι τοῦδε ἀειθαλῆ
παρά τήν ἐπαίσχυντη ἀναχώρησή σου
συμβαίνει
νά μοῦ λείπεις.
7/3/2009
ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
Η ΣΥΜΦΟΡΑ (Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές, 1982)
Ἐκείνη
μὲς στὸ λευκό της φόρεμα
φάνταζε σὰ θεά·
κι αὐτός, ὅλος μελαγχολία,
νὰ μένει ἀργὸς νὰ τὴν κοιτάει.
Ἡ συμφορὰ
ἦρθε μὲ τὸ πρῶτο ἄγγιγμα.
ΤΟ ΘΗΡΙΟ (Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές, 1982)
Εἶναι ἕνα θηρίο,
συνέχεια πεινασμένο,
ποὺ τρέφεται μὲ σάρκες.
Ὁτιδήποτε ἄλλο νὰ τοῦ ρίξεις
τὸ μασᾶ γιὰ λίγο
κι ὕστερα τ' ἀφήνει.
Δὲ θὰ τὸ ξεγελάσεις.
ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟ (Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές, 1982)
Μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο
κοιμᾶται
κι ἕνας δολοφόνος.
Τὸ θέμα εἶναι
πῶς νὰ μὴν ξυπνήσει.
ΟΝΕΙΡΟ (Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές, 1982)
Στὸ σπίτι μας πάλι:
ὁ πεθαμένος πατέρας μου
μοῦ χαϊδεύει τὰ μαλλιά,
ἡ μάνα μου ράβει.
Ὅταν ξυπνήσω, θὰ εἶναι δύσκολα.
2/3/2009
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ
Ι (Λοξοδρομία, Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, 2002)
Ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
γιατί τά δάκρυα λάμπουν διφορούμενα
γιατί ὁ θάνατος χαμογελάει ἀπό τό μέλλον
γιατί τό ψέμα πυροβολεῖ μ' εὐθύβολες ἀλήθειες
γιατί ἡ ἀλήθεια δέν προβαίνει πλέον σέ δηλώσεις
Γιατί
στό ἀγκίστρι τοῦ θανάτου
τό δόλωμα ἦταν ἡ ζωή
... ἄλλες ἐνστάσεις δέν χωροῦν
πῆρες ὅ,τι σοῦ ἀνῆκε
τήν πόλη καί τή θάλασσα
τή θέα τῆς εὐτυχίας πού φεύγει
Πῆρες πολλά ἔδωσες λίγα
ἡ θάλασσα σέ πίστεψε
ἀλλά σοῦ τελείωσαν τά λόγια
Μήν ἐνοχλεῖς τώρα τόν κόσμο
οὔτε μέ τήν ἀγάπη.
IV (Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, 2002)
Ἔτσι λοιπόν ἀνθίζει ἡ ζωή
μέ μέλισσες καί σφῆκες
μέ πεταλοῦδες καί σκουλήκια
ἔτσι λοιπόν τό ψέμα ἦταν στή ρίζα
αὐτοῦ τοῦ ἄνθους σάν κοπριά.
Ὅ,τι πέρασε πέρασε
- ὕψωσε τώρα τό ποτήρι:
γιά ἕνα τίποτα
γιά ἕνα τίποτα ζήσαμε
γιά τί πεθαίνουμε δέν ξέρουμε.
V (Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, 2002)
χαμόγελο
Δίχως ρίζες ὀμορφιά
ξεγελᾶς τό χῶμα παράσιτο τοῦ πράσινου
παράσιτο τῆς χαρᾶς
ξεγελᾶς τή λύπη
ξεγελᾶς γιά λίγο τή ζωή
ἀλλά ὄχι τό θάνατο.
III (Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, Τα ποιήματα του Μανδαρίνου, 2002)
Ὅλα παιγμένα πάνω σ' ἕνα ψέμα ἀληθινό
τόσο τρυφερά
μ' ἔμπειρα δάχτυλα
στό πιάνο
ὅλα παιγμένα
πάνω σ' ἕνα σκοπό χωρίς σκοπό.
Δέν πάει ἄλλο τό τραγούδι σου μέ τή φωνή μου
κάποιος πρέπει νά πεῖ τήν παράφωνη ἀλήθεια
ἔστω κι ἄν εἶναι νά σιωπάσουμε γιά πάντα.
I (Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων [1966], Ραγισμένο ταμπούρλο, 2007)
Τά δάση που ὀνειρεύεσαι καίγονται τά χαράματα
φεύγουν οἱ φίλοι ἕνας-ἕνας, τούς παίρνει τό ἀσανσέρ
ἡ χλόη γίνεται ἄχυρο κι ἡ νιότη μνήμη χλόης
τά δάση πού ὀνειρεύεσαι καίγονται τά χαράματα
μπουζούκι καί μπετόν ἀρμέ - κάτω ἀπ' αὐτή τήν μπότα
μεγαλώσαμε
ὅμως θέλω νά ξέρεις
δέν κλαίω δέν τραγουδώ δέν ἐλπίζω τίποτα
μόνο ἀποχαιρετάω τοῦτο τό χρυσάφι πού κυλάει χωρίς ἐπι-
στροφή
ἀπ' τίς δικές μας φλέβες στά ξένα χρηματοκιβώτια
II (Σημειώσεις για μια επέτειο γενεθλίων [1966], Ραγισμένο ταμπούρλο, 2007)
Ἡ δενδροφύτευση δέν πέτυχε
ξεθώριασαν οἱ ἐκδρομές κιτρίνισαν τά 19 μας χρόνια στίς
φωτογραφίες
κουφάρια ἀπό παλιά τραγούδια ἁγιάζουνε τή σκόνη τοῦ δρό-
μου τή σκόνη τῶν χειλιῶν
ὧρες κομμένες σύρριζα ἀπ' τή νιότη μας ὧρες ὁλοζώντανες
ἀκόμα μοιρασμένες σ' ὅλα τά φέρετρα
στό γράσο στό μελάνι καί στό μέταλλο
Ἡ δενδροφύτευση δέν πέτυχε παλιέ μου φίλε
κοίτα σέ πόσο χαμηλές ἐλπίδες ἔδυσε τό μέλλον
κοίτα ποῦ κείτονται οἱ ἄνεμοι πού ἀνάθρεφες σελίδα τή σε-
λίδα
χαρτιά χαρτιά χαρτιά πού δέ θά γίνουνε ποτέ σημαῖες
τρικάταρτα ὄνειρα πού λιώνουνε στήν πρωινή ὁμίχλη
21/1/2009
ΑΝΑΦΟΡΑ
Τοῦ Μάριου
Προκαταβάλλοντας εἰρωνικά τά χρέη τῆς γενιᾶς σου
μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα
Ἐγώ ὅμως πρέπει ἐξάπαντος νά σοῦ γράψω
διότι δέν ἔχω ἄλλο χρόνο
διότι δέν μοῦ ἀπόμεινε δεκάρα τσακιστή
ἀπό τά χρυσά φεγγάρια τῆς νιότης μας
διότι κουράστηκα νά βλέπω τούς πάντες νά σέ προσ-
περνοῦν ἀκροποδητί
χλευάζοντας τήν προσήλωσή σου στήν αἰσθητική
τῆς βραδύτητας
Φεύγοντας πῆρες τό βλέμμα σου ἀπό πάνω μου
ὅμως αὐτοί πού σέ διαδέχτηκαν στήν ψυχή μου
δέν κληρονόμησαν καί τήν ἐξουσία σου πάνω της
Καί πρέπει τώρα νά τά βγάλω πέρα μέ τούς ἀνέμους
ἀλλά ὄχι παλεύοντας στά μαρμαρένια ἁλώνια
μά μπεκροπίνοντας στά σκαλοπάτια τῆς Κίρκης
Ἔτσι ἀφήνω τό δεντράκι σου ἀπότιστο στή βούληση
ἀδιάφορων κηπουρῶν
στό τίποτα τοῦ λιβανιοῦ στό πουθενά τῆς δόξας
Διότι γέρασα καί δέν ἀντέχω πιά νά διώχνω τά σκυλιά
ὁπού σάν ἔγνοιες μέ κυκλώνουν νύχτα-μέρα
Ἤρθανε χρόνια δίσεκτα, πρίγκιπα
ραγίσανε τά κάστρα μας
ἦρθε τό μέλλον μαῦρο
μά ἐσύ μᾶς ἀπαγόρευσες διαπαντός τά δάκρυα.
24/1/2009
ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
ΔΕΝ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Σ' ΕΝΑ ΧΑΡΤΙ (Νὰ ἐμποδίζεις τὶς σκιές, 1982)
Δὲ γράφονται τα ποιήματα σ' ἕνα χαρτί·
ξεθάβονται
μὲ μιὰ ἀξίνα τὰ μεσάνυχτα.
ἀφήνοντας
κι ἀπό 'να λάκκο.
ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ
Τὸ θέμα εἶναι νὰ μπορεῖς νὰ ὑπομένεις,
νὰ σὲ παιδεύει ἡ βροχὴ καὶ νὰ ὑπομένεις,
ὅπως μονάχα ξέρουν νὰ ὑπομένουν
μὲς στὶς πλατεῖες
τὰ ἀγάλματα.
ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ
Θ' ἀρχίσω μὲ τὴ λέξη ἔρωτας
καὶ θὰ τελειώσω μὲ τὴ λέξη χῶμα.
Τὶς ἐνδιάμεσες, θαρρῶ πὼς τὶς μαντεύετε.
ΡΟΥΛΑ ΚΑΚΛΑΜΑΝΑΚΗ(Ποιήματα 1967-1977)
Ἡ σάρκα σου γεννάει σταυρούς.
Ἐπίμονα ζητάει νά μοιραστεῖ
Καταναλώνεται καί καταναλώνει ἰσότιμα
ἐξισώνοντας καί ἐξισορροπώντας τή φθορά
καί τήν ἀφθαρσία.
20/1/2009
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΤΛῆΣ (τοῦ Φθινόπωρου καὶ τῆς Λησμονιᾶς)
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΚΟΡΗΣ
Θὰ πεθάνω ἀπὸ λύπη καπνίζοντας
Πίνοντας μόνο καφὲ καὶ νερὸ
Θὰ πεθάνω ἀπὸ λύπη.
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΣΑΣ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ
Τὸ μίσος σας σιγὰ - σιγὰ μὲ ἐλευθερώνει
Ἀπὸ τὸ αἷμα σας
Ἀπὸ τὸ βλέμμα σας
Ἀπὸ τὸ ψέμμα σας
Μοῦ ἑτοιμάζει μιὰ Ἐρημιὰ γιὰ πάντα
Ὅπου λάμπουν τὰ δάκρυα
Σὰν ἄστρα.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΚάΝΗΣ (Τυμβωρυχεῖο)
ΡΟΥΑ ... ΜΑΤ
Ἐάν δέν εἶχε αὐτομολήσει ὁ Ζῆτα Πέντε ἀκινητώντας
αἰσχρά ἀργυρωνημένος, μυστικά, ἀπό κατασκόπους
τῆς Ἀνοπαίας ἀτραποῦ δέν θά περνοῦσαν οἱ ἐχθροί τή δίοδο.
Τῶν ἀξιωματικῶν μας τό μυαλό, ἄν δέν εἶχε στομώσει
ἀπ' τίς πολυτελεῖς τῆς τρυφηλῆς ζωῆς τους ἀπολαύσεις,
ἀπ' τούς χορούς καί τίς φανταχτερές δεξιώσεις,
δέν θά 'χαν μείνει τυφλοπόντικες, δειλά ἀκροβολισμένοι
στό Βῆτα καί τό Ἦτα Δύο τῶν μετόπισθεν,
κι οἱ πύργοι ἀδρανεῖς στά Ἄλφα καί Θῆτα Ἕνα.
Τῆς φάλαγγας ἐάν τ' ἀριστερό κέρας ἀπό λάθος ἀναγνώριση
δέν εἶχε πέσει σ' ἐχθρική ἐνέδρα
δέ θά 'χαν καταστρέψει τῶν ἐφίππων μας τό ἄνθος,
τοῦ ἐχθροῦ οἱ πεζικάριοι
στοῦ Ἄλφα Πέντε τήν ἀπόμακρη χαράδρα.
Καθώς ἐπίσης, ἀπ' τῶν περιστάσεων τό ὕψος
κι ὄχι, παρασυρμένη ἀπό τῶν αὐλοκολάκων τίς ὑποβόλιμες
ἀνεύθυνες μωρίες,
νά κρύβεται δειλά στόν Γάμμα Δύο γυναικωνίτη·
ὑστερόβουλα ἀνταλλάσσοντας τήν ἀκεραιότητά της
μέ θέση παλλακίδας στόν ἐχθρικό αὐτοκράτορα
τή νικητήρια ἡδονική λαφυραγώγηση...
Πρό πάντων ὅμως, τοῦ αἰσχροῦ ρἠτορα ἡ μωροφιλοδοξία,
τῶν μεσολαβητῶν ἐάν δέν εἶχε ἀπορρίψει a priori τίς προτάσεις
κι ὄχι μονάχα· παρά ἄν μέ κάποια ἐπίγνωση
δέν ἔρριχνε ὅλες τίς δυνάμεις σέ μιά ἀσύνδετη ἐπίθεση,
δέν θά 'χε ἄτιμα αἰχμαλωτισθεῖ, παρ' ὅτι τοῦ ἄξιζε
ἥρωας τῆς ἀκολασίας, ἄκαπνος στό βασιλικό
Ἔψιλον Ἕνα δῶμα
λοιδωρώντας τίς κακές διοσημίες
στῶν καιρῶν ἀδιαφορώντας τά μηνύματα...
Ἄν ὅλα αὐτά δέν εἶχαν γίνει
δέν θά 'ταν πιόνια νάϋλον εὐτελῆ κι οἱ δυό ἁρμάδες
μήτε ἑνός ξύλινου κουτιοῦ ἐν τέλει
σιωπηλό περιεχόμενο...
18/12/2008
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ
ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Μας φωνάζουν συνεχώς
Και οι φωνές τους σκεπάζουν
Όλα τα άλλα που υπάρχουν
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Ζουν μέσα στα δάκρυα
Ξυπνούν τις νύχτες
Ανάβουνε το φως
Ξεφυλλίζουν βιβλία
Ανοιγοκλείνουν τα παράθυρα
Ρωτούν αδιάκοπα γιατί.
Εκείνο το φιλί που τότε αρνήθηκα,
Το ραντεβού που κάποτε δεν πήγα
Το ποίημα που δεν κάθισα να γράψω
Το χέρι που όταν έπρεπε, δεν έδωσα
Τα λόγια που ενώ θέλησα, δεν είπα
Και τελικά είναι πιο πολλά
όσα δεν έγιναν
από τα πεπραγμένα της ζωής μας
Τα πράγματα που δεν υπάρχουν
Πολεμούν με αυτά που ακόμα υπάρχουν
Και στο τέλος τα νικούν
Γιατί πατρίδα τους είναι ο θάνατος
Και εμείς τα τελευταία λάφυρα της μάχης
Που παίρνουν επιστρέφοντας μαζί τους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ
Την ημέρα
άδεια είναι τα κρεβάτια
σα συλημένοι τάφοι·
τα σκεπάσματά τους
σαν σωροί χώματα.
Τη νύχτα περιμένουν πάντα
να γεμίσουν μ’ εραστές.
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Κάποιου· μια παλιά φωτογραφία
κοίταζα· - χρόνια φευγάτος.
Κι’ εκείνος με κοίταζε ακίνητος.
Μου είπε ύστερα στον ύπνο μου:
«Νιώθω φυλακισμένος».
ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ
ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ
Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του
επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου
ξεντυνόταν στο σκοτάδι.
Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ,
κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στον χαμό του.
Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες,
τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,
τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε κι άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πώς τελικά αιχμαλώτισε εκείνη την μικρή βασίλισσα
από νεραϊδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια
στις χώρες τού ποτέ.
Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε, γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.
Γιατί, έστω και μια φορά, μες την ζωή,
αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.
25/7/2008
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Στους περισσότερους ανθρώπους βλέπεις
τον εαυτό σου "δι' εσόπτρου εν αινίγματι". Σχεδόν
πάντα μπροστά σου στέκουν ή περνούν
στενοί καθρέφτες, ραγισμένοι ή θολοί. Και σκέφτομαι
που η παρουσία του Θεού ή όπως λένε η Δευτέρα Παρ-
ουσία
άλλο δε θα 'ναι παρά μόνο ένας μεγάλος
καθρέφτης καθαρός όπου ολόκληρο
θα δεις τον εαυτό σου κι ολοκάθαρη
της παρουσίας σου την ουσία θα χαρείς.
ΚΡΙΝΟ ΚΑΙ ΞΙΦΟΣ
Άλλοι θαρρούν πως μόνο με λουλούδια καταχτιέται ο κό-
σμος
κι άλλοι θαρρούν πως μόνο με μαχαίρια καταχτιέται ο κό-
σμος.
Όμως ο ποιητής
στέκεται στην Ωραία Πύλη της Ζωής
κρατώντας στο 'να χέρι του το κρίνο του αρχαγγέλου Γα-
βριήλ
κρατώντας στ' άλλο χέρι του το ξίφος του αρχαγγέλου Μι-
χαήλ.
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΟΠΛΟΦΟΡΟΥΝ
Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι' αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται
να οπλοφορούν.
Α τους υποκριτές
μιλούν για βία, βασανισμούς και καταπίεση κι εγκλήματα
και μήτε που υποψιάζονται
πόσο υποφέρει ένας ποιητής σαν ταξιδεύει
με υπεραστικό που διαθέτει κασετόφωνο.
Η κόλαση των ποιητών είναι η ασχήμια
γι' αυτό
οι ποιητές
χρειάζεται
να οπλοφορούν.
ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΝ
Όταν από το σώμα έξω βγει
το φως το πρώτο θ' αντικρύσει η ψυχή
το καθαρότατο.
Μα αν το φως αυτό δεν το συνήθισε
όσο βρισκόταν στην ανθρώπινη ζωή
αποτραβιέται θαμπωμένη και ζητεί
φως σκοτεινότερο. Και κατεβαίνει
όλο και κατεβαίνει,
αναζητώντας το οικείο φως, ώσπου συμβαίνει
κυνηγημένη από τέρατα (φανταστικά πλην φοβερότατα)
ν' αναζητεί μια μήτρα να χωθεί και να σωθεί.
ΕΡΩΤΗΣΗ ΚΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
"Βγάζεις λεφτά" μου λένε "από την ποίηση;"
"Λεφτά;"τους απαντώ, "λεφτά;"
Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;
Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής.
26/6/2008
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΪΚΙΔΗΣ
ΤΡΙΑ
Ήλιος. Ώρα για αντιηλιακό.
Κρύο. Ώρα για τα γάντια.
Βροχή. Ώρα για την ομπρέλα.
Θάνατος.
Σκέφτηκες, "τώρα δεν έχω ώρα για τίποτε"
αλλά αμέσως θυμήθηκες
το τηλέφωνο του ασφαλιστή σου.
ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ
Η βεβαιότητα του τέλους
γίνεται το τέλος
για κάθε βεβαιότητα.
1/8/2007
ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
«ΔΗΜΑΣ»
Δημάς Παύλω δεσμίω εν Ρώμη˙ χαίρειν.
Είναι η τέταρτη φορά που επιχειρώ να σας γράψω,
μέσα σε τούτο το πολυθόρυβο μπαρ με το ράδιο να παίζει
σουίγκ
και το κορίτσι να με κοιτάει παραξενεμένο.
Συχνά θυμούμαι την εν Χριστώ ζωή, τους αδελφούς εν
Κυρίω,
με ταράζει η νοσταλγία, με διαλύει.
Όλοι με θεωρούν ευτυχισμένο καθώς με βλέπουν με το
χακί,
το περίστροφο στα δεξιά, να βαδίζω γεμάτος αυτοπεποί-
θηση,
στη Μπάρα, στα θέατρα, στα ζαχαροπλαστεία, στα γυ-
μναστήρια.
Όμως νιώθω καλά την τερηδόνα που προχωρεί.
Τι τα θέλετε, κύριοι, τι τα θέλετε,
εμείς που γνωρίσαμε μικροί το Χριστό ζούμε τώρα τη
θλίψη˙
χάσμα γαρ μέγα εστήρικται μεταξύ ημών και υμών.
Όπου να γυρίσω, με σκοτώνει το παράπονό σας:
Δημάς με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα.
Κι όμως νιώθω παράταιρος μέσα στον κόσμο αυτό,
σαν κλασική μουσική σε ταβέρνα.
Κι όταν ανοίγω το άλμπουμ με τα εικόνια που μας κά-
μναν
πλανόδιοι ζωγράφοι σ’ εξορμήσεις ιεραποστολικές,
δεν ξέρω αν θα ‘θελα να επιστρέψω, είναι τόσο οδυνηρή
η εποχή της φρόνησης, θα ‘θελα μόνο
να ξεριζώσω με τα χέρια μου τη μνήμη.
Τάχα θα βάλω πια τις χώρες μου σε κάποια τάξη;
Και πώς μες στ’ αδιέξοδο έξοδο να ‘βρω;
«ΕΡΩΤΑΣ»
Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
Δεν ξέρω πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ τον έρωτα˙
δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,
φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,
συσκότιση παραπόνου,
παρηγοριά σπασμών.
Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,
όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο
κορμί.
ΑΤΙΤΛΑ
1.
Πνίξε την επανάστασή σου
στο αίμα μου.
2.
Κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι
βλέπω πως ο έρωτας είναι αχειροποίητος
3.
απ’ όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά
πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;
4.
Έχτισα τον παράδεισό μου
με τα υλικά της κόλασής σου.
5.
Οι μεν της καταστάσεως
οι δε της αντιστάσεως
μονάχα οι προθέσεις διαφέρουν.
6.
Τα λουλούδια θέλουν φροντίδα
τα ζώα περιποίηση
οι άνθρωποι αφοσίωση
οι θεοί λατρεία
πώς να τα βγάλει πέρα ένας άνθρωπος
7.
Είπαν στο δέντρο
«γιατί δε γίνεσαι κι εσύ πουλί;»
τα κλαδιά αγανάκτησαν
οι ρίζες χαμογέλασαν
8.
Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος.
9.
Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει
Τόσες πληγές
μόνο το νόμπελ μπόρεσε να τις γιατρέψει
2/6/2007
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ
«ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ»
Καθένας πρέπει νὰ ‘χει
Τὴν σκλαβιά του νὰ μάχεται,
Ἕνα ἄστοργο καιρὸ νὰ ροκανίζει
Τὰ κόκαλά του
Καὶ μιὰν ἀγάπη ἀκούραστη
Νὰ λαδώνει τὶς κλειδώσεις του.
Καὶ μὴ ρωτᾶτε πιὸ πολλά.
Μὴν περιμένετε τίποτ’ ἄλλο.
«ΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»
Ἀπ’ ὅλους τοὺς μύθους, εἶναι γνωστό,
Προσφέρεται πάντοτε μιὰ ἑλκυστικὴ ἀλήθεια
Ποὺ ἀρχίζει τὴν κρυφή ζωή της σὰν μεταξοσκώληκας
Σὰ μουσικὴ ἰδέα ἂν θέλετε
Ποὺ ξετυλίγεται ἀργὰ στὴ σκέψη καὶ στὸ αἷμα
Σβήνει μία μία τὶς φωνὲς ποὺ ἀντιστέκονται
Δίνει ὑπόσταση καὶ νόημα στὸ ὅραμα
Τρέφει κατάλληλα καὶ συντηρεῖ τὸ θαῦμα
Ἐπικρατεῖ κι ἀποθεώνεται.
Στὸ τέλος μεθυσμένη ἀπὸ τὴ δύναμή της
Γίνεται ἀπρόσεχτη, δὲν βλέπει τὶς παγίδες.
Βρίσκει μιὰ πόρτα ἀνοιχτὴ
Κι ἀνύποπτη χώνεται
Σ’ ἕνα μοναχικὸ δωμάτιο:
Ἐκεῖ, χαμένη κι ἀβοήθητη
Πεθαίνει κάποτε ἀπὸ ἀμφιβολία.
«ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΕΚΤΟΣ ΑΠ’ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ»
Τί μοίρα -ἐπιμένω-
κι αὐτὴ τῶν λέξεων:
νὰ τὶς ποιμαίνουν μὲ τὸ ζόρι
ἀγροῖκοι ποιητές!
Κι ὕστερα μαντρωμένες σ’ ἕνα ποίημα
νὰ ὀνειρεύονται περίλυπες
τὴν ἄτακτη φυγή τους.
«ΤΟ ΑΠΙΑΣΤΟ ΠΡΟΠΟ»
Ὡραῖα λοιπόν.
Ἂς συνεχίσουμε κι ἀπόψε τὴν κουβέντα μας.
Γιὰ πόλεις ποὺ θὰ βροῦνε τὸ νέο σφυγμό τους
γι' ἀνθρώπους ποὺ θὰ φέρουνε νεόκοπους προορισμοὺς
γιὰ νέους κώδικες ἐπαφῆς ποὺ θὰ ἐφεύρει τὸ σῶμα
γιὰ λέξεις παρθένες ποὺ θ’ ἀχρηστέψουν τὴ μόνωση
γιὰ σιωπὲς ἀκόμα εὔφορες ποὺ θὰ συντηρήσουν τὸ πάθος
γι’ ἄγνωστες, νέες συγκινήσεις ποὺ περιμένουνε πιστοὺς
γιὰ νέα ρίγη ποὺ ζητᾶνε ἐπιδερμίδες
γιὰ νέα σχήματα ποὺ θ’ ἀπορροφήσουν τὶς μοναξιὲς
γιὰ νέα συνθήματα ποὺ θὰ στρατολογήσουν ὀπαδοὺς
γιὰ νέες εὐαισθησίες, νέες αἰσθήσεις, νέες διαστάσεις
γιὰ παιδιὰ χωρὶς τοὺς μύθους τῶν μεγάλων
γιὰ σπίτια χωρὶς δωμάτια ὑπηρεσίας
γιὰ ἕναν νέο κόσμο χωρὶς τὰ σύνορα που ξέρουμε.
Κουβέντα ἂς γίνεται ὅσο θέλετε.
Ἐγὼ τὸ ξέρω πρὸ πολλοῦ:
αὐτὸ τὸ δεκατριάρι δὲν πιάνεται μὲ τίποτα.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
«Εις φίλον ψυχορραγούντα»
Ηλθε η
ώρα να σ’ αφήσω,
Να! Το
θάνατο θωρώ,
Ήθελα να
σε φιλήσω,
Ήθελα, μα
δεν μπορώ!
Μόνον σ’
αποχαιρετάω,
Γιατί
πλιο δε θα σε ιδώ,
Να σε
σφίξω απεθυμάω,
Μα το
χέρι είναι νεκρό!
Πιας’ το, ιδές πώς είναι κρύο,
Πιάς’ το, ιδές πώς είναι αχνό,
Τες
ελπίδες μου απολύω
Και το
Χάρο ακαρτερώ!
Ήλθε η
ώρα να σ’ αφήσω,
Του
θανάτου να η μορφή!
Δεν μπορώ
να σε φιλήσω,
Να, μου
σβένεται η πνοή
«Δε μ’ αγαπάς»
Όσα
λούλουδα είν’ το Μάη
μαδημένα
ερωτηθήκαν
κι όλα
αυτά μ’ αποκριθήκαν
«Σονέτο στο πέσιμο του Εωσφόρου»
(μτφ. από ιταλικά: Γεώργιου Καλοσγούρου)
Πέφτει ο περήφανος, κ’ η φύσις
εχαιρότουν,
στον τόπο π’ άστρου φως ποτέ
δεν τρεμουλιάζει.
Με πρόσωπ’ όπου κάλλος πλιά
δεν εσωζόταν,
γιατί του πάρθηκε ο ουρανός,
αγριοκοιτάζει.
Το πρόσωπο του Υψίστου πλιά σ’
αυτόν κρυβόταν·
έτσι στο έργο του το κάκιστο
ταιριάζει,
κ’ είναι τούτο π’ ο αχρείος
δαίμονας φοβότουν,
κι’ όμοια τρομάρα ουδέ κ’ η
Κόλαση του βάζει.
Ζαφείρι αθάνατο φορώντας η
Ευσπλαχνία
παντού συλλογισμένη επρόβαινε
τριγύρου,
σε σκέπη κρύβοντας τα φέγγη
της τα θεία.
Και λέγοντας τον πόνο που
βαθιά γροικάει
σ' όλους τους ουρανούς
θρηνολογούσε γύρου·
«Ωϊμέ! να κατοικιέται η Κόλαση
αρχινάει!»
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ
«Αι ωδαί» (αποσπάσματα)
ΙΣΤ’
Και αν ο Θεός και τ’ άρματα
Μάς λείψωσι, καλήτερα
Πάλιν να χρεμετήσωσι
‘Σ τον Κιθαιρώνα Τούρκων
Άγριαι φοράδες,
ΙΗ’
Δεν με θαμβόνει πάθος
Κανένα· εγώ την λύραν
Κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
Σιμά εις του μνήματός μου
25/2/2007
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΐΔΗΣ
«Κηρύνεια»
20 Ιουλίου 1974
Πόλεις που άλλαξαν όνομα
με τους σπασμούς της Ιστορίας
φριγμένες απ’ τη σκόνη και τα
αίματα
πόλεις, εξαίσια ονόματα,
λαμπρές
ω, πόλεις των Ελλήνων.
Τις συναντάς στους χάρτες και
στα δρομολόγια
κάποιες ανθούσες, άλλες
μιξοβάρβαρες
με τ’ όνομά τους ξεφτισμένο ή
σαν πληγή
Σάιντα, Ισμίρ, Αντίμπ και
πόσες!
Μα τώρα σαν βραχνάς, Γκιουίρν,
η ξακουστή Κηρύνεια!
Μια πόλη-λέξη ελληνική χαλάει
κι ο κόσμος όλος βαρβαρεύει.
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
«Αιώνας εμπορίου»
Η προσφορά κι η ζήτηση
ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδελφός μου
Μάρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι
η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των
δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για
μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο
Χρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόσθεσμες
συναλλαγματικές, μετοχές, χρεώ-
γραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα
στο δρόμο, τι σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή»,
οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί
αγορασμένοι με νεκρές περηφά-
νειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’
όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι
τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών,
ελληνικά, ρωμαϊκά, της Βαβυ-
λώνας, δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη,
πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε
τα πτώματα – θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της
«μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους
χρειάστηκε ένα ολόκληρο θη-
σαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα,
σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τι ζέστη,
θε μου, κι όμως βρέχει,
τι καιρός, μα δε θα μου τη
σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας,
πίστωση, χρέωση, ο Ροκφέλ-
λερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω,
λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή
μου.
«Δολοφονία οργανωμένη»
Μια δειλή πράξη σου σε κάνει
να πεθαίνεις μέσα στους
άλλους,
με μια συγγνώμη αργοπορημένη
πεθαίνουν οι άλλοι μέσα σου.
Λίγη περισσότερη σιωπή μπορεί
να σκοτώσει το ίδιο αλάν-
θαστα,
όπως και μια λέξη. Μια κίνηση
αδιαφορίας, ένα βλέμμα
επίμονο,
το κουδούνι που δε χτύπησε, το
γράμμα που ήρθε, κάνουν τη
δουλειά τους το ίδιο καλά
όπως ένα μαχαίρι ή λίγο
υδροκυάνιο. Κάθε μέρα, όλες τις
νύχτες,
εικοστέσσερις ολάκαιρες ώρες ο
φόβος σκοτώνει, η προσδο-
κία σκοτώνει,
τ’ όνειρο σκοτώνει, η πράξη
σκοτώνει...
Κι όταν πεθάνεις
κανείς δεν ξέρει από πόσους
καθημερνούς θανάτους
σε προφυλάσσει
αυτό το μικρό χωματένιο ύψωμα.
«Ο αιώνιος διάλογος»
Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η
γυναίκα τούβαλε ψωμί στο
τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε. Κι η
γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι
δυνατός, μα δε σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι
όμορφη, κι όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι
τους. Κι η γυναίκα ανέβηκε,
σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι
εκείνη σήκωσε, σαν πηγή, το
μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η
γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά
το κεφάλι της στα πλευρά
του. Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θάθελα νάμαι
θεός. Κι η γυναίκα είπε:
θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι
ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια
ξημέρωσε.
«Ο διάλογος δεν είναι αιώνιος»
Η πόρτα έτριξε, κι ο άντρας
μπήκε στο σπίτι.
Η γυναίκα ακούμπησε στο
τραπέζι ένα πιάτο φακή. Χιόνιζε.
Ο άντρας σηκώθηκε κι αγνάντεψε
απ’ το παράθυρο.
Η γυναίκα πήρε το πιάτο του
άντρα, κι αργά, άρχισε να τρώει
το λίγο φαΐ πούχε απομείνει.
Όταν πλάγιασαν
ο άντρας τής χούφτωσε τα
στήθεια. Ήθελε να ξεχάσει.
Η γυναίκα έκανε να τον
αποφύγει. Μα ήταν νέα ακόμα.
Τελείωσαν
χωρίς καν να φιληθούν. Ο
άντρας έμεινε λίγο με τα μάτια
ανοιχτά μες στο σκοτάδι
κι αποκοιμήθηκε. Η γυναίκα
σηκώθηκε αθόρυβα, και
πηγαίνοντας στην άκρη της κάμα-
ρας, απόμερα,
έκλαψε.
Έξω,
όλο χιόνιζε.
«Άγνωστοι ομηρικοί στίχοι»
Κι αυτοί που αγάπησαν τη δόξα
τώρα κλαίνε
κι οι άλλοι που πόθησαν το
θάνατο φοβούνται
κι εκείνοι που μερίμνησαν δεν
έχουν
αλλά αυτοί που ταπεινώθηκαν
γνωρίζουν
κι εκείνοι που κρατήθηκαν
μακριά θα ξεκινήσουν
σαν τις ωραίες εποχές να
ξαναρθούνε.
ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ
«Η μετάφραση των εβδομήκοντα»
Τούτ' οι
περίσκεπτοι, κρυφά τόσο υπερήφανοι,
Ιουδαίοι,
του βασιλέως καλεσμένοι, υποχωρητικοί,
πώς δέχτηκαν τα ιερά βιβλία τους,
το διαλεχτό, ξεχωριστό τους λόγο,
την πνευματική οικοδομή του παιδεμένου έθνους των
να παραδώσουν σε ειδωλολάτρες;
Αντιπρόσωποι αυτοί του περιούσιου λαού,
του μόνου αληθινού θεού οι αγαπητοί,
πώς δέχτηκαν να πλάσουν σ' άλλη γλώσσα
τη λαλιά τους;
Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων,
κι' η γλώσσα η Ελληνική, μοναδική,
στην έξοχη ακμή της, εκείνη
που στην ένταση της, παίρνει μια λάμψη
τραγική σχεδόν, καθώς πάει ν' αποδείξει, ίσως
τι σημαίνει η απεριόριστη ελευθερία.
Η γλώσσα η Ελληνική,
στην αυστηρή ομορφιά και στην ορθή οξύτητά της,
η θαυμάσια γλώσσα, αυτή
είχε γοητέψει τους ιερούς Εβραίους
και δέχτηκαν, περίπου τρεις αιώνες π.Χ.
να φανερώσουν εκείνη την αναμονή,
όπου, μοιραία πια, δεν θα επαληθεύονταν δική τους.
«Καρκίνος»
Εκεί, στην κεφαλή, μεσ’ στα μυαλά
που οδηγούν, ή και στο σώμα αλλού,
όπου μαζεύεται η δύναμή σου,
εκεί όπου δουλεύει η κατασκευή σου,
γίνεται η διαστροφή της ύπαρξής σου.
Παλεύει για ν’ αντισταθεί,
όμως σιγά σιγά σαπίζει.
Τόσο σιγά συμβαίνει στην αρχή,
πολύ σιγά προβαίνει η αφορμή
που αφορμίζει το σώμα σου,
και σχηματίζεται η φθορά.
Κι’ η προσοχή δεν ωφελεί.
Και η προσπάθεια δε σώζει.
Βάζουν φωτιά για να την κάψουν,
κόβουν τη χαλασμένη σάρκα σου,
αποσπούν τα σαπισμένα κρέατά σου.
Λίγο μπορεί να σταματήσει το κακό
κι' ύστερα πάλι προχωρεί
με τα διπλά ποδάρια του,
με τα πολλά του απλώματα
και τα επίμονα νεκρά πλοκάμια,
εδώ κι’ εκεί μαζεύει τον εαυτό του.
Και σου πονεί,
όλο και πιο πολύ πονεί το σώμα σου
που τρέφει αηδή σαρκώματα.
Ω πόσο φριχτή μπορεί να γίνει
η ζωή που κατατρώει τον εαυτό της.
Τι κι’ αν ελπίδα ύπουλη κι’ αμφίβολη
τη γνώμη σου παραμονεύει.
Κάνει πως σταματά η αρρώστια,
κάνει πως πισωστρέφει,
όπως ο ήλιος οπισθοδρομεί
στη μυστική του δύναμη δοσμένος,
σα φτάσει στον καρκίνο.
Είναι η διαφυγή σου αδύνατή;
Είναι ο καρκίνος η δική σου μοίρα,
στον κύκλο των ζωδίων;
*
Σε κάθε σκαλοπάτι αχνάρια
αίμα και λάσπη.
Μη τα πατήσεις νομίζοντας
πως εσύ θα τα σβήσεις.
Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.
Όλα τα σκαλοπάτια είναι ίδια.
Κάποτε νομίζεις πως θα σε φέρουν
ψηλά, όπου δεν θα υπάρχουν πια
αυτά τα σημάδια.
Γελιέσαι. Κοίταξέ τα καλά,
αίμα και λάσπη.
Αυτά είναι τ’ ανθρώπινα αχνάρια
τ' αληθινά. Ούτε βρίσκονται ποτέ
άλλα. Μη γελιέσαι.
Κοίταξέ τα καλά.
Να θυμάσαι, το σώμα είναι πάντα
«Στοργή»
Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Το αισθάνονται αυτό
κι' όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Κάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μην μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι’ αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστιά τους.
Παραδίδονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις...
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι' αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Είναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνειά του,
την υπομονή του.
Γι’ αυτό δεν θα πιστέψεις
Πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Τούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Αυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ
να πιστεύεις πάντα
σ’ αυτόν.
«Γέννηση εις εαυτόν»
Όταν μ’ εγκατέλειψες,
Εσύ, που κρατάς το άνθος
και μαζύ τον καρπό, τότε
η παραφορά της λύπης μου
έφτασε την ένταση της χαράς
και τα μάτια μου με είδαν.
Όταν μ’ άφησες, καθώς Σε καλούσα
να με βοηθήσεις, η συντριβή μου
γνώρισε όλο το μέγεθος της έξαρσης
που ανήκει στην ψυχή και στο σώμα
και τότε αισθάνθηκα το σχήμα μου.
Όταν Σου μίλησα κι αποστράφηκες
και μ’ άφησες μόνο,
εγώ αποστράφηκα, μοναχός μου
έμεινα μόνος, τότε
δοκίμασα πάνω στη γλώσσα
της πολλής μου λαλιάς, τον ένα
λόγο της πιο δυνατής παρηγοριάς.
Όταν Σ’ αποζητούσα με την απόγνωση
σα σημάδι στα χέρια,
σήμαντρο, όπως των λοβιασμένων
που τους φοβούνται οι ελεούντες,
Εσύ μ’ άφησες να σηκώσω μια πρόφαση
κι' εγώ μπόρεσα ν’ αποφασίσω πως είμαι.
Όταν Σε περίμενα και δεν ήρθες,
δεν έρχεσαι και δεν θάρθεις ποτέ,
τότε η αναμονή έγινε η πάσα απάντηση
κι’ εγώ πέρασα εκείθε, είδα
ακόμη και την επιστροφή και γνώρισα
πως η ματαιότητα μπορεί να γίνει
η τροφή της απέραντης φαντασίας.
Όταν Εσένα ρώτησα,
- τον εαυτό μου ρωτώντας, – γιατί;
Ο εαυτός μου τοίμασε την απάντηση
που ήταν ετοιμασμένη, είχε δοθεί,
είχε δεθεί η ανησυχία με τη γαλήνη,
η γη με τον ουρανό, ζυγιάστηκε
η στιγμή μετέωρη, σε άγνωστο φως
κι’ είδα τον εαυτό μου ολόκληρο,
ήταν απλό και συνηθισμένο, τόσο,
που δέχτηκα να τον
παραδεχτώ.
13/9/2004
ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ
«Φωτισμός»
Το φως χωρίζει τα πράγματα.
Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
αυτός
ο θάνατος. Όμως
στη δεύτερη παρουσία τους
τα πράγματα
είναι
το φως.
«Το θαύμα»
Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράγματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη
Αιωνιότητα.
«Το κέφι της δουλειάς»
Ένα βιβλίο έκλεψα από
το βιβλιοπωλείο ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, στην Ερμού.
Διόλου δεν έχω τύψεις˙ όπως ξέρετε
κι ο Προμηθέας κι
ο Ερμής ήσανε κλέφτες.
ΣΑΒΒΑΣ ΣΕΡΕΤΗΣ
«ΚΒ’»
Ποιος μπορεί να ξέρει πώς θα ήταν η ζωή μας
αν μικρές μόνο αλλαγές είχαμε κάνει στις επιλογές μας;
Άπειροι οι τρόποι και οι δρόμοι για να ζήσεις
άπειρες και οι προσωπικές μας ιστορίες που αρνηθήκαμε.
Όχι πώς αλλά ποιος θα ήμουν αν είχα φύγει απ’ την κόχη˙
τα σπέρματα των εαυτών μου ξεραμένα ανεμίζουν μεσίστια
τα κυττάζω ή τα φαντάζομαι και ντρέπομαι γι’ αυτά.
Δεν είναι που τα περισσότερα όνειρά μου μείναν όνειρα
είναι που γνωρίζω πια
πως τους καλύτερους εαυτούς μου τους παρέδωσα αμετάκλητα
στον ανεπίστρεπτο άνεμο του παρελθόντος.
Μόνος
έχω να διασχίσω μια πάλλευκη έρημο
δολοφονώντας
ακατάπαυστα εμένα και το μέλλον.
ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΦΙΛΗ
«Περίγραμμα»
Κόπιασες μια ολόκληρη ζωή
Να περιφράξεις τον εαυτό σου
Από τις βέβηλες επιδρομές των άλλων.
Μόνιμος φόβος η εισβολή στο χώρο σου
Που τον προστάτευες ευλαβικά.
Στο τέλος πια, άρχισες
Να νοιώθεις πως τ’ αγκάθια
Μάτωναν μόνο εσένα.
Οι άλλοι γύρω σου
είχαν χαθεί.
«Ίχνος
I»
Από τ’ άδεια κελύφη και τ’ απολιθώματα
φαινόταν ότι είχε περάσει η ζωή.
Η ουσία πια χάθηκε
Κι’ απέμεινε
Εγώ και το Κενό.
24/6/2004
ΑΝΝΑΣ-ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ
"Μπορεί"
Θάθελα να μη σου μιλήσω
Ούτε καν να δείξω πόσο το
θέλω.
Ήθελα να ήσουν Θεός
και να καταλαβαίνεις Μόνος
σου.
Έτσι άσε με- με τη σιωπή μου
αργά- αργά να σε σκοτώνω
μπορεί να πονέσεις λιγότερο
έτσι.
Δεν ξέρω!... Δε λέω...
Μπορεί!...
«Αστοχία»
Θέλω να δώ το χιόνι να λιώνει.
Να πιστέψω...
Είμαι μικρή. Και ο έρωτας μετριέται με ψυχή
Στο μικρό κόσμο του – Γελάστηκα...
Τώρα θέλω να λυπηθώ.
Να ξαναπιστέψω.
Ο χρόνος λυτρώνει...
Ζητώ μια ευτυχία χωρίς τίμημα.
Μια αλήθεια χωρίς τεκμήρια.
Ένα θάνατο χωρίς φόβο.
Ένα «Εγώ»
χωρίς τέλος.
ΤΑΚΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ
Ατιτλο
Καθώς μια μέρα εγώ κοιτούσα στην ακρογιαλιά
Τόσους σπαρμένους σκελετούς
Εκεί ψηλά στην αυτοκρατορία του ήλιου
Κάτω από την ολόασπρη φτερούγα του καλοκαιριού
Άκουσα μια φωνή απαλή να ψιθυρίζει
«Κύλησε πάνωθέ τους νύχτα καταγωγική
Το φωτεινό τούτο ποτάμι σου που ονομάζεται τρυφερότητα
Προαιώνιες λάμψεις ξεχυθείτε
Άστρα να φέξουν οι πληγές
Κρατήσου θάνατε σε υποταγή».
ΚΩΣΤΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ
"Μη μιλάτε Ελληνικά"
Μη μιλάτε Ελληνικά
να γαβγίζετε
να μουγκρίζετε
Να μη μιλάτε καθόλου
Μη διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των
πολιτικών σας
να διαβάζετε τα "καλέσματα"
των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και
τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.
Μη γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την "Καθαρεύουσα" του
Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την "Δημοτική" του
Υπουργείου "Πολιτισμού"
να γράφετε όπως γράφουν στον
ημερίσιο και στον περιοδικό σας τύπο
Να μη γράφετε καθόλου.
Και
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα:
σας βλέπει κι αρρωσταίνει'
γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες
σαγιονάρες
σακούλες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα
Μη κατεβαίνετε στη θάλασσα.
Μη ανεβαίνετε στα βουνά:
σας αισθάνονται και πεθαίνουν
χάνουν τα δάση τους και τα
πουλιά τους
χάνουν τη δρόσο τους και τ'
άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα
νερά τους.
Μην ανεβαίνετε στα βουνά.
Μη συντηρείτε αρχαιότητες:
είναι Ύβρις.
πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες
φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε
τες
ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες
Είναι η προτελευταία τιμή που
μπορείτε να κάνετε στον Τόπο.
Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες και τα παιδιά
σας
με τα σαλόνια σας και τα
σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την
κακομοιριά σας.
Και
μη παριστάνετε πως περιμένετε
βαρβάρους:
Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει να φύγετε.
«Ε όχι πια»
Ε όχι!
φτάνει πια
να λες πως είν’ πουλιά
αυτά
που φεύγουν στο νοτιά!
Είναι κάλτσες π’ άρπαξε ο βοριάς
από το σύρμα.
Το μάθαμε πια –
πήρε και τις δικές μας.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
«Ο φανός του κοιμητηρίου Αθηνών»
Εν μέσω πένθους οιονεί
γλυκείας ευτυχίας,
φάροι τον νουν ευθύνοντες προς
την αθανασίαν,
διάδημα επικοσμούν το φάσμα
της σκοτίας,
τα άστρα, την ατέρμονα
βαδίζουσι πορείαν.
Αλλά ιδέ, εκεί μακράν, εις το
νεκροταφείον,
φανόν με του ορίζοντος
συμπίπτοντα το πέρας˙
δεν είναι μέγας ως αστήρ και
πλήρης μυστηρίων,
αλλ’ έχει τας ακτίνας του πολύ
συμπαθεστέρας.
Φανέ, φυλάσσων τους νεκρούς,
τον θάνατον στολίζων,
σε, φως, ζωήν, τις έρριψεν
εντός κοιμητηρίου;
Δεν είσαι ως μειδίαμα χείλους
νεκρού στολίζον;
Σε βλέπουν οι υπνώττοντες
κάτωθεν του φορείου;
Σχίζε το σκότος της νυκτός και
απειλών τους ζώντας
ρίπτε το φώς σου όπου χους υπάρχει
και σκοτία,
μέτρει τους λίθους των νεκρών
και τους αποθανόντας –
ω! πόσοι είναι!.. Φρικιά και
τρέμει η καρδία!..
Μη αν μετρήται η ζωή, ο
θάνατος μετρείται;
Στιγμή εις τον ωκεανόν
ριφθείσα των αιώνων,
πριν καν υπάρξη σβέννυται,
πριν πέση λησμονείται...
Ο χρόνος προς τον θάνατον
καταμετρείται μόνον.
Ζης ως ανάμνησις εκεί, φανέ,
μεμονωμένη,
διπλήν φωτίζων νέκρωσιν: τους
τάφους των θανόντων,
την λήθην, άλλον θάνατον,
όστις αυτούς προσμένει –
την λήθην, κοιμητήριον εν τη
ψυχή των ζώντων...
Ναι, λησμονούσι˙ και αυτούς
τους ζώντας λησμονούσι˙
το παρελθόν ως σάβανον η λήθη
περιβάλλει˙
οι επιζώντες τους νεκρούς επί
μικρόν θρηνούσι,
και μόνη η κυπάρισσος επί των
τάφων θάλλει...
Ω φως, ω φως ταλαίπωρον!
Απλούνται εσπαρμέναι
αι τράπεζαι μαρμάρινοι - και
ο σταυρός πλησίον.
Επιγραφαί δεικνύονται επάνω
εστρωμέναι –
κιρνά την λήθην η σιγή εις το
νεκροταφείον...
Το φως σου πίπτει επ’ αυτών ως
νεκρική ωχρότης...
Τις εφαντάσθη εορτήν με τόσην
ηρεμίαν;..
Και πού και πού εγείρεται
μαρμάρινος συμπότης..-
ω! πάντες θα καθήσωμεν εις
τράπεζαν ομοίαν!..
Θώπευε, θώπευε, φανέ, την
πλάκαν των θανόντων!..
Οπόσοι εκοιμήθησαν χωρίς τινος
θωπείας˙
πόσοι θα ήσαν σήμερον εδώ, εν
μέσω ζώντων,
εάν εθώπευεν αυτούς εν βλέμμα
συμπαθείας!..
Αστήρ των τάφων θλιβερός, το
φως εκείνο, τρέμον,
φωτίζει την υστερινήν οδόν του
διαβάτου,
και πνευστιά εις την πνοήν την
κρύαν των ανέμων...
Ω φως, τι με παρατηρείς ως
οφθαλμός θανάτου;
Δεν τον φοβούμαι! Όρθιος προ
του θανάτου βαίνω!
Δεν ψάλλω την ισχύν αυτού
αιτών αθανασίαν!
Το φίλημά του το ψυχρόν
ατάραχος προσμένω –
τις την γαλήνην δεν ποθεί μετά
την τρυκιμίαν;..
Πόσον ωραία μειδιά η όψις της
πρωίας!
Είναι γλυκύς ο ήλιος το πρώτο
φως του στέλλων.
Α! πανταχού απήντησα εν φάσμα
ευτυχίας –
την ευτυχίαν ουδαμού! Ουδ’ εις
αυτο το μέλλον!..
Μέλλον, της τύχης παίγνιον,
του βίου ειρωνία,
λέξις ουδέν σημαίνουσα ή
πάροδον του χρόνου,
και φάρμακον όπερ ροφά παρούσα
η πικρία,
όπως επέλθη αύριον μετά ομοίου
πόνου!
Μέλλον, λέξις σημαίνουσα την
έλλειψιν παρόντος,
ηχώ των πόθων, οίτινες
βλαστάνουσι λαθραίως,
πολλάκις αντανάκλασις ωχρά του
παρελθόντος –
πλην πάντοτε κατοπτρισμός
δεικνύμενος ματαίως!
Μέλλον, καθώς η αστραπή το
σκότος επεκτείνον,
της συμφοράς ο εμπαιγμός,
ισχύς αδυναμίας,
το σκοτεινόν του πρόσωπον επί
του τάφου κλίνον
κ’ εκείθεν θάλλον ως ελπίς
κενή αθανασίας!..
Ιδού το μέλλον: η ρυτίς,
θωπεία του θανάτου˙
εν δάκρυ σπείρον έτερον˙
κραυγή απελπισίας –
έως ου έπειτα εντός μακρού
νεκροκραββάτου
σταυρώσης τους βραχίωνας επί νεκράς
καρδίας!..
Μόνος, καθώς αυτό το φως εις
το νεκροταφείον,
φωτίζων πόθων μνήματα και
πτώματα ονείρων,
αγνώστου πόνου έρμαιον
διέρχομαι τον βίον,
τα ράκη σύρων της ζωής, το
παρελθόν μου σύρων...
Φανέ, όταν το έλαιον σε λείψη,
τι θα γίνης;..
Τί;..Θα σβεσθής... Καλύτερον!
Αφού η μοίρ’ αγρίως
προώρισε την λάμψιν σου επί σποδού
να χύνης,
τι σε ωφελεί εις σε το φως και
εις εμέ ο βίος;..
ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ
«Λυπούμαι γιατί άφησα να
περάσει»
Λυπούμαι γιατί άφησα να περάση
ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάκτυλά μου
χωρίς να πιω ούτα μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ο,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα
σπίτια.
ΑΓΝΗΣ ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Μετ’ από χρόνια»
Μετ’ από χρόνια ποιος θα με
θυμάται
λέω και ημερώνω
με την ιδέα του θανάτου
λέω πως συμφιλιώνομαι
-κι ύστερα: Μήπως τώρα ποιος;
Και θέλω να γελάσω, να γελώ
-αφού να κλαίω πια έχω
ξεχάσει.
ΚΩΣΤΑ ΜΟΝΤΗ
«Προσέχετε τα σπουργιτάκια»
Προσέχετε τα σπουργιτάκια τ’
Απρίλη!
Μη νομίζετε πως είναι σαν τα
άλλα,
που παίζουν με τις ρόδες τ’
αυτοκινήτου
και φεύγουν μισή στιγμούλα πριν τα
πατήσουν!
Αυτά μένουν – και σκοτώνονται!
ΠΑΝΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ
«Ακινησία»
Ο χρόνος πέρασε,
και κάθεται σταυροπόδι λίγο
πιο κάτω.
Και μείς καθόμαστε σταυροπόδι
και κοιτάμε το χρόνο που πέρασε.
Κι ο χρόνος μάς κοιτάει.
Κι όλοι καθόμαστε σταυροπόδι
και κοιτιόμαστε.
«Το αυτόματο σύστημα της κατσαρόλας»
Ακούσαμε όλοι μας την
κατσαρόλα
που σφύρηξε με το αυτόματό της
σύστημα.
Ωστόσο κανείς δεν μπορούσε να
προβλέψη
την κατάληψη όλης αυτής της
ιστορίας.
Ο ήχος ξεκίνησε κανονικά, όπως
συνήθως.
Κι όμως, όταν έφθασε στο
σημείο όπου – συνήθως –
αρχίζει να λιγοστεύη και να
χάνεται –
σημάδι πως η εσωτερική πίεση
ξανάρθε στον κανονικό της βαθμό -,
ο διαπεραστικός ήχος
συνεχίστηκε δυναμώνοντας
ολοένα και περισσότερο!..
Αυτό κανείς δεν το περίμενε.
Σχεδόν δεν μπορούσαμε πια ν’
ακούμε.
Τ’ αυτιά μας πόναγαν,
το ταβάνι άρχισε να κουνιέται,
τα γιαλιά άρχισαν να σπάνε,
τα κόκκαλά μας να
διαχωρίζωνται –
και δεν το θέλαμε να
διαχωρίζωνται τα κόκκαλά μας!..
Παρατράβαγε το αστείο...
Όταν στο τέλος νιώσαμε τα
φτερούγια στην πλάτη μας,
εγώ το είπα καθαρά:
Φταίει το αυτόματο σύστημα της
κατσαρόλας!
ΠΑΡΙ ΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Κράτα το πάθος σου!»
Ω ποιητά,
κράτα το πάθος σου!
Άφησε και μια μέρα
να περάση
χωρίς να γράψης!..
Άφησε...
Ο κόσμος γενικά είναι καλός –
για μία μέρα θάναι καλός
και θα στο συγχωρήση...
Μα αν (δεν πιστεύω) πάλι γίνη
και σε παρεξηγήση,
εσύ, ποιητά,
κράτα το πάθοις σου!
«Άδηλον»
Άδηλον,
γράφει η μικρή
παλιά ανθολογία...
Άδηλον...
Κι όμως ο ποιητής
μάς λέει για τα φιλιά,
που έδωσε –
που δόθηκε –
και την αγάπη
που κρυφά
τους πήρε τα ονόματά τους
άοπλα
μέσα στην ευτυχία...
Άδηλον
πάντως,
γράφει η μικρή
παλιά ανθολογία...
Κι αυτή τους την ανωνυμία,
τώρα
εμείς
έχουμε λόγους
ΘΑΝΑΣΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Ενας φίλος από τα παλιά»
Κυνηγούσα ως συνήθως μια λέξη
με την απόχη όταν έπεσα πάνω στο Γιώργο φίλο παλιό απ’ το Γυμνάσιο και τους «40
Μάρτυρες» τι γυρεύεις εδώ του λέω εδώ είναι ποίημα δεν είναι παίξε γέλασε πώς
μπαίνεις έτσι με τις λάσπες άσε τις μαλακίες μου λέεει ξεχνάς που σκότωνες την
ώρα σου άλλοτε τα γήπεδα τα σφαιριστήρια τα σκοτεινά παραβαρδάρια τώρα το
παίζεις φαντεζίστ και υψηλή κουλτούρα πάψε του λέω θα μας ακούσουν οι αναγνώστες
τι θα πούνε οι άνθρωποι σκοτίστηκα μου αντιλέει εγώ στο εξής θα περνώ από ‘δω
τακτικότατα και δε σηκώνω κουβέντα πολύ φτηνά τη γλίτωσα μου ‘πε ο γιατρός
ξέρεις η ηλικία σας ο τρόπος ζωής σας περπάτημα τώρα δίαιτα να ρίξεις τους
δείκτες τα κιλά κι όλα κομμένα λέει τσιγάρο πιοτό μαθήματα θέλεις δε θέλεις
λοιπόν θα έρχομαι από δω σαν σούρουπο κι αν δε σ’ αρέσει ξερίζωσε τη μνήμη σου
είπε ο Γιώργος φίλος καλός απ’ το Πανεπιστήμιο και βγήκε απ΄ το ποίημα ενώ εγώ
κάρφωνα στο χαρτί τις τελευταίες του λέξεις κυνηγώντας όπως πάντα τη δύστροπη
μνήμη σας.
ΛΟΥΚΑ ΚΟΥΣΟΥΛΑ
«Δύση»
Ένα εκατομμύριο χρόνια
πάλεψε η δύση
ώς να πετύχει
το χρώμα της.
Δοκιμάζοντας τόνους
και ημιτόνια
σε κάθε κλίμακα
καταστάλαξε – ή
μάλλον,
ας μη βιαστούμε˙
βλέπω και νέα
περιθώρια δοκιμών!
“Etudes”
XIII
Μια σπιθαμή πάνω απ’ τα σπίτια
ο κόσμος μένει
ολοκαίνουργιος.
«Να τελειώνουμε»
Είν’ ένας τάφος
που χάσκει μες τον ύπνο μου.
Στο πλάι με το φτυάρι του
ο νεκροθάφτης.
Αντε, μου λέει,
να τελειώνουμε!
ΠΑΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ
«Θεομαχία»
Όταν εγκαταστάθηκαν στην κάμπο των
Ενακοσίων
στοιχημένες οι σκηνές των,
ακαθόριστα φλάμπουρα
οι άγιοι της Ανατολίας στρατηγοί
και της Συρίας
οι λιπόσαρκοι ηγέται οι λαοί
αναθάρρησαν
και ριπές ιαχών τα σύννεφα
κοκκιάσανε.
Μπροστά, σε ίππον θαλασσήν,
ετρόχαζε Θεόδωρος
ο Τήρων. Με κλαγγή στην παράταξη
εκλεϊζοντο
οι άγιοι Ιγνάτιος, Χριστόφορος,
Ζεβήλ και Τραϊανός
και μες στα σύθαμνα, τρελοί για τη
χωσιά
οι Καππαδόκαι Μελισσηνοί και ο
άγιος Μαρδάριος.
Των παροίκων αι καθέδραι και των
ελευθέρων
τα αξιοθρήνητα καλύβια: φλόγες
ανέθρωσκαν
που τα ετύλιγαν πανημερία από των
Ισαύρων
τις σαγίτες. Κι όσοι ραδίκια
εμάζευαν στην άκρη
των κατάντη λόφων περίμεναν το
πλιάτσικο.
Στο απέναντι στρατόπεδο σε μυτερά
βράχια
χωρίς καλό νερό και τρώγοντας τα
βελανίδια
πετούσαν οι θεοί. Αναίσθητα φουσάτα
κουρελήδων
που σύναξαν ο Απόλλωνας κι ο Βάκχος
ενώ η Αθηνά
μελαγχολούσε μεθυσμένη σε
σκουριασμένη κάμα.
Των σατύρων και των νυμφών οι
συστοιχίες
Λόγω του εδάφους και του τσίπουρου
είχανε
φρόνημα υψηλόν. Ο Παν κατόπτευε τα
πέριξ
εύθυμος ενώ του Ποσειδώνος οι
εφεδρείες
είχαν αποβραδίς απωλεσθεί στους
βάλτους.
Ετσι, όταν την αυγή άρχισε η
επίθεση
κι ο καλπασμός των ανατολικών
αγίων, λίγοι
δε γνώριζαν ποιον θα δοξάσει η
σφαγή.
Πρώτος Θεόδωρος ο Τήρων τον
Απόλλωνα
Διεπέρασε με το κυματιστό του
φάσγανο.
Και τον Ερμή ποδοπατήσαν ρυθμικά
Λύκιοι προσφάτως βαπτισθέντες. Οι
ασχημονούντες
Τραγοπόδαροι κάηκαν σε μυρωδάτες
κληματσίδες
κι ο Πλούτωνας με τη δραστήρια
Περσεφόνη
δε προλάβαιναν να κατεβάζουνε στον
Άιδη
ψυχές ανόητες θεών που αποτόλμησαν
με την ορθοδοξία να τα βάλουν οι
αχρείοι.
Έτσι, στη χώρα των Ενακοσίων, τη
βουβή,
χάθηκαν εκείνην την ημέρα ο
Σάτυρος, η Εστία
ο Απολλύων, ο Ερμής, τρεις Μούσαι,
δύο Χάριτες
ο υπερήφανος Αχιλλεύς, ο Προμηθεύς,
ο Παν
όλες οι νύμφες της Μακεδονίας (ναι,
και η Αρεθούσα, κι εκείνη η άλλη
της Μιέζης)
της Εκάτης οι εγγονές, εννιά παιδιά
του Δία
κι ο ακαμάτης Θράξ ιππεύς
αυτοπροσώπως.
Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν
στην Ίδη
Και στη Δρουσιπάρα, στο Πάγγαιον
και στου Φά-
γρη τα στενά (εκεί ο Ποσειδώνας
διαμελίστηκε
από τον όσιο Ζεμφίρ που ήταν
ηθοποιός
πριν τον ρίξουν σε καζάνι με
αστακόζουμο)
Αλλά στα Μεδιανά, κοντά στην Κύρρο,
εκεί
ο Ηρακλής ήταν που χάθηκε στο
γκρίζο γιαούρτι
μιας πολτώδους λόχμης και τού
‘δεσαν τριχιά
στον σβέρκο και τον έσερναν σ’ όλα
τα νυμφαία
της Μπουτσάβας μετατρέποντάς τα σε
ναούς.
Πάει καιρός που όλα τελείωσαν.
Συμμαχίες
και πρωτόκολλα, παραδόσεις ξιφών
και σπονδές
φρουράρχων του πολέμου τις οδύνες
προσφυώς
αντικατέστησαν. Αλλά τα γράφω αυτά
διότι θυμάμαι
Την Αθηνά τρελή από πόνο και ντροπή
να τρέμει στο θαλασσινό αγιάζι μια
στη
Θάσο και μια στα Δρένια της
Αμολιανής να βόσκει
ταπεινά τις αγελάδες της μονής
Βατοπεδίου
ενώ την ψάχνει έκτοτε σ’ όλα της
γης τα πλάτη
ερωτευμένος τελεσίδικα κι
απολυταρχικά
ο άγιος Μαρδάριος, καύχημα των
Λαζών και
των Αρμένων Καυκασίων που, εκβάς
από τη χωσιά
βλέπει την αγέρωχη γυναίκα να
αμύνεται κι αυτός
να τον χωρίζουν απ’ την αγκαλιά της
κουφάρια
αμέτρητα Ερώτων και να μη τη φτάνει
ΑΝΔΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ
"Υπερκείμενη"
Η ημέρα σήμερα είναι γαλάζια
Τα φύλλα της είναι πράσινα
Τα τριαντάφυλλά της είναι κίτρινα
Τα νύχια της κατακόκκινα
Στον άνεμό της πλαταγίζουν οι
σημαίες των μπαλ-
κονιών
Στα μπαλκόνια λύνουν τα μαλλιά τους
οι χθεσινές
εσπερίδες
Οι ερασταί τους ριγούν
Τα βραχιόλια τους είναι σαν λέξεις
στιλπνές
Σαν αυτές που προφέρουν οι
εσπερίδες στον ύπνο
τους
Κανείς ακόμα δε κατώθρωσε να τις
δαμάση
Είναι ωραίες και λάμπουν στον ήλιο
Είναι ωραίες και λάμπουν στο σκότος
Η σκοτοδίνη δεν τις τρομάζει
Γύρω από τα χείλη που τις προφέρουν
αναπηδούν
αναλαμπές
Άνθρωποι σκοτεινοί διαξιφίζονται
στον άνεμο ποιος
να τις πρωτοπάρη
Οι δρόμοι είναι γιομάτοι σπίτια
Τα σπίτια είναι γιομάτα ανθρώπους
που παρακο-
λουθούν εναγωνίως τους
διαξιφιζομένους
Οι διαξιφιζόμενοι χαιρετούν τον
καίσαρα
Αίφνης ένας τρυπά τον πέπλο της
νυκτός
Και η ημέρα πηδά στην άμμο
Όλοι της παρακολουθούν
Όλοι την ικετεύουν
Όλοι την ονομάζουν Σήμερα
Ήμερα κοπάδια την ακολουθούν και τα
μάτια της
είναι γαλάζια.
«Ο βίος»
Όσοι περί πολλά τυρβάζουν
Έχοντας στο νου των την δόξαν των
προγόνων
Ή χρήματα πολλά λίρες δραχμές
δολλάρια
Χάνουν συχνά την ευκαιρία που τους
δίδεται
Δόξαν αληθινήν προσωπικήν να
αποκτήσουν
Και προ παντός χάνουν την ευκαιρίαν
Τον έρωτα κάνοντας κτήμα των
Την ηδονήν να ζήσουν
Ως κάτι
που απ’ την δόξαν πολύ
πιο πάνω στέκει
Και από τον πλούτον και την σοφίαν
ακόμη.
Ιδού η Ρόδος και το πήδημα
Ιδού μία μαθήτρια με χνούδι ελαφρόν
στην ήβη
Με τζάντα στο χέρι και άσπρον γιακά
εις τον λαιμόν της
Μια υπηρέτρια ευειδής που τζάμια
παραθύρων πλένει
Μια νεαρά αστή που τον γέροντα
άνδρα της από καιρόν
Βαρέθηκε μα λέγει ότι τον σέβεται
Μια κόρη καθηγητού ή ενός παπά
Μία παρθένος που υπό το προσωπείον
επιδεικτικής αδιαφορίας
Όλο τους άνδρας σκέπτεται και
αυτοθωπεύεται
Με αισθήματα ενοχής αλλά και μέγα
πάθος
Ωσάν να διέπραττε μεγάλην αμαρτίαν
Ιδού και μία νεαρά προλεταρία
Που περί πάλης τάξεων και μαρξισμού
όλο μιλά
Και εν κρυπτώ μόνον τον έρωτα
γυρεύει
Τέλος ιδού και μία τριβάς
καλλίμαστος
Που ελλείψει αγοριών ή από σκέτον
φόβον
Σε άλλα κορίτσια τρίβεται μετά
μανίας
Όλες αυτές και άλλες αναρίθμητες
Όσοι περί πολλά τυρβάζετε χάνοντας
τον καιρόν σας
Μην τις αφήσετε να φύγουν
Μα όλες αυτές να τις χαρήτε
Προσφέροντάς τους όμοιες χαρές με
τις δικές σας
Προτού ο παπάς ( ίσως πατήρ
μιας κόρης)
Έλθη τους γάμους σας να
ευλογήση.
Προτού ετούτος ο παπάς ( ή
άλλος)
Μετά τον τελευταίον ασπασμόν
Ψυχρούς και ασάλευτους μεσ’ τα
κιβούρια σας
Δια παντός
Δια παντός
Με χώματα πολλά βαριά
Σας κλείση.
«Μια ριξιά ζαριών δεν καταργεί την
τύχη»
Όχι
Δεν είναι το art
pour l’
art
Η ανωτέρα εκδήλωσις των
ποιητών και των ανθρώπων
Ούτε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός που
είναι απλώς πολιτική
Ούτε η τέρψις τάξεων
προνομιούχων
Δεν είναι αυτά ο προορισμός των
ποιητών
Γιατί δεν είναι δυνατόν
Με την αφηρημένη μόνο ομορφιά
Ή με την συμβατικώς παραστατική
Ή με το «όπερ έδει δείξαι»
μόνον ή το «γαρ»
Να αντικατασταθούν ή να
πνιγούν των ενορμήσεων οι ώσεις.
Αφού ο λόγος δεν είναι λογική
Αφού το κάλλος δεν είναι αισθητική
Και το καλόν δεν είναι ηθική
Αφού
«un coup de dés jamais n’ abolira le hasard»
Αφού έν σπερματόζωον μονάχα
αρκεί
Να γονιμοποιηθεί το ωάριον της
γυναικός ή ο λόγος
Αφού μόνον ο έρωτας τον θάνατον
νικά
Θα ‘ναι η ποίησις σ π ε ρ μ α
τ ι κ ή
Απόλυτα ερωτική
Ή δ ε ν θ α υ π ά ρ χ ε ι.
ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
"Σατυρικά γυμνάσματα"
μέρος β'
Οι βωμοί συντριμμένοι και σβησμένα
τα πολυκάντηλα όλα
της λατρείας.
Ούτ' η Αθηνά, πολεμική παρθένα,
και μήτε η ευλογία της Παναγιάς.
Σ' αρχαία και νέα, παλάτια και
ρημάδια
τ' άδειο παντού' το
κρύο της αθεϊας.
Σαν αγριμιών και σαν αρνιών κοπάδια
ζουν οι ζωές, τρων,
τρώγονται και πάνε.
Κι απάνου απ' όλα των θεών τα
βράδια
υπέρθεα ξωτικά φεγγοβολάνε
μακριά από μας Ιδέα
και Επιστήμη.
Βάρβαροι σε ναούς τις προσκυνάνε.
Τ' άτι σου ακόμα μας πατά, Μπραϊμη!
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ
"Η Πόλις"
Είπες : θα πάγω σ' άλλη γη, θα
πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθή
καλύτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθειά μου μια
καταδίκη είναι γραφτή'
κι είν' η καρδιά μου - σαν
νεκρός - θαμμένη.
Ο νους μου ώς πότε μες στον
μαρασμόν αυτόν θα μένη.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου
κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου
βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και
ρήμαξα και χάλασα".
Καινούργιους τόπους δε θα
βρης, δεν θα 'βρης άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθή. Στους
δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες
γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς'
και μες στα ίδια σπίτια αυτά
θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλη αυτή θα
φτάνης. Για τα αλλού - μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν
έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες
εδώ
στην κόχη τούτη την μικρή, σ'
όλην την γη την χάλασες.
"Tων Εβραίων (50 μ.Χ.)
Ζωγράφος και ποιητής, δρομεύς και δισκοβόλος,
σαν Ενδυμίων έμορφος, ο Ιάνθης Αντωνίου.
Από οικογένειαν φίλην της Συναγωγής.
"Η τιμιότερές μου μέρες είν' εκείνες
που την αισθητική αναζήτησιν αφίνω,
που εγκαταλείπω τον ωραίο και σκληρόν ελληνισμό,
με την κυρίαρχη προσήλωσι
σε τέλεια καμωμένα και φθαρτά άσπρα μέλη.
Και γένομαι αυτός που θα ήθελα
πάντα να μένω˙
Ένθερμη λίαν η δήλωσίς του. "Πάντα
να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων-"
Όμως δεν έμενε τοιούτος διόλου.
Ο Ηδονισμός κ' η Τέχνη της Αλεξανδρείας
αφοσιωμένο τους παιδί τον είχαν.
"Επιθυμίες"
Σαν σώματα ωραία νεκρών που
δεν εγέρασαν
και τακλεισαν, με δάκρυα, σε
μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα
πόδια γιασεμιά -
έτσ' η επιθυμίες μοιάζουν που
επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν` χωρίς ν'
αξιωθεί καμμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
"Όσο μπορείς"
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις.
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντάς την συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
ΤΙΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ
«Ό,τι κι αν λέω...»
Ό,τι κι αν λέω, ό,τι κι αν
γράφω
αδύνατο να πείσω τους νεκρούς
πως για να ζήσω δεν τους πρόδωσα.
«Φάση μιας μάχης»
Είμαστε φάτσα με φάτσα
με τον εχθρό μου.
Ένα γραφείο μονάχα μας χωρίζει
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.
Πίσω απ’ τις αξιοπρεπείς μας
μάσκες
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μάς
καίει το μίσος...
Και να που τούτη τη στιγμή
τώρα
που παίζεται η ζωή μου
ανακαλύπτω στη μορφή του πως
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει˙
να που τούτη τη στιγμή
ανακαλύπτει
στη μορφή μου
πως θα μπορούσε να με είχε
αγαπήσει...
Είμαστε φάτσα με φάτσα με τον
εχθρό μου.
Το μίσος
άρχισε να
παραμορφώνη τις ευγενικές μάσκες μας...
